Μύθοι

Part 2

Chapter 2 1 words Public domain Markdown

Σε λιβάδια που η φύσι Πλούσια είχε θησαυρίση ίσκιους, χλόαις, κλαριά, χορτάρια, Δροσερά νερά καθάρια, Μια Φοράδα ηληκιωμένη Οχ τη μοίρα απολαβαίνει Τ' αγαθά όλα ανταμομένα, Με τη μοναχή της γέννα. Κι' απερνούσε την ημέρα Σα φιλόστοργη μητέρα, Με πολλή ευχαρίστησί της Ν' αναθρέφη το παιδί της. Το ανήλικο Πουλάρι Σε μιας τόσης τύχης χάρι Βρίσκει πάσαν ηδονή του Εις την άσκοπην ορμή του. Δίχως μέριμνο και ζάλη, Δίχως κόσμου πράξιν άλλη, Με κατάχρησι απολνιέται Μέσα στα καλά, που κλιέται. Τελοσπάντων για οδηγό του Αποχτάει στο φέρσιμό του, Ό,τι έχουν, στην αλήθια, Τα παιδόπουλα συνήθια. Ογκωμένο ως τ' αχείλι Τρώει αδιάκοπα τριφύλλι· Και γκυλιέται τεντομένο Στο χορτάρι τ' ανθισμένο. Αφορμή ας μη το κεντάει, Τρέχει, ρίχνεται, πηδάει· Κι' αν δεν έχει τι να κάμη Κολυμπάει μες το ποτάμι. Κι' όποτε δεν είναι χρεία. Τότε πρόφασι κι' αιτία Βρίσκει ευτύς στη θέλησί του Ν' αναπάψη το κορμί του. Στη συχνή τρυφήν εκείνη, Στην πολλή του γεροσύνη, Αρχινάει ν' αποσταίνη, Κάθε τι να το χορταίνη. Ως το τέλος βαρεμένο, Και πολύ περιορισμένο, Μην ηξέροντας τι έχει, Στην καλή του μάνα τρέχει· Έχω από καιρό, της λέγει, Που ο τόπος δε με στρέγει· Η βοσκή μας δε σαρκόνει, Και παράνω με σκοτόνει· Το τριφύλλι που αγαπάω, Παρανόρεχτα μασσάω. Και η πρώτη νοστιμάδα Στα νερά δεν εχει αράδα. Ως κι' ο αγέρας, που ανασσαίνω, Και κακό απ' αυτόν παθαίνω, Στα πλεμόνια μου ανημπόρια Προξενάει με στενοχώρια. Μ' ένα λόγο· εγώ σ' ολίγο, Μάνα μου, αποδώ αν δε φύγω Σ' άλλο μέρος να περάσω, Τη ζωή μπορώ να χάσω. Ναι, του λέει εκείνη, τώρα, Να μισέψομαι στην ώρα. Τέτιος τόπος δεν αχρήζει, Την υγιά σου σαν εγγίζει. Λόγος, κι' έργο· την παλιά τους Απαριάζουν κατοικιά τους, Δίχως να χασομερήσουν Μια στιμή, ν' αναχωρήσουν. Ο μικρός ο ταξειδιότης, Οχ το βράσιμο της νιότης, Με γοργά πατήματά του Απηδάει οχ τη χαρά του. Και η γριά, οπού πηγαίνει Όχι καλοκαρδισμένη, Φρονιμώτερα πατάει, Και στο δρόμο τ' οδηγάει· Και το ήφερνε από στράτα, Και βουνά γγρεμούς γιομάτα, Δίχως χόρτο, ή πρασινάδα, Ή νερού καθόλου ίκμάδα· Πουθενά βοσκή δε βρίσκουν· Ολη μέρα άδια μνήσκουν· Και σαν πήρε το σκοτάδι, Νηστικά απερνάν το βράδυ. Το πουρνό καθώς χαράζει Οχ την πείνα, που τα βιάζει, Ψίχα αγκάθι παν τζιμπόντας· Το ταξίδι ακολουθόντας. Μοναχά μ' αυτό το στόμα Δυο ημερόνυχτα ακόμα Μες το ίδιο ξεροτόπι Φέρουν γύρα οι στρατοκόποι. Η φοράδα, που αποβλέπει, Τον υγιό της, σ' ό,τι πρέπει, Για καλό του να πεδέψη, Και με τρόπο να ορμηνέψη, Εστοχάστηκε αρκετό του, Για τ' ανέγνωμο μυαλό του, Όσο τότες είχε πάθη, Απατό του για να μάθη. Και από 'να μονοπάτι, Που γνωρίζει αυτή μονάτη, Τα μεσάνυχτα απογάλι Στα λιβάδια φτάνουν πάλι. Τ' αλογόπλο εκεί κοντά του Να ιδή ανεπάντεχά του Λίγο χόρτο, δεν κρατιέται, 'Σ ταύτο απάνω ευτύς πετιέται· Ω, τι σπάνια, λέει, γλυκάδα, Χλωρασιά και τρυφεράδα, Πώχει τούτη για η χλόη ! Και με όρεξι την τρώει· Μάνα, ας πάψομε οχ τον κόπο Να γυρεύομε άλλο τόπο· Καταφύγι δεν μπορούμε Ωραιότερο να βρούμε. Πιο άλλο μέρος, σαν και τούτο, Θα 'χη τόσο μέγαν πλούτο; Κι' επειδή είν' της όρεξίς μας, Ας σταθούμε επιζωής μας, Έτζι λέγοντας, φωτίζει· Και τον τόπο ευτύς γνωρίζει Που τον είχαν αφημένο, Κι' απομνήσκει συγχυσμένο. Τότε η γριά με καλοσύνη Τέτια συμβουλή του δίνει· Τέκνο, λέγει, αφηκράσου, Και τα λόγια μου στοχάσου Αν ορέγεσαι να ζήσης Δίχως να κακοπαθήσης, Εις την κάθε απόλαψί σου, Να είναι μέτρο η δυναμί σου. Η υστέρησι πειράζει· Το πολύ αναγουλιάζει· Ηδονή ζητάς να εύρης; Μες τη μέση να την ξεύρης.

ΜΥΘΟΣ Ζ'.

ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ.

Διψασμένο Περιστέρι Απετάει, και γύραις φέρει Πού να βρη, να πιή νερό· Αποκεί που συνηθάει, Κι' άντα θέλει ξεδιψάει, Έχει χάση τον τορό. Ξαφνισμένο από Γεράκι Το αθώο το πουλάκι Στα χαμένα περπατάει· Στα χαμένα τριγυρίζει, Και τον τόπο δε γνωρίζει, Μήτε ξέρει πού πατάει· Όσο τρέχει και απετάει, Τόσο ανάφτει και διψάει, Και δροσιά επιθυμεί· Τελοσπάντων αγναντεύει Το νερό οπού χαλεύει, Και στου πόθου την ακμή, Οχ τη βιά του τη μεγάλη Το σημάδι εκείνο σφάλλει, Σε ξερό δέντρο χτυπάει· Πέφτει κάτω σκοτισμένο Και σε χέρια σκλαβομένο Κυνηγού αποκαταντάει. Των παθών μας η ορμή Είναι η πρώτη αφορμή Σ' όσα ενάντια μας τυχαίνουν· Δυστυχείς μας καταστένουν· Αν μετράγαμεν πολλά Θέλα κρέναμεν καλά Κάθε τέλος του σκοπού μας, Μ' ώφελος του εαυτού μας· Μόν του πόθου η υπερβολή, Κι' η αστόχαστη βουλή Την καρδιά μας κυριεύουν, Σ' ατυχίαις μας πεδεύουν· Εις του πόθου το βρασμό Στέκα σε συλλογισμό, Μη η βια σε καταφέρη, Κάμης ό,τι δε συμφέρει. Σε ό,τι επιχειριστής Ποτέ σου μη παραβιαστής. Γιατί σε βια μεγάλη Ο νους μας πάντα σφάλλει.

ΜΥΘΟΣ Η'.

ΧΩΡΙΑΤΗΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ.

Ένας γέρος χωρικός Μετρημένος, γνωστικός, Ότι αρχίνησε να νιώση, Πως το τέλος του είχε σώση, Και ποθόντας, μοναχή Τα παιδιά του παντοχή Στη δουλιά της γης να έχουν, Και σ' εκείνη να προσέχουν, Με φιλόστοργη βουλή Μιαν αυγή τα προσκαλεί 'Σ του θανάτου του την κλίνη· Τέτια διάτα τους αφίνει· Και τους λέει· Παιδιά μου, εγώ Όσο βλέπω, δεν αργώ Τούτη τη ζωή να χάσω, Και στην άλλη να περάσω· Όθεν, πριν σας χωριστώ, Σαν πατέρας σας, χρωστώ Να σας πω τη θέλησί μου, Κι' όλη την κατάστασί μου· Το γνωρίζετε καλά, Πως δεν έχομε πολλά. Ένα σπίτι, ολίγο πράμμα, Και μ' αυτά το αμπέλι αντάμα. Το αμπέλι είν' αρκετό, Επειδής κι' εμείς μ' αυτό Επορέψαμαν ως τώρα, Οι καλήτεροι στη χώρα. Μόν στην τόση του εισοδιά Βολετό και σαν παιδιά Να μην ευχαριστηθήτε, Και σε χρείαις να βρεθήτε· Να το ξέρετε λοιπόν, Πως εγώ με το σκοπόν, Μη καμμιά φορά ξεπέστε, Και σε φτώχια τυραγνιέστε, Όλα μου τα μετρητά, Σε δυο κλήματα κοντά, Μες τ' αμπέλι τα 'χω θάψει Προς τη φράχτη που είχα κάψει.. Θέλει ο Γέροντας να ειπή· Η φωνή του είχε κοπή, Δεν μπορεί ν' ακολουθήση, Μήτε λόγο να μιλήση. Οι υγοί του τον κρατάν· Του φωνάζουν· τον ρωτάν· Μόν ο γέρος τελειόνει Τη ζωή του, και νεκρόνει. Του πατρός τους το χαμό Με καρδιάς πολύν καϋμό Τα ορφανά παραπονιούνται, Και σε κλάυματα κινιούνται. Μόν 'ς της λύπης την ορμή, Είχαν κι' άλλην αφορμή Να περνάν συλλογισμένοι Και διπλά παραθλιμμένοι· Σε πια κλήματα μπορούν Τ' άσπρα τάχατε να βρουν; Θησαυρού έχουν πλούσια ελπίδα, Κι' είναι σ' άπαυτη φροντίδα, Τούτο το συμβεβηκό Σε καιρόν καθολικό Ακλουθάει, που συνηθίζουν, Και τ' αμπέλια όλοι σκαλίζουν. Με απόφασι κοινή Και πολλήν υπομονή Το αμπέλι κατασκάφτουν· Άσπρα ωστόσο δεν ξεθάφτουν. Κι' η δουλιά τους η πολλή Το υποστατικό ωφελεί, Που καινούργια αγγιά αγοράζουν· Τα κρασιά τους εισοδιάζουν. Αφοντότες αρχινούν, Μ' άλλα μέτρα κι' άλλο νουν,, Τη δουλιά να προτιμήσουν,

Κι' ευτυχή ζωή να ζήσουν.

Όποιος οκνεύει Και δε δουλεύει, Αυτός γυρεύει Να δυστυχάη. Ο κόπος φέρει Με πλούσιο χέρι Ό,τι συμφέρει Να ευτυχάη· Δεν είναι ο τόπος, Δεν είναι ο τρόπος, Μόν είν' ο κόπος, Ο θησαυρός. Φτωχός μετριέται, Ταλαιπωριέται, Καταφρονιέται, Ο οκνηρός.

ΜΥΘΟΣ Θ'.

ΤΙΜΗ, ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΝΕΡΟ.

Συμφώνησαν παλιόν καιρό Τιμή, Φωτιά, και το Νερό Μαζί να συντροφέψουν, Και τύχη να γυρέψουν· Στο δρόμο τους που περπατάν, Ένας τον άλλον ερωτάν· Αν λάχη και χαθούμε, Πως να ανταμοθούμε; Με χάσεταν, λέει η Φωτιά, Ρίξτε τριγύρω μια ματιά, Κι' οπού καπνό να ιδήτε, Ελάτε να με βρήτε. Κι' εγώ αποκρίθη το Νερό Έχω τον τόπο φανερό· Όπου χλωρό λιβάδι, Δικό μου είναι σημάδι. Γυρίζουν λεν και της τιμής· Σου φανερόσαμαν εμείς Του καθενού μας τόπο, Πες μας κι' εσύ τον τρόπο. Λέγει η Τιμή, εγώ σ' αυτό Σας συμβουλεύω, οχ το κοντό Ποτέ μη γελαστήτε Να μου ξεχωριστήτε. Γιατί αν γλιστρήσω μια φορά, Και δε με πιάστε σταθερά, Όσο να με γυρέψτε, Τον κόπο θα ξοδέψτε.

ΜΥΘΟΣ Ι'.

ΑΛΟΥΠΟΥ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΣ.

Σ' ερημιάς μεγάλης μέρη Ένας Τράγος καλοκαίρι Οχ τη δίψα αναγκασμένος, Περπατούσε απελπισμένος. Μια Αλουπού οχ την ίδια αιτία, Και σε όμοια αδημονία, Βλέποντάς τον σταματάει, Φιλικά τον χαιρετάει· Και στην πρώτη αντάμοσί του Με μια κάπια αλαφροσί τους, Σαν ομιοπαθείς κι' οι διό τους Μολογάν το βασανό τους. Λέγει η Αλουπού· θυμούμαι, Αν στο νου μου δε γελιούμαι, Κάπου εδώ κοντά σημάδι Εχω ιδή από πηγάδι· Και σα θέλεις λίγον κόπο Κάνομε ως αυτόν τον τόπο, Μήπως τύχη και το βρούμε, Και χωρτάτα δροσιστούμε. Συνοδιά το δρόμο παίρουν, Και αρκετή ώρα γύραις φέρουν· Τελοσπάντων πιτυχαίνουν, Κι' ευχαριστημένοι μένουν. Το πηγάδι είχε πλάτο, Κι' αρκετό νερό στον πάτο· Εύκολο ήταν να κατέβουν, Μόνε δύσκολο ν' ανέβουν· Μόν ο Τράγος δίχως τόση Προσοχή γι αυτό να δώση, Πρόθυμος ευτύς πηδάει, Κι' η Αλουπού τον ακλουθάει. Σαν απόπιαν με πολλή τους Και μεγάλην όρεξί τους· Λέγει ο πρώτος, είναι ώρα Να μισέψομε πλιο τώρα. Και σταφνίζεται να φύγη, Μόνε πούθε, δεν ξανοίγει· Στρίβεται, και αποράει, Τη συντρόφισσα τηράει· Μη κουμπάρε, λέγει η άλλη, Μη δειλιάζε 'ς· απογάλι, Και θαρρώ να ημπορέσω Πώς να βγούμε ναύρω μέσο. Να μου κάμης πλάταις, όσο Στην κορφή να σκαρβαλόσω. Κιαπέ όξω μόνε πάνω, Μη σε μέλει, εγώ σε βγάνω. Την ορμήνια μου αφηκράσου, Σιούκου ορθός στα μπροστινά σου, Προς τον τοίχο με τ' αστήθια· Εύγε σου μα την αλήθια. Τέντοσε τα μπροστινά σου· Στήλοσε τα κερατά σου· Βάστα φίλε, μη σπαράξης, Για να ιδής και να θιαμάξης. Είπε κι' έκαμε το πράμμα. Όξω ερρίχτηκε εν τω άμα· Κιαπέ σκύφτει και γελάει, Και τον Τράγο περγελάει, Που φωνάζει, φιληνάδα, Ήρθεν η δική μου αράδα. Μόν η πόνηρη εκείνη Τέτια απόκρισι του δίνει· Στα γεννάκιασου όσαις τρίχες Τόση γνώσι, Τράγε, αν είχες, Πριν εμπής θα συλλογιόσουν, Πώς απαύτου θα τραβιόσουν. Σε κάθ' έργο και δουλιά σου Που θελά καταπιαστής, Μη ποτέ αρχινάς με βια σου, Πριν το τέλος στοχαστής, Όλοι εύκολα θαρρούμε Κάθε είδος στην αρχή, Μόνε ύστερα απαντούμε Δυσκολίας ταραχή. Κι' αν κατόπι μετανιόσης Τότε πλιο τι σ' ωφελεί; Τη ζημιά σου θέλα νιόσης Μ' αδιαφόρετη χολή. Σε κάθε μέρος και καιρό Υπόφτευε τον πονηρό. Μ' αυτόν ποτέ μη φιλιωθής Στο ύστερο θα ζημιωθής. Γιατί το έχει φυσικό Να κάνη πάντοτε κακό. Του πονηρού τη συμβουλή Να τη μετράς επιβουλή. Τί σ' ό,τι σ' ορμηνεύει, Το κέρδος του γυρεύει.

ΜΥΘΟΣ ΙΑ'.

ΜΠΑΚΑΚΑΣ ΚΑΙ ΒΟΙΔΙ.

Βλέπει ο Μπάκακας το Βόιδι, Και στο χόντρο του αποράει, Το μεγάλο εκείνο σώμα Δε χορταίνει να τηράη. Οχ τα κέρατα ως τα νύχια Το ερευνάει με προσοχή, Κι' αγρηκάει μες την καρδιά του Κάπιας ζήλιας ταραχή. Λέει, κι' εγώ ένα ζώο είμαι· Αμ γιατί έτζι αυτό τρανό ; Αποτί εγώ στον κόσμο Ποταπό κι' ουτιδανό; Και μ' αυτόν το λόγο εβάλθη Το μικρό του το κορμί, Μάκρου πλάτου να φουσκόνη Μ' όση μπόρεγεν ορμή. Άλλος Μπάκακας κοντά του Γνώριμός του τον ρωτάει, Με το φούσκομα που κάνει Τι σκοπόν αυτός βαστάει· Θέλω λέγει να χοντρύνω, Σαν το Βόιδη να γενώ· Κύτταξέ με, ως πόσο λείπει, ίσια ίσια να φανώ; Τι είναι αυταίς η φαντασίαις, Που σου μπήκαν στο μιαλό; Αδερφέ μου, τράβα χέρι, Δε σου βγαίνει σε καλό. Τήρα εδώ, κιαπέ αφινέ ταις, Της ορμήνιαις τις πολλαίς. Που είσαι ακόμα όσο να φτάκης· Για ιδές τώρα^ πώς μου λες ; Να φουσκόσω ακόμα κι' άλλο; Λείπει, φίλε, περισσό· Τελοσπάντων για να σώση Σε Βοϊδιού κορμιού ποσό, Όσο γένεται με κόπο Και μ' αγώνα του ο καλός Ακατάπαυστα φουσκόνει, Ωσπού σκάζει σαν τρελλός.

Έτζι όλοι αποχαλνιούνται Όσοι δεν ευχαριστιούνται, Να πορεύουν τη ζωή τους Κατά την κατάστασί τους. Τα μεγάλα επιθυμόντας, Περηφάνιαις κυνηγόντας, Καταντάν σε φαντασία, Που τους φέρει εις δυστυχία. Και ο κόσμος, που τους βλέπει, Τους γελάει, γιατί τους πρέπει.

Η φαντασία, Σ' αυτή δε μένει, Στον κόσμόν όλο, Κι' ένα σκαλίδι Μ' αυτή τη ζάλη Αυτό κυττάζει, Ανησυχάζουν Ο κόσμος όλος, Ανώτερό του Κι' όλοι γελιούνται, Πασάνας θέλει Κι' επιζωής τους Για μεγαλεία Το δρόμο τρέχει Κοινή μωρία. Αυτός παντέχει· Εις το κεφάλι, Αράδα να 'χη, Μικροί μεγάλοι· Στρίφει τη ράχη. Καλήτερό του Παρέκει βγαίνει, Για ισότιμό του. Πάντ' ανηβαίνει· Έχει, δεν έχει, Για αυτό κοπιάζει Που τα μεγάλα Για να φαντάζη. Σε όπια λάχη Τυφλά κινιούνται, Ποσώς δε στρέγει, Ταλαιπωριούνται.

Μέτραγε τα έξοδά σου, κατά το εισόδημά σου. Και έτζι ζιής ευτυχισμένος, κι' οχ τον κόσμο [παινεμένος.

ΜΥΘΟΣ ΙΒ'.

Οι Λαγοί.

Σ' εποχή καιρών και χρόνων Των παμπάλαιων αιώνων Οι Λαγοί αποσταμένοι Μια ζωή βασανισμένη Να διαβαίνουν εξαιτίας Της μεγάλης τους δειλίας, Στην απελπισία φτάνουν Να προκρίνουν να πεθάνουν· Κι' ένα τέλος πλιο να φέρουν Στα δεινά οπού υποφέρουν. Λεν, 'ς της γης αυτήν τη σφαίρα Τα κακά 'που πάσα ημέρα Κακορρίζικοι τραβούμε Σ' άλλα ζώα δε θωρούμε. Μ' ακατάπαυταις τρομάραις Συγκρατούμεναις λαχτάραις, Μοναχοί είμαστε απ' όλα Δυστυχώτεροι καθόλα. Οι Αϊτοί θροφή μας έχουν Τα θεριά μας κατατρέχουν· Και του ανθρώπου η κακία Υστερνή μας δυστυχία. Με φωτιαίς αρματομένος, Με σκυλλιά συνοδεμένος, Αφορμής να ξεφαντόση Έρχεται να μας σκοτόση. Κι' είναι δίχως καταφύγι Της φυλής μας το κυνήγι. Τοσο που παντού διωγμένοι Λογιαστά πολεμημένοι, Η καρδιά μας πάντα δαίρει Και κρυμμένοι μες τη φτέρι, Διό αντάμα δεν κοτούμε Πουθενά να ευρεθούμε. Κάθε χτύπος μας τρομάζει· Ως κι' ο ίσκιος μας πειράζει· Και τα μάτια, αν κοιμηθούμε, Οχ το φόβο δε σφαλνούμε. Έναν θάνατο χρωστούμε· Μια φορά καν ας χαθούμε. Και με τα παράπονά τους Σε μια λίμνη εκεί κοντά τους Παν με τέλια απόφασί τους Να σκολάσουν τη ζωή τους. Προς της άκραις ότι σόνουν, Κοντοστέκοντας ζυγόνουν· Κι' ένα πλήθος Μπακακάδες Που εμούλοναν σ' αράδες, Την πεδοβολή αγρηκόντας Στα νερά βουτάν πηδόντας Κι' οι Λαγοί να ιδούν, πως κι' άλλοι Ζιούσαν σ' όμια φόβου ζάλη, Το σκοπό ξαποφασίζουν Και στα πλάγιά τους γυρίζουν. Όσο και να δυστυχάη Όποτε άνθρωπος μετράει Μ' αλλουνού ομιοπαθή του Την πικρή κατάστασί του, Και παρατηράει την ξένη Πλιο πολύ βασανισμένη, Βρίσκει τότες κάπια αιτία Την πολλή φιλοτιμία Της καρδιάς του να ησυχάση Τα δεινά του να ξεχάση.

Του δειλού και φοβιτζιάρη Λείπει ελευθεριάς η χάρι, Και στον κόσμον όσο ζη, Οχ το δυνατώτερό του Σκάλβος σέρει το ζυγό του Με τους φόβους του μαζί.

ΜΥΘΟΣ ΙΓ'.

Ο ΓΑΙΔΑΡΟΣ ΝΤΥΜΕΝΟΣ ΛΙΟΝΤΟΤΟΜΑΡΟ.

Ο Γάιδαρος μια ημέρα Ντυμένος πέρα πέρα Με Λιονταριού τομάρι, Σα δυνατό Λιοντάρι, Της γειτονιάς τα ζώα, Και άγρια και αθώα, Με τόλμη κυνηγάει, Παντούθε τα προντάει· Εκείνα τρομασμένα Αναμεράν κρυμένα, Και δίχως ν' αναμείνου Τόν τόπον άδιο αφίνουν. Και τότε η αφεντιά του Με πάσα ελευτεριά του Χωρίς δουλιάς αντράλα Εμπήκε στα μεγάλα. Τους κάμπους τριγυρίζει, Τη χλοή ροκανίζει Ως θέλει η όρεξί του Χωρίς αντήρησί του. Ξαπλόνεται, γκυλίεται, Κι' αφέντης πλιο λογέται· Μόν η Αλπού, που όλο Υπόφτευε το δόλο, Σαν πόνηρη ερευνόντας, Καλά παρατηρόντας Από το ένα αυτί του Την ψεύτικη στολή του, Κι' από το γκάρισμά του Την τέλια γαϊδουριά του· Σωστά βεβαιομένη, Την είδησι προφταίνει Ευτύς του νοικοκύρι, Οπού είχε παραδείρει, Πολλά περιπατόντας, Το γάιδαρο ζητόντας Κι' οπού σαν το μαθαίνει; Τον πιάνει και τον γδαίνει, Του βάνει το σαμάρι, Και πάλε σα γομάρι Στο σπίτι του τον φέρει, Και, ως έπρεπε, τον δαίρει·

Με πλούσια και λαμπρή στολή Στον κόσμο, βλέπομε, πολλοί Απ' όλους να τιμιούνται, Μεγάλοι να μετριούνται. Γιατί των πρόστυχων ο νους Στοχάζεται, πως σ' αυτουνούς Η τύχη έχει δόση Με τα καλά, και γνώσι. Μόν αν με μέτρα προσοχής, Η καταντήσουν δυστυχείς, Ο φρόνιμος θελήση Να τους παρατηρήση, Θελα τους βρη ουτιδανούς, Από προτέρημα γυμνούς, Με μόνη φαντασία, Και γνώμης απορία. Το αξίωμα όσα δίνει Στην υπόληψιν ενού, Μόνε λείψη τον αφίνει Μες το πλήθος του κοινού. Το προτέρημα χαρίζει Αναφαίρετη τιμή, Και τον κάνει να αχρήζη, Και παντού να ευδοκιμή.

ΜΥΘΟΣ ΙΔ'

ΚΟΡΑΚΑΣ ΚΑΙ ΑΛΕΠΟΥ

Σε δέντρο απάνω ο Κόρακας εκάθησε απετόντας, Στη μύτη του βαστόντας Μια γρούδα από τυρί. Η Αλουπού διαβαίνοντας Καταλαχού απέκει, Τον βλέπει· κοντοστέκει Η παραπονηρή. Καν με το νου σοφίζεται Το πώς να τον γελάση, Και τη χαψιά να φτάση Οχ το κλαρί ψηλά. Κοντά στη ρίζα εζύγοσε Και με ταπεινοσύνη, Πλαστήν αγαθοσύνη, Τα μάτια χαμπηλά, Κυρ Κόρακα, του φώναζε Πετούμενο αντριομένο, Με χάρες στολισμένο, Εγώ σε προσκυνώ. Ω! πόσο ωραία κ' ώμορφα Αστράφτουν τα λαμπρά σου Αμίμητα φτερά σου Σε χρώμα έτζι σεμνό. Ω! πόσο μέλη σύμμετρα Ορέχτηκεν η φύση Εσένα να χαρίση Με τέχνη χωριστή. Αμ η λιαλιά σου τάχατε Σαν τι γλυκάδαις να 'χη; Καλότυχος που λάχη Να την αφηκραστή. Κι' εκείνος, όμοιον έπαινο Ν' ακούση, δεν κρατιέται, Σε τόπο δε χωριέται, Μήτ' έχει υπομονή. Το λιάραγκά του ετέντοσε, Της γκάβραις αρχινάει, Και το τυρί απολνάει Να δείξη τη φωνή. Η Αλουπού αρπάζοντας Τη γρούδα τον τηράει, Τον αποχαιρετάει, Του λέγει· όλα καλά Τα έχεις, φίλε, εξαίρετα, Μόν ένα να πασχήσης Ακόμα ν' αποκτήσης Κυρ Κόρακα, μυαλά. Γιατί η κολακεία Μες τη φιλοτιμία Με τρόπο μας εγγίζει, Γλυκά μας γαργαλίζει, Για ταύτο μας αρέγει Σε όσα αυτή μας λέγει· Μόν όποιος να βαθύνη Είν' εύκολο να κρίνη. Ο κόλακας τη γλώσσα, Που σ' επαινάει σε τόσα, Κινάει από σκοπό του Για μόνο διάφορό του. Του κόλακα τ' αχείλια Εκεί πού σ' επαινούν, Εκεί σε περιπαίζουν, Και σε καταφρονούν· Και σε επαινάει πάντα Με τέλος και σκοπό, Για ν' απολάψη μόνον Ωφέλεια και καρπό.

ΜΥΘΟΣ ΙΕ'.

ΑΛΟΥΠΟΥ ΚΑΙ ΛΙΟΝΤΑΡΙ.

Η Αλπού σε κάπια μέρη, Που μια ημέρα γύραις φέρει, Και θροφή ζητάει να βρη, Κει που τήραε λογυρά της Το Λιοντάρι απ' ομπροστά της Να διαβή άξαφνα θωρεί. Κι' αφορμής καμμιά φορά άλλη Δεν το ίδε· τόση ζάλη, Και τρομάρα δυνατή Την καρδιά της κυριεύει, Που νεκρή με μιας κοντεύει Καταγής να σωριαστή. Δεύτερη φορά συμβαίνει, Σ' άλλο μέρος το ανταίνει, Και με φόβο σταματάει· Μόν σαν πρώτα δεν τη σκιάζει· Και να το χαμοκυττάζη Όλο σαν αποκτάει. Να το ιδή κι' αλλού τριτόνει, Παρευτύς σ' αυτό ζυγόνει, Και με όψι θαρρευτή Το θηρίο ακλουθόντας, Και μ' αυτό συνομιλόντας, Συνοδιά του περπατεί.

Όσο και αν είναι φοβερό Το καθετί, με τον καιρό Πασάνας συνηθάει Να το καταφρονάη. Και αντίς την πρώτη ταραχή Οπού μας φέρει στην αρχή, Τελιόνει κάθε θιάμα, Συνηθισμένο πράμμα.

ΜΥΘΟΣ ις'.

ΚΡΙΑΡΙ, ΑΡΝΑΔΑ, ΓΟΥΡΟΥΝΙ ΚΑΙ ΓΑΙΔΑΡΟΣ

Τρία ζώα ανταμομένα Σ' έναν Γάιδαρο βαλμένα Κάπιος είχε ξεκινήση Σε μια χώρα να πουλήση. Στη ζερβιά από το σαμάρι Ενα ήμερο Κριάρι, Και μια Αρνάδα από τη δέξια Φορτομένα είχ' επιδέξια Αποπάνω και στη μέση Δίπλα πάλι είχ' αποθέσει. Γουρουνόπουλο θρεμμένο, Μ' αλαφρό σκοινί δεμένο. Εξοπίσω πάει ατός του Και το Γάιδαρον ομπρός του Για να μην αργοπατάη, Με το ξύλο τον χτυπάει· Και το δόλιο το Γομάρι Γληγορεύει το ποδάρι, Κι' αγωνίζεται με γνώση Της ξυλιαίς για να γλυτρώση. Τα διο πρόβατα, σα ζώα Απονήρευτα κι' αθώα Δεν τηράν παρά να σώσουν Κι' οχ τον κόπο ν' αλαφρώσουν. Το Γουρούνι απ' όλα τ' άλλα Με σκουξίματα μεγάλα Να χτυπιέται δε σιγάει Και τον κόσμο τρικυμάει· Οχ το βάρος κουρασμένο, Και καταγαναχτησμένο, Το Ζοντόβολο γυρίζει, Και παρόμια τ' ονειδίζει· Άτζαλο Γουρούνι, αλήθεια, Τι είν' αυτή η κακή συνήθεια· Μια στιμή να μη τζωπαίνης, Και τ' αυτιά μας ξεκουφαίνεις. Πια ανάγκη, και πια χρεία, Έτζι αδιάντροπα κι' αχρεία Σε στενεύει να χουγιάζης, Κι' όλους μας να μας πειράζης; Δεν τηράς πως φορτωμένος Μετ' εσάς εγώ ο καϋμένος, Τι τραβώ και δοκιμάζω, Και παράπονο δε βγάζω; Πάρε καν παράδειμμά σου Οχ την ίδια συντροφιά σου, Που παράνω τυραγνιούνται, Και καθόλου δε γρηκιούνται. Δεν τους φτάνει, που σφιμένα Στης τριχαίς σαν κρεμασμένα Σ' έχουν αποπανωθιό τους, Βάσανο ξεχωριστό τους· Μόνε δίχως καμμιά αιτία, Κι' από μόνη αδιακρισία, Τους σκοτίζεις το κεφάλι Με τις γκάβρας σου τη ζάλη. Το Γουρούνι λόγια τόσα Οχ του Γάιδαρου τη γλώσσα Να ακούη, καιρό δε χάνει, Τέτια απόκρισι του κάνει· Να σου ειπώ, του λέει, δεν ξέρω Τι υποφέρεις, τι υποφέρω, Μόνε ξέρω κι' απεικάζω, Πως με δίκιο ανησυχάζω. Γιατί οι αθρώποι εσάς σας έχουν, Στης δουλιαίς τους να προσέχουν, Και στη ράχη σας να φέρουν Όσα βάρη μεταφέρουν. Κι' ο αφέντης που σ' ορίζει, Αφορμής και σε γνωρίζει, Σαν οκνόν και ακαμάτη, Σε ραβδίζει από κομμάτι· Όθεν είσαι αναγκασμένος, Σα σε ταύτα μαθημένος, Να περνάς σε ησυχία Δίχως άλλη σου υποψία. Αν τα πρόβατα παντέχουν Κάννα κίντυνο δεν τρέχουν, Μη θαρρείς απ' αγνωμιά τους Δε νογάν τη συφορά τους. Μόνε οι αθρώποι τα κουρεύουν, Τα αρμέν, τα σημαδεύουν. Κι' αφορμής συχνά το κάνουν, Και αυτά κακό δε βάνουν. Αμ εγώ, κυρ Γάιαδρέ μου Που δεν έμαθα ποτέ μου Από όλ' αυτά κανένα, Τι καλό θωρώ για μένα; Και τι άλλο όχ το μαχαίρι Του αφέντη μου το χέρι Καρτερώ για να μου δώση, Όπου να με ξεφορτώση; Αν φωνάξω δε σου φταίγω, Άφινέ με καν να κλαίγω, Κι' ως μπορώ να ξεθυμάνω, Επειδή και θα πεθάνω. Ο Φρόνιμος, και ο γνωστικός, Παντού υπομονετικός, Της τύχης την καταδρομή Ποτέ δεν παίρει με ορμή· Αλλ' υποφέρει τα δεινά Με μέτρα γνώμης ταπεινά. Και με αυτό στη συφορά Λαβαίνει κάπια διαφορά. Γιατί κυττάζει το κακό Λιγώτερο ενοχλητικό. Εξεναντίας ο τρελλός Δεν ησυχάζει παντελώς· Τον κόσμον όλον ενωχλάει, Χωρίς αυτόν να ωφελάη. Και στο γραφτό του προχωρεί Με πέδεψίτου τρομερή.

ΜΥΘΟΣ ΙΖ'.

ΚΙΚΙΔΙ ΚΑΙ ΝΥΚΤΕΡΙΔΑ.

Το Κικίδι σφαλησμένο Σε μικρό κλουβί πλεμμένο Όξω από το παραθύρι Του σπιτιού ενού νικοκύρη, Ελαλούσε πάσα βράδυ Ότι αρχίναε το σκοτάδι· Και μια κάπια Νυκτερίδα Με περιέργειας φροντίδα, Τούτο αφού παρατηράει Το ζυγόνει, το ρωτάει, Για να βγη οχ την απορία, Από πια αφορμή κι' αιτία, Την ημέρα να σιγάη Και τη νύχτα να λαλάη. Να σου ειπώ, αδερφή, της λέγει· Μια φορά πασάνας φταίγει, Μόν ο φρόνιμος σαν πάθη, Υστερώτερα θα μάθη Να νογάη, και να προβλέπη Να φυλάγεται όπως πρέπει· Έτζι εγώ μες το τριφύλλι Δε μ' απόσταινε τ' αχείλι, Άνοιξι και καλοκαίρι, Να λαλώ το μεσημέρι· Μόν αφόντης μ' έχουν πιάση, Η ανάγκη μ' έχει βιάση Το συνήθιο μου ν' αφήσω, Κι' άλλα μέτρα ν' αποχτήσω.

Ήταν χρεία πριν αντέσης Να το κάμης, να κερδέσης· Να αλλάζης όμως τώρα Γνώμη, φίλε, δεν είν' ώρα, Τ' αποκρίθηκεν εκείνη, Τι ωφέλια δε σου δίνει.

ΜΥΘΟΣ ΙΗ'.

ΑΡΚΟΥΔΑ ΚΑΙ ΛΙΟΝΤΑΡΙ.

Αρκούδα από 'ναν λόγγο Μεγάλη, δυνατή, Να κυνηγήση βγαίνει, Στον κάμπο περπατεί. Κι' αλλούθε το Λιοντάρι Στο δρόμον απαντάει, Οπού θροφή κι' εκείνο Πηγαίνοντας ζητάει· Παράμερά τους βλέπουν Στον ίδιον τον καιρό Σε σιάδι να μουλόνη Λαγόν τρανόν, χοντρό· Κι' ως ήταν πεινασμένα Δεν άργησαν στιμή Να στρίψουν, να χυμήσουν Απάνω του μ' ορμή. Μόν θέλοντας το ένα, Το άλλο μερτικό Τελείως να μη πάρη Να μείνη νηστικό, Με λύσσα συνατά τους Να πιάνονται αρχινούν, Φριχτή μεγάλη μάχη Πεισματικά κινούν. Στο τέλος μη μπορόντας Στα πόδια να σταθούν, Οχ τον πολύν αγώνα Καθόλου να ορθοθούν. Αποσταμένα πέφτουν Στη γη ξαπλοταριά, Κειτάμενα σαν ψόφια, Δεξιά ζερβιά μεριά. Και το Λαγό στη μέση Κομμάτι τρυφερό Με θλίψι τους κυττάζουν, Και μάτι λυπηρό. Η Αλουπού σε ταύτο Περνόντας αποκεί, Καθώς τα πάντα ίδε Καλά προσεχτική, Τρεχάτη ανάμεσά τους Αδράζει το Λαγό Και φεύγει προς το δάσος Με πάτημα γοργό· Τα διο θηρία τότε Με πόνου στενασμό, Ω τρέλα ! λέν' ω γνώμη Χωρίς συλλογισμό ! Μαλόσαμαν οι άθλιοι Σχεδόν ως τη σφαγή, Τοιμάζοντας και μόνον Της Αλουπούς φαγί.

ΜΥΘΟΣ ΙΘ'.

ΓΕΡΟΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ.

Ένας Γέρος σε φτώχιας ανάγκη, Άλλον τρόπο να ζήση δεν είχε, Χώρια ξύλα να κόφτη στον λόγγο, Μεταβιάς το ψωμί του να βγάζη. Μιαν ημέρα βαριά φορτομένος, Περπατόντας σ' ορθό μονοπάτι, Οχ τον κόπο, και κάμμα του ήλιου Την ανάσσα να πάρη δε φτάνει· Σ' έναν όχτο τ' ανάσκελα πέφτει· Και στο μέγα πολύ κούρασμά του Τη ζωή του μισόντας βαριέται, Και το χάρο με πόθο του κράζει. Να ο χάρος ομπρός του πετιέται, Το δρεπάνι κρατόντας στο χέρι, Μ' άγριαν όψι, και σχήμα τρομάρας, Για είμαι, Γέρο, του λέγει· τι θέλεις; Αχ! ο γέρος ευτύς αποκρίθη, Το ζαλίκι μου αυτό δεν μπορούσα Να σηκόσω· σε φώναξα ο δόλιος Να μου δόκης ολίγη βοήθεια.

ΜΥΘΟΣ Κ'.

ΛΙΟΝΤΑΡΙ, ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΑΛΟΠΟΥ.

Λιοντάρι, Λύκος, κι' Αλπού αντάμα Τα τρία βγήκαν να κυνηγήσουν Με συμφωνία, πως ό,τι πιάκουν, Να το μοιράσουν ανάμεσά τους. Πολύ και πλούσιο κυνήγι κάνουν, Κι' αφού σε μέρος τα αραδιάζουν, Του Λύκου λέγει το Λεοντάρι Σε τρία μέρη να τα χωρίση. Εκείνος τότε, κι' αν λαιμαργάει, Σα φυσικό του, βαστιέται ωστόσο· Κι' από το φόβο του ανώτερου του Με δικαιοσύνη τα διαμοιράζει. Ο Βασιλέας των τετραπόδων Με άγριο βλέμμα καταφρονόντας Ισοτιμία, που δεν του πρέπει, Μ' οργή το Λύκο ευτύς ξεσκίζει· Και της Πανούργας το βάρος δίνει Να κάμη εκείνη, καθώς ηξέρει. Σωρόν ομπρός του τ' απανωτιάζει, Κι' αυτή κρατάει πολλά ολίγο. Πιος σ' έχει μάθη, της λέει, Κουμπάρα, Με τόσο δίκιο να διαμοιράζης; Σκυφτά εκείνη του απηλογήθη. Του Λύκου, αφέντη, η δυστυχία {4}·

ΜΥΘΟΣ Α'.

ΖΙΝΖΙΡΑΣ ΚΑΙ ΜΥΡΜΗΓΚΙ.