Chapter 12
Ο μεγάλος μου ο πεθερός μου έλεγε κ' έλεγε συχνά πως δεν πρέπει κανείς ποτέ ναπαντάη, σα γράφουνε για μας άτοπα ή μπόσικα λόγια όσοι δεν έχουν άλλη δουλειά. Έλεγε όμως πως κι αφτοί θέλουν απάντηση, όταν άξαφνα σε κατηγορήσουνε για τον πατριωτισμό σου. Δεν πρέπει να τους αφίνουμε να λένε· πρέπει κάτι να πούμε και μεις.
Σα βγήκε το _ Ταξίδι _, τα σερτάρια μου ξέρουνε τι άκουσα και τι δεν άκουσα, γιατί φύλαξα τις φημερίδες εκείνης της εποχής μ' όλες τις νοστιμάδες που τυπώνανε κάθε μέρα. Είτανε λύσσα· ένας μάλιστα ήθελε και καλά να μου κόψουνε ταφτιά μου. Δεν αποκρίθηκα λέξη. Τα διάβαζα, διασκέδαζα, γελούσα, όταν άξαφνα είδα κάπου ένα άρθρο, που βέβαια δε γύρεβε να πη τίποτις δυσάρεστο ή να με πειράξη στην αγάπη μου για την Ελλάδα, μα που ήθελε ναποδείξη πως η δημοτική μας είναι γλώσσα της σκλαβιάς και πως πατριωτικό δεν είναι να τη γράφουμε. Αποκρίθηκα τότες, και πολύ πρόθυμα δημοσίεψαν το γράμμα μου στην «Εφημερίδα».
Όπως τόμαθα υστερώτερα, δηλαδή σα βγήκε το γράμμα μου — γιατί έβαλε και μια σημείωση, στην αρχή, μαζί με το γράμμα μου, η «Εφημερίδα» — ο κ. Α. Γ. Η., που λέει τάρθρο μου, είναι ο κ. Αγησίλαος Γιαννόπουλος Ηπειρώτης. Καμιά ιδέα, κανένα σκοπό να τον πειράξω δεν είχα. Όσα έλεγε τότες, πόσοι δεν τα ξαναείπαν κατόπι, και με τι ύφος και με τι χοντροβρισιές! Ο κ. Γιαννόπουλος έγραφε με τρόπο εβγενικό, σοβαρά, σαν άθρωπος που ήσυχα σου λέει τη γνώμη του και θαρρεί πως είναι η σωστή γνώμη. Τη γνώμη του αφτή πολλοί ακόμα την έχουνε στην Ελλάδα. Τους τα ξηγήσαμε, τους τα ξεδιαλίσαμε όλα με το νυ και με το σίγμα· τίποτα, μα τίποτα να μας αποκριθούνε δεν έχουνε, κι ωςτόσο τη γνώμη τους δεν την αλλάζουνε, μόνο και μόνο γιατί είναι γνώμη τους, κι ας μην έχη και βάση καμιά.
Με τον κ. Γιαννόπουλο τουλάχιστο συζητούσα, φιλονικούσαμε, του έλεγα τους λόγους μου, μιλούσαμε για τα ιστορικά της δημοτικής, όπως ταιριάζει κάθε φορά που κατηγορούνε τη γλώσσα, γιατί παρατήρησα πως το μάθημα το μεγάλο και το μεγάλο το γιατρικό είναι να πιάνουμε να μελετούμε κατάβαθα την ιστορική μας γραμματική, άμα νοιώθουμε και μας κολνάει στο μυαλό η φοβερή μας εκείνη αρρώστια, να λέμε τη γλώσσα μας πρόστυχη κι ανίκανη, αψηφώντας κι αδυναμώνοντας έτσι την ψυχή μας την ίδια. Μου είναι άγνωστο αν ο κ. Γιαννόπουλος άλλαξε γνώμη{88}. Θα συλλογίστηκε ωςτόσο αλλιώς για μερικά πράματα, που του φαίνουνταν τότες αληθινά. Μας το δείχνουνε, μας ταποδείχνουνε τα ιστορικά μας, πως κάθε γλώσσα μορφώνεται μοναχή της, και μας ταποδείχνουνε με τρόπο που και να θέλη κανείς, δεν μπορεί να πη το ενάντιο κι αναγκάζεται να το πιστέψη. Ας αφήσουμε παράμερα πια κάθε πρόληψη, κάθε ψέφτικη γνώμη, κι ας το καταλάβουμε τι καλό, τι ωραίο, τι θεόλαμπρο πράμα που είναι να καθήση κανείς με την ησυχία του, ήμερα, χωρίς πάθος, να ξεφυλλίση τα παλιά μας τα βιβλία, να σπουδάξη τη γλώσσα μας και της γλώσσας μας την ιστορία. Θα μάθη πολλά. Κι αφτό έχουμε ανάγκη, να μαθαίνουμε. Ας το πούμε παστρικά· όσο την είχε και τη βασάνιζε ο Τούρκος ο καταραμένος τη δύστυχη την Ελλάδα, βέβαια πως κ' η επιστήμη δεν μπορούσε να προκόψη. Βέβαια πως και ταρχαία τα ελληνικά δεν μπορούσανε να σπουδαχτούν όπως έπρεπε. Αν τα σπούδαζαν από τότες, αδύνατο σήμερις να πίστεβε κανένας πως η καθαρέβουσα μοιάζει με τη γλώσσα εκείνη την ωραία. Δε θυμούμαι ποιος ελληνιστής στην Εβρώπη είπε μια μέρα πως οι Έλληνες οι σημερνοί γυρέβουνε να δείξουνε με την καθαρέβουσα πως είναι απόγονοι των αρχαίων και πως δείχνουν ίσα ίσα το ενάντιο, μόνο με το να νομίζουνε πως η καθαρέβουσα είναι γλώσσα ελληνική. Και κοντά στο νου πως δε θα το νομίζανε, αν είχανε δε λέω διαβασμένα όπως πρέπει ταριστουργήματα της χρυσής μας εποχής, μα τουλάχιστο καταλάβει τη γραμματική την ίδια, καθώς την καταλαβαίνουνε στην Εβρώπη, καθώς την καταλάβαινε κι ο ελληνιστής που σας είπα. Τότες θα βλέπανε πως η δημοτική μονάχα βαστάει από την αρχαία, ενώ η καθαρέβουσα δεν είναι γλώσσα καθαφτό, δεν μπορεί το λοιπόν και να βαστάη από την αρχαία τη γλώσσα. Ποιος φταίει όμως που δεν το βλέπουνε; Φταίνε τα χρόνια της σκλαβιάς, και σαν τα ξετάζει κανείς τα πράματα δίχως πάθος, καταλαβαίνει πως της σκλαβιάς η γλώσσα είναι η καθαρέβουσα, πως πατροπαράδοτη από στόμα σε στόμα κι από γενεά σε γενεά, δεν υπάρχει άλλη από τη δημοτική. Και να μη θαρρήτε τάχα πως με πάθος σας τα λέω αφτά. Τι θα με πείραζε, σας παρακαλώ, η καθαρέβουσα, τι θα μπορούσα νάχω κιόλας να πω εναντίο της, αν είτανε αρχαία γλώσσα; Όσα λέμε δω, είναι, σας βεβαιώνω, πολύ απλά· πολλές σοφίες δε θέλουνε, για να τα νοιώσουμε. Ας τα νοιώσουμε λοιπόν και μια ώρα προτήτερα, να δήτε πως τα σιάζουμε όλα.
28 του Τρυγητή, 1901.
Αξιότιμε Κύριε,
Τώρα μόλις έλαβα τον αριθμό 211 της «Εφημερίδος» σας. Είχα λάβει πριν τους αριθμούς 201, 202 και σας έγραψα ιδιαίτερο γράμμα, για να σας πω αμέσως πόσο με συγκίνησαν αφτά τα δυο άρθρα (αρ. 201, 202). Το σημερνό μου το γράμμα, θα σας παρακαλέσω να με κάμετε τη χάρη να το δημοσιέψετε. Δεν έχω συνήθεια ναπαντώ σε προσωπικά άρθρα· όταν είναι λόγος για γλωσσικά ή γραμματικά ζητήματα, προτιμώ ναπαντήσω με βιβλία· όταν κατηγορούν του λαού τη γλώσσα και τη δική μου, πάλε δε λέω τίποτις, γιατί με φαίνεται πως τα είπα όλα. Όταν όμως καταλάβω που κατηγορώντας εμένα κατηγορεί κανείς όλο το έθνος, νομίζω χρέος μου ναποκριθώ τουλάχιστο με δυο λόγια. Καταντά γενικό ζήτημα.
Ο κ. Α. Γ. Η. (δεν ξέρω ποιος είναι, δεν ακούστηκε ως τώρα τόνομά του στην επιστήμη) γράφει τακόλουθα για τη δημοτική γλώσσα στον αριθμό 211 της «Εφημερίδος». σελ. 1, στήλη β'· «Η δημώδης ημών γλώσσα, οποία σώζεται εις τα δημοτικά προ του 21 άσματα και οποία διετυπώθη και εν αυτώ τω βιβλίω του κ. Ψυχάρη φέρει την σφραγίδα της μελαγχολίας, του καμάτου, της παρακμής, της δουλείας». Λυπήθηκα πολύ, όταν είδα αφτή τη λέξη. Ας αφήσουμε τη γλώσσα του κ. Ψυχάρη· δεν πιστέβω νάχη κανένας το δικαίωμα να πη που του Ψυχάρη η γλώσσα «φέρει την σφραγίδα της δουλείας», κι όποιος το λέει βέβαια δε θα διάβασε το βιβλίο του. Μα δε λυπούμαι που δε με διάβασε ο κ. Α. Γ. Η. Με κακοφαίνεται μόνο που μπόρεσε ένας Γραικός να γράψη τέτοιο λόγο. Δεν ταιριάζει και μάλιστα, για να πω φανερά την ιδέα μου, είναι άτοπο να μιλή κανείς έτσι για τη γλώσσα του. Είναι επιστημονικό λάθος· είναι και λάθος εθνικό. Τα βλέπουμε στην Εβρώπη κι απορούμε· έπειτα λέει ο κόσμος πως οι Έλληνες δεν έχουν κρίση, ίσως και που μας λείπει αξιοπρέπεια. Δε γίνεται να κατηγορή κανείς και τη γλώσσα του και το έθνος που τη μιλεί· πρέπει να σέβεται και τη γλώσσα και το έθνος του. Κατάλαβα όμως τι τρέχει· ο κ. Α. Γ. Η. γράφει παρακάτω· «η γλώσσα αυτή, ην διεμόρφωσαν μακροί δουλείας και παθημάτων αιώνες». Για τούτο νομίζει, υποθέτω, πως «φέρει την σφραγίδα... της _ δουλείας _». Παρακαλώ τον κ. Α. Γ. Η. να με δώση την άδεια να του μάθω που η επιστήμη σήμερα δεν παραδέχεται τέτοια αρχή· κανένας στην Εβρώπη δεν πιστέβει πια που μπορεί μια γλώσσα — όποια γλώσσα κι αν είναι — να _ διαμορφωθή εν δουλεία _ κτλ. Η επιστήμη που δεν το πιστέβει μορφώθηκε η ίδια σ' ανεξάρτητα κράτη· μας διδάσκει που κάθε γλώσσα αλλάζει μοναχή της και δίχως να υπάρχη καμιά ξεχωριστή, εξωτερική αιτία της αλλαγής. Η _ δουλεία _ δεν μπόρεσε ως τώρα μήτε να φτειάξη μήτε να χαλάση γραμματική. Κάτι ξέρει κ' η επιστήμη που το λέει. Είναι πολύ πιο σωστό και πιο φρόνιμο να την ακούμε παρά να βγάζουμε γλωσσολογικούς νόμους του κεφαλιού μας.
Δε σπουδάζουμε την ιστορία και δε γυρέβουμε να μάθουμε σε ποια εποχή άρχισαν πρώτη φορά να φαίνουνται μερικοί τύποι δημοτικοί. Έπειτα μιλούμε για _δουλείαν_. Ο κ. Α. Γ. Η. βέβαια θα ξέχασε που η ονομαστική _ μεγάλος _ (Gloss. Laod., 193, 1, 23, 197, 1, 23), που τα ισοσύλλαβα _ γυναίκα _ (Gloss. Laod., 197, 2, 20), _ εβδομάδα _ (Gloss. Laod., 207, 1, 15 - 16), _ διάλυση _ (αντίς _ διάλυσις _ Gloss. Laod., 170, 1, 21) βρίσκουνται στον ένατο αιώνα. Στον έβδομο θαπαντήση ο κ. Α. Γ. Η. την πληθυντική ονομαστική οι _ Αινειάδες _ (Μαλαλάς, 170, 3, έκδοση της Μπόννας), _ Πέρσες _ (331, 18), _ Σκύθες _ (26,5). Στον τέταρτο αιώνα δεν έλεγαν πια το ν μπροστά στα ημίφωνα _ χ γ θ δ σ ζ φ β_ (Πάπυροι του αρχιδούκα Rainer, Βιέννα, 1887, II, σελ. 83. gr. 1 α.) Έδειξα μάλιστα στο Ταξίδι μου (σελ. 178) που μόνο οι λόγιοι μπόρεσαν και μας έβγαλαν την προφορά _ καταλαμβάνω _, σε μια εποχή που κανείς πια δεν ήξερε τους φωνολογικούς νόμους της αρχαίας· η προφορά _ άντρας, έντεκα, κόμπος, θαμπώνω, _ κτλ., κτλ., σώζεται όμως από τα πιο παλιά τα χρόνια· κι ο Περικλής τέτοια προφορά είχε. Στον πρώτο ή στο δέφτερο αιώνα προ Χριστού γνώριζαν την πληθυντική ονομαστική του θηλυκού οι γυναίκες (Pap. Lup., 61, 250; Ρap. Leid. I, 11,3). Η _δουλεία_ μέσα σ' αφτά τι γίνεται και πού θα τη βάλουμε; Αν ο κ. Α. Γ. Η. είχε μελετήσει τη _ δημοτική _, θάβλεπε που όση διαφορά έχουν αναμεταξύ τους η γλώσσα του Ξενοφώντα και της Ιλιάδας η γλώσσα, τόση διαφορά έχει κ' η δική μας με τη γλώσσα του Ξενοφώντα. Από του Όμηρου στου Ξενοφώντα τα χρόνια καμιά _ δουλεία _ δεν μπόρεσε να φέρη τη διαφορά. Μια γλώσσα αλλάζει, γιατί είναι γλώσσα και της φτάνει που είναι γλώσσα για ναλλάξη. Όταν ανακατώνεται κανείς σε τέτοια ζητήματα, είναι ανάγκη να ξέρη, τουλάχιστο τα στοιχεία της επιστήμης. Περισσότερο μοιάζει η δημοτική μας με την αττική, παρά που μοιάζουν τα σημερνά τα γαλλικά με τα γαλλικά που μιλιούνταν ακόμη στο δέκατο αιώνα. Η _ δουλεία _ όμως μήτε μόρφωσε μήτε _διαμόρφωσε_ τα γαλλικά. Μπορούσε να κάμουμε κι άλλη μια παρατήρηση, γιατί βλέπω που ο κ. Α. Γ. Η. δεν την έκαμε· ο κ. Α. Γ. Η. μιλεί για _ δουλείαν _. Τα νόστιμο είναι που η _ δημοτική _ δε γνωρίζει αφτή τη λέξη· η καθαρέβουσα την έβγαλε στη μέση.
Είναι νόμος ιστορικός· όσο προδέβει, όσο προχωρεί και φωτίζεται ένα έθνος, τόσο περισσότερο καλλιεργεί, πλουτίζει και σέβεται τη δημοτική του γλώσσα, τόσο περισσότερη διαφορά έχει αφτή η γλώσσα με την αρχαία που τη γέννησε· το παιδί χωρίζεται από τη μάννα του, γιατί μπορεί να περπατήση μοναχό του. Ο νους μεγαλώνει· υψώνουνται οι ιδέες· η γλώσσα γίνεται ανεξάρτητη και κείνη. Μόνο όταν ένα έθνος δεν είναι ανεξάρτητο, όταν έχει αφέντη ξένο, πάει να πη όταν έθνος δεν υπάρχει και δεν υπάρχει λαός, τότε μορφώνεται γλώσσα αριστοκρατική, γλώσσα που μήτε την καταλαβαίνει, που μήτε έχει ανάγκη να την καταλάβη ο λαός.
Μάλιστα, αν το συλλογιστούμε καλά, θα διούμε που όσα λέει ο κ. Α. Γ. Η. για τη δημοτική, ταιριάζουν πολύ καλήτερα για την καθαρέβουσα. Φαίνεται πως είταν η μοίρα μου να λέω όλο στους δικούς μας πράματα σκληρά, κάποτες και δυσάρεστα· ξέρουν όμως οι δικοί μας με τι νου, με τι σκοπό, με τι αγάπη τους τα λέω· κάθε φορά που με αναγκάζουν οι δασκάλοι, τους μιλώ και γω όπως πρέπει να τους μιλήση κάθε Γραικός· φταίν εκείνοι, αφού έχουν τη συνήθεια να μας λεν πράματα ακόμη πιο δυσάρεστα. Ας μας ακούση κι ο κ. Α. Γ. Η., γιατί μπορούμε να του αποδείξουμε ήσυχα κι απλά που η μόνη γλώσσα που «φέρει την σφραγίδα.. της δουλείας», είναι η δική του. Ο καθένας αμέσως θα το καταλάβη. Πρώτα πρώτα πολλοί θα παρατήρησαν αφτό το περίεργο το ιστορικό, που σήμερα στην Ελλάδα, στανεξάρτητο το βασίλειο, η δημοτική λογαριάζει κάμποσους φίλους και μερικούς οπαδούς· όλος ο κόσμος τη μιλεί· τη γράφουν οι φημερίδες, τουλάχιστο δυο τρεις· οι περισσότερες την αγαπούν και τη διαφεντέβουν, αν και δεν τη γράφουν· ο τύπος δεν μπορεί μοναχός του να κάμη επανάσταση κ' είναι αναγκασμένος νακολουθή το παλιό το σύστημα· προσπαθεί όμως ναποφύγη όσο δυνατό τα κορακίστικα και τις _ ελληνικούρες _ · τα σοβαρά τα φύλλα σέβουνται τη δημοτική· μόνος ο κ. Α. Γ. Η. λέει πως «φέρει τη σφραγίδα... της δουλείας»· πολλοί μελετούν την ιστορία της με περιέργεια· όλοι καταγίνουνται στο γλωσσικό ζήτημα. Στην Ανατολή μήτε υπάρχει ζήτημα· η καθαρέβουσα βασιλέβει. Η καθαρέβουσα στην Ελλάδα μοιάζει μόνο σα να είναι το υστερνό σημείο που μας άφησαν ακόμη και τώρα οι «μακροί δουλείας και παθημάτων αιώνες», που μόρφωσαν αφτή τη γλώσσα, και δεν είναι παράξενο που τη μόρφωσαν· είναι πολύ ψυχολογικό. Όταν ένας άθρωπος έχει φιλότιμο — φιλότιμο πότε μας έλειψε; — θα προσπαθήση με κάθε τρόπο να δείξη στους άλλους την αξία του· ίσως κάποτες και την παρακάμη. Όσο περισσότερο τον καταφρονήσουν οι άλλοι, τόσο περισσότερο θα θελήση να τους πη· «Κάτι είμαι και γω και θα το διήτε». Θα στολιστή, θα συγυριστή για να τον καμαρώση ο κόσμος. Εμείς, όταν ο Τούρκος μας πατούσε το κεφάλι, όταν Ελλάδα δεν είταν ακόμη πουθενά, όταν ελληνικό βασίλειο δεν ύπαρχε, τι προτέρημα, τι δόξα μπορούσαμε να δείξουμε στους άλλους λαούς; Πώς να τους πούμε· «Έχουμε προγόνους περίφημους που δεν τους έχει κανένας· είμαστε οι ίδιοι Έλληνες που ζούσαν και στα παλιά τα χρόνια και που ο κόσμος όλος σήμερα σπουδάζει τα έργα τους κι απορεί;» Στοχαστήκαμε τότες τη γλώσσα· είπαμε στους Εβρωπαίους· «Μας καταφρονείτε; δε μας ψηφάτε; Για σταθήτε λιγάκι· να μας ακούσετε πώς μιλούμε και να μας διαβάσετε πώς γράφουμε!» Είταν η μόνη μας δόξα· αρχίσαμε να μιμούμαστε τους αρχαίους. Η _ μόδα _ αφτή βγήκε σ' έναν καιρό που δεν μπορούσε ακόμη ο Σωλομός να τραγουδήση δημοτικά την αναγέννηση της πατρίδας. Η ιδέα μας όμως και σε κείνα τα χρόνια σωστή δεν είταν· πιάσαμε το ζήτημα ανάποδα και το βλέπουμε τώρα.
Αν το είχαμε συλλογιστή μια στιγμή, θα καταλαβαίναμε που για να δείξουμε στον κόσμο πως είμαστε τόντις παιδιά των αρχαίων, ανάγκη καμιά δεν είχαμε να πάρουμε τη γλώσσα τους· από τη δημοτική θα φαίνουνταν ακόμη καλήτερα πως είναι πρόγονοί μας. Έπρεπε να πούμε· «Αφτή η ονομαστική _ πατέρας _, αφτοί οι τύποι _ άντρας, νύφη _ κι όλη μας η γλώσσα μαζί, όπως τη μιλεί σήμερα ο λαός μας, σας δείχτουν που η αρχαία σώθηκε ίδια κι απαράλλαχτη μέσα στη δική μας, που ο λαός ο γραικικός την πήρε από των αρχαίων το στόμα και που από τα παλιά τα χρόνια, δεν πέρασε μισή στιγμή που να μη μιλήση ο ίδιος ο λαός την ίδια τη γλώσσα. Για να κάμη ονομαστική _ πατέρας _, έπρεπε νακούση μια αιτιατική _ πατέραν _ και για νακούση αφτή την αιτιατική, έπρεπε πρώτα να ξέρη την αιτιατική _ πατέρα _ · την αιτιατική _ πατέρα _ δεν μπορούσε όμως να τη μάθη παρά από τους αρχαίους. Η ονομαστική _ πατέρας _ είναι ο θησαβρός μας, η δόξα μας και δεν πρέπει να τολμήση κανείς να την αγγίξη {89}». Με τη γραμματική και τη γλωσσολογία είταν έφκολο ναποδείξη κανείς πως έτσι είταν το σωστό και να ταποδείξη όπως ο μαθηματικός διδάσκει τη γεωμετρία, θέλω να πω με τόσο φως και τόση δύναμη που δε θα βρίσκουνταν άθρωπος να πη όχι· μάλιστα θα καταλάβαινε αμέσως ο καθένας που η ονομαστική _ πατήρ _ της καθαρέβουσας κι όσοι τύποι της μοιάζουν, καμιά σημασία δεν έχουν και δε μας μαθαίνουν τίποτες, γιατί κ' ένας ξένος μπορεί να πάρη την ονομαστική _ πατήρ _ κι ό τι περιττοσύλλαβα θέλει μέσα από τα βιβλία, μα που μόνο ένας Γραικός, γεννημένος Γραικός, ξέρει να κλίνη φυσικά και δίχως να το σπούδαξε στη ζωή του, ο _ πατέρας, του πατέρα _ κτλ. Ο πρώτος όρος της επιστήμης είναι, που όσο πιo _δημοτικός_, όσο πιο _ χαλασμένος _ είναι ένας τύπος, τόσο περισσότερη αξία έχει για το γλωσσολόγο και τον ιστοριογράφο, τόσο και πιο καθάρια μας δείχτει πως είναι γνήσιος και σωστός.
Μα σε κείνα τα χρόνια, πού να συλλογιστή κανείς γραμματική και γλωσσολογία; Δεν είχαμε καιρό να φιλοσοφήσουμε. Ο τύπος _ πατήρ _ φάνταζε καλά στο χαρτί· αμέσως τον έπαιρνε το μάτι. Δεν είχε κανείς ανάγκη να τον ξηγήση· φαίνουνταν αρχαίος. Τον έβλεπαν οι Εβρωπαίοι κι απορούσαν. Ύστερα κατάλαβαν που δεν αξίζει· πολλά γράμματα τότες ο κόσμος δεν ήξερε. Έτσι έμεινε η συνήθεια, και νόμισαν οι δασκάλοι που φτάνει ναρχαΐζουν και θα μοιάζουν τους αρχαίους. Μάλιστα προσπαθούσαν κάθε μέρα ναρχαΐζουν περισσότερο. Ξεσκόνισαν τις δοτικές, λίγο λίγο και τα μέσα ρήματα. Έχει κι αφτό το λόγο του· είναι ψυχολογικό. Ο νους του αθρώπου είναι γεμάτος περιέργεια· άμα μπη σ' ένα δρόμο, θα θελήση να διή ως πού πάει αφτός ο δρόμος, να βρη την άκρη του δρόμου. Ελλήνιζαν και κείνοι και προχωρούσαν. Έμαθαν κιόλας που στην Εβρώπη γνωρίζουν πολύ καλά τα ελληνικά· πειράχτηκε το φιλότιμό τους· πήγανε μερικοί στην Εβρώπη, γύρισαν και μας είπαν που πρέπει να διορθώσουμε, να καθαρίσουμε και την καθαρέβουσα. Ξέχασαν όμως να παρατηρήσουν που οι Εβρωπαίοι δε μελετούσαν την αρχαία για να τη γράφουν και να την κάμουνε γλώσσα τους, μα μόνο και μόνο για να φωτίσουν την επιστήμη. Οι δασκάλοι μας θαρρούσαν που η σπουδή της αρχαίας έχει σκοπούς πραχτικούς. Για τούτο δυσκολέβουνται ακόμη και σήμερα· δεν ξέρουν πώς να σιάξουν τη γλώσσα τους και βασανίζουνται. Βλέπω που πολλοί Αθηναίοι θυμώνουν, όταν τύχη κι ακούσουν ή διαβάσουν κανέναν αόριστο _ εκομισάμην ή εδεξάμην _. Κάμποσοι φίλοι μου μέ τα λεν και σταναχωριούνται· πρέπει ξεναντίας ναπορούν πώς δεν κατώρθωσαν οι δασκάλοι, ύστερα από τόσους κόπους, να γράφουν καλήτερα τα ελληνικά· τα ελληνικά τους μας έρχουνται σαν κάπως μικρούτσικα, αδύναμα και νερουλά. Πολεμούν οι ίδιοι να τα συγυρίσουν και δεν το κατάφεραν ως τώρα.
Δύσκολα θα το καταφέρουν, ή να το πούμε πιο σωστά δε θα το καταφέρουν ποτέ τους. Και γιατί αφτό; Γιατί δεν κυβερνούν πια τον κόσμο μοναχοί τους· τους κάμνουν _ αντιπολίτεψη _. Το καινούριο, το τολμηρό μας κόμμα μεγαλώνει και δυναμώνει κάθε μέρα. Πρέπει να μεγαλώση· ο ίδιος ιστορικός νόμος που μας έφερε την καθαρέβουσα, μας έφερε και την αγάπη της δημοτικής και το θάρρος να την αγαπούμε. Άμα έγινε Ελλάδα, άμα κάμαμε βασίλειο ανεξάρτητο, άλλαξαν κ' οι ιδέες. Δεν είχαν πια ανάγκη οι δικοί μας να στολίζουνται με τεχνητή, με ψέφτικη δόξα· η δόξα τους η νέα είταν αληθινή δόξα. Για να καταλάβη ο κόσμος πως είναι παιδιά των Ελλήνων και που μπορούν και κείνοι να βγούνε με τους αρχαίους, τους έφτανε να δείξουν την Ακρόπολη και να πουν· «Είναι δική μας· χύσαμε το αίμα μας για να γίνη ακόμη πιο περίφημη». Στην Ανατολή όμως έμεινε η καθαρέβουσα. Στην Ανατολή, δηλαδή στη σκλαβωμένη την Ελλάδα, με την καθαρέβουσα παρηγοριούνται· με την καθαρέβουσα ησυχάζουν· περηφανέβουνται τουλάχιστο με τη γλώσσα. Τι θα την κάμουν, τη _ δημοτική; _ Χρήσιμη δεν τους είναι. Ο λαός δεν ανακατώνεται στα πολιτικά ζητήματα, αφού ζητήματα δεν υπάρχουν κι αφού μας έπνιξαν το λαό μας. Άμα φανή ο λαός, θα φανή, κ' η γλώσσα του. Για τούτο στην Ελλάδα δεν πρέπει νανησυχούμε, μήτε να νομίζουμε πως είναι πάρα πολύ αργά, που χαλάσαμε τη γλώσσα και που δεν είναι πια δυνατό να τη διορθώσουμε. Μοναχό του θα γίνη το πράμα. Ένα μόνο πρέπει να ρωτούμε, αν το βασίλειο θα ζήση ή όχι, αν όλοι οι Γραικοί μαζί θα καταστραφούν ή αν αρχίζουν τώρα μόνο νακούγουνται στον κόσμο. Δεν πιστέβω να καταστραφή ποτές ο Γραικός· έχω μάλιστα την πεποίθηση, όχι μόνο που το βασίλειο θα μεγαλώση, μα που θα γίνη ξακουστό στην ιστορία και που η Ανατολή θα μείνη δική του. Αν είναι έτσι, η γλώσσα του λαού θα νικήση και πρέπει να τόχουμε για βέβαιο. Θαναγκαστούν όλοι μια μέρα να μιλούν ίδια κι απαράλλαχτα σαν το λαό. Θα πιάση τότες ο καθένας να σπουδάζη τη δημοτική με τα σωστά του, γιατί θα καταλάβη που τίποτις δε βγαίνει μήτε από την αττική μήτε από την καθαρέβουσα, και που μόνο η δημοτική θα μπορέση να μας γλυτώση από το χάος — από το θάνατο. θα την καλλιεργήσουν· επιστημονικά και φιλολογικά βιβλία θα γράφουνται σ' αφτή τη γλώσσα· θα γράφουνται και νομικά, όπως γράφουνταν και στο μεσαιώνα, όχι μόνο βιβλία της νομικής, σαν τις _ Ασσίζες της Κύπρος _, μα και της γιατρικής εκεινού του καιρού, γιατί προσπαθούσαν τότες να γράφουν τη ζωντανή γλώσσα του λαού κι όσο ανήμπορη, ακατάστατη κι αν είταν η προσπάθεια, γίνουνταν τουλάχιστο μια αρχή. Αν οι Τούρκοι δεν έπαιρναν την Πόλη, η δημοτική θα είταν πια σήμερα κλασσική γλώσσα. Η κρητική φιλολογία, που αρχινούσε τότες να λουλουδιάζη, έπεσε άμα έπεσε κ' η Κρήτη στου Τούρκου τα χέρια. Ο λαός μας όμως, ο αθάνατός μας ο λαός, δεν ξεχνούσε τη γλώσσα του· την είχε και τη φύλαγε, τη βαστούσε στα σωθικά του μέσα. Ποιος μπορούσε να μας την πάρη; Δεν της έλειπε μήτε δύναμη μήτε ζωή. Κάθε μέρα μάλιστα γίνουνταν πιο δυνατή, πιο ωραία, πιο κανονική· στρώννουνταν η γραμματική της, ξεφορτώνουνταν κάτι περιττοσύλλαβα που της έμνησκαν ακόμη, και της έβλεπες πάντα περισσότερη ενότητα κι αρμονία. Καλητέρεβε και πήγαινε. Πώς να μην προδέψη, αφού πρόδεβε ο λαός κ' ήξερε που μ' αφτή του τη γλώσσα θα νικήση; Τη μιλούσε και θυμούνταν πως είναι Γραικός. Τα κορμιά μας μοναχά είταν αλυσοδεμένα· η λεφτεριά ζούσε στην ψυχή μας, στη γλώσσα μας μέσα· μορφώνουνταν η γλώσσα μας ανεξάρτητα και χωρίς να μπορέση να τη σταματήση κανένας. Μα δε μας άφιναν οι δασκάλοι να κάμουμε φιλολογία δική μας· ίσια ίσια στον καιρό που άρχιζε να ξανοίγη κ' η γλώσσα μας κ' η καρδιά μας, σοφίστηκαν εκείνοι πως πρέπει να μάθουμε την αρχαία· μας έλεγαν πως η αρχαία θα μας δοξάση και που με την καθαρέβουσα θα φανούμε άντρες, παιδιά των Ελλήνων κτλ. κτλ. Είχαν άδικο να το λεν. Εμείς θα το σιάξουμε τώρα κι αφτό. Η Κρήτη θα σπάση καμιά μέρα το χέρι που την κρατεί· γραικικά χέρια θα τη χαδέβουν και θανασάνη· θανασάνη κ' η πατρίδα.
Τότες όλα διορθώνουνται. Fata viam invenient. Οι ιστορικοί νόμοι είναι σαν τα ποτάμια· ποτές δε στέκεται η ορμή τους· και χιλιάδες δασκάλοι μέσα να βρεθούν, το ποτάμι θα τους χύση όλους στη θάλασσα τη μεγάλη, που είναι ο λαός.
Το γλωσσικό το ζήτημα είναι ζήτημα εθνικό. Δεν πρέπει το λοιπό να μιλούμε για γλώσσα δημοτική· το μόνο όνομα που της ταιριάζει είναι _εθνική_ γλώσσα. Η γλώσσα που δεν είναι εθνική, είναι μια άλλη γλώσσα· φτάνει κανείς για να το καταλάβη, να μελετήση τους ακόλουθους στίχους. Ελπίζω να τους μελετήση κι ο κ. Α Γ. Η. Είδαμε που η _ δουλεία _ δε μόρφωσε μήτε τη γραμματική, μήτε τις ιδέες, μήτε το ύφος της εθνικής. Ας διή τώρα και κείνος ποια γλώσσα «φέρει την σφραγίδα της μελαγχολίας, του καμάτου, της παρακμής, της δουλείας», ποια είναι η γλώσσα της σκλαβιάς. Τον περασμένο χρόνο διάβασα σε μια φημερίδα · όχι όμως αθηναίικη φημερίδα, όχι στην Ελλάδα · τωραίο ποίημα και τον ωραίο τίτλο που σας αντιγράφω·
Σαπφική ωδή τη Α. Α. Μ. τω κραταιώ ημών άνακτι Σουλτάν Απτούλ Χαμίτ Χαν τω Β' επί τη ενδεκαετεί επετηρίδι της εις τον θρόνον αναρρήσεως αυτού. Έθνεους κυδρού, πολυάρατ' ώναξ, Όθμανών δορυθρασέων γε χαίρε· Χαίρε και σφι δην ευκλεώς άνασσε ολβιοδαίμων. Χαίρε εις αιώνα φίλαν, αταρβές Πολλάων σκαπτούχε φυλάν, μέγ' εύχος Κάρτα πιστών τεών θεράπων οτρηρών αγλαόθωκον...{90}
Δεν τους αντιγράφω όλους· είναι ακόμη τριάντα έξη στίχοι με το ίδιο ύφος. Η γλώσσα η δική μας τέτοια ποίηση δεν ξέρει και δε θα τη μάθη στη ζωή της. Όχι μόνο δε θα μπορούσε, μα μήτε θα τολμούσε αφτός ο ποιητής να μιλήση έτσι στην εθνική τη γλώσσα. Δε θα τον άφιναν τα κλέφτικα τα τραγούδια, θα θύμωναν τα λέφτερα τα βουνά.
Και τι βγαίνει τώρα απ' όσα είπαμε; Βγαίνει που χρωστούμε σέβας στη γλώσσα του λαού, όπως σέβουνται τη δική τους όλα τανεξάρτητα τα κράτη, και που πρέπει να φύγουν οι ξένοι, για να τελειώση η _ δουλεία _, και για ναρχίσουμε πια με τα σωστά μας τη _ δουλειά _.
Ελπίζω, αξιότιμε Κύριε, να μη σας κούρασα· το γράμμα μου έγινε μελέτη. Δεν το βουλλώνω ακόμη. Θέλω πρώτα να σας πω που με κολάκεψε με το παραπάνω η συμπάθεια κ' η φιλοφροσύνη που με δείξατε τόσες φορές που μιλήσετε για το βιβλιαράκι μου στην «Εφημερίδα» σας.
Άβγουστο μήνα, 19, 1888. Perros-Guirec, Côtes-du-Nord.
ΖΟΥΛΙΑ {91}
Ποιος έγραψε τη Ζούλια; Ο θυμός.
Είχα διαβάσει στην Εστία κάτι νοστιμάδες, κάτι λεφτολεφτούτσικες φιλοσοφίες και σοφίες, για να μας μάθουνε τι πράμα είναι η «ζηλοτυπία». Είπα τότες με το νου μου· Αφού τη λένε «ζηλοτυπία», δεν μπορεί να νοιώθουνε τι θα πη ζούλια. Κ' έγραψα το δήγημά μου. Δεν ξέρω γιατί άρεσε περισσότερο στην Αθήνα το πρώτο μέρος από το δέφτερο. Θυμούμαι τότες που φιλονικούσανε αλάκαιρο μήνα στο Παρίσι, ποιο είναι το καλήτερο, το πρώτο ή το δέφτερο. Έβρισκαν το πρώτο πως είχε πιο πολύ πάθος, το δέφτεοο πως είτανε ίσως πιο βαθιά ψυχολογημένο. Έχω ένα πολύτιμο γράμμα του Taine απάνω στη _Ζούλια_ μου, που το φυλάγω για καμάρι και παρηγοριά μου, γιατί το διαβάζω κάποτες και λέω· «Αι! δε θα είμαι και τόσο μπόσικος όπως το θαρρούνε στην Αθήνα.» Χρέος μου ναναφέρω κ' ένα λαμπρό άρθρο του μεγάλου μου φίλου του Anatole France, που το συλλογιούμαι και ντρέπουμαι· τι δεν είπε για τη «Ζούλια».
Ύστερις απ' αφτούς, έλαβα τότες κ' ένα γράμμα του καλού μου φίλου Κ. Μάνου και μου έκαμε μάλιστα μια πολύ σωστή παρατήρηση. Μου έλεγε πως έκαμα λάθος, εκεί που γράφω, στο τέλος του δέφτερου πλίκου, πως βγήκε ο Πάλμος «να πάρη λουτρό».