Part 1
Produced by Sophia Canoni
Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been transferred at the end of the book. An added footnote is included in []. The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed.
Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.Μια υποσημείωση που προσετέθει περικλείεται σε []. Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
I Ω Α Ν Ν Ο Υ Β Η Λ Α Ρ Α
ΜΥΘΟΙ.
Paris - Imprimerie Ad. Laine et J. Havard, rue des Saints - Pères. 19.
ΙΩΑΝΝΟΥ ΒΗΛΑΡΑ
ΜΥΘΟΙ
Β' Έκδοσις του Εθνικού Ημερολογίου
ΕΝ ΠΑΡΙΣΙΟΙΣ
1865
Τιμάται χρυσοδεμένη μεν και μετά εικονογραφιών φράγκων τριών, άδετος δε δραχμής, και πωλείται εν Παρισίοις παρά τω εκδότη του Εθνικού Ημερολογίου, rue des Saints-Pères, 19 και εν Αθήναις παρά τω φωτογράφω Κ. Δημητρίω Κωνσταντίνω.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΗΛΑΡΑΣ.
Ιωάννης ο Βηλαράς, υιός Στεφάνου ιατρού Ιωαν- νίτου και Τάρσας Πελοποννησίας, εγεννήθη εις Ιωάν- νινα, όπου και επέρασε τας πρώτας σπουδάς της Ελ- ληνικής παιδείας εις το Κοινόν της πατρίδος του Γυμνάσιον. Από τον πατέρα του εδιδάχθη την λα- τινικήν, ιταλικήν , και γαλλικήν γλώσσαν, και τα στοιχειώδη μαθηματικά, με φανεράν επίδοσιν.
Απ' τα μικρά του ακόμη έδειχνε διάθεσιν διά την ποιητικήν, και πάντοτε κατεγίνετο να παιγνιδίζη εις διάφορα είδη ποιήσεως, μάλιστα της κωμικής και σατυρικής.
Όταν είχε δεκαοκτώ χρόνους, εστάλθη από τον πατέρα του εις το Παταύιον της Ιταλίας, όπου εσπούδασε με μεγάλην επιμέλειαν τας ιατρικάς επι- στήμας· και αφού επέστρεψεν εις την πατρίδα του επροσκολλήθη εις την δούλευσιν, ως ιατρός, του Βελή Πασσά, υιού του Αλή Πασσά, τον οποίον ηναγκάσθη ν' ακολουθήση εις όλας τας εκστρατείας και κυβερνή- σεις του, εις τον πόλεμον κατά του Βερατιού, εις το Πασσαλίκι του εις τον Μωρέαν, εις το Ρουστζούκι, όταν οι Τούρκοι εκίνησαν κατά των Ρώσσων, και εις την Λάρισσαν· όταν ο Βελής ηταν Βεζίρης Τρικ- κάλων.
Αυταί αι περιστάσεις τον έδωσαν αιτίαν να περιέλθη την Πελοπόννησον, Θεσσαλίαν, Ήπειρον, Βουλγα- ρίαν, Μακεδονίαν, και Παριστρίδα. Ως τα ύστερα, κατεκάθησεν εις την πατρίδα του τα Ιωάννινα, επ- αγγελλόμενος τον ιατρόν της πόλεως και του γυναι- κωνίτου (χαρεμιού) του Βελή, απολαμβάνων όσην οικειακήν ευδαιμονίαν, και όσην αφιέρωσιν εις την σπουδήν ημπορούσε τότε να συγχωρήση η σιδηρά του τυραννούντος Αλή χειρ. Κατά τους 1820, τον μήνα Αύγουστον, όταν επολεμήθη ο Αλής από τα στρα- τεύματα της Π ό ρ τ α ς, ευγήκεν αυτός, με τους λοι- πούς φεύγοντας τον κίνδυνον Ιωαννίτας, και διεσώθη εις το Τζεπέλοβον του Ζαγοριού. Εις εκείνην την ελε- εινήν καταστροφήν, η φωτιά της πολιορκίας των Ιωαννίνων του καταλύωσεν όλην την περιουσίαν, και τον κατήντησε πάμπτωχον. Τέτοια θλιβερά περί- στασις, και τόσα άλλα ψυχικά και ηθικά πάθη, ενερ- γούντα δυνατά εις μίαν αισθαντικήν ψυχήν, του επρο- ξένησαν απ' ολίγον ολίγον ένα μαρασμον , όπου κατά τους 1823, Δεκεμβρίου 28, τον έσυραν, πενήντα δύω χρόνων ακόμη, εις τον τάφον πάρωρα.
Αυτός άφησε μίαν γυναίκα χήραν και δύω υιούς να κλαίουν την ορφάνιαν ενός αγαθού πατρός. Τον πρώτον του υιόν αφού τον επρόκοψεν αρκετά εις τον δρόμον της σπουδής και της αρετής, ζων ακόμη, τον έστειλεν εις Ναύπλιον να συναγωνισθή με τους άλ- λους ομογενείς του.
Όσοι εγνώριζαν τον Βηλαρά, όλοι ήσαν ομόφωνοι διά την πολυμάθειάν του. Ενώ εφαίνετο στολισμέ- νος με βαθειάν γνώρισιν των επιστημών, ήτον εμ- πειρότατος εις την τέχνην του, χαιρόμενος κατά τούτο την γενικήν των συμπολιτών του εμπιστοσύ- νην. Εις όλας τας συνομιλίας του έδειχνε μεγάλην κατανόησιν. Ήτον εγκρατής της αρχαίας φιλολο- γίας, και πάντοτε είχε την ετοιμότητα να εμψυ- χώνη τον σωρόν των γνώσεων του με μιαν δραστή- ριον και λαμπράν φαντασίαν και εις όλας τας περι- στάσεις αι φιλολογικαί του γνώσεις ανεφαίνοντο με ζωηρότητα αγχινοίας.
Αλλά περί της μεγαλονοίας του Βηλαρά, όλος ο θαυμασμός των συμπολιτών του, και όλοι οι έπαινοι των ομογενών του θα ενομίζονταν ίσως φιλοπροσω- πία, κοντά εις την αδέκαστον μαρτυρίαν όπου ο περίφημος Άγγλος ιατρός Ενρίκος Όλλανδ κατα- χώρισε περί αυτού εις τας κατά την Ελλάδα περιη- γήσεις του, γενομένας τους 1812 και 1813, και τυ- πωμένας εις Λονδίνον. Του σοφού τούτου Αγγλου η μακρυνή διατριβή εις Ιωάννινα, του έδωσε πολλάς περιστάσεις να ιδή τον Βηλαρά εις διαφόρους ηθικάς θέσεις.
« Εις αυτάς και άλλας συνομιλίας (λέγει ο Κύριος « Όλλανδ) ηύρα τον Βηλαρά άνθρωπον πολυμαθή « και πολλά ειδήμονα των φυσικών και μεταφυσι- « κών επιστημών. Αυτός χαίρεται την φήμην, και « πιστεύω αξίως, ότι είναι ο πρώτος βοτανικός της « Ελλάδος. Έδειχνε ότι πολύ εσκέφθηκε διά τα διά- « φορα υποκείμενα της μεταφυσικής και ηθικής, και « η ομιλία του περί τούτων εφύλαττε τον ίδιον τόνον « του σατυρικού σκεπτισμού, οπού έκαμνε να υπο- « φαίνεται εις όλας γενικώς τας γνώμας του. Το « ποιητικόν αυτού προτέρημα δεν ήτον κατώτερον « των γνώσεών του εις την φιλολογίαν και τας επι- « στήμας. Είχα μίαν ευκαιρίαν να δοκιμάσω την « ποιητικήν του ευκολίαν δίδωντάς του ένα ή δύω « κομμάτια Αγγλικής ποιητικής, με το μέσον της « Ιταλικής γλώσσης, τα οποία, ολίγα λεπτά του « έφθασαν να φέρη εις γραικικούς στίχους.
« Κοντά εις αυτά του τα χαρίσματα της πολυμα- « θείας και ευαισθησίας, ήνωνε εις τον χαρακτήρα « του εκείνο το στοϊκόν ήθος, καθώς είπα, οπού κά- « ποτε τον ανέβαζεν εις ένα ύψος και έπαρσιν, οποίον « θα εταίριαζε καλλίτερα εις τους παλαιούς χρόνους « της ελευθερίας, παρ' εις την νέαν αυτήν αθλιό- « τητα {1}. Dr. H. Hollands Travels in Greece, p. 274
Το στοϊκόν ήθος οπού ο Άγγλος περιηγητής απο- δίδει εις τον Βηλαρά, ήτον ίσως κοινόν εις όλους τους αληθινά πεπαιδευμενους της Ελλάδος· επειδή, εις το πέλαγος των ηθικών παθημάτων οπού ευρί- σκετο η πατρίς και το έθνος, τι άλλο ημπορούσε να κάμη τον ευαίσθητον σπουδαίον να ανθέξη, παρά μία καρτερία υπερβολική, οπού στα μάτια κάθε ξένου έπρεπε να νομισθή στοϊκισμός ;
Τα ποιητικά προτερήματα του Βηλαρά φαίνονται εις όλα του τα ποιήματα. Το είδος όμως εις το οποίον επέδιδεν εξαίρετα ήτον το σατυρικόν. Έγραψε πολ- λούς μύθους, πολλά ερωτικά, και πολλά κομμάτια εις το πεζόν {2}.
Αυτών των συγγραμμάτων του ένα μέρος μόνον έγινε τρόπος, όσον συγχωρούσαν αι περιστάσεις, να μαζωχθή και να τυπωθή, όχι μόνον διά να γίνη κοι- νόν εις το έθνος, αλλά και διά να δοθή κάποια βοή- θεια εις την χήραν γυναίκα του, η οποία, διά τα φρικτά της πατρίδος δυστυχήματα, έμεινεν στερη- μένη των αναγκαίων και εις την οποίαν θα δοθούν όλα τα χρήματα όπου θα συναχθούν από την παρού- σαν έκδοσιν, αφ' ού εύγουν τα αναγκαία της εκδόσεως έξοδα. Εδώ πρέπει να κηρυχθή η μεγάλη ευγνωμο- σύνη οπού χρεωστείται εις την γενναιότητα των συνδρομητών, των οποίων ετυπώθησαν τα ονόματα εις το τέλος του βιβλίου, και οι οποίοι, ευθύς οπού ήκουσαν τον σκοπόν της εκδόσεως, συνέτρεξαν με την πλέον καλοπροαίρετον γενναιότητα.
Η ανάγνωσις του Βιβλιαρίου αρκεί να δώση εις τον καθ' ένα αρκετήν ιδέαν της χαριτωμένης φαντα- σίας του ποιητού. Εις τους μύθους, εις τα σατυρικά, και εις την μετάφρασιν της Βατραχομυομαχίας, είναι αξιοθαύμαστος, και γλυκύτερος αφ' όσους έγραψαν παρόμοια έως τώρα στην γλώσσαν μας. Και εις τα ερωτικά του δεν έχει άλλον από τον Α. Χριστόπουλον να του ομοιάζη. Οι στίχοι του όλοι τρέχουν απαλά και γλυκά, χωρίς εκείνους τους στρεβλισμούς, παρα- γεμισμούς, ή ανυπόφοραις συνωνυμίαις, οπού συχνά φαίνονται εις τα συγγράμματα των ολίγων της γλώσ- σης μας ποιητών.
Αλλ' η γλώσσα του. . . αυτό είναι ένα υποκείμε- νον περί του οποίου ή πρέπει τις να ειπή πάρα ολίγα, ή πάρα πολλά. Ως προς το ιδίωμα, αυτός εφύλαξε το τοπικόν του, δηλ. εκείνο οπού ομιλούν εις όλην την Ήπειρον έως τα μέρη της Θεσσαλίας. Εις αυτό έκαμε, καθώς ο Θεόκριτος, και καθώς όλοι οι νέοι μας ποιηταί από την Κρήτην. Πιθανόν το ιδίωμα τούτο να φανή παράξενον εις την Θράκην, εις τα παράλια της μικρας Ασίας, εις την Πελοπόν- νησον, ή όπου αλλού δεν συνηθίζεται. Αλλ' ο Βηλα- ράς λέγει ότι έγραψε διά τους συντοπίτας του, και μ' αυτό έχει στο μέρος του όλα τα δίκαια.
Περί δε του ύφους της γλώσσης αυτός ο ίδιος εξη- γεί τας ιδέας του εις τον Σοφολογιώτατον και Κολο- κυθούλην. Ο μοναχός σκοπός του, σύμφωνα με όλους τους φρονίμους σπουδαίους, ήτον να γίνη καταλη- πτός εις το έθνος. Αν το ύφος οπού ηκολούθησε είναι το αρμοδιότερον μέσον, ή όχι, αυτός δεν είναι ο αρ- μόδιος τόπος ν' αποδειχθή, επειδή είναι υποκείμενον οπού έδειξεν ως τώρα, ότι ολίγα λόγια δεν το τελειώ- νουν. Ένα μόνον πρέπει να ειπωθή, ότι του Βηλαρά το ύφος όχι μόνον καταλαμβάνεται από όλους, αλλά και καταθέλγει και καθηδύνει όλους, όσους έχουν ψυ- χήν και αίσθημα εξανθρωπισμένον να αισθανθούν τα πετάγματα της ζωηράς του και ανθηράς φαντασίας.
Κορφοί, 1827.
Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ.
ΙΩΑΝΝΟΥ ΒΗλΑΡΑ
Μ Υ Θ Ο I.
Τα παραμύθια ιστορώ, Τους μύθους ξεδιαλέγω. Στολνώ το ψέμα όσο μπορώ, Και την αλήθια λέγω.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Βουλή μου ήρθε, κι' όρεξι στη λύρα μου ν' αρχίσω, Του Αίσωπου τους ήρωες να γλυκοτραγουδήσω. Με λόγους ζώων αλόγων, αψύχων παροιμίαις, Σ' αυτό το λογικώτατο να δώκω νουθεσίαις.
Ω Φαντασία ζωντανή, που στα μυαλά φωλιάζεις· Κι' οπού με χέρι δυνατό κρατάς και τα υποτάζεις. Οπού σοφών και παλαυών εσύ το νουν ορίζεις, Τους στοχασμούς τους, κυβερνάς· τα έργα τους διορίζεις. Οπού το παν εξιστοράς σ' ενού μυαλού τον τόπο, Ήτε κοιμάται ή αγρυπνάει, χωρίς κανέναν κόπο. Οπού τεχνών κι' επιστημών και συστημάτων βρύσι, Ζωγράφος είσαι λογιαστός στη λογιαστή τη φύσι. Εσένα κράζω βοηθόν στης συγγραφής την ύλη. Λάμψε σ' εμένα φωτεινή, κι' οδήγα το κοντύλι, Να δυνηθώ με των Μουσών την γλώσσα και τον τρόπον Να ιστορήσω, όσα ειπώ, ν' αρέσου των ανθρώπων.
Σε μια εποχή αλλοτεσινή, που πονηριαίς και δόλοι, Το κύρος είχαν δυνατό στην οικουμένην όλη, Γιατί το Ψέμα τολμηρό με πλάνον είχε φτάση, Τον εαυτό τους των πολλών τη γνώμη να θρονιάση. Με παρρησία στο κοινό οπού ήθελε να τρέχη, Ελεύτερο, ανεπόδηγο, και κόπον να μην έχη. Να περπατή με σοβαρό, με περιφάνιας ήθος, Και να τρομάζη των μικρών και των τρανών το πλήθος. Να βρίσκη χώρα σ' ολουνούς· παντού συντροφευμένο. Σε κάθε σπίτι αγαπητό, και περιποιημένο.
Η μαύρη αλήθεια από καιρούς και χρόνια εξορισμένη, Από τον κόσμο μισητή, κι' όξω απ' αυτόν κρυμμένη, Σ' ανήλιον τόπο ανάμερον, και σε πυκνό σκοτάδι, Είχε αποκάμη κατοικιά μεσ' σε βαθύ πηγάδι. Μήτ' αποκείθε εκόταγε να βγη σε ημέρας φέξι, Με δίχως κίνδυνο άφευχτο, χωρίς βαργιά να φταίξη. Κει μέσα πάντα μοναχή στον πάτο σφαλισμένη, Από το φόβον άκοπα σκληρά βασανισμένη, Αν επιτύχαινε καιρό τη νύχτα να ημπορέση Σε φίλου, ή γνώριμου παλιού το σπίτι να χωρέση. Την συντροφία του εχαίρονταν στιμαίς με τρόμου ζάλη· Και κλειόνταν γλήγορ' άφαντη μες την κρυψιόνα πάλι. Αλλά μονάξιας ερημιά παρόμια να υπομένη Βαρέθηκε ως το ύστερον πολύ περιορισμένη. Κι' αποφασίζει μιαν αυγή ν' αφήκη τέτοιους τόπους, Να πάη να ζήση, ως άλλοτε, μαζή με τους ανθρώπους. Οχ {3} το πουρνό λοιπόν αυτή σε σταυροδρόμι βγαίνει, Στον κόσμο φανερόνεται, στον κόσμο πάλι μπαίνει. Μόν εβουλήθη ολόγυμνη τα κάλλη κι' ωμορφιά της, Να δείξη δίχως σκέπασμα, ως ήταν μάθημά της. Θαρρούσε ακόμα σώζωνταν καθώς και πρώτα ωραία· Ωσάν και πρώτα ποθητή και ζηλεμένη νέα. Τα νιάτα ογλήγορα απερνάν τα γηρατιά πλακόνουν, Και τούτο μόν εφάνηκαν η χάρες τελειόνουν. Καλοί, αχαμνοί, που διάβαιναν, οχ το λαό κοντά της, Μηδέ επεριεργάζονταν καθόλου τη θωριά της· Κανείς δεν καταδέχονταν μηδέ να τη ρωτήση, Μόν βιαστικά το δρόμο του τηρούσε ν' ακλουθήση. Στέκει, η Αλήθεια καρτεράει, στην άκρα απορριμμένη, Σε καταφρόνεσι πολλή, ψυχρή και παγομένη. Διαβαίνει ημέρα ολάκαιρη, κοντεύει να νυχτόση, Και δεν ευρέθηκε άνθρωπος σε ταύτη να ζυγόση. Κι' εκεί που διαλογίζεται, στο νου της αποράει, Με καταισχύνη κι' εντροπή, το τι έπαθε μετράει. Της φανερόνεται ομπροστά το Ψέμα στολισμένο από πετράδια λογιαστά, και τα χρυσά ντυμένο· Πλαστή ήταν όλη η φορεσιά, κι' από γιαλιά γιομάτη, Ωστόσο εφάνταζε πολύ, κι' εγέλασε το μάτι. Ω καλημέρα σου αδερφή, της λέει, και τι κάνεις; Πού ήσουν, καιρούς οπώλειπες, και πούθε τώρα εφάνης; Αμ πώς γυμνή έτζι ολότελα, μονάχη τέτοιαν ώρα Σε δρόμου διάβα σαν κι' αυτό στη μέση από τη χώρα; Εδώ για στέκω οχ το ταχύ, του απεκρίθη εκείνη· Και στα χαμένα εστάθηκα· του κάκου έχω προσμείνη· Έκρινα τάχατε καλό την ερημιά ν' αφήσω, Στον κόσμο σαν προτήτερα ναρθώ να κατοικήσω. Να ελεήσω ηθέλησα τους ματαίους ανθρώπους, Που στην αμάθεια κείτονται με ταλαιπώριας κόφους. Σ' αυτούς να λάμψω καθαρή, την πλάνη να σκορπίσω Να ξαλειφθούν η πρόληψες, και τα κακά να σβύσω. Να φέρω πάλι μάθησες, να φέρω πάλι φώτα· Να οδηγήσω τους θνητούς εις το καλό, σαν πρώτα. Τ' ομολογώ επλανέθηκα στον άγνωμο σκοπό μου· Και καταφρόνια ανέλπιστα θωρώ με θαυμασμό μου· Μικροί μεγάλοι με μισάν· κανένας δε με θέλει. Αν είμαι, ή αν δε βρίσκομαι, τελείως δεν τους μέλει. Και σα να μ' είχαν όχτρητα το πρόσωπο γυρίζουν, Αλλ' ως κι' οι φίλοι μου οι παλαιοί, κι' αυτοί δε με γνωρίζουν· Κι' αν κανενός αποκοτάω δυο λόγια να μιλήσω, Φεύγει με πάτημα γοργό, μηδέ τηράει οπίσω. Νογώ το λάθο, πώκαμα· οι ανθρώποι δε μου φταίγουν. Σ' αυτούς δεν τύχαινε να βγω· η γριαίς δεν τους αρέγουν.
Δεν είν' αυτό, αδερφούλα μου, εκείνο που πειράζει. Της λέει το Ψέμα, ως το φρονείς, κι' ο νους σου λογαριάζει. Δεν βλάβουν τα γεράματα, μόν αμορφή κι' αιτία Είν' της στολής η έλλεψι· δεν είν' η ηλικία. Γιατί νομίζουν οι πολλοί, πως κάθε τι δεν πρέπει, Με δίχως κάνα σκέπασμα καθένας να το βλέπει, Εγώ πολύ παλιότερο και γεροντότερόν σου, Με τα στολίδια, που φορώ, φαντάζω νιότερό σου. Και ντιούμαι πάντα λογιαστά, και πάντα συχναλλάζω, Και πάσα ημέρα αλλιότικο, καινούρια νιάτα βγάζω. Τα όξω ορέγεται καλά, σ' εκείνα προσκολλιέται, Τα μέσα δεν παρατηράει ο κόσμος, κι' ας γελιέται. Για τούτο εγώ έχω απέρασι, για τούτο κυριεύω, Γιατί ν' αρέσω καθενού αδιάκοπα γυρεύω. Κι' έτζι παντού προτίμησι, παντού ευρίσκω χώρα, Και κυβερνώ, ως ορέγομαι, τον κόσμον ως την ώρα· Να παρρησιάσης το κορμί λοιπόν σε γύμνια τόση, Συμπάθησέ με να σου ειπώ, πως δεν παραήταν γνώσι. Ωστόσο το τι γίνηκε, πλιο δεν μπορ' να ξεγένη. Κι' ας προσπαθήσομε σ' αυτό ποιος διορθωμός να γένη· Έλα αδελφή να κάμωμε, σου τάζω γιά καλό μας, Μια συμφωνία, αν αγαπάς, με διάφορο κοινό μας. Σε τούτο μου το φόρεμα κι' οι δυο να τυλιχτούμε, Σύντροφοι πάντα αχώριγοι μαζί να περπατούμε. Τότες οι φρόνιμοι σα ιδούν πως βρίσκομαι με εσένα, Από χατίρι σου θαρρώ δε με μισάν κι' εμένα. Κι' εσένα πάλι οι τρελλοί να σε θωρούν μαζί μου, Μεταχαράς σε δέχουνται απ' αφορμή δική μου.
Σε ταύτα η Αλήθεια στρέγοντας,το Ψέμα αγγαλιασμένη Στης φορεσιά του εφάνηκε με ταύτο σκεπασμένη, Κι' αφόντης ανταμόθηκαν το Ψέμα κι' η Αλήθεια, Στης γης τη σφαίρα επλήθυναν τα τόσα παραμύθια. Τα παραμύθια εξιστορώ· τους μύθους ξεδιαλέγω. Στολνώ το Ψέμα όσο μπορώ και την Αλήθεια λέγω.
ΜΥΘΟΣ Α'.
ΤΖΙΝΤΖΙΡΑΣ ΚΑΙ ΜΥΡΜΗΓΚΙ.
Ανάμεσα στα φύλλα του φουντωτού φτελιά, Του δροσερού Πλατάνου, μ' ασίγητη λαλιά, Το καλοκαίρι όλο ο Τζίντζιρας περνάει, Λαλόντας πάσα ημέρα, μήτ' άλλο μεριμνάει. Ο Μύρμηγκας ωστόσο σ' αδιάκοπη δουλιά, Θροφή για το χειμώνα συνάζει στη φωλιά. Σαν πέρασαν η κάψαις, και πιάνουν η βροχαίς, Καιρών ενάντιων ζάλαις, ανέμων ταραχαίς, Ο λαλητής ευρέθη, μην έχοντας σπειρί, Της πείνας να ψοφήση, σε κίντυνο βαρύ. Στο σοδιαστή προστρέχει, του λέει, παρακαλώ, Μην αρνηθής να κάμης, σ' εμένα ένα καλό. Με ξάφνισαν τα κρύα, προμιού το φανταστώ, Και να χαθώ κοντεύω, αν δεν καταφταστώ. Να μ' ελεήσης, φίλε, μ' ολίγο μερτικό Από την εισοδιά σου προς ώρας δανεικό. Κι' ερχάμενος ο θέρος, χωρίς να ζημιωθής, Σου δίνω και κεφάλι και κάματον ευθύς. Πολύ καλα, αποκρίθη, μόν δεν παρανογώ, Γιατί να μη φροντίσης, ως έκαμα κι' εγώ. Γιατί, κυρ Μυρμηγκά μου, δεν άδιασα στιμή Από το λάλημά μου, κι αυτή είναι η αφορμή. Εξαίρετα, του είπε, σα στον καλόν καιρό Λαλούσες, τώρ' αρχίνα, και στήσε το χορό.
Όσοι τον καιρό ξοδεύουν, Και το μέλλον δε μετρούν, Στα χαμένα τον γυρεύουν, Σαν και πρώτα να τον βρουν.
Επειδής φτερά βαστάει Φεύγει, τρέχει σα νερό, Κι' όποιος δεν τον κυνηγάει, Χάνει πάντα τον τορό.
Σύναζε νιος όσο μπορείς, Γέροντας άνεσι να βρης. Στα νιάτα σου αν οκνεύεις· Γέρος κακά πορεύεις.
ΜΥΘΟΣ Β'.
ΤΟ ΨΑΡΙ ΚΑΙ ΤΑ ΨΑΡΟΠΟΥΛΑ.
Μη χωρίζεστε παιδιά μου, Οχ τα ίχνη τα δικά μου. Στο ποτάμι μέσα τρέξτε Όσο θέλετε, και παίξτε.
Στα ριχά μη ξεγελιέστε, Και στης άκραις να πλανιέστε. Είναι οχτροί, και φυλαχτήτε, Να μη τύχη και βλαφτήτε.
Έτζι τα ψαρόπουλά του, Σέρνοντάς τα από κοντά του, Εσυμβούλευε το Ψάρι, Με αγάπη και με χάρι.
Μόν αυτά απ' ανεγνωμιά τους, Παιδιακήσια ακεφαλιά τους, Με τη μάνα τους γελούσαν, Της ορμήνιαις δεν ψηφούσαν.
Ήταν ώρα που το χιόνι Των βουνών, κι' ο πάγος λιόνει· Ροβολάν μ' ορμή, αβγατίζουν, Και τα κάτω πλημμυρίζουν.
Το ποτάμι φουσκομένο, Κατηβάζει αφρισμένο. Τα νερά του τόσο υψόνει, Που τους κάμπους θαλασσόνει.
Ω φωνάζουν όλα αντάμα Τα Ψαράκια, ω! τι θιάμα Σπίτια, δέντρα, όλα ένα Νάτα καταποντισμένα.
Φόβου τόπος πλιο δε μένει· Πέλαγος η οικουμένη· Ήρθε ήρθε ο καιρός μας. Είναι ο κόσμος εδικός μας.
Τι λες, Μάνα, είναι χρεία Να 'χομε άλλην υποψία ; Μάλιστα, παιδιά μου, τώρα, Να φοβάστε είναι ώρα,
Το νερό αυτό διαβαίνει, Κι' η στεριά σαν πρώτα μένει Σταματάτε, αφηκραστήτε, Μην αντέστε, και χαθήτε.
Οχ κι' εσύ όλο να γκρινιάζης, Όλο θέλεις να μιας σκιάζης· Έχε υγιά, της λεν, θα πάμε· Αλλα λόγια δε γρηκάμε.
Το ποτάμι τους αφίνουν, Δίχως άλλο να προσμείνουν· Κι' όσο εδύνονταν τρεχάτα Προς τους κάμπους κόφτουν στράτα.
Τα μωρά! δε συλλογιούνται. Τα νερά αρχινάν τραβιούνται. Απομνήσκουν μες την ξέρη, Πέφτουν σε διαβάτων χέρι.
Ο νιος και δίχως του κόσμου πράξι, Στης όρεξαίς του δεν έχει τάξι· Ορθά δεν ξέρει να συλλογιέται, Και στους σκοπούς του γι' αυτό πλανιέται Τυφλά κινιέται και κιντυνεύει, Και τη ζωή του συχνά ξοδεύει·
Στην πατρίδα σου αν πορεύης, Ξένους τόπους μη γυρεύης. Κάλλια μέτρια στη γωνιά σου Μ' ευχαρίστησι καρδιάς σου, Ή πολλά να αποχτήσης, Και με κίντυνα να ζήσης.
Των γονέων της ορμήνιαις Μη ποτέ καταφρονάς. Είναι πάντα προς καλό σου, Όσο αλλιώς εσύ αν φρονάς.
Πραχτικού γερόντου γνώμη Ν' αφηκράζεσαι καλά. Εχει πράξι στα του κόσμου· Έπαθε, έμαθε πολλά·
Κάθε τι επιχειρίσου, Όσο είναι η δύναμί σου. Οχ τον κύκλο σου μη βγαίνεις, Ότι αλλιώς κακοπαθαίνεις.
ΜΥΘΟΣ Γ.
Η ΚΟΥΤΖΙΟΝΟΥΡΑ ΑΛΟΥΠΟΥ.
Μια Αλουπού, πώς εγελάστη, Κι' σε δόκανον επιάστη Τέτιο ζώο πονηρό, Στην αλήθια δεν το ξέρω, Μήτε θέλω να υποφέρω, Να ξετάξω να το βρω. Ξέρω ωστόσο, και μου φτάνει· Πως επιάστη, και πως χάνει Για κακή της συφορά, Μ' αδιόρθωτη πομπή της Την καλήτερη στολή της, Τη μεγάλη της νορά. Κι' ήταν χρεία, ή κρυμμένη, Ήτε δάχτυλο δειγμένη Μ' εντροπή της να περνάη. Όθεν ναύρη θεραπεία Για μια τέτια δυστυχία Όλο θέλει κι' ερευνάει Σ' ένα δάσος, που η άλλαις Αλουπαίς μικραίς μεγάλαις Είχαν σύναξι βουλής, Που σε ταύτη εσυνηθούσαν, Και κοινά εθεωρούσαν, Κάπιαις χρείαις της φυλής. Πάει και τούτη κι' αρχινάει, Ένα πρόβλημα κινάει, Πως η μόνη και συχνή, Σ' όσα πάσκουν εναντία, Η νορά τους είναι αιτία,
Η νορά τα προξενεί.
Βάρος, μπόδιο, κι' ασκημάδα, Κι' όσα άλλα η φιληνάδα Να εφεύρη είν' αρκετή, Τ' αριθμάει δημηγορόντας, Και θερμά κατηγορόντας Τη νορά για περιττή· Κι' ακλουθόντας ως το τέλος Να κακολογάη το μέλος, Με απόφασις φωνή Να κοπή για δίκιο κρίνει, Συμβουλή και γνώμη δίνει Προς ωφέλειαν κοινή. %Κι' είπε τόσα η πονηριά της, Που κοντεύει στα νερά της Την κοπή των Αλουπών Να τραβίση και να σύρη, Πάσα μια απ' αυταίς να γύρη, Στο δικό της το σκοπόν· Μόνε μια απ' όσαις τότες Ήταν δεύτεραις και πρώταις, Αλουπού καθολική, Ε της λέει, αγαπημένη, Πώχεις την νορά κομμένη, Κι' είσαι τόσο γνωμική. Αν αυτή η συμβουλή σου, Που με τόσην όρεξί σου Να δεχτούμε επιθυμάς, Δεν υπόσκονταν σ' εσένα Κέρδος, διάφορο κανένα, Δεν την πρόβανες σ' εμάς.
ΜΥΘΟΣ Δ'.
ΓΑΤΟΣ ΚΑΙ ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ.
Ω φιλόσοφοι σοβαροί, Οπού με γνώμη σταθερή Ξοδεύετε παντοτεινά Χρόνια ζωής προσωρινά, Για να ξηγάτε τολμηροί, Όσα ο νους σας δε χωρεί· Καταδεχτήτε ολίγο τι Προσεκτικό να βάλτε αυτί Σε Γάτου φέρσιμο και νου, Σοφού σωστά αληθινού. Σε καθρέπτην ένας Γάτος Αλλον όμιον του θαρρούσε· Με παιγνίδια πάει τρεχάτος, Να τον φτάκη προσπαθούσε. Το γιαλί τον εμποδάει· Θιαμασμένος απομνήσκει· Αποπίσω ευτύς περνάει· Μόν κι' εκεί δεν τον ευρίσκει. Μεταέρχεται, κυττάζει, Και τον βλέπει ομπρός του πάλι· Σταματάει, συλλογιάζει, Και ταράζει το κεφάλι· Και οχ το φόβο μη του φύγη Αντα φέρη αυτός τη γύρα, Εστοχάστη στο κυνήγι. Ν' αποκλείση πάσα θύρα. Στην κορφή οχ τον καθρέφτη Απηδόντας αναβαίνει· Της κοιλιάς καβάλλα πέφτει Και του λόγου του συσταίνει· Δυο απέδω, δυο απέκει Τα ποδάρια του κρατάει· Μουλυχτά παραφυλάει· Βέβιος τότε να τον πιάκη, Σιγανά, αλαφρά αρχινάει, Στο γιαλί να ιδή, να φτάκη. Το κεφάλι να κρεμάη. Ένα αυτί πρωτοματιάζει, Κι' άλλο δεύτερο δοκέται· Και τα νύχια του συντάζει· Δέξια ζέρβια του κινιέται· Εις αυτό, το ζύγι χάνει, Ξαγλιστράει παραπατόντας Το σκοπό δεν αποκάνει, Και στον πάτο πάει βαρόντας. Δίχως άλλο να φροντίζη Και να πολυπραγμονάη, Στα ποντίκια του γυρίζει, Τον καθρέφτη απαρατάει· Πια μου, λέγει, χρεία εμένα, Τέτια κι' άλλα να γυρεύω; Δίχως διάφορο κανένα Το μιαλό μου να παιδεύω ; Ό,τι ο νους να νοήση, Σα μου λείπει κάθε πρόπος, Δεν μπορεί να μ' ωφελήση, Και χαμένος είναι ο κόπος.
ΜΥΘΟΣ Ε'.
ΑΗΔΩΝΙ ΚΑΙ ΓΕΡΑΚΙ.
Σε τρανταφυλλιάς κλωνάρι Ελαλούσε έν' Αηδωνάκι, Ερωτιάρικο πουλάκι, Με φωνή πολλή και χάρι. Το Γεράκι που απετάει, Και θροφή να βρη γυρεύει Κούοντάς το ογληγορεύει, Καταπάνω του χυμάει· Στα ποδάρια του τ' αρπάζει. Στον αγέρα το σηκόνει· Σ' άλλο μέρος χαμπηλόνει· Για φαγή του το τοιμάζει. Το Αηδόνι το καϋμένο, Βλέποντας το θάνατό του, Προς τον άσπλαχνον οχτρό του Λέγει παραπονεμένο. Αφινέ με έτζι να ζήσης. Μια χαψιά κορμί για σένα Είναι είδος στα χαμένα· Αλλο βρες να κυνηγήσης. Αν με φας, τι θ' απεικάσης; Σου χρειάζεται κάνα άλλο Απετούμενο μεγάλο, Κι' όχι εγώ, για να χορτάσης. Το Γεράκι λέει σ' εκείνο, Για τα αβέβιο όπιος τρέχει Μέτρα γνώσις δεν κατέχει· Και για ταύτο δε σ' αφίνω. Κάλλια πέντε και στο χέρι, Πάρα δέκα και καρτέρει.
Μην αφίνεις το ολίγο, που στο χέρι σου κρατάς, Για να βρης παράνω ακόμα, τι δεν ξέρεις τι [ζητάς. Όσο έχεις είναι βέβιο· τ'άλλο, ελπίδα καρτερείς· Κι' οχ τα δυο να μείνης άδιος, αν δεν έχεις νου, [μπορείς.
ΜΥΘΟΣ ς'.
ΦΟΡΑΔΑ ΚΑΙ ΠΟΥΛΑΡΙ ΤΗΣ.