Chapter 14
Και μπορώ να το ξεχάσω; Εγώ έχω μάτια και βλέπω. Κι αφτό σου το λένε ζούλια. Να βλέπης, είναι ζούλια. Μάζωξε πουθενά δύο ιδέες, βάλ'τις δίπλα τη μια στην άλλη, πάρε κλωστή να τις ράψης, δείξε πως έχεις νου και κρίση, πως κάτι νοιώθεις από λογική, θα σε πουν αμέσως ζουλιάρη. Ζουλιάρης εγώ δεν είμαι. Εγώ προσέχω και προσμένω. Εγώ είμαι καλός. Μου τόταξε και προσμένω. Με πρόφαση ή δίχως πρόφαση, ό τι αιτία κι αν είναι, δεν πρέπει να τον ξαναδιή, δεν πρέπει να της γράψη, λόγο δεν πρέπει να της πη.
Λίγο λίγο ξεφανερώνουνται όλα και ξετρυπώνουν. Γκρέμησε πια τα ντουβάρι. Κάθουμαι και προσμένω στο παλιό μας το σπίτι. Στην Πόλη εκεί κάτω. Εγώ έχω μάτια και βλέπω.
Μη φοβάσαι. Τώρα είμαι ήσυχος. Δε θυμώνω. Εδώ χρειάζεται κρύο αίμα και σκέψη. Κρυφά κρυφά όλα τα παρατηρώ ένα ένα — και παίρνω και σημείωση. Θέλει το πράμα συλλογή, πομονή και πονηριά. Μη φοβάσαι. Παράλογα κι αστόχαστα, δουλειά δεν καταφέρνεις. Λέλα, μη φοβάσαι, σου λέω. Φοβήθηκες εσύ ψέφτρα, και δε μου είπες την αλήθεια. Έτρεμες να μη σε σκοτώσω. — Άκουσες τι ταπεινά που μου μιλούσε; Ύστερα, για να το κρύψη, κάμνει πως μ' αγαπά και ρίχτει φωτιές στην αγκαλιά μου. Άναψε, κόρωσε με μιας. Εγώ έχω μάτια και βλέπω. Δε λέω γρυ· προσμένω, καρτερώ. Έτσι καμιά μέρα θα τους πιάσω. Πρέπει να τους πιάσω, για να της δείξω πως με γελά. Έτσι να γλυτώσω κι απ' αφτή την καταχνιά. Ναι! Κατάλαβα τώρα. Ησυχάζω. Ώρες καρτερώ, προσμένω να το μάθω.
Και δεν έχω πάλε δίκιο; Ποιος λέει πως δεν έχω δίκιο; Τον είδα, με τα μάτια μου τον είδα. Μόλις τρεις μέρες ύστερις από κείνα που της είπα! Εκείνος δεν προσμένει· τον έβγαλα, τον έδιωξα, μάθημα πια δεν έδινε στην Ελένη, όχι! πρέπει ο κύριος αμέσως να γυρίση! Δεν είταν όνειρο· τον είδα. Να τος πάλε που ξετρυπώνει. Η αλήθεια ξετρυπώνει μαζί του. Από το παράθυρο απάνω, που κάθουμαι και καρτερώ, τον είδα. Να τος που ξεπροβάλλει. Όξω στο δρόμο τρέχει, τρέχει βιαστικά, πλάγι στο σπίτι, έρχεται από κει πίσω που είναι η πόρτα του μπαξέ. Σα νάκουσα την πόρτα να τρίζη. Εγώ ξέρω η πόρτα πού είναι. Αχ! ας φαίνουνταν αφτή η πόρτα από το παραθύρι, και τους τσάκωνα αμέσως. Γιατί, γιατί να στρίβη ο δρόμος, γιατί να μην τη βλέπω από κει που κάθουμαι και καρτερώ, την πόρτα την καταραμένη! Και τι πειράζει που δεν τη βλέπω; Η Λέλα πού είναι; Στο περιβόλι; Και βέβαια! Ορμώ στην κάμερή της. Δεν είναι. Κατεβαίνω. Να της ίσια που ανεβαίνει τα σκαλοπάτια του σπιτιού. Λοιπόν κ' η Λέλα είτανε στο περιβόλι! Μαζί του! Της γνέφω δυνατά· στη στιγμή απάνω, να πάη στην κάμερή της.
— Σήμερα πια θα μου την πης την αλήθεια. Σας είδα. Είσουνα μαζί του στο περιβόλι. Δεν ντρέπεσαι; Πες το, φτύς' το, ή ξαναρχίζω.
Καρλή, εκείνο που δεν είναι, δεν μπορώ να στο πω. Είμουνα μόνη. Δεν είδα ψυχή. Πήγαινε, ο ίδιος να στο πη. Θυμήσου τι σου έλεγα την άλλη μέρα, Καρλή· την υστερνή, τη μόνη φορά που μου έγραψε, του είπα να μη μου γράψη πια, πως δεν είτανε δουλειά μου και να μη μου μιλήση για τέτοια πράματα.
Θύμωσα και δεν έπρεπε να θυμώσω. Έπρεπε γλυκά και με τρόπο να την παρακαλέσω νανεβή στην κάμερή της. Φοβήθηκε πάλε και πάλε μου αράδιασε ψεφτιές. Αν τόλεγε ίσως μπορούσα να την πνίξω. Όχι! δε λυσσιάζω, να μη χαίρουνται. Καλά! Καλά! Βλέπουμε κατόπι — και κατεβαίνω.
Κατέβηκα, ναι! Η μόνη ώρα που χάρηκα με τα σωστά μου! Ξάνοιξε η καρδιά μου πρώτη φορά. Ο ήλιος μου πότιζε την ψυχή. Ύστερις ας σκοτεινιάση! Αναγάλλιασα τουλάχιστο μια στιγμή, ησύχασα, γιατί τώρα είμουν πια βέβαιος. Λέλα, Λέλα, με καταστρέφεις, μα, ξέρω γιατί με καταστρέφεις. Λέλα, μ' απάτησες, μα το ξέρω τώρα πως μ' απατάς. Αχ! ναι, ξέρω, το ξέρω πως δε γελάστηκα. Το ξέρω πως είχα δίκιο. Κατεβαίνω και μου δίνουν το γράμμα. Δεν ακούτε τα γέλοια που πετώ; Δε βλέπεις την αλήθεια; Δε σε θαμπώνει; Εμένα με στράβωσε το φως της. Τι κουτός που δεν το κατάλαβα ακόμη! Το διαβάζω το γράμμα. Τόφεραν τώρα, μου λέει ο δούλος. Είτανε γράμμα δικό του. Γράμμα του μορφονιού! Το βλέπω πάλε το γράψιμό του, που φτάνει να το διώ κι ανατριχιάζω. Μου γράφει εμένα. Πως αγαπά τάχα! — την Ελένη. Πως είναι σα χαμένος, και γιατί δε θέλουμε νάρχεται πια σπίτι; Πως τρελλαίνεται και δεν τολμά να μιλήση, μα πως τώρα έκαμε πια απόφαση, τα ξέτασε, τα ζύγιασε, τάβαλε όλα σε τάξη. Πώς έγραψε πρώτα της Λέλας, να την παρακαλέση, γιατί ξέρει πως είμαι καλός και δεν μπορεί πια να ζήση, αν είναι να μην ξανάρθη... Και δεν τέλειωνε το γράμμα. «Αν είναι να μην ξανάρθη.» Είδες εσύ τι λαμπρά που το στοχάστηκε; Θυμήσου τώρα το λόγο της· «Πήγαινε, ο ίδιος να στο πη.» Τόννοιωσες; Στο περιβόλι μάνι μάνι του μίλησε — «Πρόσεχε, ο Καρλής έχει υποψία, γράψ' του αόρατα θέματα, να τον ξεχνιάσης.» — Κ' η Λέλα το ήξερε πολύ καλά πως θα μου γράψη. Τι δε γράφει εκείνος για να ξανάρθη; Οι δυο τους μαζί τάχουν ταιριασμένα, συφωνημένα. Και για να μην το μυριστή ο Καρλής, ας του κοπανίσουμε ιστορίες. Κομματάκια! κομματάκια ψεφτιές! Ο Καρλής έχει μάτια και βλέπει, έχει μάτια και μαζώνει. Να πάρη την Ελένη, για να είναι μέρα νύχτα στο σπίτι — μαζί με τη Λέλα! Με τη Λέλα! Όχι. Δε θα γίνη τέτοιο πράμα. Μήτε κείνος μήτε κανένας άλλος!
Καλά! καλά! Καρτερώ και προσμένω.
Βράδυασε. Νυχτώνει. Είναι νύχτα και σκοτάδι. Πάει ο κόσμος να πλαγιάση. Κρέμεται το λυχναράκι μισοσβησμένο στο ταβάνι ψηλά και τρεμοφέγγει. Κατεβαίνω τη σκάλα. Όλα σκοτεινά. Αχ! δεν είναι για μας τα λουλούδια· δεν είναι τα τραγούδια για μας. Πάει το καλοκαίρι· παν οι μάβρες οι συκιές και τα δέντρα και τα φύλλα που κρυφά κρυφά της μιλούνε. Ένας πόνος απέραντος με πνίγει, θα πεθάνω από τον καημό. Η καρδιά μου φουσκώνει, και τα κλάματα γίνουνται πλημμύρα μέσα στην ψυχή μου. Όχι! όχι! δεν πρέπει να κλαίω, να τη λυπούμαι. Κατεβαίνω τη σκάλα. Λέλα μου, είσαι συ; Είναι η Λέλα με τη γλυκειά της τη φωνή· να της πάλε που ανεβαίνει σαν και πρώτα. Να η αγγελοκαμωμένη, η πιο θεόμορφη απ' όλες. Ο κόσμος δεν είδε τέτοια κόρη. Να το στόμα της και τα μαλλιά της και το ουράνιο το κορμί, το κορμί της το ξαθό που με τρελλαίνει η μυρωδιά του.
— Καλή νύχτα! καλή νύχτα! Λέλα, κοιμήσου καλά!
Και της αρπάζω ένα φιλί που ακόμη στα χείλια μου τόχω.
— Λέλα μου, Λέλα, κανείς δε σ' αγάπησε σαν και μένα.
Ακκουμπά στην πλάτη μου μια στιγμή, σα λιγοθυμισμένη.
— Αχ! Εσύ ζωή μου, μου λέει.
— Ένα φιλί, να μου δώσης ακόμη ένα φιλί, Λέλα, ένα φιλί σου.
— Γρήρορα, γρήγορα, να μη μας διή κανένας. Καρλή μου σ’ αγαπώ.
.................................................................
Φέβγει, φέβγει. Σκοτεινιάζει. Τι ερημιά που την έχει η κάμερή μου! Τραβιούμαι στην κάμερή μου. Πέφτω και πλαγιάζω. Με παίρνει ο ύπνος. Έφυγε βιαστικά. Γιατί να φύγη; Πού τρέχει; Ακόμη φοβάται;
Μήπως είταν όνειρο, Καρλή;
Όχι. Όνειρο τέτοιο δε γίνεται. Δεν πρέπει να είταν όνειρο. Δε θέλω να είταν όνειρο.
Πέφτω και πλαγιάζω. Κοιμούμαι, δεν κοιμούμαι, πού να το ξέρω; Μέρα και νύχτα, ύπνος και ξύπνος είναι το ίδιο.
Γέρνα από δω, γέρνα από κει. Πέφτω στο κρεββάτι και κυλιούμαι. Σφάλνα τα μάτια, σαν μπορείς. Μόνος! Ολομόναχος! Έρημος απόμεινα και μόνος. Έφυγε, έφυγε βιαστικά.
Για να μη μας διή κανένας;
Λέλα, Λέλα, πού είσαι;
Όχι, όνειρο δεν είταν, όνειρο δεν μπορεί να είταν.
Άξαφνα τη βλέπω, σαν που τη βλέπω ακόμη και τώρα — σαν που τα βλέπω ταναθεματισμένα αφτά τα ντουβάρια — βλέπω το κάτασπρό της, τολόχρυσό της το κορμί — και κείνος, Εκείνος, κοντά της, πλάγι της πλαγιασμένος εκεί απάνω, στην κάμερή της!
Ορμώ στην κάμερή της απάνω. Χυμώ. — Τη νύχτα είναι πιο έφκολο το πράμα, πολύ πιο έφκολο να γίνη, γιατί δεν ακούω τη φωνή της, γιατί δε φαίνεται το πρόσωπό της. — Ψεφτιές πια δε θα μου πη. — Τρέχα, τρέχα εκεί απάνω. — Ποτές να μη γίνη τέτοιο πράμα. Όχι. Μήτε κείνος μήτε κανένας άλλος. Να γλυτώσω. — Γρήγορα, γρήγορα, να μην ξυπνήση. Σφίγγε, Καρλή, δυνατά. Το χέρι μου στο λαιμό της. Σφίξε, να της στραγγουλίσης το λαιμό. Σφίγγε, σφίγγε δυνατά. Σφίξε ακόμη μια και να της που πάει. Ξεψύχησε, πάει. Πάει η ζωή μου. Σκότωσα τη ζωή μου. Πάει και λέξη δεν είπε. Έλα δω να σου δώσω στο στόμα, απάνω στο στόμα, ένα αθάνατο φιλί, ένα φιλί που κανένας άλλος δεν μπορεί να σου το πάρει. Τώρα πια είσαι για πάντα δική μου.
Εγώ ξέρω τι λέω. Ξέρω γιατί παραπονιούμαι, γιατί βασανιούμαι. Εγώ το θυμούμαι καλά· ίσια σε κείνη τη στιγμή περεχύθηκε γύρω τριγύρω μου η καταχνιά αφτή που πια δε μ' αφίνει και που με πνίγει.
................................................................. Κομματάκια! Κομματάκια! Κομματάκια! .................................................................
Λέλα, Λέλα, πού είσαι; Η Λέλα τώρα πού λες να είναι; Λες να είναι στον τάφο της μέσα; Εκεί κάτω στη μάβρη γις; Εκεί κάτω στο κιβούρι; Πού είναι τολόχρυσο, το ηλιόπλαστο το παιδί; Ή μήπως πήγε στον ουρανό πουθενά, κάπου σταστέρια μακριά; Λες να είναι άλλος κόσμος; Δείξε μου πού είναι, γιατί εδώ μέσα τίποτις δε βλέπω. Να τρέξω, να προφτάξω, να τη ρωτήξω. «Λέλα μου, Λέλα, μοναδικιά μου αγάπη, Λέλα, τώρα που πεθάναμε κ' οι δυο μας, Λέλα, τώρα που δε φοβάσαι, τώρα να μου το πης αν είταν αλήθεια — Εκείνο.»
.................................................................
Ο Καρλής είχε βάλει στη διαθήκη του να μου στείλουν όλα του τα χαρτιά. Ήθελε να τα διαβάσω, ίσως να δικιολογηθή, ποιος το ξέρει; Τόσα έγραψε στο φρενοκομείο.
Αφού είχε γίνη το κακό στην Πόλη, κατόρθωσαν οι φίλοι του να φύγη. Τον έφεραν πια τρελλό στο Παρίσι. Έμεινε δυο χρόνια άρρωστος. Όταν πήγα στην εξοχή, εκεί τον άφησα. Μήτε γω μήτε κανένας άλλος δεν μπορούσε να τον πλησιάση. Μια μέρα πήγαν και του είπαν, τάχατις για να τον ησυχάσουν, πως η αδερφή του παντρέφτηκε και πήρε το νέο το μουσικό που την αγαπούσε. Μήτε θέλησε να τακούση. Θύμωσε και φώναξε· «— Πάλε ψεφτιές! Εγώ ξέρω την αλήθεια.» Δεν ήθελε ο δύστυχος να τακούση και γύρεβε να μην το μάθη, για να μη διή πως είχε σκοτώσει άδικα τη Λέλα. Ο Καρλής είναι στην Πόλη γνωστός. Παντού είναι γνωστός ο Καρλής.
ΔΕΦΤΕΡΟΣ ΠΛΙΚΟΣ
Καλέ μου Ψυχάρη,
Πήγες στην εξοχή κι απόμεινα στο Παρίσι δίχως φίλο. Τι δε μου γράφεις; Το παράκαμες πια. Περίεργη αρρώστια που την έχεις! Τη λες αγραφιά και γελάς. Κάλλια, αντίς να της βρης όνομα, να της έβρισκες γιατρικό. Τόμους αλάκαιρους μας κατεβάζεις κι άμα είναι να γράψης γράμμα, η πέννα σου ξερή και το καλαμάρι σου γεμάτο άμμο. Έννοια σου, καλέ μου. Μαζί σου θα θυμώσω; Και δε σε ξέρω; Πού προφταίνεις εσύ να μου γράψης; Πού σ' αφίνουν ησυχία; Είμαι βέβαιος που στην Πόλη και στην Αθήνα, μάλιστα στην Πόλη, όλα τα περιοδικά, όλες οι φημερίδες, όλα τα τυπογραφεία θα σου ζητούν κάτι να τους δώσης. Μη βλέπης που σε βρίζουν· είναι αλήθεια που σε βρίζουν, αδερφέ μου, μα σε διαβάζουν κιόλας. Τι φτειάνεις εκεί κάτω; Τάβαλες πάλε με κανένα δάσκαλο; Σου βγήκε πάλε στη μέση το Χατζηδουλάκι του Κόντου, ή ξετρύπωσε άξαφνα κανένα άγνωστο Νεροποντίκι από μέσα από τις λάσπες; Καμιά φορά μου στέλνουν και μένα οι βρεκεκεξιάρηδες κάτι φυλλάδες που σε χτυπούν. Εγώ τους το είπα· δε μου αρέσουν αφτά. Να κοπιάζης μέρα νύχτα για μας και να σε λεν τέτοιες αηδίες, δεν ταιριάζει κ' είναι ντροπή. Εσύ όμως, το ξέρω, μήτε τα προσέχεις, μήτε γυρίζεις να κοιτάξης. Τραβάς ίσια το δρόμο σου, σα να μην είταν οι δασκάλοι στον κόσμο. Θα μελετάς πάλε κανένα βιβλίο που θα μας αραδιάσης με τη σειρά τους γενικά, απρόσωπα ζητήματα της επιστήμης. Έχεις άδικο, Ψυχάρη. Μη χολοσκάνης τους δασκάλους, αποκρίσου τους και μια φορά. Παρ' τους έναν έναν, πες πια και τόνομά τους, δείξε στον Πέτρο πως μιλεί για όσα μήτε είδε στόνειρό του, δείξε στον Πάβλο πως είναι σοφιστής και με πονηριά παιδιακήσια, καμώνεται πως είπες εκείνα, που δε λες· μέτρησε τα λάθη του να χαμηλώση τη μύτη, βάλε μέσα προσωπικότητες και βρισιές. Έτσι χαίρουνται τουλάχιστο οι δασκάλοι. Αφτά μόνο γυρέβουν. Ακόμη δεν το κατάλαβες; Τι αθώος που είσαι! Εσύ μήτε ξέρεις τόνομά τους.
Μην κάθεσαι όλο και σπουδάζης. Αχ! καημένε μου Ψυχάρη, άφησε πια και συ τις μεγάλες τις δουλειές, τη γλώσσα και τη γλωσσολογία. Θέλεις να σου πω την αλήθεια; Δεν αξίζουν όλα αφτά· ένα πράμα μόνο αξίζει· η μικρούτσικη, η λίγη μας η ζωή. Πολύ καλήτερα από μένα στο ξήγησε, είναι τώρα χρόνια και χρόνια, ο γέρος μας ο Αριστοτέλης. Να νοιώθης πως νοιώθεις και να συλλογιέσαι πως συλλογιέσαι, αφτό είναι ζωή. Πόνεσε, βασανίσου, δεν πειράζει· τουλάχιστο ζης. Τι είναι η εφτυχία; Μια ενέργεια. Φτάνει κάτι να κάμνης, κάτι να νοιώθης, κάτι να συλλογιέσαι, και να ξέρης πως συλλογιέσαι και πως νοιώθεις· τότες έζησες, σώνει. Εκεί που πια δεν είναι ενέργεια καμιά, εκεί που σου κατάντησαν όλα αδιάφορα, που για τίποτις δε σε μέλει, εκεί μη γυρέβης τον παράδεισο, αν και φαίνεται παράδεισος να μην έχης έννοιες, πίκρες και καημούς. Κάλλια την κόλαση παρά τέτοια παράδεισο. Δύσκολο, φίλε μου, να ζη μόνη, έρημη η ψυχή· πώς θέλεις τότες να ενεργήση, να μπη σε δουλειά, ναγαπήση ή να μισήση; Δεν άκουσες τι λέει ο γέρος· «Μονώτη μεν ουν χαλεπός ο βίος· ου γαρ ράδιον καθ' αυτόν ενεργείν συνεχώς, μεθ' ετέρων δε και προς άλλους ράον.»
Ίσως εκείνη την ώρα που το είπε, είταν και κείνος μόνος.
Ζήσε, καλέ μου, και συ· μη διαβάζης πάντα βιβλία· προσπάθησε να διαβάσης λιγάκι και μέσα στην καρδιά μας, τι γράφει. Μην κλειδώνεσαι στη βιβλιοθήκη σου ολημερίς. Έβγα όξω, να πάρης την αναπνοή σου. Πες μας τα βάσανα που πονούμε, κουβέντιασε με την ψυχή μας, μην πολεμάς όλο να καταπείσης το νου μας. Ψυχή έχουμε· ο νους σα να μας λείπη ακόμη. Ας κάμουν το ίδιο κ' οι δασκάλοι. Ας αφήσουν τον Κόντο κι ας κοιτάξουν τη ζωή. Δε με βλέπεις εμένα; Εσύ, φίλε μου, ξέρεις τι είδα και τι έπαθα. Κι ωςτόσο τίποτις δε λυπούμαι. Οι ώρες εκείνες είταν οι μόνες ώρες της ζωής μου.
Μήπως δεν είμουν και γω μια φορά σαν και σένα; Με γνώρισες παιδί και με θυμάσαι. Ορμητικός, γενναίος — κ' ένα φιλότιμο ρωμαίικο, τι θες παραπάνω; Να μη με ξεπεράση κανένας, παντού να φανώ πρώτος στην τέχνη και στην επιστήμη, κάτι να είμαι, νακουστή τόνομά μου. Το κεφάλι μου καζάνι· έβραζαν ιδέες μέσα, ποια να πρωτοβγή! Και δος του βιβλία, μελέτη, γραψίματα, φωτιά. Τόσα χρόνια μάζωνα, έγραφα, διάβαζα. Και τώρα!...
Διές εδωπέρα στο σπιτάκι που νοίκιασα κοντά κοντά στο Παρίσι, διές τι ήσυχος που είμαι. Το παραθύρι μου είναι ανοιχτό και κοιτάζω πού και πού το περιβόλι, γιατί έχω και περιβόλι. Ταγέρι το χαδεφτικό που φυσά μέσα στα λουλούδια και που παίζει μαζί με τα φύλλα, είναι η μόνη μου χαρά. Τι γλυκειά που είναι η μυρωδιά του! Εδώ που κάθουμαι είναι ίσκιος και μια ολόδροση ζέστη γέμισε την κάμερή μου. Το πράσινο χορτάρι, οι τριανταφυλλιές κ' οι μηλιές, το πουλί που πηδά και κάμνει σκαλοπάτι το κλαδί, ο ήλιος και το καλοκαίρι, αφτά μου αρέσουν κι αφτά ξέρω τώρα. Αφτά μου έμαθαν τι είναι η ζωή· αφτά είναι η ζωή· η ζωή μου είταν αφτά. Μου θυμίζουν τα παλιά τα χρόνια και για τούτο ταγαπώ. Αφτά μου απόμειναν κι άλλο τίποτις δεν έχω. Σα νάδειασε ο κόσμος με μιας. Ο τοίχος του περιβολιού μου είναι χαμηλός και βλέπω πέρα πέρα κάμπους και πρασινάδες. Ο ουρανός από πάνω μοιάζει σα γαλανή πεδιάδα που κοιμάται. Δε γυρέβω να μάθω αν είναι πουθενά κανένας πλανήτης στον ουρανό καλήτερος από το δικό μας. Δε γυρέβω να μάθω αν υπάρχει πουθενά καμιά αιώνια πρασινάδα. Έρημος ο κάμπος για μένα κι ο ουρανός ερημιά. Ξέρω πως η αγάπη πουθενά πια δε θα καρπώση.
Όλα, φίλε μου, σαν όνειρο μου φαίνουνται, όλα σαν παραμύθι. Ή τώρα να χαλάση ο ουρανός και να καταστραφούν οι κάμποι, ή χρόνια ακόμη να βαστάξουν, το ίδιο δεν είναι; Πάντα μια μέρα θα χαθούν. Και δεν αξίζει να κοπιάζης. Το χέρι να κουνήσω, ένα βήμα να κάμω, να πάρω χαρτί και να γράψω, όλα μου έρχουνται σαν παραμύθι. Δεν είμαστε όλοι μας σαν παραμύθια, παραμύθια που περπατούνε — ή που κάθουνται: Γεννήθηκες, έζησες, πέθανες. Και τι βγαίνει;
Κάθουμαι στη φωλιά μου και συλλογιούμαι. Τόσο μου φτάνει. Εδώ κρότο δεν ακούς, παρά τα δέντρα που ψιθυρίζουν. Και κοντά κοντά, μόλις μισή ώρα διάστημα, τρέχει, φωνάζει, βράζει το Παρίσι. Πηγαίνω και γω κάποτες να διώ, τρέχω με τους άλλους, και μάνι μάνι γυρίζω πάλε σπίτι με το βαποράκι που κατεβαίνει τον ποταμό. Τέτοια κ' η ζωή μου. Έρχουμαι από τα πανηγύρια κι από τις χαρές, και να που βρέθηκα με μιας ολομόναχος στην έρημη τη σπηλιά.
Κατοικούσα παλάτι λαμπρό· το είχα χτίσει ο ίδιος. Έβαλα μέσα πλούτο και θησαβρούς, έβαλα χρυσές ελπίδες και μάνταλο χρυσό. Έβαλα μέσα ό τι είχα. Δεν είτανε μάρμαρο το παλάτι, ούτε σίδερο, ούτε ξύλο. Οι κάμαρες, οι σκάλες, τα ντουβάρια, τα πατώματα και τα ταβάνια είτανε ψυχή, μια ψυχή που τα ζωντάνεβε όλα. Είχα φτειάξει το βασιλικό μου το παλάτι με την ψυχή της. Άξαφνα γκρέμησε το παλάτι και τώρα είναι απέραντη η μοναξιά γύρω γύρω. Τι να παραπονεθώ; Δεν παραπονιούμαι. Τι φοβούμαι; Κανένα μεγαλήτερο κακό; Δεν μπορεί πια τίποτις να πάθω. Έπαθα τώρα το πιο φοβερό δυστύχημα της ζωής μου και ξέρω ποιο είναι. Δε βασανίζουμαι· δεν τυραννιούμαι. Είμαι ήσυχος κι απελπισμένος.
Έπρεπε να γίνη, αφού την αγαπούσα.
Μη μου λες όμως, τώρα που έγινε, τώρα που το θέλησα, που τόκαμα ο ίδιος, μη μου λες πως το μετάνοιωσα και πως για τούτο είμαι απελπισμένος. Εγώ φταίω που έγραψα τέτοια λέξη· άλλη δε βρίσκω και για να με καταλάβης, έπρεπε καμιάν άλλη να βρω. Απελπισμένη καρδιά είναι η καρδιά εκεινού που το πάθος, κανένα τρομερό, άγριο πάθος του μανίζει στα σωθικά του. Λες πως έχει μέσα του φωτιά και θέλει να ξεσπάση, σαν το πυρωμένο το βουνό, που το τρώει και το δαιμονίζει μια φλόγα, ώςπου η φλόγα να βγη όξω, να χυθή, γιατί πρέπει να ξεθυμάνη, γιατί κι ο απελπισμένος άλλη ελπίδα δεν έχει να γλυτώση, παρά να σπείρη όλεθρο και χαμό, αφού στο βόθρο της ψυχής του θρέφει την κόλαση που θα τον πνίξη. Είμαι και γω δίχως ελπίδα· μα κοίταξε το βουνό, όχι όταν αστραποβολά και μουγγρίζει, διές το σαν πέρασαν αιώνες κ' ησύχασε πια. Έσβησε το καμίνι· λίγο λίγο στρώθηκε και πάγωσε το χώμα· η τρύπα η αναμμένη που βροντούσε, έκαμε πάτο βαθιά κάτω στη γις και δε σαλέβει. Σώπασαν όλα. Από τα σύννεφα απάνω πέφτουν πέφτουν οι βροχές κάθε μέρα. Ανεβαίνουν τα νερά και ξαπλώνουνται σιγά σιγά σα γαλήνη. Η λύπη η δική μου μοιάζει με τη λίμνη που κοιμάται μέσα στο βουνό, μακριά, στη μοναξιά, παραιτημένη, που άνεμοι κι ανεμοζάλες δεν την κοιλούνε. Μήτε χόρτο μήτε λουλούδι στην άκρη της δε φυτρώνει· γύρω γύρω, σα στεφάνι, ίσια με την κορφή του βουνού, βγήκαν τα κυπαρίσσια και σκεπάζουν τον ουρανό. Είναι η λίμνη ατάραχη και κρύα· είναι μάβρη η θωριά της. Τα κύματά της δεν αφρίζουν, και θλίψη παντοτεινή φωλιάζει μέσα στον ίσκιο που τη γεμίζει. Ποτές ο ήλιος δε θα την παρηγορήση.
Παρηγοριά δεν έχει η ζωή μου, μα ο πόνος δε με τρελλαίνει, δε χτυπώ τα στήθια μου, δε φωνάζω. Μια στιγμή, ένα δέφτερο της στιγμής, νόμισα και γω πως θα χάσω τα λογικά μου· δεν είμουν όμως ποτέ σαν το καμίνι εκείνο· είμουν πάντοτες σαν τη λίμνη. Μήτε απελπισμό ξέρω μήτε απελπισία· πώς να σου το πω; Είναι πιο μεγάλο το κακό μου και γιατρεμό δεν έχει. Είναι η ανελπισιά.
Εσύ που πολεμάς με τους δασκάλους, εσένα που οι δασκάλοι σε πολεμούνε, το στομάχι σου είναι γερό κι από τέτοια δε νοιώθεις. Μήτε απελπισία μήτε ανελπισιά δε σου ήρθε ποτές σου, και για τούτο καμιά φορά απορείς μ' όσα σου γράφω, ή δίνεις στα λόγια μου ένα νόημα που δεν έχουν, που δεν μπορεί νάχουν. Άλλος είναι ο καημός μου. Ναι! είναι αλήθεια· παντρέφτηκε, τον πήρε· ναι! είναι αλήθεια που συχνά μου φαίνεται σα νάγινε ποτάμι η ψυχή μου, σα να βράχηκε από τα κλάματα τα πολλά. Ναι! μα μη λες πως είναι ζούλια. Η ζούλια, φίλε μου, είναι μια καταχνιά που κυλιέσαι μέσα της δίχως να βλέπης πια τι σου γίνεται, που κάθε ώρα φοβάσαι, που τρέμεις να μάθης κι όλο γυρέβεις να μάθης, που δε θέλεις μάτι να την κοιτάξη κι ανέμου φυσιματιά να την αγγίξη, που σε πιάνει φρίκη μήπως σε ξεχάση μια στιγμή, που ησυχία δε βρίσκεις, γιατί ξέρεις πως η ζωή είναι λίγη, γιατί είναι απέραντος ο πόθος της ψυχής και δε χορταίνει, γιατί όλα μας αποχαιρετούν, όλα ένα ένα μας αφίνουν, εκεί που τα ζητούμε αιώνια όλα, γιατί άμα σου πη μια γυναίκα πως σ' αγαπά και την αγαπήσης εσύ με το χτύπημα της καρδιάς σου, άρχισε η μεγάλη ταραχή, ξεφυτρώνουν οι υποψίες, σκιάζεσαι με το παραμικρό, με το πιο ασήμαντο πράμα, δεν μπορείς να γλυτώσης από τον καημό, όχι τάχατις πως την έχεις άπιστη εκείνη, όχι πως αλήθεια σε γελά, μα γυρέβεις μια αγάπη που ο κόσμος δε θα στη δώση, μια ατέλειωτη αγάπη, μια αγάπη ακέρια και παντοτεινή, που σύννεφο δεν την είδε, που τίποτις δεν τη λιγοστέβει, μια αγάπη που κάθε λογισμός της αγαπημένης να είναι δικός σου, που μήτε η ομορφιά τουρανού μήτε της άνοιξης τα χάδια να μην είναι άξια να μαγέψουν τη μονάκριβη κόρη, να της βάλουν, ας είναι και μια στιγμή, άλλη ιδέα στο νου της, άλλη χαρά, ξένη χαρά στην ψυχή της, μια αγάπη που, θέλει δε θέλει, να μην μπορέση να σε γελάση, ας είναι και με το φύλλο που παίζει, ας είναι και με το φως που λούζει το πρόσωπό της, μια αγάπη που πρέπει να είναι όλη της για σένα και μόνο, να τη βαστάς, να τη φυλάης πλάγι σου κάθε ώρα, σαν το φιλάργερο που κρύφτει το μάλαμά του, για να μην το λερώση κι ο ήλιος ο ίδιος.
Εγώ έχασα το θησαβρό μου και δε θα τον ξαναβρώ. Δεν μπορώ πια μήτε να τον κρύφτω μήτε να ζουλέβω. Ναι! θέλησα και γω αγάπη παντοτεινή, μοναδική και γεμάτη. Ξέρω όμως, έμαθα τώρα πως δεν είτανε για μένα. Δε με γέλασε, δε μου είπε, εκείνη τη βραδειά, πως μ' αγαπούσε. Τι να φοβηθώ; Για να φοβάσαι, πρέπει ή να σ' αγαπά ή τουλάχιστο να στο λέη. Τέτοια τύχη δεν την είχα· δεν άκουσα ψεφτιά από το στόμα της να βγη! Κλαίω τώρα μοναχός μου. Ο πόνος μου είναι πικρός· είναι η ψυχή μου λαβωμένη. Μα δεν το συλλογίστηκα μήτε να γδικηθώ μήτε να σκοτώσω. Μη σε μέλη. Οθέλλος δεν είμαι και δε θα γίνω.
Οθέλλος! Γιατί μου μιλείς όλο για τον Οθέλλο; Σου φαίνεται τάχα και τόσο ζουλιάρης ο Οθέλλος; Να σου πω, δεν τον έχω για πολύ ζουλιάρη. Ο ζουλιάρης, κι από παιδί θα τον καταλάβης πως είναι ζουλιάρης. Εκείνος απαρχής δε ζουλέβει, και στο τέλος πάει κ' η ζούλια του· πέθανε η Δεσδεμόνα, δεν του απόμεινε υποψία καμιά. Είταν περαστικό το κακό του. Για να κορώση, έπρεπε νάρθη ένας τρίτος να του βάλη λόγια. Έπειτα, τι θέλεις; Είναι και παντρεμένος. Για την αγάπη του φοβάται ή για την τιμή του; Αν είναι φιλότιμο, τι μας πειράζει εμάς; Ο ίδιος σου λέει πως μίσος δεν έχει και πως φρόντισε μόνο να πεθάνη έντιμος. Μην κοιτάζης που ξεστομίζει μια φορά μπροστά στη Δεσδεμόνα και κάτι βρώμικα λόγια — εμείς τουλάχιστο τα δασκαλέψαμε, γιατί εκεί που μιλεί εγγλέζικα ο ποιητής, βάλαμε λέξες αρχαίες· μην κοιτάζης που είναι σαν το μπακίρι η θωριά του. Μάβρος δεν είναι. Είναι λόρδος και δεν το σηκώνει η αφεντιά του να δώση η μιλέντη σε κανένα μορφονιό μαντίλι δικό του. Αχ! εκείνο το μαντίλι! Να μην είταν το μαντίλι, δε θα είταν κ' η ζούλια. Τα φέρνει όλα ένα περιστατικό που μπορούσε και να μην υπάρξη· δεν τα φέρνει το πάθος μονάχο. Εμείς τα περιστατικά τα φτειάνουμε απατοί μας, με την ψυχή μας τα φτειάνουμε, τα φέρνουμε, δε μας φέρνουνε τίποτις αφτά· φτάνει νακούσουμε μια λέξη κι ανάβουμε. Εκείνος με μιας δε γίνεται θεριό· ο άγγλος, λέει, θέλει ώρα να θυμώση· πρέπει πρώτα να το συλλογιστή. Ρωμαίικο αίμα δεν έχει. Να μη σε πειράξη ο λόγος μου, εσύ που μας έβαλες ταίρι ταίρι στην Ακρόπολη απάνω, το Σαικσπείρο με τους Αρχαίους, μα το κάτω κάτω ο Σαικσπείρος είναι και ξένος. Τι θα τον κάμουμε εμείς; Μπορεί στη Λόντρα έτσι να είναι τα πράματα και να θέλη Γιάγο ο ζουλιάρης. Μα τι λες και συ; Ό τι κι αν είναι η καρδιά μας, μικρή μεγάλη, καλή κακή, δεν το νομίζεις πιο σωστό για την ώρα, να μεταφράζουμε στη γλώσσα μας την καρδιά τη δική μας, παρά των αλλονών την καρδιά; Εμείς ζουλέβουμε μοναχοί μας· δεν έχουμε ανάγκη τους Γιάγους, κι αν έρχουνταν κανένας Γιάγος να μας πη τίποτις, πρώτα πρώτα θα παίρναμε υποψία και θα ζουλέβαμε για το Γιάγο τον ίδιο, μήπως και κάτι τρέχει. Η αγάπη μας γίνεται μέσα μας Γιάγος.
Μήτε τρικυμιά μήτε θόρυβος κανένας με ταράζει, μήτε κανένα μίσος με θερίζει. Αξεδιάλυτη λύπη, που μου περεχύνει την ψυχή, μου έρχεται όταν τη συλλογιούμαι. Πόσο την αγαπώ! Δεν τη θυμάσαι τη Μοιρίτα με τα μάβρα της τα μαλλιά, με τα ήσυχα τα μάτια, με το σοβαρό, το γλυκό πρόσωπό της, με ταθώα της τα χείλια, τη μελαχρινή, τη σιγανοπερπάτητη κόρη; Τι αμηχάνεφτη, τι απονήρεφτη που είταν! Τι ουράνια καλοσύνη που την είχε! Και την ώρα εκείνη που όλα μου τα είπε, ήξερε ακόμη να μαλακώση, να χαδέψη τον πόνο μου τρυφερά. Πάντα το βλέπω εκείνο το νησί, το νησί μας εκεί κάτω, που μυρίζει με τις γαζίες και που λαμποκοπή με τον ήλιο. Δε θα με πάη, δε θα με φέρη πια στην Πρίγκιπο το βαπόρι; Δε θανεβώ πάλε στον Άη Γιώργη; Αχ! φίλε μου, πέντε χρόνια που δεν την είδα τη Μοιρίτα. Να μην την ξαναδιώ και ποτές μου! Ίσως κάλλια που ζω, ίσως κάλλια να μην πεθάνω, για να γίνη κι αφτό καμιά μέρα.