Ευθύδημος

Part 3

Chapter 3 1 words Public domain Markdown

— Το παραδέχομαι βεβαία, και με όλα τα σωστά μου μάλιστα· ή μήπως τάχα εσύ αρνείσαι την ύπαρξίν της, Διονυσόδωρε; — Αι λοιπόν, εγώ σου λέγω. πως ποτέ δεν θα ημπορέσης να μου αποδείξης, ότι ήκουσες δύο ανθρώπους να αντιλέγουν ο ένας του άλλου. — Αλήθεια λες· αλλά ας το ακούσωμεν τώρα, αφού θα σου παρουσιάσω την ευγενεία μου τον Κτήσιππον, να αντιλέγη προς εσένα τον Διονυσόδωρον. Θα ανελάμβανες πράγματι να μου δώσης την απόδειξιν αυτού που ισχυρίζεσαι; — Βεβαιότατα. — Λέγε μου λοιπόν δεν ημπορούμεν να κάμωμεν λόγον περί όλων των πραγμάτων: — Ημπορούμεν. Όπως υπάρχουν, ή όπως δεν υπάρχουν; — Όπως υπάρχουν. — Διότι βέβαια, αν ενθυμείσαι, Κτήσιππε, απεδείξαμεν και προηγουμένως ότι κανείς δεν λέγει ένα πράγμα που δεν υπάρχει· δεν ευρέθηκε ποτέ κανείς να κάμνη λόγον διά το τίποτε. — Και τι έχει να κάμη; είπεν ο Κτήσιππος· μήπως δι' αυτό αντιλέγομεν ολιγώτερον εγώ και συ: — Αλλά θα αντιλέγαμεν αρά γε, αν εκάμναμεν και οι δύο μας λόγον περί του αυτού πράγματος; ή θα ελέγαμεν απεναντίας τα αυτά πράγματα; — Τα αυτά. — Αλλά μήπως θα αντιλέγαμεν, όταν ούτε ο ένας ούτε ο άλλος λέγωμεν το πράγμα όπως είναι; ή μάλλον, εν τοιαύτη περιπτώσει, κανείς από τους δύο μας δεν θα έκαμνε λόγον περί αυτού του πράγματος; — Δεν θα έκαμνε. — Αλλ' αρά γε, όταν εγώ μεν λέγω ένα πράγμα όπως είναι, συ δε ομιλείς περί άλλου πράγματος, μήπως αντιλέγομεν τάχα τότε; ή δεν είναι μάλλον αληθές, ότι εγώ μεν ομιλώ περί εκείνου του πράγματος, συ δε ούτε καν λόγον κάμεις περί αυτού; και εν τοιαύτη περιπτώσει πώς θα ήτο δυνατόν να αντιλέγωμεν;

Και ο μεν Κτήσιππος έμεινεν αναπολόγητος και εσιώπησεν· εγώ δε, με απορίαν μου και θαυμασμόν δι όσα ήκουσα, — Πώς λέγεις, τον ηρώτησα, Διονυσόδωρε; έχω πράγματι ακούση από πολλούς και πολλάκις να κάμνουν χρήσιν αυτού του συλλογισμού και πάντοτε τον εθαύμασα· διότι και η σχολή του Πρωταγόρα και άλλοι ακόμη αρχαιότεροι φιλόσοφοι τον μετεχειρίζοντο συχνά· εμένα πάντα μου εκίνησε τον θαυμασμόν, και μου φαίνεται ότι και όλους τους άλλους ανατρέπει και αυτόν τον ίδιον· ελπίζω όμως να με διδάξης εσύ καλύτερα από κάθε άλλον, ποίον είναι το αληθές περί αυτού. «Δεν ημπορεί κανείς να ειπή ψεύματα», αυτό είναι το νόημα του συλλογισμού· δεν είναι έτσι; αλλ' ή κατ' ανάγκην εκείνος που ομιλεί θα λέγη αλήθειαν, ή δεν θα ομιλή; — Αυτό είναι, απήντησεν ο Διονυσόδωρος. — Θέλουν να ειπούν με αυτό, ότι είναι αδύνατον κανείς να είπη ψεύματα, ημπορεί όμως να έχη ψευδείς δοξασίας; — Όχι, ούτε ψευδείς δοξασίας, μου απήντησεν. — Ώστε δεν υπάρχει καθόλου ούτε ψευδής δοξασία; — Όχι, — Ούτε αμάθεια επομένως, ούτε αμαθείς άνθρωποι· διότι τ' άλλο παρά τούτο, αν υπήρχε, θα ήτο η αμάθεια, να μην έχη κανείς ορθάς ιδέας περί των πραγμάτων; — Βεβαιότατα. — Αλλ' αυτό δεν γίνεται, είπα εγώ. — Όχι βέβαια. — Το λέγεις έτσι αυτό, Διονυσόδωρε, απλώς διά να γίνεται λόγος και να μας εκπλήξης με αυτήν την παραδοξολογίαν, ή πραγματικώς το πιστεύεις πως δεν υπάρχει κανείς αμαθής εις τον κόσμον; — Αλλ' απόδειξέ μας συ το εναντίον. — Αλλά είναι δυνατόν να γίνη αυτό, κατά τον λόγον σου, να αναιρέση κανείς έναν άλλον, αφού κανένας δεν λέγει ψεύματα; — Όχι, δεν είναι δυνατόν, είπεν ο Ευθύδημος — Αλλά μήπως σου εζήτησα εγώ, επανέλαβεν ο Διονυσόδωρος, να αναιρέσης τον ισχυρισμόν μου; διότι ένα πράγμα που δεν υπάρχει, πως είναι δυνατόν κανείς να το ζητήση; — Ω Ευθύδημε, είπα εγώ, δεν εννοώ ακόμη κατά βάθος όλα αυτά ωραία και σοφά πράγματα· κάτι όμως άρχισα αμυδρώς να καταλαμβάνω. Ίσως θα σου κάμω μίαν ερώτησιν κάπως ολίγον ανόητον, και σε παρακαλώ να μου συμπαθήσης· κοίταξε λοιπόν: αφού δεν είναι δυνατόν κανείς να απατάται, ούτε να έχη ψευδείς δοξασίας, ούτε να είναι αμαθής, ούτε επομένως και να διαπράξη κανένα σφάλμα δεν είναι δυνατόν, όταν κάμνη κάτι τι; αυτό δεν ισχυρίζεσθε; — Αυτό ακριβώς, μου απήντησε. — Ιδού λοιπόν τώρα η ανόητος η ερώτησις, που ήθελα να σας κάμω: αφού δεν είναι δυνατόν να σφάλλωμεν, ούτε εις τας πράξεις μας, ούτε εις τους λόγους μας, ούτε εις τας σκέψεις μας. εσείς, νάχετε καλό! αφού είναι έτσι, τι ήλθετε τότε να διδάξετε εδώ; ή δεν μας εβεβαιώσετε προ ολίγου ότι είσθε εις θέσιν καλύτερα από τον καθένα να διδάξετε την αρετήν εις όλους εκείνους που ήθελαν να την μάθουν;

— Και τόσον λοιπόν κρονόληρος κατήντησες, Σωκράτη, είπεν ο Διονυσόδωρος, ώστε να έρχεσαι να μας επαναλαμβάνης τώρα εκείνα που είπαμεν εις την αρχήν; και αν είπα τίποτα πέρυσι θα το ενθυμηθής τώρα, με αυτά όμως που σου λέγω αυτήν την στιγμήν δεν ηξεύρεις τι να κάμης; — Διότι, είπα εγώ, είναι πολύ δύσκολα· και φυσικά, αφού τα λέγουν άνθρωποι τόσον σοφοί· και αυτό που είπες τώρα τελευταία είναι όχι ολιγώτερον δύσκολον, και πράγματι δεν ηξεύρω τι να κάμω· διότι τι θέλεις να είπης με αυτό το: &δεν ηξεύρεις τι να κάμης&, που μου λέγεις, Διονυσόδωρε; ότι δηλαδή δεν ημπορώ να αναιρέσω τα επιχειρήματά σου; διότι, ειπέ μου, τι άλλο εννοεί αυτή η φράσις σου: &δεν ηξεύρεις τι να κάμης& με τον λόγον μου; — Ακριβώς αυτό που λέγεις, πως είναι πολύ δύσκολον να κάμης τίποτε· διότι, έλα να σ' ερωτήσω. — Πριν να μου απαντήσης εσύ, Διονυσόδωρε; — Πώς, δεν θέλεις να αποκριθής λοιπόν; — Μα είναι δίκαιον αυτό; — Και βέβαια είναι. — Και για ποιο λόγο; ή επειδή ίσως μας ήλθες εδώ πράγματι σοφώτατος εις την τέχνην των λόγων και γνωρίζεις πότε πρέπει να αποκρίνεται κανείς και πότε δεν πρέπει; έτσι και τώρα δεν θα απαντήσης ουδέ λέξιν, επειδή γνωρίζεις ίσως ότι δεν πρέπει; — Εξακολουθείς να φλυαρής, βλέπω, και ξεχνάς να αποκριθής· μα έλα, καλέ μου, κάμε αυτό που σου λέγω, και απάντησέ μου, αφού το ομολογείς πως είμαι σοφός. — Ας υπακούσω λοιπόν, αφού είναι ανάγκη, καθώς φαίνεται· εσύ είσαι ο κύριος, λοιπόν εις τας διαταγάς σου, ερώτα με. — Λέγε μου, εκείνα που εννοούν είναι όσα έχουν ψυχήν, ή εννοούν και τα άψυχα; — Όχι, εκείνα που έχουν ψυχήν μόνον. — Και μήπως ηξεύρεις κανένα λόγον, καμμίαν φράσιν, που να έχη ψυχήν; — Όχι, μα την αλήθειαν. — Πώς λοιπόν με ηρώτησες προ ολίγου: τι εννοεί η φράσις σου; — Τι άλλο, παρά θα έκαμα αυτό το λάθος, καθώς φαίνεται, από βλακείαν μου· ή μήπως δεν έκαμα λάθος, αλλά είναι και αυτό σωστόν, που είπα πως εννούν και οι λόγοι; τι λέγεις και συ, έκαμα λάθος ή όχι; διότι αν δεν έκαμα, ουδέ συ θα με εξελέγξης, με όλην σου την σοφίαν, ούτε θα ημπορέσης να κάμης τίποτε με αυτό που είπα· αν δε έκαμα λάθος, ουδέ τότε πάλιν θα έχης δίκαιον, αφού υπεστήριξες ότι δεν είναι δυνατόν κανείς να απατηθή· και δεν θα ειπής βέβαια τώρα, ότι με αυτά που λέγω, αναφέρομαι εις πράγματα που έλεγες πέρυσι· αλλά μου φαίνεται, Διονυσόδωρε και Ευθύδημε, ότι αυτός ο λόγος μένει πάντοτε εις την θέσιν του, και ότι, όπως και άλλοτε, έτσι και τώρα, ενώ ρίπτει καταγής τους άλλους, πίπτει όμως και ο ίδιος· και αυτή δε η τέχνη σας δεν έχει εύρη ακόμη τρόπον, ώστε να μη συμβαίνη αυτό, αν και είναι τόσον πράγματι θαυμαστή διά την λεπτολογίαν της.

Επάνω εις αυτά λέγει τότε και ο Κτήσιππος: — Αι, φίλοι μας από τους Θουρίους ή από την Χίον, ή και απ' όπου αλλού σας αρέσει να είσθε και να σας λέγουν, θαυμάσια είναι αλήθεια αυτά που λέγετε, και δεν σας μέλλει, βλέπω, να παραμιλήτε ξυπνοί!

Αλλά εγώ φοβούμενος μήπως το πράγμα καταντήση εις πειράγματα και ύβρεις, επροσπάθησα πάλιν να καταπραΰνω τον Κτήσιππον και του είπα: — Σου επαναμβάνω πάλιν, Κτήσιππε, και σένα αυτά που έλεγα πριν και του Κλεινία· ότι δεν γνωρίζεις ακόμη την θαυμαστήν σοφίαν των ξένων μας· δεν θέλουν όμως να μας την επιδείξουν εις τα σοβαρά, αλλά μιμούνται τον Πρωτέα, τον Αιγύπτιον σοφιστήν, και μας απατούν με διαφόρους γοητείας. Ας μιμηθώμεν λοιπόν και ημείς τον Μενέλαον, και ας μη ξεκολλήσωμεν από πάνω των, πριν να μας δείξουν την επιστήμην των υπό την σοβαράν της όψιν· διότι είμαι πεπεισμένος ότι έχουν να μας παρουσιάσουν κάτι τι το εξαιρετικώς ωραίον, όταν άπαξ αποφασίσουν να σπουδαιολογήσουν· αλλά εμπρός! Έλα να τους κάμωμεν παρακλήσεις, εξορκισμούς, δεήσεις, διά να μας εμφανισθούν υπό την αληθινήν των μορφήν. Εγώ μάλιστα θέλω πάλιν προηγουμένως να τους εξηγήσω υπό ποίαν μορφήν τους ικετεύω να μου εμφανισθούν· και προς τούτο θα αναλάβω τον λόγον μου, από εκεί που τον είχα διακόψη πριν, και θα προσπαθήσω όσον ημπορώ καλύτερα να εκθέσω και το υπόλοιπον· ίσως τοιουτοτρόπως κατορθώσω να κλονίσω την απόφασίν των, και να με ελεήσουν και με λυπηθούν που με τόσον έντονον προσπάθειαν ζητώ να σπουδαιολογήσωμεν, και [[να]] σπουδαιολογήσουν επί τέλους και αυτοί.

Έλα λοιπόν τώρα εσύ, Κλεινία, και θύμησέ μου που είχαμεν αφήση τότε τον λόγον μας· αν καλώς εγώ ενθυμούμαι κάπου εκεί νομίζω; είχαμεν μείνη σύμφωνοι εις το τέλος, ότι πρέπει να επιδοθώμεν εις την φιλοσοφίαν· δεν είναι έτσι; — Μάλιστα, απεκρίθη ο Κλεινίας. — Η δε φιλοσοφία δεν είναι η απόκτησις επιστήμης; — Βεβαίως. — Αλλά ποία να είναι, αρά γε η επιστήμη, που αξίζει να αποκτήσωμεν; δεν είναι τάχα εκείνη απλώς, που θα μας ωφελήση; — Αυτή ακριβώς. — Αν λοιπόν εγνωρίζαμεν έξαφνα να ευρίσκωμεν διατρέχοντες την γην, τα μέρη όπου υπάρχει περισσότερος χρυσός κεκρυμμένος, αυτή η γνώσις θα μας ωφελούσε τάχα; — Ίσως, μου απήντησε, — Αλλά είχαμεν αποδείξη πριν, ότι θα μας ήτο όλως διόλου ανωφελές και αν ακόμη, χωρίς κανένα κόπον και χωρίς να σκάπτωμεν την γην, ηθέλαμεν αποκτήση όλον τον χρυσόν του κόσμου· ώστε ούτε αν ηξεύραμεν να μεταβάλλωμεν τους λίθους εις χρυσόν, θα είχε καμμίαν αξίαν δι' ημάς αυτή η γνώσις· διότι αν δεν θα εγνωρίζαμεν να κάμνωμεν και χρήσιν αυτού, απεδείχθη ότι καμμίαν ωφέλειαν δεν θα είχε το πράγμα· ή δεν το ενθυμείσαι; — Πολύ καλά το ενθυμούμαι, — Ούτε λοιπόν, καθώς φαίνεται, καμμία άλλη επιστήμη ημπορεί να μας ωφελήση εις τίποτε, ούτε η οικονομολογική, ούτε η ιατρική, ούτε κάθε άλλη, εάν είναι απλώς ικανή να κάμνη μόνον κάτι, όχι όμως και να διδάσκη την χρήσιν εκείνου που κάμνει· δεν είναι έτσι; — Σύμφωνος. — Και αν ακόμη υπήρχε μία επιστήμη, που να ημπορούσε να κάμνη τους ανθρώπους αθανάτους, χωρίς όμως και να τους διδάσκη συγχρόνως την χρήσιν της αθανασίας, ουδέ από αυτήν θα είχαμεν καμμίαν ωφέλειαν συμφώνως με την αρχήν που παρεδέχθημεν. — Συμμερίζομαι απολύτως την ιδέαν σου.

— Ώστε λοιπόν, ωραίε μου φίλε, έχομεν ανάγκην από μίαν τοιαύτην επιστήμην, η οποία να συνδυάση συγχρόνως και τας δύο αυτάς ιδιότητας: και να γνωρίζη να κάμνη κάτι τι, και να γνωρίζη την χρήσιν εκείνου που κάμνει. — Είναι προφανές. — Δεν μας χρειάζεται λοιπόν διόλου, καθώς φαίνεται, να είμεθα περίφημοι κιθαροποιοί και να γίνωμεν κάτοχοι αυτής της τέχνης· διότι εδώ η τέχνη που κατασκευάζει και η τέχνη που μεταχειρίζεται είναι όλως διόλου χωριστά πράγματα, και ενώ πρόκειται περί του αυτού αντικειμένου, διαφέρουν καθ' ολοκληρίαν· διότι δεν διαφέρουν πράγματι τελείως η κιθαροποιητική τέχνη και η κιθαριστική μεταξύ των; — Βεβαιότατα. — Ούτε και η αυλοποιητική βέβαια μας χρειάζεται περισσότερον, διότι το ίδιον συμβαίνει και με αυτήν. — Σύμφωνος. — Αλλά, προς θεού! μήπως τάχα αν μάθωμεν την λογοποιητικήν τέχνην, να είναι, λέγεις, αυτή που πρέπει ν' αποκτήσωμεν διά να γίνωμεν ευτυχείς; Δεν το πιστεύω εγώ, μου απεκρίθη ο Κλεινίας. — Και που στηρίζεσαι, παρακαλώ, διά να το λέγης αυτό; — Διότι βλέπω αυτούς τους λογοποιούς, που συνθέτουν τους λόγους, πως δεν ημπορούν να μεταχειρισθούν τους λόγους των, που κάμνουν οι ίδιοι, απαράλλακτα όπως και οι κιθαροποιοί τα όργανα που κατασκευάζουν· αλλά και εδώ άλλοι είναι οι άνθρωποι που γνωρίζουν και ημπορούν να μεταχειρίζωνται, όσα κατεσκεύασαν εκείνοι, χωρίς να είναι εις θέσιν οι ίδιοι να συνθέσουν ένα λόγον· είναι λοιπόν φανερόν, ότι και περί λόγων προκειμένου, άλλη είναι η τέχνη που τους κάμνει, και άλλη που τους μεταχειρίζεται. — Αρκετά πειστική μου φαίνεται η απόδειξις που έδωσες, ότι δεν είναι και αυτή η τέχνη των λογοποιών εκείνη, της οποίας η απόκτησις θα ημπορούσε να μας κάμη ευτυχείς· και μολαταύτα εγώ εφανταζόμουν πως κάπου εδώ θα ευρίσκαμεν την επιστήμην, που ζητούμεν τόσην ώραν· διότι, να σου ειπώ την αλήθεια, κάθε φορά που τύχη να ευρεθώ με αυτούς τους λογοποιούς, μου κάμνουν την εντύπωσιν ανθρώπων σοφωτάτων, και αυτή δε η τέχνη των μου φαίνεται θεία και υψηλή· και αυτό δεν με παραξενεύει· διότι αποτελεί πράγματι μέρος της τέχνης των εξορκιστών, και ολίγον μόνον είναι κατωτέρα από αυτήν· και η μεν τέχνη των εξορκιστών γητεύει τα φείδια και τα σφαλάγγια και τους σκορπιούς και άλλα φαρμακερά ζώα και ασθενείας, των δε λογοποιών καταπραΰνει και γητεύει, ούτως ειπείν, τους δικαστάς και τους βουλευτάς και κάθε είδους συναθροίσεις των πολλών· ή μήπως έχεις τίποτε διαφορετικήν ιδέαν εσύ; — Όχι, είμαι τελείως σύμφωνος μαζί σου. — Πού λοιπόν, είπα εγώ, να στραφώμεν πλέον και εις ποίαν τέχνην να απευθυνθώμεν; — Όσον δι' εμένα δεν βλέπω τίποτε, μου απήντησε. — Εγώ όμως νομίζω πως το ευρήκα. — ποια είναι; ηρώτησεν ο Κλεινίας. — Η στρατηγική τέχνη μου φαίνεται ότι είναι παρά κάθε άλλην εκείνη, της οποίας η απόκτησις θα κάμη τον άνθρωπον ευτυχή — Δεν το παραδέχομαι εγώ αυτό. — Και διατί, παρακαλώ; — Μα αυτή είναι απλώς ένα κυνήγι ανθρώπων. — Αι λοιπόν; — Κάθε κυνήγι, μου απεκρίθη, τίποτε περισσότερον δεν κάμνει παρά να κυνηγά και να πιάνη το θήραμα· αφού όμως πιάσουν εκείνο που κυνηγήσουν, δεν είναι εις θέσιν να το κάμουν τίποτε, αλλά οι μεν κυνηγοί και οι ψαράδες το παραδίδουν εις τους μαγείρου ς· οι δε γεωμέτραι πάλιν και οι αστρονόμοι και οι μαθηματικοί διότι και αυτοί επίσης είναι κυνηγοί, αφού δεν κάμνουν αυτοί τα γεωμετρικά σχήματα, αλλά υπάρχουν ήδη αυτά και απλώς μόνον τα ανευρίσκουν — επειδή λοιπόν δεν γνωρίζουν να χρησιμοποιήσουν τας ανακαλύψεις των, τας παραδίδουν, όσοι τουλάχιστον απ' αυτούς δεν είναι τελείως ανόητοι, εις τους διαλεκτικούς, διά να κάμουν εκείνοι την προσήκουσαν χρήσιν. — Έστω, σοφώτατε και ωραιότατε Κλεινία, έτσι λοιπόν λες νάναι; — Βεβαιότατα, μου απεκρίθη· και οι στρατηγοί επίσης, κατά τον ίδιον και απαράλλακτον τρόπον, όταν κυριεύσουν καμμίαν πόλιν ή κανένα στρατόπεδον, το παραδίδουν εις τους πολιτικούς· διότι αυτοί δεν ηξεύρουν πως να κάμουν με αυτά που εκυρίευσαν· ακριβώς όπως οι κυνηγοί που πιάνουν τα ορτύκια τα παραδίδουν εις τους ορτυκοτρόφους. Εάν λοιπόν εμείς χρειαζώμεθα εκείνην την τέχνην, που είναι εις θέσιν και να μεταχειρίζεται όσα κατασκευάζει ή όσα οπωσδήποτε αποκτά, και η τοιαύτη τέχνη μόνον είναι που θα μας κάμη ευτυχείς, άλλην καμμίαν τότε βέβαια πρέπει να ζητήσωμεν αντί της στρατηγικής.

Κρίτων Τι μου λες εκεί, Σωκράτη; αλήθεια τα είπεν αυτά εκείνο το παιδάριον;

Σωκράτης Τι; δεν το πιστεύεις. Κρίτων;

Κρίτων Όχι, μα τον θεόν, δεν το πιστεύω· διότι, αν πραγματικώς τα είπεν αυτά, τότε σου λέγω ότι δεν έχει ανάγκην ούτε τον Ευθύδημον ούτε κανένα άλλον άνθρωπον να πάρη δάσκαλον.

Σωκράτης Τότε, λοιπόν στο θεό σου! μήπως ήτανε τάχα ο Κτήσιππος που τα είπε αυτά και εγώ δεν το ενθυμούμαι;

Κρίτων Ποιος Κτήσιππος;

Σωκράτης Τουλάχιστον, αυτό το γνωρίζω καλά, πως δεν ήτο ούτε ο Ευθύδημος ούτε ο Διονυσόδωρος που τα είπε· αλλά, ευλογημένε μου Κρίτων, μήπως λες να ήτανε παρόν κανένα από τα υπέρτερα όντα και τα είπε εκείνα τα λόγια; διότι, ότι τα ήκουσα, αυτό τουλάχιστον είμαι απολύτως βέβαιος.

Κρίτων Ναι, μα την αλήθεια, Σωκράτη· κάποιο πράγματι υπέρτερον πνεύμα, μου φαίνεται, πως θα ήτανε, και πολύ μάλιστα υπέρτερον. Αλλά λέγε μου τώρα, εζητήσατε καμμίαν άλλην τέχνην κατόπιν; και την ευρήκετε επί τέλους, ή δεν την ευρήκετε εκείνην που εζητούσετε;

Σωκράτης Πού βρήκαμε, φίλε μου! καταντήσαμεν αλήθεια γελοίοι, σαν τα παιδιά που κυνηγούν τους κορυδαλούς· κάθε φορά που επιστεύαμε πως, να! θα την πιάσωμε πλέον την επιστήμην, εκείνη πάντα και μας έφευγε από μέσ' απ' τα χέρια μας. Μα τι να κάθωμαι τώρα να σου τα πολυλογώ και να σου τα αναφέρω όλα; αλλά όταν τέλος εφθάσαμεν εις την τέχνην του βασιλεύειν, και εξετάζαμεν, αν είναι αυτή που παρέχει και εξασφαλίζει την ευδαιμονίαν εις τους ανθρώπους, τότε δα είναι που είδαμεν πως επέσαμεν εις λαβύρινθον και, ενώ ενομίζαμεν πως ευρισκόμεθα εις το τέλος, αναγκασθήκαμε να γυρίσωμεν εις τα βήματά μας και να ευρεθώμεν εις την αρχήν των ερευνών μας, τόσον σοφοί, όσον ήμεθα και ότε επελήφθημεν το πρώτον της συζητήσεως.

Κρίτων Και πώς σας συνέβη αυτό, Σωκράτη;

Σωκράτης Θα σου το ειπώ· κατελήξαμεν εις το συμπέρασμα ότι η πολιτική και η τέχνη του βασιλεύειν είναι το ίδιον πράγμα.

Κρίτων Και λοιπόν;

Σωκράτης Εις αυτήν την τέχνην, εσκέφθημεν, και η στρατηγική και όλαι αι άλλαι παραδίδουν να κυβερνά όσα ήθελον αποκτήση αι ίδιαι, διότι είναι η μόνη που γνωρίζει να κάμνη χρήσιν αυτών. Παρεδέχθημεν λοιπόν ότι αυτή θα είναι προφανώς η επιστήμη που ζητούμεν και η αιτία της αληθούς ευδαιμονίας της πολιτείας και ότι, με μίαν λέξιν, κατά τον στίχον του Αισχύλου, {3} αυτή μόνη κάθηται εις την πρύμνην της πόλεως με το πηδάλιον εις τας χείρας και διευθύνει και κυβερνά το παν προς κοινήν όλων ωφέλειαν.

Κρίτων Και δεν ήτο τάχα ορθή η ιδέα σας, Σωκράτη;

Σωκράτης Θα το κρίνης μόνος σου, Κρίτων, αν έχης την υπομονήν να ακούσης και τι επηκολούθησε κατόπιν· διότι επήραμεν πάλιν να εξετάσωμεν το ζήτημα και κατ' αυτόν τον τρόπον: Έλα να ιδούμεν, είπαμεν, αυτή η τέχνη του βασιλεύειν, εις την οποίαν τα πάντα υπόκεινται, κάμνει κάποιο έργον; ή δεν κάμνει κανένα; Δίχως άλλο θα κάμνη, είπαμεν εμείς μεταξύ μας. Και συ δεν θα έλεγες το ίδιον, Κρίτων;

Κρίτων Βεβαίως.

Σωκράτης Ποίον λοιπόν θα έλεγες πως είναι το έργον της; όπως έξαφνα, εάν σε ερωτούσα, ποίον είναι το έργον, το οποίον παρέχει η ιατρική εξασκούσα την δικαιοδοσίαν της, εκεί όπου την εξασκεί; δεν θα μου απαντούσες την υγιείαν;

Κρίτων Μάλιστα.

Σωκράτης Τι δε; και η ιδική σου τέχνη, η γεωργική, εις την δικαιοδοσίαν της, ποίον έργον κάμνει; δεν θα μου απαντούσες, ότι εξάγει από την γην την τροφήν μας;

Κρίτων Μάλιστα.

Σωκράτης Λοιπόν, η βασιλική τέχνη εξασκούσα την δικαιοδοσίαν της, εκεί όπου την εξασκεί, τι κάμνει; ίσως να εδυσκολεύεσο ολίγον να απαντήσης.

Κρίτων Το ομολογώ πράγματι, Σωκράτη.

Σωκράτης Και ημείς το ίδιον, Κρίτων· αλλ' αυτό τουλάχιστον το γνωρίζεις, ότι, αν είναι η επιστήμη που ζητούμεν, πρέπει κατ' ανάγκην να είναι ωφέλιμος.

Κρίτων Αναμφιβόλως.

Σωκράτης Δεν πρέπει λοιπόν να μας παρέχη κάποιο αγαθόν;

Κρίτων Ανάγκη πάσα.

Σωκράτης Αλλά το αγαθόν, παρεδέχθημεν εγώ και ο Κλεινίας, δεν είναι άλλο παρά μία κάποια επιστήμη.

Κρίτων Ναι, έτσι μου είπες.

Σωκράτης Αλλά είχομεν εύρη, ότι όλα μεν τα άλλα που θα ημπορούσαμεν να θεωρήσωμεν έργα της πολιτικής — και τοιαύτα είναι πολλά, παραδείγματος χάριν να κάμνη πλουσίους τους πολίτας, να τους παρέχη την ελευθερίαν, να τους εξασφαλίζη από τας στάσεις — όλα αυτά δεν είναι ούτε κακά ούτε καλά, αλλ' ότι έπρεπε να τους κάμη σοφούς και κατόχους της επιστήμης, εάν επρόκειτο να είναι εκείνη που θα μας ήτο ωφέλιμος και θα μας έκαμνεν ευτυχείς.

Κρίτων Αυτό είναι· τουλάχιστον μου έλεγες προ ολίγου ότι έτσι το παραδεχθήκατε πως πρέπει να είναι.

Σωκράτης Α! λοιπόν τώρα· η τέχνη η βασιλική κάμνει αρά γε τους ανθρώπους σοφούς και καλούς;

Κρίτων Τι θα την ημπόδιζε, Σωκράτη;

Σωκράτης Αλλά τους κάμνει αρά γε όλους καλούς και εις όλα; και αυτή είναι που τους μανθάνει όλας τας επιστήμας, την υποδηματοποιίαν, την ξυλουργικήν και τας άλλας;

Κρίτων Δεν το πιστεύω, Σωκράτη.

Σωκράτης Ποίαν λοιπόν τότε επιστήμην; και εις τι θα μας χρησιμεύη αύτη; διότι πρέπει να μην κάμνη τίποτε από εκείνα, που δεν είναι ούτε καλά ούτε κακά, να μας κάμνη δε κοινωνούς όχι καμμιάς άλλης επιστήμης, παρά του εαυτού της. Ας είπωμεν λοιπόν τώρα, ποία να είναι αυτή, και τι θα μας χρησιμεύη να κάμνωμεν. Θέλεις να ειπούμεν, Κρίτων, ότι θα είναι μία επιστήμη, με την οποίαν θα κάμνωμεν τους άλλους καλούς ανθρώπους;

Κρίτων Και βέβαια.

Σωκράτης Αλλά εις τι θα είναι καλοί, και εις τι χρήσιμοι; ή θα ειπούμεν πάλιν εις το να κάμνουν άλλους καλούς, και οι άλλοι εκείνοι άλλους και ούτω καθεξής; εις τι όμως θα είναι καλοί πουθενά δεν θα ιδούμεν, αφού δεν δίδομεν καμμίαν σημασίαν εις αυτά που θεωρούνται ως έργα της πολιτικής, και τοιουτοτρόπως κινδυνεύομεν να γυρίζωμεν διαρκώς μέσα εις τον αυτόν φαύλον κύκλον, και, όπως έλεγα πριν, απέχομεν εξ ίσου, ή και μάλιστα ακόμη περισσότερον παρά ποτέ, από το να εύρωμεν την επιστήμην εκείνην που θα μας κάμη ευτυχείς;

Κρίτων Μα τον θεόν, Σωκράτη, περιήλθετε, καθώς φαίνεται, εις μεγάλην απορίαν.

Σωκράτης Πραγματικώς, Κρίτων, επειδή και εγώ το έβλεπα πως επέσαμεν εις αυτό το αδιέξοδον, ήρχισα πάλιν να ικετεύω τους ξένους ως Διοσκούρους και να επικαλούμαι με όλην την δύναμιν της φωνής μου, την βοήθειάν των, διά να μας σώσουν, εμένα και τον νεαρόν φίλον μας, από αυτήν την τρικυμίαν του λόγου, να πάρουν επί τέλους το πράγμα εις τα σοβαρά, και σοβαρά να μας διδάξουν, ποία είναι εκείνη η επιστήμη, που έχομεν ανάγκην διά να διέλθωμεν ευτυχείς το υπόλοιπον της ζωής μας.

Κρίτων Αι λοιπόν; κατεδέχθη τέλος ο Ευθύδημος να ικανοποιήση την επιθυμίαν σας;

Σωκράτης Πώς όχι; και ήρχισε μάλιστα, φίλε μου, με ένα ύφος πολύ υπερήφανον ως εξής:

— Θέλεις, μου είπε, Σωκράτη, να σου διδάξω αυτήν την επιστήμην, που τόσον σας βασανίζει να την ευρήτε, ή θέλεις να σου αποδείξω ότι την κατέχεις ήδη; — Ω μακάριε Ευθύδημε, του είπα, είναι αλήθεια στο χέρι σου να το κάμης αυτό; Απολύτως, μου απεκρίθη. — Μα τον Δία! απόδειξέ μου λοιπόν ότι την κατέχω· διότι αυτό είναι πολύ ευκολώτερον, παρά να κάθομαι τώρα να μαθαίνω εις αυτήν την ηλικίαν που ευρίσκομαι. — Έλα λοιπόν να μου απαντήσης εις αυτό που θα σε ερωτήσω· είναι τίποτε που να το γνωρίζης; Βεβαίως, του απήντησα, και πολλά πράγματα μάλιστα, αλλά ασήμαντα οπωσδήποτε. — Αυτό αρκεί, μου είπε· λοιπόν φρονείς τώρα, ότι μεταξύ των πραγμάτων, που υπάρχουν, ευρίσκεται κανένα, που να μην είναι εκείνο που είναι; — Όχι μα την αλήθειαν, αυτό δεν είναι δυνατόν. — Δεν είπες όμως ότι εσύ γνωρίζεις κάτι τι; — Μάλιστα. — Λοιπόν αφού γνωρίζεις, θα ειπή πως είσαι επιστήμων. — Μάλιστα, αυτού δηλαδή του πράγματος που γνωρίζω.

— Αυτό δεν έχει να κάμη· αφού είσαι επιστήμων, δεν είναι ανάγκη να γνωρίζης τα πάντα; — Όχι, μα τον Δία, αφού αγνοώ τόσα άλλα πράγματα. — Αι λοιπόν, εάν είναι κάτι που να μην το γνωρίζης, θα ειπή πως δεν είσαι επιστήμων. — Εκείνου που δεν γνωρίζω, φίλε μου. — Μήπως τάχα με αυτό θα είσαι ολιγώτερον ανεπιστήμων; και μολαταύτα προ ολίγου μας εβεβαίωσες ότι είσαι επιστήμων, και τοιουτοτρόπως ευρίσκεται, συγχρόνως και υπό την αυτήν έποψιν, ότι είσαι εκείνο που είσαι, και πάλιν ότι δεν είσαι. — Πάει καλά, Ευθύδημε, και χρυσά είναι τα λόγια σου· πως λοιπόν κατέχω εκείνην την επιστήμην, που εζητούσαμεν; επειδή φυσικά, καθώς μας εδίδαξες, είναι αδύνατον το ίδιον πράγμα να είναι συγχρόνως και να μην είναι· ούτως ώστε, εάν γνωρίζω ένα πράγμα, τα γνωρίζω όλα· διότι δεν ημπορεί να είμαι επιστήμων συγχρόνως και ανεπιστήμων αφού δε τα γνωρίζω όλα, κατέχω επομένως και εκείνην την επιστήμην· αυτός είναι ο συλλογισμός που κάνεις, και αυτή είναι η σοφία που ανεκάλυψες;

— Εσύ μόνος σου ανασκευάζεις, Σωκράτη, τον εαυτόν σου.

— Αλλά, ω Ευθύδημε, του είπα, μήπως και συ δεν παθαίνεις αυτό το ίδιον πάθημα; όσο για μένα ποτέ δεν θα ημπορούσα να αγανακτήσω, αν συνέβαινε να πάθω οτιδήποτε από κοινού μαζί σου και μαζί με τον Διονυσόδωρον αυτόν, τον αγαπημένον μου φίλον· λέγε μου λοιπόν, και σεις, δεν υπάρχουν πράγματα που τα γνωρίζετε, και άλλα που δεν τα γνωρίζετε: Κάθε άλλο, μου απεκρίθη ο Διονυσόδωρος. — Πώς λέγετε; είπα εγώ· δεν γνωρίζετε λοιπόν τίποτε; — Απεναντίας, μου απεκρίθη. — Τότε λοιπόν τα γνωρίζετε όλα. αφού γνωρίζετε κάτι. Όλα μάλιστα, επίσης δε και συ, αν γνωρίζης ένα μόνον πράγμα, τα γνωρίζεις όλα. — Ω θεέ μου, ανέκραξα, ποίον θαύμα και ποίος ανεκτίμητος θησαυρός μας απεκαλύφθη! μήπως αρά γε και όλοι οι άλλοι άνθρωποι τα γνωρίζουν όλα, ή δεν ηξεύρουν τίποτε: — Δεν ημπορεί, φυσικά, άλλα μεν να γνωρίζουν, άλλα δε να μη γνωρίζουν και να είναι συγχρόνως σοφοί και άσοφοι. Αλλά τι λοιπόν; τον ηρώτησα. — Όλοι τα γνωρίζουν όλα, εφόσον γνωρίζουν και ένα μόνον πράγμα. — Δόξα νάχη ο θεός! τώρα το βλέπω, Διονυσόδωρε, πως ομιλείτε επί τέλους εις τα σοβαρά, και εισηκούσθησαν τέλος πάντων αι παρακλήσεις μου· αλήθεια λοιπόν τα γνωρίζετε όλα εσείς; την ξυλουργικήν παραδείγματος χάριν, την βυρσοδεψικήν; — Μάλιστα, μου απεκρίθη. Μήπως ηξεύρετε και να ράπτετε υποδήματα; — Ναι, βέβαια και να κόπτωμεν ακόμη και πάτους. Μήπως γνωρίζετε και τα τέτοια, πόσος είναι ο αριθμός των άστρων και των κόκκων της άμμου; Και βεβαίως, μου είπε· ή τάχα πιστεύεις πως θα το αρνηθώμεν: