Part 4
Επάνω εις αυτά λαμβάνει τον λόγον ο Κτήσιππος και λέγει: — Στο θεό σου, Διονυσόδωρε, δόσετέ μας μίαν απόδειξιν, που να πιστεύσω πως λέγετε την αλήθειαν. Τι απόδειξιν θέλεις; — Γνωρίζεις εσύ πόσα δόντια έχει ο Ευθύδημος, και ο Ευθύδημος πόσα έχεις εσύ; — Δεν σου αρκεί που ήκουσες ότι τα γνωρίζομεν όλα; του απεκρίθη. Άφησέ τα αυτά, και απαντήσατε αυτήν μόνον πλέον την φοράν, διά να μας αποδείξετε πως λέγετε την αλήθειαν· και αν ειπήτε καθένας σας πόσα δόντια έχει ο άλλος και βρεθούν σωστά, αφού τα μετρήσωμεν, τότε πλέον θα σας πιστεύσωμεν και εις όλα τα άλλα.
Εκείνοι, επειδή έβλεπαν πως τους κορόιδευε, δεν απαντούσαν εις το κάθε τι που τους ερωτούσε ο Κτήσιππος. αλλά γενικώς επανελάμβανον ότι όλα τα γνωρίζουν διότι απροκαλύπτως πλέον ο Κτήσιππος δεν άφησε τίποτε που να μην τους ερωτά, και τα πλέον γελοία ακόμη πράγματα, αν τα γνωρίζουν· εκείνοι δε με ακλόνητον γενναιότητα αντιμετώπιζαν όλας τας ερωτήσεις, διαβεβαιούντες ότι τα γνωρίζουν, όπως οι κάπροι που πέφτουν μόνοι των επάνω εις τον σίδηρον που τους πληγώνει· ούτως ώστε και εμένα επί τέλους με ώθησεν η απιστία μου να ερωτήσω τον Ευθύδημον, εάν γνωρίζη και να χορεύη ο Διονυσόδωρος. — Μάλιστα, μου απεκρίθη εκείνος. — Όχι όμως βέβαια και να γέρνη τούμπες μέσα σε στημένα μαχαίρια, και να κάμνη τον τροχόν εις την ηλικίαν που ευρίσκεται· ή και μέχρις αυτού του σημείου φθάνει η ικανότης του; — Τίποτε δεν είναι που να μην το γνωρίζη. — Και τα γνωρίζετε όλα τώρα μόνον, ή από πάντα; — Από πάντα, μου απήντησε. — Και όταν ήσαστε παιδιά, και ευθύς που γεννηθήκετε τα ηξεύρετε όλα; — Όλα απήντησαν και οι δύο μαζί.
Το πράγμα μας εφαίνετο όλως διόλου απίστευτον ο δε Ευθύδημος απευθυνόμενος προς εμέ· — Τι; δεν το πιστεύεις, μου είπε, Σωκράτη; — Δεν πιστεύω παρά ένα πράγμα, του είπα, ότι πράγματι πρέπει να είσθε πολύ σοφοί. — Αλλ' αν θέλης να μου απαντάς, θα σου αποδείξω πως παραδέχεσαι και συ αυτά που σου φαίνονται τόσον θαυμαστά. — Ω! απεκρίθην, αυτός ο έλεγχος θα ήτο πολύ ευχάριστος· διότι, εάν ήμουν ως τώρα σοφός χωρίς να το έχω είδησιν, και μου αποδείξης εσύ ότι όλα τα γνωρίζω και από πάντα, τι πολυτιμότερον εύρημα θα ημπορούσα να εύρω εις όλην μου την ζωήν;
— Απάντα μου λοιπόν. — Ερώτα με και θα σου απαντώ. — Είσαι αρά γε, Σωκράτη, επιστήμων πράγματός τινος, ή δεν είσαι; — Ε, είμαι. — Και με εκείνο το πράγμα που σε κάμνει να είσαι επιστήμων, με αυτό το ίδιον γνωρίζεις ό,τι γνωρίζεις, ή με τίποτε άλλο; — Με εκείνο που με κάμνει να είμαι επιστήμων διότι υποθέτω ότι εννοείς την ψυχήν· ή δεν θέλεις να πης αυτό; — Δεν εντρέπεσαι, Σωκράτη, να ερωτάς ενώ σε ερωτούν; — Πολύ καλά· μα τι θέλεις να κάμω; είμαι έτοιμος, όπως με προστάξεις· όταν με ρωτάς κάτι τι, που δεν καταλαβαίνω, απαιτείς μολαταύτα να αποκρίνωμαι, χωρίς να σου ζητώ επεξηγήσεις· αι; — Φαντάζεσαι όμως βέβαια πως πάντα κάτι θέλει να πη εκείνο που σε ερωτώ. — Μάλιστα. Ε, εις αυτό λοιπόν που φαντάζεσαι, να απαντάς. Ναι, μα αν εσύ έχης άλλο πράγμα εις τον νουν σου, όταν με ερωτάς, κ' εγώ το πάρω αλλιώς και σου αποκριθώ σύμφωνα μ' αυτό που φαντάζομαι, ημπορεί ποτέ εσύ να στέρξης εις μίαν απάντησιν άσχετον με το ερώτημά σου; — Εγώ; με φθάνει και με παραφθάνει αυτό εμένα· όχι όμως και εσένα, καθώς φαίνεται. — Δεν θα αποκριθώ λοιπόν πράγματι, πριν να καταλάβω καλά τι μ' ερωτούν — Δεν θα αποκριθής βέβαια εις ό,τι νομίζεις πως σ' ερωτούν, διότι δεν είσαι δι' άλλο παρά να φλυαρής και να μας κάνης τον πρωτινό, όταν δεν πρέπει.
Είδα λοιπόν εγώ τότε πως εθύμωνε, που εζητούσα να διευκρινίζω τα λεγόμενα, όσω αυτός ήθελε να με τυλίξη μέσα εις τας λέξεις, που μου έστηνε γύρω σαν βρόχια. Και ενθυμήθηκα αμέσως τον μουσικοδιδάσκαλόν μου τον Κόννον, που και εκείνος μου θυμώνει πάντα, όταν δεν τον υπακούω, και έπειτα με παραιτεί ως ανεπίδεκτον μαθήσεως. Αφού λοιπόν ήμουν αποφασισμένος να ακολουθήσω τα μαθήματα του Ευθυδήμου, έκρινα πως έπρεπε να υποχωρήσω, μήπως με χαρακτηρίση ως δύστροπον και ασυμβίβαστον, και δεν με δεχθή μαθητήν του. Του λέγω λοιπόν: — Ε, καλά, Ευθύδημε, αφού το ευρίσκης έτσι σωστόν, ας κάμωμεν κατά την επιθυμίαν σου· γνωρίζεις καλύτερ' από μένα τους νόμους της συζητήσεως, διότι εσύ είσαι διδάσκαλος εις αυτήν την τέχνην, ενώ εγώ είμαι όλως διόλου αρχάριος· ώστε επανάλαβε εξ αρχής τας ερωτήσεις σου. — Λοιπόν, απάντησέ μου πάλιν, όσα γνωρίζεις, τα γνωρίζεις διά μέσου κάποιου πράγματος, ή όχι; — Μάλιστα, του απήντησα, διά μέσου της ψυχής. — Να τον μας πάλιν! αποκρίνεται περισσότερα απ' ό,τι τον ερωτούν· δεν σε ηρώτησα διά μέσου τίνος, αλλ' απλώς, αν γνωρίζης διά μέσου κάποιου πράγματος. — Η απαιδευσία μου φαίνεται πάλιν με έκαμε ν' απαντήσω περισσότερα απ' ό,τι έπρεπε· συγχώρησέ με· εις το εξής θα αποκρίνομαι απλώς εις το ερωτόμενον: ό,τι γνωρίζω, το γνωρίζω [πάντοτε] διά μέσου κάποιου πράγματος. — Και τάχα με αυτό το ίδιον μέσον πάντοτε, ή άλλοτε μεν με το αυτό, άλλοτε δε με άλλο; — Πάντοτε με το αυτό, όταν γνωρίζω κάτι τι. — Δεν θα παύσης λοιπόν επί τέλους να προσθέτης περιττά πράγματα εις τας απαντήσεις σου; — Μα εφοβήθηκα μήπως μας εξαπατήση εκείνο το: &πάντοτε.& — Δεν έχομεν φόβον, όσο δι' αυτό. εμείς· ίσως όμως εσύ· λέγε λοιπόν πάντοτε με το ίδιον μέσον γνωρίζεις; Πάντοτε, του απεκρίθην, αφού είναι ανάγκη να αφαιρέσωμεν εκείνο το: &όταν.& — Λοιπόν πάντοτε με αυτό το μέσον γνωρίζεις, και αφού γνωρίζεις πάντοτε, μήπως άλλα μεν τα γνωρίζεις με αυτό το μέσον που γνωρίζεις, άλλα δε με άλλο; ή με αυτό όλα; Όλα με αυτό, όσα τουλάχιστον γνωρίζω, — Πάλι τα ιδία! ξαναπέσαμε εις την αυτήν περιττολογίαν. — Αποσύρω, αφού είναι έτσι, το: &όσα τουλάχιστον γνωρίζω& — Να μην αποσύρης τίποτε· δεν έχω ανάγκην να σου το ζητήσω αυτό· μόνον λέγε μου, θα ημπορούσες να εγνώριζες όλα, αν δεν εγνώριζες το παν; — Αυτό θα ήτο τερατωδώς ακατανόητον, είπα εγώ. Και εκείνος· — Πρόσθετε τώρα, είπε, ό,τι σου αρέση, αφού μου ωμολόγησες πλέον ότι γνωρίζεις το παν. — Πραγματικώς, αφού δεν έχει καμμίαν σημασίαν το: &όσα γνωρίζω,& φαίνεται ότι γνωρίζω το παν. — ομολόγησες δε ακόμη, ότι και πάντοτε γνωρίζεις με το μέσον που γνωρίζεις, είτε όταν γνωρίζης κάτι τι είτε όπως αλλέως θέλεις να το πάρης· με φθάνει πως ωμολόγησες, ότι πάντοτε γνωρίζεις και συγχρόνως τα πάντα· είναι λοιπόν φανερόν ότι εγνώριζες και όταν ήσουν παιδί, και κατά την στιγμήν της γεννήσεώς σου, και κατά την στιγμήν της συλλήψεώς σου ακόμη, και πριν να γεννηθής ο ίδιος, και πριν να γίνη ο ουρανός και η γη, εγνώριζες τα πάντα, αφού πάντοτε γνωρίζεις, και μα τον Δία, και πάντοτε θα γνωρίζης τα πάντα, εάν το θέλω εγώ.
— Αλλ' άμποτε να το θελήσης, του είπα, ανεκτίμητε Ευθύδημε, εάν πράγματι λέγης την αλήθειαν· τι να σου ειπώ όμως, δεν το παραπιστεύω να έχης αυτήν την δύναμιν, εκτός τουλάχιστον αν έδιδε την συγκατάθεσίν του και ο αδελφός σου αυτός ο Διονυσόδωρος· τότε ίσως μάλιστα· πέτε μου όμως, σας παρακαλώ — διότι κατά τα άλλα δεν βλέπω πως θα ημπορούσα να σας αμφισβητήσω, ανθρώπους τόσον υπερφυσικής σοφίας, ότι εγώ, δεν γνωρίζω τα πάντα, αφού εσείς είσθε που το λέγετε· πως όμως, Ευθύδημε, ημπορώ να ισχυρισθώ αυτό, παραδείγματος χάριν, το πράγμα: ότι οι αγαθοί άνθρωποι είναι άδικοι; έλα λέγε μου, αυτό το γνωρίζω ή δεν το γνωρίζω; — Το γνωρίζεις, μου απεκρίθη. — Τι πράγμα; — Ότι δεν είναι άδικοι οι αγαθοί. — Βεβαίως, του απεκρίθην, αυτό ν' ακούεται, αλλά δεν σε ερωτώ αυτό· αλλά πού έμαθα εγώ ότι οι αγαθοί άνθρωποι είναι άδικοι; — Πουθενά, απήντησεν ο Διονυσόδωρος. — Ώστε επομένως είναι πράγμα που δεν το γνωρίζω εγώ αυτό. — Μας χαλάς την υπόθεσιν, είπεν ο Ευθύδημος προς τον Διονυσόδωρον· τώρα θα φανή πως δεν γνωρίζει και έτσι πως είναι επιστήμων και ανεπιστήμων συγχρόνως.
Ο Διονυσόδωρος τότε εκοκκίνησε. — Αλλά συ, ω Ευθύδημε, δεν σου φαίνεται πως λέγει σωστά ο αδελφός σου, που όλα τα γνωρίζει;
Αλλά έλαβε τον λόγον αμέσως ο Διονυσόδωρος και είπε· — Πώς; εγώ αδελφός του Ευθυδήμου; Και εγώ του είπα· — Άφησέ τα τώρα, καλέ μου, αυτά, έως να με διδάξη ο Ευθύδημος, ότι γνωρίζω πως οι αγαθοί άνθρωποι είναι άδικοι, και μη μου φθονήσης το ωραίον αυτό μάθημα. — Φεύγεις, Σωκράτη, είπεν ο Διονυσόδωρος, και δεν θέλεις να αποκριθής. — Πολύ φυσικά, του απήντησα εγώ· είμαι ασθενέστερος και από τον καθένα σας χωριστά, ώστε, κατά πολύ περισσότερον λόγον, πώς να μη φεύγω εμπρός και εις τους δύο σας μαζί; διότι βέβαια δεν ημπορώ να έχω την δύναμιν του Ηρακλέους, ο οποίος μολαταύτα δεν ημπόρεσε να τα καταφέρη συγχρόνως και με την Ύδραν, που ήτο σοφίστρια και με την σοφίαν της εξεφύτρωνε, κάθε φορά που της έκοπτε μίαν κεφαλήν του λόγου, πολλάς άλλας εις την θέσιν της μιας, και με τον Καρκίνον, άλλον αυτόν πάλιν σοφιστήν, που ήλθε πέρ' από την θάλασσαν και προ μικρού, καθώς μου φαίνεται, απεβιβάσθη, και ο οποίος επειδή παρηνώχλει τον Ηρακλέα έτσι από τα αριστερά με λόγια και με δαγκάματα, τον ηνάγκασε να επικαλεσθή την βοήθειαν του ανεψιού του Ιολάου· και αυτός μεν πράγματι τον εβοήθησεν αρκετά· ο ιδικός μου όμως ο Ιόλαος [ο Πατροκλής {4}] αν ήρχετο εις βοήθειάν μου, περισσότερον κακόν φοβούμαι πως θα έκαμνε. — Έλα λοιπόν τώρα, είπεν ο Διονυσόδωρος, αφού μας εχόρτασες αρκετά με τα παραμύθια σου, απάντησε μου σ' αυτό: ο Ιόλαος ήτο περισσότερον ανεψιός του Ηρακλέους παρά δικός σου; — Το βλέπω, Διονυσόδωρέ μου, πως το καλύτερον που έχω να κάμω είναι να σου αποκριθώ, διότι αλλέως δεν θα θέσης τέλος εις τας ερωτήσεις σου (είμαι πολύ βέβαιος περί τούτου) διά να με εμποδίσης από φθόνον να μάθω από τον Ευθύδημον εκείνην την σοφίαν, που επρόκειτο να με διδάξη. — Απάντησέ μου λοιπόν — Θα σου απαντήσω, του είπα, ότι του Ηρακλέους ήτο ανεψιός ο Ιόλαος, ιδικός μου όμως καθόλου, όπως στοχάζομαι, διότι δεν ήτο πατέρας του ο Πατροκλής, ο αδελφός μου· το βέβαιον είναι πως είχε κάπως όμοιον όνομα, Ιφικλής, ο αδελφός του Ηρακλέους. — Ο Πατροκλής λοιπόν είναι ο αδελφός σου; — Ναι, του απήντησα, από την αυτήν τουλάχιστον μητέρα, όχι όμως και από τον ίδιον πατέρα. — Είναι επομένως και δεν είναι αδελφός σου. — Ομοπάτριος αδελφός μου δεν είναι, διότι ο πατέρας του εκείνου ήτο ο Χαιρέδημος, και εμένα ο Σωφρονίσκος. — Αλλά πατέρας ήτο ο Χαιρέδημος, και ο Σωφρονίσκος επίσης. — Αναμφιβόλως, του απεκρίθην, ο ένας δικός μου και άλλος δικός του, — Ο Χαιρέδημος λοιπόν ήτο άλλο πράγμα, από τον πατέρα; — Άλλο βέβαια πράγμα από τον πατέρα τον δικό μου. — Ήτο λοιπόν πατέρας αφού ήτο άλλο πράγμα από τον πατέρα; ή ημπορεί ποτέ εσύ να είσαι το ίδιον πράγμα με την πέτραν; — Φοβούμαι, μα την αλήθεια, μήπως στο τέλος και αυτό καταντήσωμεν να μας το αποδείξης· οπωσδήποτε δεν στοχάζομαι να είμαι το ίδιον πράγμα με την πέτραν. — Αφού λοιπόν δεν είσαι το ίδιον, θα πη πως είσαι άλλο πράγμα. — Άλλο μάλιστα. — Αν λοιπόν είσαι άλλο πράγμα από την πέτραν, δεν είσαι πέτρα· και αν είσαι άλλο πράγμα από τον χρυσόν, δεν είσαι χρυσός. — Βεβαίως. — Επομένως και ο Χαιρέδημος δεν θα είναι πατέρας, αφού ήτο άλλο πράγμα από τον πατέρα. — Έτσι φαίνεται, πως δεν είναι πατέρας.
— Και αν ο Χαιρέδημος είναι πατέρας, προσέθεσεν ο Ευθύδημος, απεναντίας πάλιν ο Σωφρονίσκος, αφού θα είναι άλλο πράγμα από πατέρας, δεν θα είναι πατέρας, ώστε συ, Σωκράτη, δεν θα έχης πατέρα.
Τότε και ο Κτήσιππος διακόψας· — Αλλά και με τον ιδικόν σας πατέρα, είπε, δεν συμβαίνει το ίδιον; δεν είναι και αυτός άλλο πράγμα από τον πατέρα μου; — Καθόλου, απήντησεν ο Ευθύδημος. — Αλλά τότε λοιπόν είναι ο ίδιος; — Ο ίδιος βεβαία, — Να σου πω, δεν θα το επεθυμούσα καθόλου· αλλά δεν μου λέγεις, Ευθύδημε, εδικός μου μόνον πατέρας είναι, ή και των άλλων ανθρώπων; — Και των άλλων, απεκρίθη· τι θα ήθελες τάχα; να είναι ο αυτός πατέρας και να μην είναι: — Έτσι ενόμιζα εγώ, είπεν ο Κτήσιππος. — Πώς; θέλεις ο χρυσός να μην είναι χρυσός, ή ο άνθρωπος να μην είναι άνθρωπος: — Πρόσεξε, Ευθύδημε, του είπεν ο Κτήσιππος, μήπως δεν συνάπτεις, καθώς λέγει η παροιμία, λινάρι με λινάρι· διότι, αλήθεια, θα ήτο τερατώδες το πράγμα, αν ο πατέρας σου ήτο πατέρας όλων των ανθρώπων. — Μα είναι. — Αλλά, είπε πάλιν ο Κτήσιππος, μόνον των ανθρώπων πατέρας είναι, ή μήπως και των ίππων και όλων των άλλων ζώων; — Όλων, απεκρίθη. — Μήπως και η μητέρα σου το ίδιον; — Βέβαια και η μητέρα μου. — Και όλων των αχινών λοιπόν της θάλασσας θα είναι μητέρα η μητέρα σου. — Και η δική σου. — Και συ επομένως είσαι αδελφός με τους κωβιούς και με τα σκυλάκια και με τα γουρουνάκια. — Όπως και εσύ. — Προσέτι δε έχεις πατέρα και τον σκύλο. — Απαράλλακτα και συ. — Αμέσως ημπορώ, είπε και ο Διονυσόδωρος, να σε κάμω να το ομολογήσης και ο ίδιος, φθάνει να μου αποκριθής· λέγε μου, σε παρακαλώ, έχεις σκύλο; — Ναι, και πολύ κακορρίζικο. — Έχει και κουτάβια; — Σαν τη μάννα τους κι' αυτά.
— Πατέρας λοιπόν αυτών δεν είναι ο σκύλος; — Βέβαια· τον είδα και με τα μάτια μου που ανέβαινε τη σκύλα μου. — Αυτός ο σκύλος δεν είναι δικός σου; — Μάλιστα. — Λοιπόν ο σκύλος αυτός που είναι πατέρας, είναι δικός σου, επομένως πατέρας δικός σου, και συ αδελφός των κουταβιών.
Και αμέσως επήρε τον λόγον ο Διονυσόδωρος, διά να μην τον προλάβη και πη τίποτε ο Κτήσιππος και του λέγει· — Πε μου ακόμη και ένα άλλο· αυτόν τον σκύλο τον κτυπάς; Και ο Κτήσιπος εγέλασε και του είπε· — Ναι, μα τον θεόν· γιατί δεν μπορώ εσένα. — Ώστε κτυπάς τον πατέρα σου; — Αυτές οι ξυλιές που του δίνω, θα ήτανε πιο δίκιο να τις έτρωγε ο πατέρας σας, που δεν ηξεύρω τι του ήλθε και γέννησε έτσι σοφά παιδιά· αλλά δεν αμφιβάλλω βέβαια, Ευθύδημε, πως πολλά αγαθά από την σοφίαν σας αυτήν θα απήλαυσεν ο πατέρας. . . των κουταβιών, — Μα δεν έχει καμμιάν ανάγκην από τα πολλά αγαθά, Κτήσιππε, ούτε εκείνος ούτε συ. — Ούτε συ ο ίδιος, Ευθύδημε; — Ούτ' εγώ ούτε κανείς άλλος άνθρωπος· διότι λέγε μου σε παρακαλώ, Κτήσιππε· νομίζεις ότι είναι καλόν δι' ένα που είναι άρρωστος να πάρη φάρμακον, ή σου φαίνεται πως δεν είναι καλόν να το πάρη, ενώ έχει ανάγκην; ή, όταν πηγαίνη εις τον πόλεμον, να πηγαίνη με όπλα, ή δίχως όπλα; — Με όπλα βέβαια· αν και φοβούμαι, ότι θα βγάλης πάλιν από την απάντησίν μου κανένα από εκείνα τα νόστιμά σου συμπεράσματα. — Θα το κρίνης συ μόνος σου καλύτερα· αλλά απάντησέ μου. Αφού ωμολόγησες ότι είναι καλόν διά τον άρρωστον το φάρμακον, όταν υπάρχη ανάγκη να το πάρη, πρέπει λοιπόν αυτό το καλόν να το πάρη εις όσον το δυνατόν μεγαλυτέραν ποσότητα, και νομίζεις ότι θα τον ωφελούσε περισσότερον, αν έτριβε κανείς και του έδινε να πιη μίαν ολόκληρον άμαξαν ελλεβόρου; — Χωρίς καμμίαν αμφιβολίαν, Ευθύδημε, εάν βέβαια εκείνος που θα το έπινε ήτον τόσο μεγάλος, όσος ο ανδριάς που είναι εις τους Δελφούς. — Και αφού λοιπόν είναι καλόν να πηγαίνη κανείς εις τον πόλεμον με όπλα, θα έπρεπεν αρά γε να φορή και όσον το δυνατόν περισσοτέρας ασπίδας και δόρατα, αφού είναι καλόν; — Και βέβαια έτσι πρέπει, είπεν ο Κτήσιππος· ή μήπως εσύ δεν το παραδέχεσαι, Ευθύδημε, και φρονείς ότι πρέπει να πηγαίνη με ένα μόνον δόρυ και με μίαν ασπίδα; — Ναι έτσι λέγω. — Έτσι λοιπόν θα ώλπιζες εσύ και τον Γηρυόνην και τον Βριάρεων; κρίμα κ' εγώ ενόμιζα πως κάτι περισσότερα νοιώθετε, εσύ και ο φίλος μας απεδώ, αφού μάλιστα είσθε και διδάσκαλοι της οπλομαχητικής..
Και ο μεν Ευθύδημος εσιώπησεν· ο δε Διονυσόδωρος εγύρισε τον λόγον εις την προηγουμένην απάντησιν του Κτησίππου και τον ηρώτησε· — Λοιπόν σου φαίνεται πως είναι καλόν να έχη κανείς και χρυσόν; — Βέβαια, και μάλιστα και πολύν, απήντησεν ο Κτήσιππος. — Και δεν φρονείς ότι τα καλά πράγματα πρέπει να τα έχη κανείς παντού και πάντοτε; — Αναμφιβόλως, είπεν.
— Δεν ωμολόγησες δε ότι και ο χρυσός είναι πράγμα καλόν; — Το ωμολόγησα πράγματι. — Δεν πρέπει λοιπόν να τον έχη κανείς πάντοτε και παντού, και προ πάντων μαζί του; και δεν θα ήτο ευτυχέστατος αν θα είχε τρία μεν τάλαντα χρυσού μέσα εις την κοιλίαν του, ένα τάλαντον εις το κρανίον του, και από ένα στατήρα εις το κάθε του μάτι; — Και πραγματικώς, Ευθύδημε, του είπεν ο Κτήσιππος, λέγουν ότι μεταξύ των Σκυθών εκείνοι θεωρούνται ευτυχέστατοι και άνθρωποι μεγαλυτέρας αξίας, που έχουν πολύ χρυσίον μέσα εις τα κρανία, τα ιδικά των, διά να μιλήσω κ' εγώ όπως εσύ, που έλεγες σκύλον τον πατέρα μου· και εκείνο που είναι ακόμη θαυμαστότερον, και πίνουν μέσα από τα επιχρυσωμένα κρανία των, και τα βλέπουν μέσα τα κρανία των, ενώ τα κρατούν εις τα χέρια των. — Και δεν μου λέγεις; είπεν ο Ευθύδημος· αυτοί οι Σκύθαι σου και οι άλλοι άνθρωποι βλέπουν εκείνα που ημπορούν να βλέπουν, ή που δεν ημπορούν;
— Εκείνα που ημπορούν βέβαια. — Και εσύ το ίδιον; — Κ' εγώ το ίδιον. — Τα ρούχα που φορούμε τα βλέπεις; — Τα βλέπω. — Ώστε τα ρούχα μας ημπορούν να βλέπουν. — Και θαυμάσια μάλιστα, είπεν ο Κτήσιππος. — Και τι βλέπουν; — Τίποτε βλέπουν· εσύ όμως είσαι αρκετά αστείος, που να νομίζης ίσως, πως δεν βλέπουν· αλλά μα την αλήθειαν, Ευθύδημε, μου φαίνεται πως εσύ ξύπνος ονειρεύεσαι, και αν είναι δυνατόν να ομιλή κανείς χωρίς να λέγη τίποτε, εσύ θαρρώ πως το κατορθώνεις αυτό περίφημα.
Επάνω εις αυτό ο Διονυσόδωρος ηρώτησε τον Κτήσιππον· — Και δεν είναι αρά γε δυνατόν διά τους σιωπώντας να ομιλούν; {5} — Όλως διόλου αδύνατον, απήντησεν ο Κτήσιππος. — Και διά τους λαλούντας επίσης να σκοπούν; — Ακόμη ολιγώτερον. — Έτσι λοιπόν όταν ομιλής διά λίθους, ξύλα, σίδερα, δεν ομιλείς διά σιωπώντα πράγματα; — Κάθε άλλο, φίλε μου, αν τύχη μάλιστα να περνώ από γύφτικα· εκεί δα θακούσης τα σιδερικά να φωνάζουν και να σκούζουν, αν τα εγγίξη κανείς· ώστε αυτή τη φορά γελάστηκες, φαίνεται, από υπερβολικήν σοφίαν, και δεν κατάλαβες πως δεν είπες τίποτε· αλλά απόδειξέ μου τώρα και το άλλο, πως είναι δυνατόν διά τους λαλούντας να σιωπούν.
Και ενώ έλεγεν αυτά ο Κτήσιππος, εφαίνετο πως ενέτεινεν όλας του τας δυνάμεις διά να αρέση εις τον ερωμένον του.
— Λοιπόν, τον ηρώτησεν ο Ευθύδημος, όταν σιωπάς δεν σιωπάς όλα τα πράγματα; — Μάλιστα, του απεκρίθη. — Σιωπάς επομένως και τα λαλούντα, αφού βέβαια και τα λαλούντα περιλαμβάνονται μέσα εις το: όλα τα πράγματα. — Και πώς; είπεν ο Κτήσιππος, όλα τα πράγματα δεν σιωπούν; — Όχι βέβαια, απήντησεν ο Ευθύδημος. — Όλα λοιπόν τότε ομιλούν, αγαπητέ μου; — Εκείνα τουλάχιστον που ομιλούν. — Δεν είναι αυτό που σε ερωτώ, είπεν ο Κτήσιππος, αλλά, αν όλα τα πράγματα ομιλούν ή σιωπούν; — Ούτε το ένα ούτε το άλλο, αλλά και τα δύο μαζί, επετάχτηκε και είπεν ο Διονυσόδωρος· και είμαι βέβαιος ότι δεν θα έχης να αντιτάξης τίποτε εις αυτήν την απάντησιν.
Αλλά ο Κτήσιππος, κατά την συνήθειάν του, εξέσπασε στα γέλοια και, — Ευθύδημε, είπεν, ο αδελφός σου επαμφοτέρισεν εις αυτό που τον ηρώτησα, και πάει, χάθηκε, νικήθηκε.
Και ο Κλεινίας ευχαριστήθηκε υπερβολικά και εγέλασε, πράγμα το οποίον έκαμε τον Κτήσιππον να φουσκώση και να γίνη δέκα φορές τόσος από την χαράν του· κατά την ιδέαν μου όμως ο Κτήσιππος, τετραπέρατος καθώς είναι, θα τα κρυφάκουσεν αυτά απ' αυτούς τους ιδίους και έμαθε το μυστικό τους· διότι αληθινά σ' αυτό το είδος της σοφίας κανείς εις τον κόσμον δεν μπορεί να τους παραβγή.
Τότε εγώ εστράφηκα προς τον Κλεινίαν και του είπα· — Διατί, φίλε μου, γελάς διά πράγματα τόσον σοβαρά και ωραία;
Και αμέσως ο Διονυσόδωρος, — Μπα! και είδες ποτέ σου εσύ, μου είπε, Σωκράτη, κανένα πράγμα ωραίον; — Είδα, του απήντησα, και πολλά μάλιστα, Διονυσόδωρε. — Και αυτά αρά γε ήσαν διαφορετικά από το ωραίον, ή το ίδιο πράγμα με αυτό;
Εγώ τα έχασα κυριολεκτικώς, μη γνωρίζοντας τι να απαντήσω εις αυτήν την ερώτησιν και είπα μέσα μου πως καλά να την πάθω που δεν ήξερα κάλλια να βουβαθώ· οπωσδήποτε του απήντησα, πως είναι διαφορετικά από αυτό το ίδιον το ωραίον· ευρίσκεται όμως εις το καθένα από αυτά μια κάποια ωραιότης. — Εάν λοιπόν τύχη και σου ευρεθή και σένα ένα βώδι, θα πη πως είσαι βώδι, και τώρα που έτυχε να ευρίσκωμαι κ' εγώ μαζί σου, θα πη πως είσαι Διονυσόδωρος; — Δάγκασε τη γλώσσα σου και μη βλαστημάς, του είπα εγώ. — Αλλά πώς ημπορεί, όταν ένα πράγμα που είναι διαφορετικόν από άλλο προστεθή εις αυτό, να γίνεται αυτό το διαφορετικόν άλλο απ' ό,τι είναι;
— Αυτό απορείς; του είπα, αποπειρώμενος τώρα και εγώ να μιμηθώ την σοφίαν των, που τόσον επεθυμούσα να αποκτήσω.
— Πώς να μην απορώ, μου είπε, και εγώ και όλοι οι άνθρωποι δι' ένα πράγμα που δεν υπάρχει; — Τι λέγεις, Διονυσόδωρε; το ωραίον δεν είναι ωραίον, και το άσχημον δεν είναι άσχημον;
— Ναι, εάν μου φαίνεται εμένα. — Και δεν σου φαίνεται λοιπόν;
— Πολύ καλά. — Λοιπόν και το ίδιον δεν είναι ίδιον, και το διαφορετικόν δεν είναι διαφορετικόν; διότι βέβαια δεν ημπορεί ποτέ το διαφορετικόν να είναι ίδιον· εγώ τουλάχιστον δεν επίστευα πως και ένα παιδί θα ήτο δυνατόν να αμφιβάλη ότι δεν είναι διαφορετικόν το διαφορετικόν· αλλά καταλαβαίνω, Διονυσόδωρε, πως από σκοπού και εν γνώσει το παρέτρεξες αυτό, διότι κατά τα άλλα αναγνωρίζω, ότι καθώς οι τεχνίται που τους επιβάλλεται να γνωρίζουν εις την εντέλειαν το κάθε τι του επαγγέλματός των, έτσι και σεις εξασκείτε την διαλογικήν τέχνην με όλην την τελειότητα.
— Και ξεύρεις λοιπόν, με ηρώτησε, τι επιβαρύνει έκαστον τεχνίτην να κάμη; εν πρώτοις ποίον επιβαρύνει να χαλκεύη; {6} — Τον χαλκέα. — Ποίον να κεραμεύη; — Τον κεραμέα. Ποίον να σφάζη και να γδέρνη και να κόπτη εις μικρά κομμάτια το κρέας και να τα βράζη ή να τα ψήνη; — Τον μάγειρον. — Καλά λοιπόν θα κάμη, εκείνος που κάμει ό,τι τον επιβαρύνει; — Μάλιστα — Τον μάγειρον δε, καθώς είπες, επιβαρύνει να κόπτη και να γδέρνη· το ωμολόγησες αυτό, ή όχι; — Αλλοίμονο! το ωμολόγησα, αλλά συχώρεσέ με, — Είναι λοιπόν φανερόν ότι, αν κανείς σφάξη τον μάγειρον και τον κόψη κομμάτια και τον βράση ή τον ψήση, θα κάμη ό,τι τον επιβαρύνει να κάμνη· το ίδιο και εκείνος που σφυροκοπήση τον χαλκέα και που κοπανίση τον κεραμέα και τον κάμη πηλόν.
— Μα τον Ποσειδώνα! είπα, εγώ τότε· τώρα πλέον μ' αυτό επέθεσες τον κολοφώνα εις την σοφίαν σας· αρά γε θα την αποκτήσω και εγώ ποτέ, ώστε να γίνη και δική μου; — Και μήπως τάχα, Σωκράτη, θα την γνωρίσης, αν γίνη δική σου; — Εάν τουλάχιστον το θελήσης εσύ, πιστεύω ναι. — Και υποθέτεις λοιπόν, εξηκολούθησε, πως γνωρίζεις τα δικά σου; — Αν δεν λέγης συ τίποτε άλλο· διότι από σένα πρέπει να αρχίζωμεν και εις τον Ευθύδημον να τελειώνωμεν. — Νομίζεις λοιπόν ότι εκείνα τα πράγματα είναι δικά σου, που τα έχεις εις την κατοχήν σου και μπορείς να τα κάμης ό,τι θέλεις; παραδείγματος χάριν, το βώδι και το πρόβατον, που θα μπορούσες να τα πουλήσης και να τα χαρίσης και να τα θυσιάσης σε όποιο θεό θέλεις, νομίζεις πως είναι δικά σου; και εκείνα, που δεν θα μπορούσες να διαθέσης κατ' αυτόν τον τρόπον, δεν θα είναι δικά σου;
Και εγώ, επειδή δεν αμφέβαλλα ότι κάτι ωραίο θα έβγαινε πάλι στη μέση από αυτάς τας ερωτήσεις και ήθελα να το ακούσω μια ώρ' αρχύτερα, έσπευσα να του απαντήσω ότι πραγματικώς εκείνα μόνον νομίζω δικά μου. — Τώρα λοιπόν λέγε μου, ζώα δεν ονομάζεις εκείνα που έχουν ψυχήν; — Ναι, του είπα. — Ομολογείς λοιπόν ότι μόνον εκείνα τα ζώα είναι δικά σου, που μπορείς να τα κάμης ό,τι είπαμε πριν; — Ομολογώ.
Και εδώ εσταμάτησεν ολίγον ο Διονυσόδωρος με κάποια πολύ ειρωνικήν έκφρασιν, σαν να επρόκειτο τάχα να καταιβάση καμμιά μεγάλη σοφία.. — Λέγε μου, είπεν επί τέλους, Σωκράτη, έχεις δικό σου Δία πατρώον;