Ευθύδημος

Part 5

Chapter 5 14 words Public domain Markdown

Εγώ υπώπτευσα που ήθελε να καταλήξη με την ερώτησίν του, εκεί όπου και πράγματι κατέληξε, και εζητούσα κάποιαν απηλπισμένην διέξοδον και καθώς ψάρι πιασμένο στα δίκτυα ήρχισα να τα γυρνώ για να ξεφύγω. — Όχι δεν έχω, του απήντησα λοιπόν, Διονυσόδωρε. — Αλήθεια; φαίνεται λοιπόν πως είσαι πολύ κακομοιριασμένος άνθρωπος και ούτε καν Αθηναίος, αφού δεν έχεις ούτε πατρώους θεούς ούτε δικάς σου θυσίας ούτε κανένα καλόν και ωραίον πράγμα. Δάγκασε τη γλώσσα σου και μη βλαστημάς, Διονυσόδωρε, του είπα· μη με προπαίρνης έτσι άδικα· έχω και βωμούς και θυσίας ιδικάς μου και πατρικάς και απ' όλα αυτά που έχουν και οι άλλοι Αθηναίοι. — Και πώς λοιπόν; οι άλλοι Αθηναίοι δεν έχουν Δία πατρώον; — Δεν το έχουν καθόλου αυτό το επώνυμον οι Ίωνες, ούτε όσοι έχουν αποικήση από αυτήν την πόλιν, ούτε ημείς οι ίδιοι οι Αθηναίοι· έχομεν απλώς Απόλλωνα πατρώον, επειδή αυτός θεωρείται πατήρ του Ίωνος· ο Ζευς όμως δεν καλείται παρ' ημίν πατρώος, αλλά έρκειος και φράτριος, όπως και η Αθηνά φρατρία. — Αυτό αρκεί, είπεν ο Διονυσόδωρος· έχεις λοιπόν, καθώς φαίνεται, Απόλλωνα και Δία και Αθηνάν. — Έχω πράγματι. — Αυτοί λοιπόν δεν είναι θεοί δικοί σου; — Ιδικοί μου πρόγονοι, του απήντησα εγώ, και δεσπόται. — Αλλ' οπωσδήποτε δικοί σου· ή δεν το ωμολόγησες προ ολίγου; — Ναι, το ωμολόγησα· τι να κάμω; — Αυτοί δε οι θεοί δεν είναι και ζώα; διότι ωμολόγησες ότι όσα έχουν ψυχήν είναι ζώα· ή μήπως αυτοί οι θεοί δεν έχουν ψυχήν; — Έχουν, του είπα, — Είναι λοιπόν και ζώα. — Μάλιστα. — Λοιπόν, έλεγες ότι εκείνα είναι ζώα δικά σου, που ημπορείς να τα δώσης, να τα πουλήσης και να τα θυσιάσης σε οποίον θεόν θέλεις. — Ναι, το ωμολόγησα, Ευθύδημε· διότι δεν μου επιτρέπεται πλέον ν' αποσύρω τον λόγον μου. — Έλα τώρα λοιπόν λέγε μου· αφού ισχυρίζεσαι ότι είναι δικός σου ο Ζευς και οι άλλοι θεοί, είναι επομένως εις την εξουσίαν σου να τους πουλήσης, ή να τους δώσης ή ό,τι άλλο θέλεις να τους κάμης, όπως και τα άλλα ζώα;

Εγώ τότε, Κρίτων, ως κεραυνόπληκτος από αυτό το επιχείρημα, έμεινα άναυδος και αναπολόγητος· ο δε Κτήσιππος ηθέλησε να έλθη εις βοήθειάν μου και ανέκραξε· — Πυππάξ, ω Ηράκλεις! {7} τι θαυμασία λογική! — Και ο Διονυσόδωρος. — Τι; είπεν· ο Ηρακλής είναι πύππαξ, ή ο πύππαξ Ηρακλής; — Και ο Κτήσιππος, — Ω θεέ μου, είπε, τι φοβερά σοφία! αποσύρομαι και εγώ· αυτοί οι άνθρωποι είναι ακαταμάχητοι.

Τότε δα, αγαπητέ μου Κρίτων, κανείς δεν έμεινε από τους παρισταμένους που να μην υπερεπαινέση τους ξένους και την σοφίαν των· από τα γέλοια και τα χειροκροτήματα και την χαράν των ολίγον έλειψε να πάθουν· ναι μεν εχειροκρότουν οι θαυμασταί του Ευθυδήμου και πριν, σε κάθε από εκείνα τα νόστιμα που έλεγαν· τότε όμως και οι κίονες αυτοί του Λυκείου λες κ' εχειροκροτούσαν από την μεγάλην των ευχαρίστησιν. Και εγώ ο ίδιος, τόση ήτο η έκπληξίς μου, ώστε ωμολόγησα ότι ποτέ μου δεν συνήντησα τόσον σοφούς ανθρώπους, και τελείως υποδουλωθείς υπό της σοφίας των ησθάνθην την ανάγκην να τους επιδαψιλεύσω επαίνους και εγκώμια. — Ευτυχείς θνητοί, τους είπα, τι θαυμαστή αυτή σας η ικανότης να αποτελειώσετε τόσον σύντομα και εις ολίγην ώραν ένα τόσον δύσκολον έργον! αλήθεια, πολλά και άλλα ωραία πράγματα έχει κανείς να θαυμάση, Ευθύδημε και Διονυσόδωρε, εις τους λόγους σας· εκείνο όμως τα ξεπερνά όλα, που δεν λαμβάνετε καθόλου υπ' όψιν σας τους πολλούς ανθρώπους, τους σοβαρούς προπάντων και εκείνους που τους λογαριάζουν για κάτι, αλλά μόνον τους ομοίους σας· διότι εγώ βέβαια γνωρίζω καλά πως ολίγοι μόνον άνθρωποι θα ευρίσκουν ευχαρίστησιν εις αυτούς σας τους λόγους, ακριβώς εκείνοι που σας ομοιάζουν· ενώ οι άλλοι έχουν τέτοιαν ιδέαν δι' αυτούς, ώστε, είμαι βέβαιος, περισσότερον θα εντρέπωνται, αν επρόκειτο να εξελέγξουν άλλους με τέτοια επιχειρήματα, παρά να εξελέγχονται οι ίδιοι. Και αυτό δε ακόμη δεικνύει μεγάλην εκ μέρους σας καταδεκτικότητα και ευγένειαν· πώς, όταν λέγετε ότι δεν υπάρχει τίποτε ούτε ωραίον, ούτε καλόν, ούτε λευκόν, ούτε τίποτε τέτοιο, και ότι κανένα πράγμα δεν διαφέρει από ένα άλλο, είναι η αλήθεια, και με όλα σας τα δίκαια το καυχάσθε και σεις, πώς ράπτετε τα στόματα των ανθρώπων· αλλά συγχρόνως όχι μόνον των άλλων, αλλά και τα δικά σας τα στόματα φαίνεσθε να ράπτετε· πράγμα το οποίον είναι πολύ λεπτόν εκ μέρους σας, και αφαιρεί από τας συζητήσεις σας κάτι που θα ήτο πολύ φορτικόν διά τους άλλους. Το δε θαυμαστότερον ακόμη, είναι ότι εσείς έχετε κατ' αυτόν τον τρόπον οικονομήση τα πράγματα και τόσον τεχνικά τα παρουσιάζετε, ώστε σε πολύ λίγον καιρό να τα μαθαίνη οποιοσδήποτε άνθρωπος· να, τώρα έξαφνα επρόσεξα τον Κτήσιππον και είδα πόσο γρήγορα ημπόρεσε να σας μιμηθή· είναι μεγάλον βέβαια πλεονέκτημα της τέχνης σας, να ημπορήτε τόσο γρήγορα να την μεταδίδετε, έχει όμως το πράγμα και την κακήν του όψιν, όταν συζητήτε ενώπιον ακροατών· και αν θέλετε να με ακούσετε, σας συμβουλεύω να αποφεύγετε να ομιλήτε εμπρός εις πολλούς ανθρώπους, διότι είναι φόβος να μη μάθουν αμέσως την τέχνην σας, χωρίς και να σας γνωρίζουν χάριν δι' αυτό· το καλύτερον που έχετε να κάμετε, είναι, σας διαβεβαιώ, να συζητήτε μόνον μεταξύ σας οι αδελφοί· ή τέλος πάντων, αν πρόκειται εμπρός εις κανένα άλλον, μόνον εμπρός εις εκείνον που θα πληρώση χρήματα διά να σας ακούση· το ίδιον μάλιστα, εάν ηξεύρετε το συμφέρον σας, θα συμβουλεύσετε και τους μαθητάς σας, ποτέ με κανένα άλλον άνθρωπον να μη συζητούν, παρά μόνον με σας ή μεταξύ των· διότι το σπάνιον, Ευθύδημε, είναι εκείνο που κάμνει πολύτιμον ένα πράγμα· το νερό βλέπεις, είναι πάμφθηνον, αν και είναι το καλύτερον από όλα τα πράγματα, καθώς το λέγει και ο Πίνδαρος. Ελάτε όμως τώρα, δεχθήτε μας, εμένα και τον Κλεινίαν, μαθητάς σας.

Κατόπιν λοιπόν από αυτά, Κρίτων, και κάτι άλλα που είπαμεν, ανεχωρήσαμεν. Σκέψου τώρα και συ αν θέλης να πάρης μαθήματα μαζί μας από τους ανθρώπους· αυτοί υπόσχονται πως ημπορούν να διδάξουν την τέχνην των εις όποιον και αν είναι, φθάνει να τους πληρώση· δεν εξαιρούν καμμίαν ούτε διάνοιαν ούτε ηλικίαν και μάλιστα, πράγμα το οποίον σε ενδιαφέρει προ πάντων εσένα να το ακούσης, διαβεβαιούν πως ούτε αι χρηματιστικαί επιχειρήσεις ημπορούν να εμποδίσουν κανένα διά να παραλάβη ακόπως και εύκολα την σοφίαν.

Κρίτων Είναι η αλήθεια, Σωκράτη, πως εγώ αγαπώ να ακούω και με ευχαρίστησίν μου πάντα να μανθάνω κάτι· φοβούμαι όμως πως δεν είμαι από τους ομοίους με τον Ευθύδημον, αλλά από εκείνους τους άλλους, που έλεγες δα και συ, που καλύτερα θα είχαν να εξελέγχωνται, παρά να εξελέγχουν με τέτοια μέσα. Βέβαια θα ήτο γελοίον εκ μέρους μου να θέλω εγώ να σου δώσω συμβουλάς, μ' όλα ταύτα θα σου διηγηθώ εκείνα που ήκουσα. Αφού τελείωσεν η συζήτησίς σας, με επλησίασεν, εκεί που περιπατούσα, κάποιος από τον κύκλον σας, άνθρωπος με πολύ μεγάλην ιδέαν διά τον εαυτόν του, από εκείνους που έχουν έργον να συγγράφουν λόγους διά τα δικαστήρια, και μου λέγει· — Εσύ, δεν ήκουσες αυτούς τους σοφούς; — Όχι, δυστυχώς, του απήντησα ήτον τόσον πλήθος, που δεν ημπόρεσα να πλησιάσω αρκετά ώστε να ακούω. — Και όμως άξιζε τον κόπον να τους ακούσης, μου είπε. — Διατί; τον ηρώτησα. Θα ήκουες να συζητούν άνθρωποι, που θεωρούνται σήμερον οι πρώτοι εις αυτό το είδος των λόγων. — Και πώς σου εφάνησαν εσένα; τον ηρώτησα. — Εμένα; τι άλλο παρά οι συνηθισμένες φλυαρίες που ακούει κανείς πάντα από αυτούς τους ανθρώπους, που καταγίνονται με όλην τους την σοβαρότητα εις πράγματα όλως διόλου ανάξια λόγου. Αυτή ήτο επάνω κάτω αυτολεξεί η απάντησίς του. — Οπωσδήποτε, του είπα εγώ, δεν ημπορείς να αρνηθής, ότι η φιλοσοφία είναι ένα ωραίον πράγμα.

— Τι ωραίον πράγμα κάθεσαι και μου λες, ευλογημένε μου; εγώ σου λέγω πως τίποτε δεν αξίζει· και αν ήσουν μάλιστα τώρα εκεί να ήκουες, θαρρώ πως θα εντρεπόσουν και ο ίδιος δια λογαριασμόν του φίλου σου· δεν έστεκε καθόλου εις την αξιοπρέπειάν του, να τίθεται εις την διάθεσιν ανθρώπων, που δεν τους μέλει να λέγουν ό,τι λάχη, και που πιάνονται από κάθε λέξιν που τους παρουσιάση η τύχη· και αυτοί, όπως σου έλεγα και προηγουμένως, θεωρούνται από τους καλυτέρους σήμερα εις αυτό το είδος· αλλά, να σου πω την αλήθεια. Κρίτων, και αυτή η φιλοσοφία και εκείνοι που επιδίδονται εις αυτήν είναι άνθρωποι γελοίοι και ούτε αξίζει να τους λαμβάνη κανείς υπ' όψιν. Εγώ μολαταύτα, Σωκράτη, δεν ευρίσκω πως έχει δίκαιον ούτε αυτός ούτε οποιοσδήποτε άλλος να κατηγορή αυτάς τας σπουδάς· αλλά να συζητή κανείς δημοσία με αυτού του είδους τους ανθρώπους, μου φαίνεται πώς έχει δίκαιον να το ψέγη.

Σωκράτης Είναι πολύ περίεργοι, Κρίτων, αυτοί οι άνθρωποι· αν και δεν ηξεύρω καλά καλά ακόμη τι να πω· τι ήτανε αυτός ο άνθρωπος που σε επλησίασε και σου έψαλε τον εξάψαλμον της φιλοσοφίας; ήτο κανένας ρήτωρ, από εκείνους που είναι ικανοί να αγωνίζωνται αυτοπροσώπως εις τα δικαστήρια, ή από εκείνους, που στέλλουν τους τοιούτους εκεί, και συνθέτουν λόγους, που τους μεταχειρίζονται οι ρήτορες;

Κρίτων Όχι, μα την αλήθεια· διόλου δεν είναι ρήτωρ, ούτε πιστεύω να έχη εμφανισθή ποτέ ενώπιον δικαστηρίου· αλλά λέγουν ότι αυτά τα πράγματα είναι ακριβώς η επιστήμη του και είναι έξοχος εις το είδος του και συνθέτει μοναδικούς λόγους.

Σωκράτης Α, τώρα ενόησα· και ακριβώς περί αυτών των ανθρώπων επρόκειτο και εγώ να σου ομιλήσω. Είναι ίσα ίσα εκείνοι, που ο Πρόδικος τους κατέτασσεν εις τα πρόθυρα της φιλοσοφίας και της πολιτικής· αυτοί όχι μόνον πιστεύουν οι ίδιοι πως είναι οι σοφώτατοι μεταξύ των ανθρώπων, αλλά νομίζουν ότι και πολλοί άλλοι τους θεωρούν ως τοιούτους, και ότι κανείς άλλος παρά οι φιλόσοφοι είναι το μόνον πρόσκομμα, ώστε να μην συμμερίζωνται και όλοι γενικώς οι άνθρωποι αυτήν την ιδέαν. Φαντάζονται λοιπόν, πως αν ημπορούσαν να δυσφημήσουν τους φιλοσόφους ως αναξίους πάσης προσοχής και εκτιμήσεως, τότε αναμφισβητήτως και κατά την ιδέαν όλων εις αυτούς θα έμενεν ο στέφανος της σοφίας· και πιστεύουν μεν πράγματι ότι είναι σοφώτατοι, αλλά εις τας ιδιαιτέρας συζητήσεις, αν τύχη και τα φέρουν στενά, ισχυρίζονται ότι τους κόβουν τη φόρα τους άνθρωποι σαν τον Ευθύδημον· σοφοί ότι είναι, έχουν όλα τους τα δίκαια να το πιστεύουν· ολίγη φιλοσοφία, ολίγη πολιτική, το πράγμα έχει τον λόγον του· κατ' αυτόν τον τρόπον μετέχει κανείς και από τα δύο, όσον χρειάζεται, και έξω από τους κινδύνους και τους αγώνας απολαμβάνει τους καρπούς της σοφίας του.

Κρίτων Ε καλά· τι φρονείς εσύ, Σωκράτη, δι' αυτά που λέγουν· διότι οπωσδήποτε ο λόγος των έχει κάποιαν επίφασιν.

Σωκράτης Και πράγματι έχει, Κρίτων, αλλά καθώς λέγεις και συ, επίφασιν μάλλον παρά αλήθειαν· διότι δεν είναι εύκολον να τους πείσης, ότι και οι άνθρωποι και όλα τα άλλα που ευρίσκονται μεταξύ δύο πραγμάτων και μετέχουν και από τα δύο, όσα μεν σύγκεινται από κακόν και από καλόν, γίνονται καλύτερα από το ένα και χειρότερα από το άλλο· όσα δε σύγκεινται από δύο καλά, τα οποία δεν τείνουν προς τον αυτόν σκοπόν, γίνονται χειρότερα και από τα δύο διά τον σκοπόν που χρησιμεύει το καθένα των χωριστά· {8} όσα δε συγκείμενα από δύο κακά, τα οποία δεν τείνουν προς τον αυτόν σκοπόν, ευρίσκονται μεταξύ των δύο, μόνον αυτά θα είναι καλύτερα και από τα δύο στοιχεία χωριστά, από τα οποία μέρος μετέχουν. Κατ' αυτόν τον τρόπον λοιπόν, εάν η φιλοσοφία είναι καλόν πράγμα και η πολιτική επίσης, αλλά η καθεμία των προς άλλον σκοπόν, οι άνθρωποι αυτοί μετέχοντες και από τας δύο και ευρισκόμενοι επομένως εις το μέσον μεταξύ των δύο, τίποτε δεν λέγουν, διότι είναι χειρότεροι και από τους φιλοσόφους και από τους πολιτικούς. Εάν δε η φιλοσοφία είναι καλόν και η πολιτική κακόν, είναι καλύτεροι μεν από τους πολιτικούς, χειρότεροι όμως από τους φιλοσόφους. Εάν δε είναι κακά και τα δύο, και η φιλοσοφία και η πολιτική, τότε μόνον ίσως θα είχον δίκαιον, εις καμμίαν όμως άλλην περίστασιν. Δεν πιστεύω όμως ποτέ να ισχυρισθούν ούτε ότι και τα δύο είναι κακά, ούτε ότι το ένα είναι κακόν και το άλλο καλόν· και αυτοί επομένως, οι οποίοι μετέχουν και από τα δύο, είναι τωόντι κατώτεροι ως προς εκείνο που αποτελεί την αξίαν και της φιλοσοφίας και της πολιτικής, και ενώ πραγματικώς είναι τρίτοι, ζητούν να θεωρούνται ότι είναι πρώτοι. Βεβαίως ημείς πρέπει να τους συγχωρούμεν και να μην αγανακτούμεν εναντίον των δι' αυτήν την αξίωσιν που έχουν, όχι όμως και να τους εκτιμώμεν περισσότερον απ' ό,τι αξίζουν, αλλά να τους δίδωμεν την εμπρέπουσαν θέσιν· διότι πρέπει να είμεθα ευχαριστημένοι με κάθε άνθρωπον, που έχει να μας παρουσιάση κάτι οπωσδήποτε λογικόν και φρόνιμον πράγμα και το οποίον επεξεργάζεται με όλον του τον ζήλον και την δύναμιν.

Κρίτων Αλήθεια και εγώ, Σωκράτη, όπως σου το λέγω πάντοτε, ευρίσκομαι εις μεγάλην απορίαν διά τους υιούς μου, τι να κάμω· και ο μεν νεώτερος είναι ακόμη πολύ μικρός, ο Κριτόβουλός μου όμως έφθασε πλέον εις ώριμον ηλικίαν και έχει ανάγκην ανθρώπου, ο οποίος να αναλάβη την μόρφωσίν του. Εγώ λοιπόν κάθε φορά, που [[θα]] συνδιαλεχθώ μαζί σου, μένω πεπεισμένος ότι είναι τρέλλα να φροντίζη κανείς, χάριν των τέκνων του, διά τόσα άλλα πράγματα, παραδείγματος χάριν, διά τον γάμον, πώς να τους δώση, νυμφευόμενος, μητέρα από καλλίστην οικογένειαν, διά την περιουσίαν, πώς να τους κάμη όσον είναι δυνατόν πλουσιωτέρους — να αμελή δε την εκπαίδευσιν αυτών. Όταν όμως γυρίζω και βλέπω εκείνους που επαγγέλλονται την μόρφωσιν της νεολαίας, με τρομάζουν, και διά να σου είπω την αλήθειαν, ούτε ένα δεν ευρίσκω από αυτούς που να έχη τα απαιτούμενα προσόντα· ώστε δεν βλέπω διά ποίον λόγον να ωθήσω τον νέον εις την σπουδήν της φιλοσοφίας.

Σωκράτης Ε, αγαπητέ μου Κρίτων, δεν γνωρίζεις ότι εις κάθε επάγγελμα οι ανίκανοι και οι ανάξιοι λόγου αποτελούν την πλειονοψηφίαν, ολίγοι δε είναι οι καλοί και οι άξιοι πάσης εκτιμήσεως; λέγε μου, η γυμναστική δεν σου φαίνεται καλόν πράγμα, και η ρητορική επίσης και το εμπόριον και η στρατιωτική τέχνη;

Κρίτων Βεβαίως και κατά πάντα λόγον.

Σωκράτης Τι συμβαίνει όμως; δεν παρατηρείς ότι οι περισσότεροι από εκείνους που καταγίνονται με αυτάς τας τέχνας είναι καταγέλαστοι εις ό,τι κάμνουν;

Κρίτων Ναι, μα τον Δία, αλήθεια είναι αυτό που λες.

Σωκράτης Αλλά μήπως λοιπόν δι' αυτόν τον λόγον και ο ίδιος θα αποκηρύξης όλα τα επαγγέλματα και τον υιόν σου θα αποτρέψης από αυτά;

Κρίτων Δεν θα ήτο καθόλου σωστόν και δίκαιον.

Σωκράτης Μην κάμης λοιπόν, Κρίτων, πράγμα που δεν πρέπει. Άφησε τους να κουρεύωνται εκείνους που επαγγέλλονται τον φιλόσοφον, είτε καλοί είναι είτε κακοί· αλλά εξέτασε αυτό καθ' εαυτό το πράγμα, την φιλοσοφίαν, με όλην σου την προσοχήν· και αν μεν σου φαίνεται το πράγμα ανάξιον λόγου, με όλα σου τα δίκαια να αποτρέπης από αυτήν, όχι μόνον τα παιδιά σου, αλλά και κάθε άνθρωπον εν γένει· εάν όμως την εύρης τοιαύτην, οποίαν την φαντάζομαι εγώ ότι είναι, τότε να επιδοθής με όλην σου την εμπιστοσύνην και με όλας σου τας δυνάμεις εις την καλλιέργειαν αυτής, και ο ίδιος και συν γυναιξί και τέκνοις, που λέγει και η παροιμία.

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε, εξελισσόμενο, το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ. σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ Ο διάλογος αυτός αποτελεί σφοδρήν επίθεση και επίκριση των αμφιγνωμιών, των σφαλερών συλλογισμών και της κενότητας της σκέψης και των γνώσεων των σοφιστών, όχι τόσο των επιφανών και φιλοσοφούντων, όσο των κοινών και ρητορευόντων. Ωρισμένοι υπαινιγμοί αφορούν στον Αντισθένη και στον Ισοκράτη.

Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.

ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61

ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10

1} Το εξώφυλλο αναφέρει σαν μεταφραστή τον Α. Χαροκόπο, ενώ η δεύτερη σελίδα τον Ν. Γρυπάρη. Ο μεταφραστής θα πρέπει να είναι ο Α. Χαροκόπος, μια και στην έκδοση της Αντιγόνης, όπου αναφέρονται όλα τα κείμενα αρχαίων ελλήνων συγγραφέων που έχει εκδώσει ο Φέξης, το βιβλίο αναφέρεται με μεταφραστή τον Α. Χαροκόπο.

2} Του ενδόξου δηλ. Αλκιβιάδου. Ο παλαιός Αλκιβιάδης είχε δύο υιούς τον Κλεινίαν, πατέρα του μεγάλου Αλκιβιάδου, και τον Αξίοχον, πατέρα του Κλεινίου τούτου περί του οποίου πρόκειται εν τω διαλόγω.

3} Αισχύλ. Επτά επί Θήβας στίχ. 2.

και στην πρύμνα της πολιτείας γυρνάει το δονάκι χωρίς να κλη τα βλέφαρά του ο ύπνος —.

4} Εκ των κατωτέρω λεγομένων μανθάνομεν ότι η μήτηρ του Σωκράτους Φαιναρέτη είχεν εκ του πρώτου συζύγου της Χαιρεδήμου και άλλον υιόν, τον Πατροκλήν τούτον, ομομήτριον αδελφόν επομένως του Σωκράτους.

5} Είναι αδύνατον σχεδόν να αποδοθή το του κειμένου &σιγώντα λέγειν,& ούτως ώστε να διατηρηθή η εν αυτώ αμφιλογία, επί της οποίας ακριβώς στηρίζεται το σόφισμα· τα &σιγώντα& δηλ. είναι και αρσενικόν ενικόν και ουδέτερον πληθυντικόν.

6} Αμετάφραστος πάλιν η αμφιλογία της ελλην. φράσεως, τίνα προσή- κει χαλκεύειν, εν τη οποία το τίνα δύναται να ληφθή και ως υποκείμενον του προσήκει χαλκεύειν αλλά και ως αντικείμενον του χαλκεύειν.

7} Αφήνω αμετάφραστον την θαυμαστικήν επιφώνησιν, &πυππάξ, ω Ηράκλεις·& ο Διονυσόδωρος εκδεχόμενος το πυππάξ ως όνομα, κάμνει το ανούσιον χαριτολόγημα το οποίον θέτει και τον Κτήσιππον εκτός μάχης, υπό αηδίας.

8} Ο οίνος αγαθόν και το έλαιον αγαθόν· το κράμα είναι χείρον εκείνων, ούτε προς πόσιν αγαθόν, ως ο οίνος, ούτε προς φωτισμόν, ως το έλαιον. Σ. Μωραΐτης.