31433

Chapter 10

Chapter 1079 wordsPublic domain

Δεν είπαμε τίποτις ακόμη για την επιστημονική ουσία της ετυμολογίας. Η ετυμολογία δεν είναι ξεχωριστός κλάδος της επιστήμης· δε θέλει μελέτη ιδιαίτερη. Όποιος ετυμολογεί, εφαρμόζει μόνο και μόνο τους φωνολογικούς νόμους που έμαθε, σπουδάζοντας όλη τη γλώσσα και το γενικό σύστημα της γραμματικής της. Ξέρετε που όπου πρόκοψαν οι γλωσσολογικές μελέτες, κάμνουν ετυμολογίες μόνο όταν κατάλαβαν αφτούς τους νόμους. Αν ετυμολογούσανε, χωρίς να γνωρίζουν πρώτα τη γλώσσα, η ετυμολογία άλλο δε θα είταν παρά παιχνίδι. Η ετυμολογία είναι το τέλος της σοφίας· με την ετυμολογία δεν μπορεί ναρχίση η επιστήμη. Πρέπει όμως να περάσουν κάμποσα χρόνια για να το διή κανείς. Στη Γαλλία, στο δέκατο έβδομο αιώνα, όταν ακόμη δεν είχαν καμιά ιδέα για γλωσσολογία και μήτε συμπέραιναν που τα γαλλικά και τα λατινικά είναι η ίδια γλώσσα, ετυμολογούσαν, όπως τύχαινε, κ' έλεγαν που το car έρχεται από το γαρ και που το diner είναι ταρχαίο _ δειπνείν _. Πριν πιάση κανείς να μελετήση γλωσσολογία όπως τη μελετούμε σήμερα, προσέχει μόνο στις λέξες, και νομίζει που το βάσιμο και διακριτικό σημείο σε μια γλώσσα είναι το λεχτικό της. Έπειτα βλέπει που οι λέξες, πάει να πη, οι ρίζες, δεν έχουν καμιά μεγάλη σημασία, και που ταληθινό γνώρισμα και το μόνο σημαντικό για τους γλωσσολόγους είναι η γραμματική, το τυπικό κ' η φωνολογία. Πολλούς θακούσετε να σας πουν που η γλώσσα μας είναι γεμάτη ξένες λέξες και μάλιστα που κατάντησε ξένη, που γλώσσα δεν έχουμε κτλ. Θα σας φέρουν απόδειξη κάτι λέξες σαν _ κρεββάτι, καφές, σπίτι, αρματώνω, κουβέντα _ και μερικά τέτοια· λέω μερικά, γιατί πολλά δεν είναι· όσοι μιλούνε για ξενισμούς, δεν τους μέτρησαν ποτές και δεν έκαμαν κατάλογο μεθοδικό, να βάλουνε μέσα όλους τους ξενισμούς, μόλον ότι θα είταν, πιστέβω, ένα τέτοιο έργο πιο χρήσιμο πράμα παρά να κάθεται κανείς να λέη πάντα τα ίδια και να κατηγορή τη δυστυχισμένη μας τη γλώσσα που δε φταίει. Άμα γίνη το λεξικό, θα διούμε που οι ξένες λέξες είναι πολύ σπάνιες. Μόλον τούτο, άκουσα πως θέλουν πολλοί να τις βγάλουν από τη γλώσσα μας. Δεν μπόρεσα να το πιστέψω. Στις λέξες ξένης παραγωγής είναι που βλέπει κανείς ίσια ίσια πόσο ζωντανή, ακόμη και σήμερα, είναι η αρχαία γραμματική. Η _ μέρα _ να κλίνεται _ μέρας _, κι ο _ λόγος, του λόγου _, δεν είναι παράξενο. Το περίεργο είναι που η παλιά κατάληξη σώζεται και στις ξένες λέξες· αφτό είναι το σπουδαίο. Δεν κλίνουν πουθενά στην Ελλάδα _ ο καφέ, οι καφέ, τους καφέ, η κουβέντα, της κουβέντα, οι κουβέντα, τις κουβέντα _, κ' είναι αδύνατο ο γραικικός λαός να κλίνη, για την ώρα με τέτοιο τρόπο. Αφτό σημαίνει που το ς της αρσενικής ονομαστικής ή της θηλυκής γενικής βάσταξε και πάντα βαστά όλη του τη δύναμη και χρήση. Η γλώσσα θα είταν ξένη, αν οι ξένες λέξες δεν κλίνουνταν. Άμα κλίνουνται, θα πη πως έγιναν πια γραικικές· με λέξες ξένης παραγωγής η γλώσσα δε χάνει το χαραχτήρα της και μνήσκει πάντοτες η ίδια. Έτσι είναι ακόμη και σήμερα. Το γαλλικό το faux-col το ξέρετε. Στην Ελλάδα πήραν τη λέξη. Πώς την είπαν; Το φοκόλ, του φοκόλς όχι! Τόκλιναν αμέσως, σα να είταν κανένα γραικικό, αρχαίο όνομα, και το είπαν το φοκόλο, τον φοκόλου, όπως λεν τάλογο, του αλόγου, το δώρο, του δώρου. Από κει βλέπουμε που ο λαός πάντα θυμάται και ξέρει το κλιτικό σύστημα της αρχαίας για τα ουδέτερα. Τίποτις με το _ φακόλο _ δεν αλλάζει· η γλώσσα μήτε κούνησε{70}. Το ίδιο και με τη γενική του καφέ. Για να είναι τόνομα γραικικό, πρέπει νάχουμε φωνήεντο στη γενική κι αφτό το φωνήεντο να είναι το ίδιο φωνήεντο που ακούγεται στην ενική ονομαστική. Ο γενικός αφτός ο νόμος είναι πολύ παλιός. Έχει την αρχή του στην ελληνική. Οι Έλληνες έκλιναν _ η ημέρα, της ημέρας, η σοφία, της σοφίας _ · έπειτα είπαν _ η γλώσσα, της γλώσσας, ο νεανίας, του νεανία, ο πατέρας, του πατέρα _. Έτσι κλίνεται κι ο _ καφές _ στη γενική, με φωνήεντο, καθώς κ' η γενική _ πατέρα, νεανία _.

Οι γραικικές ετυμολογίες μεγάλη δυσκολία δεν έχουν. Ένας μαθητής μου μια μέρα ήρθε να με βρη και τον έβλεπα σα ζεματισμένο. «Δεν αξίζει τον κόπο, με λέει, να κάμη κανείς ετυμολογικό Γλωσσάριο της νεοελληνικής, γιατί αμέσως φαίνεται η παραγωγή κάθε λέξης και πολλή δουλειά δε θέλει να την ετυμολογήσουμε. Πού είναι οι λατινικές γλώσσες! Εκεί τουλάχιστο χαίρεται κανείς να βρη πράματα που δε βρίσκουν άλλοι και με τη μελέτη, με τη δυσκολία, ανάφτει και ξανοίγει ο νους του γλωσσολόγου κι ο κόσμος καμαρώνει». Είναι αλήθεια. Μεγάλη σοφία δε χρειάζεται για να διή κανένας από πού έρχουνται και το _ καμαρώνω _ του φίλου μου (καμάρα, κάμνω σαν την καμάρα, περηφανέβουμαι), κι άλλα μερικά, σαν το _ σιμώνω _ (σιμός, _ σιμόω, σιμώσας τον αυχένα _, ένας που σκύφτει το λαιμό, που έρχεται πιο κοντά σ' ένα μέρος παρά που είταν πριν, που κοντέβει· _ η εθνική μας εορτή ογλήγορα σιμώνει _ — πλησιάζει, έλεγε ένας ποιητής), _ στρίφτω, _ στρίφτω το μουστάκι μου (εις τρίβω), _ γερός _ (υγιηρός), _ άσπρος _ (asperum, πρβλ. Gloss. Laod. 72, 1, 19, Essais de de gramm. hist. II. σελ. 79· «δηνάριον τραχύ... λευκόν, asprum {71} . Άλλα πάλε πολλά είναι ανεξήγητα,_ εδώ, όχι, έτσι, μαζί _. Θα μας φανούν έφκολα κι αφτά, άμα μάθουμε τους διάφορους τύπους που έχει η ίδια λέξη στις διάφορες χώρες. Πρώτα πρώτα πρέπει κανείς να μελετήση καλά τους φωνολογικούς νόμους, μ' άλλα λόγια να καταλάβη και νακούση πώς προφέρνουν τις πιο συνηθισμένες λέξες σε κάθε τόπο, το _ εγώ _, το _ διά _, το _ πατέρας _, πώς κλίνουν κάθε όνομα και κάθε ρήμα κι από κει να βγάλη γενικούς κανόνες. Για να ετυμολογήσουμε μια λέξη, ας πούμε τόνομα _ Φλάτσα _, πρέπει να μάθουμε α') αν τάτονο ι μέσα σε δυο φωνήεντα χάνεται ή όχι στη χώρα που έχουν τον τύπο _Φλάτσα_, δηλαδής αν προφέρνουν τέτοιο _ι_· β') αν η πλοκή _κι, κε_, καταντά _τσι, τσε_ σ' αφτή τη χώρα· γ') αν το _σ_ δε θέλει κατόπι του _ι_ κι αν η συνήθεια είναι να λεν _ άξος, σώπα _, αντίς _ άξιος, σιώπα _. Άμα είναι τέτοια συνήθεια, φαίνεται αμέσως η ετυμολογία κ' έχουμε κάθε δικαίωμα να πούμε που το _ Φλάτσα _, άλλο δεν είναι παρά _ Φυλάκια, φυλάκιον, φυλακή _ {72}, γιατί τότες κ' οι φωνολογικοί νόμοι είναι σύφωνοι και το _ Φυλάκια _ γίνεται _ Φλάτσια, Φλάτσα _ ταχτικά. Αν όμως στη χώρα που θακούσετε να λένε _ Φλάτσα _, δεν είναι συνήθεια να χάνεται τάτονο _ι_ μέσα σε δυο φωνήεντα και με _λ_ κατόπι, αν το _κι_ δε γίνεται _τσι_, αν το _σ_ θέλει _ι_, τότες η ετυμολογία μας δεν αξίζει. Πρέπει να γυρέψουμε άλληνα. Η ετυμολογία δεν είναι για διασκέδαση· θέλει μάθηση και σκέψη.

Κάθε λέξη είναι όμως ιστορικό, είναι και ψυχολογικό μνημείο. Δε φτάνει να την ετυμολογούμε, μόνο και μόνο για να μάθουμε την παραγωγή της· από τη σπουδή της μπορεί να φεληθή κ' η ιστορία. Θα είχε κανείς πολλά να πη για τέτοιο αντικείμενο. Ο γλωσσολόγος θα κοιτάξη την ψυχολογική αξία αφτής της μελέτης. Το περίεργο θα είταν ίσια ίσια να μπορούσε κανείς να βρη το δρόμο, την ψυχολογική σειρά που πήρε κάθε λέξη για ναλλάξη νόημα. Πρέπει κανείς, για τέτοια δουλειά, να διαβάση το βιβλίο που θα τυπώση σε λίγο ο σοφός μου φίλος και δάσκαλος Α. Darmester{73}. Εκεί θα βρη τον καλήτερο οδηγό και δεν είναι ανάγκη να σας πω όσα θα σας πουν άλλοι με πολύ πιώτερη γνώση. Από τη γλώσσα κι από τις λέξες βλέπει κανείς αν ένας λαός έχει φαντασία και ποίηση ή όχι. Ο λαός δεν αγαπά να λέη ξερά τα πράματα κ' η γλώσσα του είναι γεμάτη εικόνες. Αφτές οι εικόνες είναι σαν τα χρώματα σε μια ζουγραφιά· στολίζουν κι ομορφαίνουν τη γλώσσα. Την κάμνουν και φαντάζει. Με τη φαντασία του λαού όλη η φύση ζωντανέβει και στάψυχα πράματα δίνει ψυχή. Όσα βλέπει, είναι φαντασία· φαντάζεται κάθε πράμα και θα πη το καθετίς σαν που το φαντάζεται και το βλέπει. Testa σημαίνει _ tesson _ · ο λαός τόκαμε _ tête _, και σημαίνει σήμερα κεφάλι. Για να πη που περπατεί γρήγορα, θα το φέρη, _ έκοψα _ δρόμο, τον έκαμα κομμάτια κ' έτσι λιγόστεψε, πρβλ. το _ carpere prata fuga _ του Βεργίλιου. Ή μπορεί ακόμη να σε πη· _ πήρε δρόμο _, τον έκαμε κ' έγινε δικός του, πρβλ. _ gagner pays _. Έπειτα ξεχνά την αρχική σημασία και τότες του χρειάζεται καινούρια εικόνα. Δεν καταλαβαίνει πια κανείς σήμερα στη Γαλλία που tête σημαίνει tesson. Για τούτο θακούσετε να σας το πη ο λαός· ta boule = ta tête, le caisson = το κεφάλι (se faire sauter le caisson), και το λέει έτσι, ίσια ίσια με τον ίδιο τρόπο που είπε πρώτα _ ta tête _. Για τον ετυμολόγο, η λέξη _ tête _ δεν έχει πιώτερη εβγένεια παρά το caisson ή ta boule· το ίδιο νόημα έχουν κ' οι δυο. Όποιος θελήση να μιλήση χωρίς να βάλη στη γλώσσα του καμιά μεταφορική εικόνα και προσπαθήση να δώση σε κάθε λέξη την ετυμολογική της και ξερή αξία, θα διή, αν το συλλογιστή καλά, που θαναγκαστή να μείνη βουβός όλη του τη ζωή.

Η μεταφορά φαίνεται σ' όλα τα λόγια που θα πούμε, και στα πιο συνηθισμένα. Στη γλώσσα μας έχουμε λέξη _ διαβάζω _, που σημαίνει _ περνώ _. Στο μεσαιώνα έλεγαν ακόμη·

Ολόκληρον ε δ ι ά β α σ α μήναν εις τον ξενώνα. (Πρόδρ. Ε', στ. 88).

Ύστερα το _ διαβάζω _ {74} πήρε τη σημασία του _ αναγινώσκω _, που και κείνο άλλο δε θα πη παρά _ αναγνωρίζω _. Το _ διαβάζω _ έχασε όλους διόλου σήμερα στην κοινή συνήθεια το νόημα που είχε στο στίχο του Πρόδρομου. Για τούτο θακούσετε πολλούς να σας πουν· _ πέρασα _ το τάδε βιβλίο μια φορά ή δυο φορές. Την ίδια εικόνα μεταχερίζεται πάλε, γιατί η πρώτη πάλιωσε και του χρειάζεται άλλη που να μοιάζη με την πρώτη. Πολλοί νεολογισμοί έχουν τέτοιο λόγο· η φαντασία του λαού είναι ζωηρή κι όλο θέλει καινούριες μεταφορικές εικόνες{75}. Δεν ξέρω τι σημασία είχε η λέξη _ ρις, ρινός _ στους αρχαίους μήτε ποια είναι η ρίζα της· βέβαια μήτε με το _ ρέω _ (γιατί ε, κι όχι ι {76} μήτε με το _ ρέγχω _ έχει καμιά συγγένεια. Πολύ γρήγορα χάθηκε η λέξη, γιατί δεν είχε πια καμιά νοστιμάδα για το λαό και δεν έβλεπε κανείς τι μπορούσε να πη _ ρις _. Πιο έφκολα μας έρχεται να καταλάβουμε τι σημαίνει _ μύτη. Μύτις, μύτιδος _, θα πη, _ μούτσουνο _. Κανείς όμως σήμερα, λέγοντας _ μύτη _, δεν πάει πια να συλλογιστή το _ μούτσουνο· _ μπορεί μάλιστα, πουθενά στην Ελλάδα, να λεν τη _ μύτη μούτσουνο _ (έχει μεγάλο μούτσουνο {77} = μύτη), γιατί η λέξη _ μύτη _ άλλο δε θυμίζει σ' όλο τον κόσμο παρά την αθρώπινη μύτη, ό τι θύμιζε στους αρχαίους κ' η λέξη _ ρις, ρινός, _ που θα είχε πρώτα ποιος ξέρει τι σημασία. Για να πούμε όλη την αλήθεια, — και χρωστούμε να την πούμε, — ο λαός μας μεγάλη φαντασία δεν έδειξε σε τέτοιες ονομασίες· άφησε τις αρχαίες λέξες απάνω κάτω παντού όπως είταν· τις βάσταξε με το ίδιο νόημα, χωρίς να τις αλλάξη, χωρίς να βρη καινούριες εικόνες, χωρίς ο νους του να πλουτίση τη μεταφορική λεξικολογία. Όταν ο λαός λέει _ κεφάλι, μέτωπο, χείλια, στόμα, δόντια, γλώσσα, αφτιά, ποδάρια, δάχτυλο, νύχι, φρύδια, στήθος, χέρια _ δε βλέπουμε να πήρε δρόμο η φαντασία του και καμιά ζωηράδα δε μας φανερώνει ο νους του. Μιλεί σαν τους αρχαίους, και τόσο πνέμα δε χρειάζεται για να λέη κανείς τα πράματα ίσια σαν που τάλεγαν τρεις χιλιάδες χρόνια πριν. Η φωνολογία μόνη άλλαξε, γιατί έπρεπε ναλλάξη με τους ιστορικούς νόμους της γλώσσας μας· το νόημα έμεινε. Μόλις σε κάτι λέξες σαν κορμί (σώμα), μαλλί (θριξ), μάτι (οφθαλμός), ματόφυλλα (βλέφαρα), έδειξε ο λαός κάποια φαντασία, κάποια ποίηση.

Ο σκοπός του λεξικολόγου είναι να μας δείξη με τη μελέτη που θα κάμη τι γίνεται μέσα στην ψυχή του αθρώπου, πώς αλλάζει νόημα μια λέξη και τι μπορεί να μας μάθουν τέτοιες αλλαγές για την ιστορία, για τα ήθη, για τα έθιμα, για το νου και για το χαραχτήρα ενός λαού. Το επίθετο _ νόστιμος _ θα πη _ κάτι ή κάποιος _ που γυρίζει σπίτι, _που ξανάρχεται στην πατρίδα. Νόστιμον ήμαρ_ λέει ο Όμηρος· είναι η μέρα που ξαναβλέπει κανείς τους δικούς του. Είναι μια χαρισάμενη μέρα. Ο ξένος που όλο ταξιδέβει, δεν έχει τέτοια τύχη· για τούτο ξένος σημαίνει και _ δύστυχος _. Αχ! ο ξένος! πέθανε και πάει, σας λέει ο λαός. Από κει φαίνεται όλος ο Γραικός· ξέρετε που είναι ένα σωρό δημοτικά τραγούδια για την ξενιτειά. Ένας ποιητής στο μεσαιώνα λέει μάλιστα·

Η ξενιτειά κι ο θάνατος αδέλφια λογούνται{78}.

Η μεγαλήτερη δυστυχία για το Γραικό είναι η ξενιτειά, το πιο _ νόστιμο _ απ' όλα, η πατρίδα.

Κανένας όμως δε βαστά σπαθί στο χέρι, κανένας δε μας βιάζει και καλά, θέλουμε δε θέλουμε, να δώσουμε ετυμολογίες, να βρούμε την ψυχολογική σειρά που ζητούμε.

Όταν κανείς δεν μπόρεσε ακόμη να λύση ένα πρόβλημα που μελετά, δεν έχει καμιά ανάγκη να μιλήση. Η αρχή της επιστήμης είναι πολύ απλή και πολύ δύσκολη· φτάνει να μάθη κανείς, εκεί που πρέπει, να λέη τις δυο λέξες· _ δεν ξέρω _. Είναι πολλά πράματα που δεν μπορούμε να τα καταλάβουμε· ωςτόσο έχουν όλα το λόγο τους. Ο ουρανός είναι αιώνιο μυστήριο για τον άθρωπο. Ας είναι όμως ο κόσμος πρόβλημα ανεξήγητο ποιος θα πη τη φύση βάρβαρη; Η γλωσσική ενέργεια του αθρώπου είναι μυστήριο και κείνη, μυστήριο σπουδαίο, γιατί μας ανοίγει την ψυχή και μας φανερώνει την ιστορία ενός λαού. Ένας βυζαντινός ποιητής είπε κάπου·

Άνθρωπος, όταν περπατεί, κόσμος μικρός υπάρχει.{79}

Θάλεγε μεγαλήτερη αλήθεια, αν έγραφε με τη γλώσσα του·

Άνθρωπος, όταν ομιλεί, κόσμος μικρός υπάρχει.

Ο κόσμος αφτός είναι μάλιστα κόσμος μεγάλος. Η επιστήμη έχει δυο αντικείμενα κι αφτά τα δυο όλο μελετά· τη φύση και τον άθρωπο. Όσο σπουδάζουμε τη φύση, πρέπει να σπουδάζουμε και τον άθρωπο. Έχουν την ίδια σημασία, την ίδια αξία. Η χυμική αστρονομία μας έδειξε μάλιστα, δεν είναι τώρα πολύς καιρός, την υλική ενότητα του κόσμου{80} και μας έμαθε που ό τι βλέπουμε να γίνεται στον άθρωπο μέσα, γίνεται και στους ουρανούς. Τάστρα και κείνα αιώνια δεν είναι· σαν τον άθρωπο γεννιούνται, μεγαλώνουν και σβήνουν. Έν το παν. Ταρχαίο το ρητό σήμερα μόνο φαίνεται αλήθεια. Δεν πρέπει λοιπό ναμελούμε καμμιά μελέτη, όσο μικρή κι αν είναι. Όποια σπουδή είναι ικανή να μας ανοίξη το νου, να μας μάθη τίποτις ή για τον υλικό βίο και τη φύση του κόσμου, ή για τον κρυφό οργανισμό του αθρώπου και της ψυχής του, είναι μεγάλη, είναι σοβαρή κι άγια σπουδή, γιατί μόνη της θα μας φανερώση τα δυο μεγάλα, σοβαρά κι άγια μυστήρια, την αθρωπότητα και τον κόσμο.

Είναι μια χαρά για μένα να συναναστρέφουμαι μαζί σας και καλοσύνη δική σας να μ' ακούτε· ας το πω τώρα και γω, είναι σήμερα για μένα μια πολύ _ νόστιμη _ μέρα. Μόνοι σας εσείς είστε άξιοι να λύσετε τα ιστορικά προβλήματα που μας προτείνει η γλώσσα μας και να φωτίσετε όσους δεν ξέρουν. Από σας θα φωτιστώ και γω ο ίδιος, για τούτο μ' αρέσει να συζητούμε μαζί τέτοια σοβαρά αντικείμενα. Δεν είναι του καθενός δουλειά να κρίνη και να μιλή για τη γλώσσα, να την κατηγορή ή να την υψώνη. Ένας φρόνιμος άθρωπος δε θα θελήση να δώση γνώμη παρά για τα πράματα που σπούδαξε και που ξέρει. Σας βεβαιώνω που άμα κανένας με μιλήση για μηχανικά, γιατρική ή τριγωνομετρία, αμέσως σωπαίνω. Δεν τόχω μάλιστα διόλου ντροπή να του πω· «Σε παρακαλώ να με συχωρέσης· μα δε νοιώθω από τριγωνομετρία». Μπορεί ένας να προκόψη πολύ στη φυσική ή στη χυμία, μπορεί να γίνη περίφημος μαθηματικός· μπορεί μάλιστα να ξέρη και δυο γράμματα· δε θα πη που είναι γλωσσολόγος, μήτε που η γνώμη του έχει την παραμικρή αξία, όταν έρθη να μας μιλήση για τη γλώσσα. Για να τον ακούσουμε πρέπει να κάμη τα γλωσσικά ζητήματα έργο κι όχι πάρεργο, να σας μιμηθή, να τα μελετήση σαν και σας, να σπουδάξη την αρχαία και τη νέα γλώσσα. Όποιος πήγε στο σκολειό, όποιος διάβασε Ξενοφώντα και παίρνει το κοντύλι να γράψη, δεν έγινε μ' αφτό αρειοπαγίτης. Χρειάζεται κάτι παραπάνω. Να ξέρω που το _ ίστημι _ κλίνεται _ίστης, ίσταμεν_, η ράχη _ράχις, ράχεως_ — και να δείξω στους άλλους που τα ξέρω — μεγάλα πράματα δεν κατώρθωσα. Το ξέρουν και τα παιδιά. Για ναποφασίση κανείς τι είναι χυδαίο{81} και τι δεν είναι, να πη που η γλώσσα είναι πρόστυχη, πού θέλει διόρθωση, που πρέπει να την καθαρίσουμε, δε φτάνει να γνωρίζη την αρχαία γραμματική, είναι ανάγκη να κοπιάση να μάθη και τη νέα. Μάλιστα μπορούμε να πούμε χωρίς να κάμουμε λάθος, που όποιος μιλεί για διόρθωση δε μελέτησε αρκετά, όχι μόνο τα γραικικά, αλλά και την αρχαία γλώσσα. Πιο φρόνιμο είναι νακούμε όσους ξέρουν — και πιώτερη τιμή θα μας κάμη.

Όποιος σήμερα μιλεί για γλώσσα, πρέπει πάντα να θυμάται την πρώτη αρχή της γλωσσολογικής επιστήμης. Η γλωσσολογία μάς έμαθε που ο λαός και μόνος ο λαός έκαμε και πάντα κάμνει όλες τις γλώσσες του κόσμου. Είναι πολύ σπουδαίος όρος· η επιστήμη δεν ήβρε στα χρόνια μας καμιά αλήθεια που νάχη πιώτερη φιλοσοφία. Όσο κανείς δεν προσέξη αφτή την αλήθεια, δε θα μπορέση να καταλάβη κανένα γλωσσικό φαινόμενο· όλα θα του έρχουνται σα χάος· άμα τη μάθη, αμέσως φωτίζεται όλη η ιστορία. Η αρχαία μας η γλώσσα μορφώθηκε με τον ίδιο τρόπο, με την ίδια ψυχική ενέργεια, με τα ίδια λάθη που μορφώθηκε κ' η σημερνή μας η δημοτική. Αφτά είναι γνωστά σ' όλους τους γλωσσολόγους· είναι καιρός να τα ξέρουμε και μεις.

Αλλιώς, ό τι αν πούμε για τη γλώσσα δε θα μπορέση ποτές να είναι σωστό, αφού για να κρίνουμε σωστά, θα μας λείπη πάντα η κυριώτερη αρχή, — δε θάχουμε την ιστορική βάση.

Προτού νάρθουν οι Έλληνες στην Ελλάδα, προτού να χωριστή η γλώσσα τους από την κοινή μητέρα την αρυοεβρωπαϊκή, κι όταν κατόπι χωρίστηκε, όσοι μιλούσαν, όσοι, μ' άλλα λόγια, έκαμαν τη γλώσσα, είταν απλοί, αγράμματοι αθρώποι· κανένας δεν _ ταχτοποίησε _, δε _ διώρθωσε _ τη γλώσσα τους. Όσα _ λάθη _ ακούσετε και κάμη σήμερα ο πιο πρόστυχος άθρωπος, τάκαμναν και κείνοι στον καιρό τους. Θέλω να σας αναφέρω ένα παράδειμα. Η παραμάννα του μωρού μου συνηθίζει και λέει viande crute (crue)· μια μέρα τη ρώτηξα να με πη γιατί το λέει έτσι. Μ' αποκρίθηκε πολύ φυσικά· «Και βέβαια, αφεντικό, έτσι είναι το σωστό, αφού λέμε viande cuite: puisqu'on dit viande cuite». Στην εποχή που μορφώνουνται οι γλώσσες, τέτοια _ λάθη _ κάμνουν όλοι. Η γλώσσα που έγραψαν ο Πλάτωνας κι ο Θουκυδίδης είτανε φορτωμένη με _ λάθη _ ακόμη πιο χοντρά. Ο άθρωπος είναι πάντα άθρωπος· η φύση του δεν αλλάζει· ό τι λαό κι αν πάρετε, ό τι εποχή κι αν πιάσετε να μελετήσετε, — ας είναι κι ωγύγια εποχή —, πάντα θα βρήτε στον άθρωπο μέσα την ίδια απροσεξία, τους ίδιους ανόητους μεταπλασμούς. Είναι σήμερα η δόξα της γλωσσολογίας που το κατάλαβε, και κατάλαβε πράμα πολύ σημαντικό, αφού μας δείχτει την αθρώπινη φύση όπως είναι, όχι όπως τη φαντάζουνται όσοι δεν τη μελέτησαν. Η γλωσσολογία πήγε μάλιστα πολύ πιο μακριά· μπόρεσε ναναστήση όλο το γραμματικό σύστημα της αρυοεβρωπαϊκής, χωρίς νάχη μήτε ένα μνημείο κείνης της εποχής. Ξέρει με τι τρόπο μιλούσαν, είναι τώρα χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια, είδε μάλιστα που μιλούσαν πάντα με τα ίδια _ λάθη_.

Έπρεπε αφτά να διδάσκουνται χωρίς άλλο στο σκολειό ή τουλάχιστο στο πανεπιστήμιο. Είναι αλήθεια που για ναραδιάση κανείς όλα τα _ λάθη _ της αρχαίας, θα του χρειάζουνταν καμιά δεκαριά τόμοι, χίλιες σελίδες ο κάθε τόμος. Μα φτάνει να πάρη τις πιο συνηθισμένες λέξες κι αμέσως φαίνεται το πράμα. Η αιτιατική _ εμέ _ στην αρχή δεν είχε _ ε _ έβαλαν ένα _ ε _ οι αρχαίοι μόνο και μόνο γιατί άκουγαν ένα _ ε _ στην ονομαστική _ εγώ _. Έτσι και μεις σήμερα λέμε _ εσύ _, με _ ε _, γιατί βλέπαμε ε στην αιτιατική _ εμέ (εμένα) _ και στην ονομαστική _ εγώ _ · ακλουθήσαμε το δρόμο που μας έδειξε η αρχαία η ίδια. Το δέφτερο πρόσωπο του παθητικού παρακείμενου _ δέδοσαι _ και του παθητικού ενεστώτα _ δίδοσαι _ δεν έπρεπε με κανέναν τρόπο νάχη _ σ _, αφού ξέρουμε που το _ σ _ ανάμεσα σε δυο φωνήεντα χάνεται πάντα στην αρχαία· π. χ. _ λύη _, όχι _ λύεσαι, ελύου _, όχι _ ελύεσο, μουσάων, όχι μουσάσων, γένεος _, όχι _ γένεσος _ κτλ. κτλ. Άκουγαν όμως κάθε ώρα τους παρακείμενους κ' υπερσεντέλικους _ λέλεκσαι, ελέλεκ-σο _ · νόμισαν τότες που ο παρακείμενος έχει πάντα το _ σ _, ακόμη κι όταν είναι φωνήεντο μπροστά στην κατάληξη, κι όχι σύφωνο καθώς στο _ λέλεκ-σαι _ · από κει βγήκε ο παρακείμενος _ δέδοσαι _ · ο παρακείμενος έφερε και τον ενεστώτα _ δίδοσαι _, γιατί τους φάνηκε που την ίδια κατάληξη έπρεπε νάχουν κ' οι δυο αφτοί χρόνοι. Σώζουνταν όμως πάντα το δέφτερο πρόσωπο _ λύη _ · εμείς το σιάξαμε κι αφτό και βάλαμε παντού στον παθητικό την κατάληξη _ -σαις _ Η αντωνυμία _ ημείς _ δεν είχε πρώτα δασεία _ · την πήρε από το δέφτερο πρόσωπο _ υμείς _. Βλέπετε που οι αρχαίοι έκαμαν απάνω κάτω τον ίδιο λογαριασμό που έκαμνε κ' η παραμάννα. — «Ημείς βέβαια! Έτσι είναι το σωστό, αφού λέμε υμείς». Δε φτάνει μάλιστα τούτο· το _ η _ της αντωνυμίας ημείς είταν πρώτα ασμείς. Οι Έλληνες _ χάλασαν _ το λοιπό τον τύπο _ ασμείς _ και τον έκαμαν _ ημείς _ · βάσταξαν όμως παράλογα την πλοκή _ σμ _ στο πρώτο πρόσωπο του πληθυντικού _ εσμέν _, γιατί θαρρούσαν πώς θέλει _ σ _ σαν το δέφτερο πρόσωπο _ εστέ _. Με την ίδια _ αναλογία _, φτειάξαμε και μεις την αντωνυμία _ εσείς _, γιατί είχαμε το πρώτο πρόσωπο _ εμείς _ που και κείνο πήρε το _ ε _ από την αιτιατική _ εμέ _ · το ουσιαστικό μας ρήμα _ είμαι, είσαι, είναι _, αν το συγκρίνετε με την κλίση της αρχαίας της κοινής _ ειμί, ει, εστί _, θα σας φανή πολύ πιο ορθό, αφού αρχίζει και τελειώνει με τα ίδια φωνήεντα _ ίμε, ίσε, ίνε _. Το _ είναι _ είταν πρώτα ένι· ύστερα έγινε _ ίναι _, κ' έπειτα _ είναι _ · έμοιαξε με το πρώτο πρόσωπο και με το δέφτερο, όπως έμοιαξε το _ εσμέν _ με το _ εστέ, εστί _ κτλ.

Βλέπω που πολλοί προσπαθούν όλο και λεν _ κάθημαι _ αντίς _ κάθουμαι _. Βέβαια θα νομίζουν που ο τύπος _ κάθημαι _ είναι πολύ πιο κανονικός. Δεν είναι όμως διόλου. Το _ κάθημαι _ είναι _ παραφθορά _ · έπρεπε οι αρχαίοι να το πουν _ κάθησμαι _, με το ίδιο _ σ _ που έχει το δέφτερο και τρίτο πρόσωπο _ ήσαι, ήσται _. Το τρίτο πρόσωπο _ κάθηται _ είναι μάλιστα _ λάθος _ διπλό. Δεν είχε _ μ _ και μόλον τούτο έλειψε το _ σ _, μόλον ότι έλεγαν _ ήσται _ · έγιναν το λοιπό δυο τύποι αντίθετοι, _ ήσται _ με _ σ _, και _ κάθηται _ χωρίς _ σ _. Ο μόνος σωστός τύπος θα είταν _ κάθησται _. Το είπαν όμως χωρίς _ σ _, γιατί δεν άκουγαν το _ σ _ στο πρώτο πρόσωπο _ κάθημαι _ · νόμιζαν που η ρίζα είταν _ κάθη- _ και τους έφτανε να βάζουν την κατάληξη μόνο, _ -μαι, -σαι, -ται _. Για να ομαλώσουν όλο τον ενικό, έκλιναν το λοιπόν _ κάθηται _ χωρίς _ σ _. Έτσι και μεις ωμαλώσαμε όλα τα ρήματα κ' έχουμε παντού στην παθητική φωνή _ ου _ μπροστά στην κατάληξη _ -μαι _. Για τούτο λέμε πολύ σωστά _ κάθουμαι _, όχι _ κάθημαι _. Άμα πάρη κανείς έναν τύπο της αρχαίας, θα διή που είναι τύπος _ χαλασμένος _. Η γενική πληθυντική _ μουσών _ και κείνη, δεν είναι μήτε γνήσιος μήτε ορθός τύπος· η γενική _ μουσάων _ είναι πολύ καλήτερη, αφού είναι πιο αρχαία. Μάλιστα, όποιος τα θελήση όλα ακόμη πιο ορθά, θα πρέπη να πη _ μουσάσων _ · ύστερα και το _ μουσάσων _ πρέπει να ταφήση και να το κάμη _ μονσjασων _ και στο τέλος να λέη μόνο μοντ-j-ασων, γιατί αφτός ο τύπος είναι ο πιο αρχαίος· όλοι οι άλλοι είναι τύποι _ χαλασμένοι _, είναι _ λάθη _. Αν κανείς σας ρωτήξη με τι δικαίωμα βγαίνει άξαφνα ένας και κλίνει σαν το λαό της _ γλώσ-σας _ αντίς _ γλώσσης _, αμέσως τονέ ρωτάτε γιατί κλίνει ο ίδιος _ μουσών _, εκεί που είναι πολύ λιγώτερο _ λάθος _ να πη μου- σάων _ κτλ. Πρέπει να το πάρουμε απόφαση· όποιος ανοίξη το στόμα για να πη δυο λόγια — ας μιλήση ό τι γλώσσα θέλει — πάντα θα κάμη άπειρα λάθη. Γλώσσα ιδανική κι απόλυτος τύπος δεν υπάρχουν πουθενά. Κανείς όμως δε βρέθηκε ως τώρα να κατηγορήση τους αρχαίους, που χάλασαν τη γλώσσα τους. Και για ποιο λόγο δεν τους κατηγορούμε; Γιατί η επιστήμη σέβεται την ιστορία και τα έργα του λαού.

Έτσι θα καταλάβουμε όλη την αξία της δημοτικής και θα διούμε που είναι τόντις συνέχεια της αρχαίας. Μια γλώσσα αλλάζει μοναχή της· δεν έχει ανάγκη, για ναλλάξη, να τη μιλήσουν ξένοι, ή να ζήση με ξένους ένας λαός. Τέτοιες ιδέες δεν τις έχει πια σήμερα κανείς. Πιο αρχαία μιλεί ο λαός από μας, γιατί τους τύπους που συνηθίζει, τους πήρε από την αρχαία και δεν πέρασε μια στιγμή από τα χρόνια του Περικλή που να μη βρεθούν αφτοί οι τύποι στο στόμα του· τους δικούς μας τους τύπους τους έχουμε παρμένους από τα βιβλία. Δεν είναι πατροπαράδοτοι.