Μύθοι

Part 3

Chapter 3 30 words Public domain Markdown

Θέρος ήταν κι' ο Ζίνζιρας όλος Σ' της φωνής του το μέριμνο μόνο, Μες τον ίσκιο των δένδρων κρυμμένος· Τον καιρό του διαβαίνει λαλόντας. Το φιλόπονο ωστόσο Μυρμήγκι, Με δουλιάς συγκρατούμενης κόπο, Μέρα νύχτα στιμή δε σιγάει Στη φωλιά του θροφαίς να συνάζη. Το γλυκό καλοκαίρι σκολνάει, Και μαζί του ημερών η γαλήνη· Αρχινάν η βροχαίς κι' οι ανέμοι, Το χειμώνα κοντά προμηνόντας. Στη περίστασι εκείνης της ώρας· Ο τρανός λαλητής μαζομένος, Νηστικός σε μιαν άκρα μουλλόνει. Κι' οχ την πείνα βαριά κιντυνεύει. Στη μεγάλη του αυτή στενοχώρια Στο Μυρμήγκι βιασμένος προστρέχει· Δείξου, φίλε, του λέγει, ευεργέτης Προς εμένα με μια καλοσύνη. Ανεπάντεχα κρύα μ' επήραν Δεν ποτάζω σπειρί να πορέψω. Πρόφτασέ με μ' ολίγο μειράδι Δανεικό οχ την πλούσια εισοδιά σου. Μη φοβάσαι καθόλου να χάσης, Τι σαν έρθη ο θέρος, σου τάζω Να σου δώκω οπίσώ με πρώτο, Και κεφάλι και διάφορο αντάμα. Μόν ο φίλος σε ταύτα αποκρίθη. Αποτί, δε μου λες Ζίνζιρά μου, Ν' αμελήσης παρόμια σου χρεία Ως τα τώρα, οπού καθόσουν άδιος; Αμ δεν άδιαζα εγώ να φροντίσω, Σαν κι' εσένα, αφορμής ελαλούσα, Μήτε ήλπιζα ογλήγορα τόσο Να διαβούν η καλαις η ημέραις. Στον καλόν τον καιρό σα λαλούσες Στον κακόν ημπορείς να χορεύης. Και της πλάταις γυρίζοντας μπαίνει Μές την τρύπα του ευτύς το Μυρμήγκι.

Όσοι τον καιρό ξοδεύουν, Και το μέλον δε μετρούν. Στα χαμένα τον γυρεύουν, Σαν και πρώτα να τον βρουν. Ο καιρός φτερά βαστάει, Φεύγει, τρέχει σα νερό, Κι' όποιος δεν τον κυνηγάει, Δεν του βρίσκει πλιο τορό.

Σύναξε νιος όσο ημπορείς, Γέροντας άνεσι να βρης. Στα νιάτα σου αν οκνεύεις, Κακά υστερνά πορεύεις.

ΜΥΘΟΣ Β'.

ΤΟ ΨΑΡΙ ΜΕ ΤΑ ΨΑΡΟΠΟΥΛΑ ΤΟΥ.

Μη, παιδιά, ξεμακραίνετε τόσο Οχ το δρόμο, 'πού εγώ σημαδεύω. Ποταμιού προς το βάθο με θάρρο Τρέξτε παίζοντας όσο ποθάτε. Σε ριχά μη γελιέστε και σ' άκραις Να ζυγόνετε ολότελα εκείθε· Είν' οχτροί λογιαστοί να σας βλάψουν· Φυλαχτήτε μη άδικα αντέστε. Με παρόμια αγάπης φροντίδα Τα μικρά του Ψαράκια μια ημέρα, Σέροντάς τα κοντά του το ψάρι Σα φιλόστοργη μάνα ορμηνεύει. Μόν αυτά απ' ανήλικη γνώμη, Και παιδιά χωρίς πράξη καθόλου, Φρονιμάδας και γνώσης τα δίκεα Δεν ψηφάν· και σε γέλιο τα παίρουν. Ηταν τότε, που χιόνα και πάγοι Στα βουνά αναλάν και στης ράχαις. Πυκνωτά ροβολάν οχ τα ύψη, Και τα κάτω παντού πλημμυρίζουν. Το ποτάμι μ' ορμή κατεβάζει, Αφρισμένο τα όρια πηδάει· Τα νερά του αμπομένα σε πλήθος Θαλασσόνουν των κάμπων την όψη. Ω, τι θιάμα! απορόντας φωνάζουν Τα Ψαράκια· τι θιάμα μεγάλο! Σιάδια κι' όχτοι και σπίτια και δέντρα Σ' ένα πέλαγο κείτουνται όλα. Ήρθε, ήρθε ο καιρός ο δικός μας· Κατοικιά μας εγίνηκε ο κόσμος. Τι λες, Μάνα, ο φόβος να λείψη, Ή θελά βρης σαν πρώτα υποψίαις. Τώρα μάλιστα πρέπει, παιδιά μου. Να προσέχετε ακόμη παράνω. Γιατί τάχα; της είπαν, γελόντας· Αλλ' αυτή σοβαρή τ' αποπαίρει· Το πολύ το νερό θα περάσει.· Η στεριά θέλα μείνη στον τόπο· Στα συνόρατα μέσα σταθήτε, Μη αργά μετανιόστε κατόπι. Ε κι' εσύ! νομουκόπου μας σκιάζεις· Κι' οχ τη γκρίνια δεν παύεις ποτέ σου. Άιντε, αδέρφια, λεν ένα το άλλο, Ξένα μέρη να πάμε να ιδούμε! Κι' εν τω άμα κινάν στο ταξίδι Βιαστικά με χαρά τους μεγάλη. Σταματάτε ανόητα τέκνα^ Θα χαθήτε, φωνάζει η μάνα· Έχε υγιά, αποκρένουνται εκείνα, Άλλα λόγια εμείς δεν ακούμε. Και μ' αυτό προς τους κάμπους τρεχάτα Όσο δύνουνταν, έκοφταν δρόμο. Τα μωρά! δεν το βάνουν με νου τους· Τα νερά αρχινάν να τραβιούνται. Απομνήσκουν απάνω σε ξέρη, Καταντάν των διαβάτων κυνήγι· Ο Νιος και δίχως του κόσμου πράξη, Στης όρεξαίς του δεν έχει τάξη·

Ορθά δεν ξέρει να συλλογιέται, Και στους σκοπούς του γι' αυτό γελιέται·

Τυφλά κινιέται και κιντυνεύει, Και τη ζωή του συχνά ξοδεύει. ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΕΜΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ. Ιωάννης Βηλαράς, σ. 1. Ιωάννου Βηλαρά μύθοι, σ. 11. Πρόλογος, σ. 11. Μύθος α'. — Τζίντζιρας και Μυρμήγκι, σ. 16. Μύθος β'. — Το Ψάρι και τα Ψαρόπουλα, σ. 18. Μύθος γ'. — Η Κουτζιονούρα Αλουπού, σ. 23. Μύθος δ'. — Γάτος και Καθρέπτης, σ. 26. Μύθος ε'. — Αηδόνι και Γεράκι, σ. 29. Μύθος ς'. — Φοράδα και Πουλάρι της, σ. 31. Μύθος ζ'. — Περιστέρι, σ. 38. Μύθος η'. — Ο Χωριάτης και τα Παιδιά του, σ. 41. Μύθος θ'. — Τιμή, Φωτιά και Νερό, σ. 45. Μύθος ι'. — Αλουπού και Τράγος, σ. 47. Μύθος ια'. — Μπάκακας και Βόιδι, σ. 52. Μύθος ιβ'. — Οι Λαγοί, σ. 5ό. Μύθος ιγ'.— Ο Γάιδαρος ντυμένος Λιοντορόμαρο, σ. 60. Μύθος ιδ'. — Κόρακας και Αλουπού, σ. 63. Μύθος ιε'. — Αλουπού και Λιοντάρι, σ. 67. Μύθος ις'.__Κριάρι, Αρνάδα, Γουρούνι και Γάιδαρος, σ. 69. Μύθος ιζ'. — Κικίδι και Νυκτερίδα, σ. 75. Μύθος ιη'. — Αρκούδα και Λιοντάρι, σ. 77. Μύθος ιθ'. — Γέρος και Θάνατος, σ. 80. Μύθος κ'. — Λιοντάρι, Λύκος και Αλουπού, σ. 81. Μύθος Α'. — Ζίνζιρας και Μυρμήγκι, σ. 83. Μύθος Β'. — Το Ψάρι με τα Ψαρόπουλά του. σ. 86.

1} Ο σοφός περιηγητής, καθώς και πολλοί άλλοι σύγ- χρονοί του δεν ημπόρεσαν να γνωρίσουν ότι κάτω από ταις στάχθαις ευρίσκοντο ακόμη πολλά κάρβουνα αναμ- μένα.

2} Εις τους 1814 ο Βηλαράς ετύπωσεν εις την τυ- πογραφίαν των Κορφών ένα βιβλιάριον οπού ονομάζει η ρ ο μ ε η κ ή γ λ ό σ α, περιέχον ολίγους στίχους και ολίγα κομμάτια μεταφράσεων από τους δεινότερους παλαιούς συγγραφείς. Αυτό εξεδόθη χωρίς τον τρόπον του γράφειν οπού ονομάζομεν ορθογραφίαν, μεταχειριζόμενος μόνον τόσα γράμματα, όσα είναι αναγκαία διά την εκφώνησιν της γλώσσης. Αλλά φαίνεται ν' άλλαξε σκοπόν από τότε έως τώρα, επειδή τα ιδιόχειρά του αντίγραφα, από τα οποία ετυπώθη τό παρόν, είναι γραμμένα απαράλλακτα καθώς φαίνονται εδώ τυπωμένα· εις τα οποία μολοντούτ δείχνει ότι είχε κάποιας ιδιοτροπίας περί του τρόπου του ορθογράφειν.

3} [οχ = απ']

4} Οι εφεξής δύω μύθοι έχουν το ίδιον νόημα με τον Α' και Β' οπού φαίνονται εις την αρχήν, είναι όμως γραμμένοι με στίχους ανομοιοκαταλήκτους. Ίσως ο Συγ- γραφεύς είχε σκοπόν να κάμη όλους τους προηγουμέ- νους μύθους κατά τον ίδιον αυτόν τρόπον.