Part 2
— Μην παραξενεύεσαι, Κλεινία, από αυτό το είδος της συζητήσεως, εις το οποίον είσαι ασυνήθιστος· διότι ίσως δεν ημπορείς να εννοήσης ποίος είναι ο σκοπός των φίλων μας εδώ μ' αυτά που κάνουν με σένα· κάνουν δηλαδή το ίδιον ό,τι και οι Κορύβαντες όταν υποβάλλουν εις την τελετήν του ενθρονισμού εκείνον που πρόκειται να μυήσουν εις τα μυστήριά των· και εκεί, καθώς θα γνωρίζης ίσως, αν έχης μυηθή, αρχίζουν με κάτι χορούς και άλλα τέτοια παιγνίδια· έτσι και αυτοί τώρα δεν κάνουν άλλο, παρά να χορεύουν και να πηδούν γύρω σου αστειευόμενοι, διά να σε μυήσουν κατόπιν. Φαντάσου τώρα λοιπόν και συ ότι και αυτά εδώ είναι τα προοίμια των σοφιστικών μυστηρίων, Και εν τούτοις όπως το ορίζει ο Πρόδικος, πρέπει κανείς να μάθη την ορθήν και κυρίαν σημασίαν των λέξεων, πράγμα ακριβώς το οποίον ήθελαν να σου διδάξουν οι ξένοι· διότι δεν ήξευρες, ότι το &μανθάνω& το λέγουν οι άνθρωποι και όταν κανείς αποκτά την γνώσιν ενός πράγματος την οποίαν προηγουμένως δεν είχεν, αλλά την ιδίαν λέξιν μεταχειρίζονται επίσης και όταν, αφού αποκτήση την γνώσιν ενός πράγματος, σκέπτεται διά μέσου της γνώσεως ταύτης, περί αυτού του ιδίου πράγματος, είτε τούτο είναι πράξις είτε ιδέα· συνηθέστερον μεταχειρίζονται εις την περίστασιν αυτήν μάλλον το ρήμα: &καταλαμβάνω& παρά το: &μανθάνω&, μεταχειρίζονται όμως ενίοτε και το &μανθάνω&. Εσύ όμως δεν είχες προσέξη, όπως σου το απέδειξαν αυτοί, ότι η ιδία λέξις εφαρμόζεται εις δύο όλως διόλου διαφορετικάς περιστάσεις, και δι' εκείνον που γνωρίζει και δι' εκείνον που δεν γνωρίζει. Το ίδιον δε συνέβη και με την δευτέραν ερώτησιν που σου έκαμαν, εάν μανθάνη κανείς εκείνα που γνωρίζει ή εκείνα που δεν γνωρίζει. Όλα λοιπόν αυτά είναι παιγνίδια ως προς τα καθ' αυτό μαθήματα· και δι' αυτό ισχυρίσθην εγώ ότι έπαιζαν μαζί σου· και τα ονομάζω παιγνίδια, διότι και αν κανείς ήθελε μάθη πολλά τέτοια και αν ακόμη και όλα τα εμάθαινε, δεν θα εγνώριζε καλύτερον την αληθή φύσιν και ουσίαν των πραγμάτων· το πολύ θα ημπορούσε να διασκεδάζη με τους ανθρώπους και να τους εξαφνίζη με αυτήν την διπλήν σημασίαν των λέξεων, όπως ένας που σου βάζει πόδι και σε ρίχτει ανάσκελα, ή όπως εκείνοι που σου τραβούν από πίσω το σκαμνί την ώραν που πας να καθίσης και πεθαίνουν ύστερα στα γέλοια άμα σε ιδούν ξαπλωμένο φαρδύ πλατύ καταγής· ώστε όλα αυτά που έκαμαν ως τώρα με σένα να τα πάρης έτσι για παιγνίδι· τώρα βέβαια θα έλθη και η σειρά των σπουδαίων και σοβαρών, και θα αναλάβω εγώ την υποχρέωσιν να τους παρακαλέσω να κρατήσουν την υπόσχεσίν που μας έδωσαν· διότι υπεσχέθησαν να μας διδάξουν την τέχνην, με την οποίαν να προτρέπωνται οι άνθρωποι εις την καλλιέργειαν της αρετής· αλλά ενόμισαν, μου φαίνεται, πως έπρεπε ν' αρχίσουν μ' αυτάς τας αστειότητας μαζί σου. Ας είναι λοιπόν, φίλε μου Ευθύδημε και Διονυσόδωρε· επαίξατε όσο επαίξατε και ίσως να φθάνη πλέον. Ελάτε τώρα εις το προκείμενον και διδάξετε τον νέον, πως πρέπει να καλλιεργήση την αρετήν και την σοφίαν. Προηγουμένως θα σας εκθέσω εγώ τας βλέψεις μου επ' αυτού του αντικειμένου και κατά ποίον τρόπον επιθυμώ να το ακούσω πραγματευόμενον το ζήτημα· αλλά σας παρακαλώ μη με περιγελάσετε, εάν εύρητε πως τα λέγω απλοϊκά και γελοία· η επιθυμία ν' ακούσω και να επωφεληθώ της σοφίας σας μου δίδει το θάρρος να αυτοσχεδιάσω εμπρός σας. Ανεχθήτε λοιπόν να με ακούσετε, σεις και οι μαθηταί σας, χωρίς να γελάσετε, συ δε, υιέ του Αξιόχου, απάντησε μου:
— Αρά γε όλοι οι άνθρωποι επιθυμούμεν να είμεθα ευτυχείς; αλλά τι λέγω; μήπως αμέσως — αμέσως άρχισα με καμμίαν από εκείνας τας ανοησίας που εφοβούμην; διότι πράγματι είναι ανόητον και να κάνη κανείς τέτοιαν ερώτησιν και οποίος άνθρωπος είναι εκείνος που δεν θέλει να είναι ευτυχής;
— Κανείς βέβαια, είπεν ο Κλεινίας.
— Έστω λοιπόν· αφού καθένας επιθυμεί να είναι ευτυχής, πώς θα ημπορούσε να γίνη; τάχα αν ήθελεν αποκτήση πολλά αγαθά; ή μήπως αυτή η ερώτησις να είναι ακόμη πιο ανόητη και από την πρώτην; διότι είναι φανερόν πως έτσι είναι το πράγμα.
Έμεινε σύμφωνος.
— Ας εξετάσωμεν όμως, ποία μεταξύ όλων των πραγμάτων ονομάζομεν αγαθά; ή είναι εύκολον και αυτό, και δεν χρειάζεται καμμιά πολύ μεγάλη σοφία διά να το εύρη κανείς; διότι ο καθένας θα μας έλεγε, παραδείγματος χάριν, ότι ένα καλόν πράγμα είναι, να είσαι πλούσιος· δεν είναι έτσι; — Βεβαιότατα, μου απεκρίθη. — Επίσης η υγιεία, η ευμορφιά και αι άλλαι όμοιαι τελειότητες του σώματος, δεν είναι και αυταί αγαθά; — Έμεινε σύμφωνος. — Αλλά ακόμη και η ευγένεια και η δύναμις, αι τιμαί και τα αξιώματα εις την πατρίδα σου είναι φανερόν πως είναι αγαθά. Το παρεδέχθη και αυτό. — Ποία είναι τώρα τα αγαθά που μας υπολείπονται ακόμη; τι να είναι τάχα η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη και η ανδρεία; παραδέχεσαι εσύ, Κλεινία, ότι θα ήτο ορθόν να κατατάξωμεν και αυτά μεταξύ των αγαθών, ή όχι; διότι ημπορούσε κανείς να το αμφισβητήση· εσύ όμως τι φρονείς; — Και αυτά είναι αγαθά, μου απεκρίθη. — Έστω λοιπόν, αλλά την σοφίαν σε ποια σειρά τάχα να την βάλωμεν; εις τα αγαθά; ή ποια είναι η ιδέα σου; — Εις τα αγαθά. — Κύτταξε μήπως παρελείψαμεν κανένα άλλο, που να αξίζη τον κόπον. — Μα μου φαίνεται πως δεν παρελείψαμεν.
Αλλά εγώ, αφού εσυλλογίσθηκα ολίγον, — Μα τον θεόν, είπα, ολίγο έλειψε ναφήσωμεν έξω το σπουδαιότερον! — Και ποιό είναι αυτό; μ' ερώτησεν ο Κλεινίας. — Την ευτυχίαν, Κλεινία, αυτό το δώρον να επιτυγχάνη κανείς εις όλα τα πράγματα, που όλοι οι άνθρωποι, και οι χειρότεροι ακόμη, θεωρούν το πρώτον απ' όλα τα αγαθά. — Αλήθεια λέγεις, είπεν ο Κλεινίας. Και εγώ, σαν να ήλθα πάλιν εις τον εαυτόν μου, — Ολίγο έλειψε, του είπα, Κλεινία, να γίνωμεν και οι δύο καταγέλαστοι εμπρός εις αυτούς τους ξένους. — Πώς αυτό; με ηρώτησε. — Διότι ενώ ήδη έχομεν αναφέρη ανωτέρω μεταξύ των αγαθών την ευτυχίαν, εκάμαμεν τώρα πάλιν λόγον περί αυτής. — Και τι έχει να κάμη αυτό; — Είναι γελοίον να επανέρχεται κανείς εις εκείνο, που έχει ήδη είπη, και να επαναλαμβάνη δύο φορές τα ίδια πράγματα. — Τι θέλεις να είπης; — Η σοφία, του απήντησα, είναι δίχως άλλο η ευτυχία· κ' ένα παιδί μπορεί να το καταλάβη αυτό.
Εκείνος παρεξενεύθη· τόσον είναι ακόμη νέος και απλούς· και εγώ το παρετήρησα και του είπα:
— Και πως; δεν γνωρίζεις τάχα, Κλεινία, ότι την μεγαλυτέραν από κάθε άλλον επιτυχίαν εις την αύλησιν την έχουν οι εξ επαγγέλματος αυληταί; — Το γνωρίζω. — Το ίδιον δε και οι γραματισταί εις την γραφήν και την ανάγνωσιν των γραμμάτων; — Βεβαιότατα. — Τι δε; ως προς τους κινδύνους της θαλάσσης μήπως νομίζεις πως υπάρχουν άλλοι τινές που να τους διαφεύγουν επιτυχέστερον από τους σοφούς κυβερνήτας; — Όχι βέβαια.
— Και αν επήγαινες εις τον πόλεμον, δεν θα επροτιμούσες να συμμερισθής τους κινδύνους και τας τύχας της εκστρατείας με ένα σοφόν μάλλον στρατηγόν παρά με ένα αμαθή; — Και βέβαια με σοφόν. — Το ίδιον και αν συνέβαινε να ασθενήσης, δεν θα εμπιστεύεσο τον εαυτόν σου μάλλον εις ένα σοφόν ιατρόν παρά εις ένα αμαθή; — Αναμφιβόλως. — Διότι βέβαια παραδέχεσαι ότι θα είχες μεγαλυτέρας πιθανότητας επιτυχίας, όταν έχης να κάμης με ένα σοφόν παρά με ένα αμαθή· ή όχι; — Μάλιστα. — Ώστε η σοφία είναι εκείνη που εξασφαλίζει πάντοτε την επιτυχίαν εις τον άνθρωπον διότι με την σοφίαν ποτέ δεν είναι δυνατόν να πέση κανείς έξω και μαζί της κατ' ανάγκην κάθε επιχείρησις θα στέφεται υπό επιτυχίας· διότι διαφορετικά δεν θα ήτο πλέον σοφία.
Τέλος πάντων εμείναμεν, δεν ηξεύρω πώς, σύμφωνοι ότι γενικώς το πράγμα είναι έτσι όπως το είπαμεν και ότι πανταχού και πάντοτε η επιτυχία συμβαδίζει μετά της σοφίας. Και αφού εσυμφωνήσαμεν εις αυτό, τον ηρώτησα εκ νέου ποίαν ιδέαν θα είχε τώρα δι' εκείνα που παραδέχθημεν κατ' αρχάς. Διότι παρεδέχθημεν, του είπα, ότι θα είμεθα ευτυχείς και ευχαριστημένοι, αν είχαμεν πολλά αγαθά, — Μάλιστα. — Λοιπόν, σε ερωτώ, θα ήμεθα ευτυχείς με τα αγαθά που κατέχομεν, αν μας ωφελούσαν, ή αν δεν μας ωφελούσαν εις τίποτε; — Αν μας ωφελούσαν βέβαια. — Θα ωφελούσαν όμως αρά γε εις τίποτε, αν απλώς τα είχαμεν, χωρίς να κάμωμεν καμμίαν χρήσιν αυτών; αν, παραδείγματος χάριν, είχαμεν αφθόνους τροφάς και δεν τας ετρώγαμεν, ή ποτά και δεν τα επίναμεν, θα ημπορούσαμεν να ειπούμεν ότι μας ωφελούν τίποτε; — Όχι βέβαια. — Έτσι και όλοι οι τεχνίται, αν είχαν όλα, που του χρειάζονται του καθενός διά το επάγγελμά του, και δεν έκαμναν καμμίαν χρήσιν αυτών, θα ήσαν αρά γε ευτυχείς απλώς και μόνον δι' αυτό, διότι έχουν δηλαδή όλα όσα πρέπει να έχη ο τεχνίτης; αν, παραδείγματος χάριν, ένα ξυλουργός είχεν όλα τα εργαλεία που του χρειάζονται και όλην επίσης την ξυλικήν, δεν τα ειργάζετο όμως, θα έβλεπε τάχα καμμίαν ωφέλειαν από αυτό; — Καμμίαν απολύτως. — Και λοιπόν, αν ένας άνθρωπος είχε άπειρα πλούτη και όλα εκείνα τα άλλα αγαθά που ανεφέραμεν, χωρίς όμως να τα χρησιμοποιή καθόλου, η κτήσις αρά γε αυτών των αγαθών μόνη θα έφθανε διά να τον κάμη ευτυχή; — Όχι βέβαια, Σώκρατες. — Πρέπει λοιπόν, καθώς φαίνεται, διά να είναι ευτυχής ένας άνθρωπος, όχι μόνον να είναι κάτοχος όλων αυτών των αγαθών, αλλά και να τα μεταχειρίζεται προσέτι· διότι άλλως εις τίποτε δεν του χρησιμεύει η απόκτησίς των. — Αυτό είναι η αλήθεια. — Παραδέχεσαι λοιπόν τώρα, Κλεινία, ότι η κτήσις και η χρήσις των αγαθών αρκούν διά να κάμουν ένα άνθρωπον ευτηχή; — Έτσι μου φαίνεται. — Αλλά οφείλει αρά γε να κάμνη ορθήν χρήσιν, ή είναι αδιάφορον το πράγμα; — Ορθήν βέβαια. — Πολύ σωστά απήντησες· επειδή πολύ χειρότερον είναι, νομίζω, να κάμνη κανείς κακήν χρήσιν ενός πράγματος, παρά να μην κάμνη καθόλου· διότι το πρώτον είναι κακόν, ενώ το άλλο τουλάχιστον δεν είναι ούτε καλόν ούτε κακόν· ή δεν είναι έτσι; — Έτσι μάλιστα. — Αλλά, δεν μου λέγεις, υπάρχει άλλο πράγμα που να διδάσκη την κατεργασίαν και την χρήσιν των ξύλων παρά η ξυλουργική επιστήμη; — Όχι βέβαια. — Και εις την κατασκευήν επίσης των εργαλείων η σχετική επιστήμη είναι βέβαια εκείνη που διδάσκει το ορθόν. — Μάλιστα. — Το ίδιον λοιπόν και διά την χρήσιν των αγαθών εκείνων που ανεφέραμεν εις την αρχήν, του πλούτου και της υγιείας και του κάλλους, δεν είναι η επιστήμη η οποία καθοδηγεί και διδάσκει πώς να τα μεταχειριζώμεθα ορθώς, ή τίποτε άλλο τάχα; — Η επιστήμη. — Όχι λοιπόν μόνον την επιτυχίαν, αλλά και την καλήν χρήσιν, καθώς φαίνεται, παρέχει η επιστήμη εις τους ανθρώπους εις όλα όσα έχουν ή κάμνουν. — Συμφωνώ. — Και μα την αλήθεια τι το όφελος από όλα τα άλλα πράγματα, που ημπορεί να έχη ο άνθρωπος, δίχως την φρόνησιν και την σοφίαν; τι θα τον ωφελήσουν όσα και αν έχη και όσα και αν κάνη, όταν δεν έχη νουν; δεν είναι προτιμότερον να έχη ολιγώτερα από τα άλλα και να έχη νουν; και σε παρακαλώ εξέτασε το πράγμα κατ' αυτόν τον τρόπον· όσον ολιγώτερα κάμνη κανείς, δεν θα περιπίπτη και εις ολιγώτερα σφάλματα; και εις όσον ολιγώτερα σφάλματα περιπίπτη, δεν θα ευρίσκεται και εις ολιγώτερον κακήν κατάστασιν; και εις όσον ολιγώτερον κακήν κατάστασιν ευρίσκεται, δεν θα είναι και ολιγώτερον δυστυχής; — Και βέβαια. — Και πότε θα κάμνη κανείς ολιγώτερα, όταν είναι πτωχός ή πλούσιος; — Όταν είναι πτωχός.
— Και όταν είναι ασθενής ή ισχυρός; — Ασθενής· — Όταν έχη αξιώματα και τιμάς, ή όταν δεν έχη; — Όταν δεν έχη. — Επίσης όταν είναι ανδρείος και ανεπτυγμένος θα πράττη ολιγώτερα, ή δειλός; — Δειλός. — Λοιπόν και οκνηρός μάλλον ή δραστήριος;
— Μάλιστα. — Και αργός μάλλον ή γρήγορος; και ένας που έχει αμβλείαν μάλλον την ακοήν και την όρασιν ή οξείαν;
Και αφού εμείναμεν σύμφωνοι εις όλα αυτά, — Διά να ανακεφαλαιώσωμεν λοιπόν, είπα, Ω Κλεινία, φαίνεται πως όλα εκείνα, που ωνομάσαμεν εις την αρχήν αγαθά, δεν θα ειπή ότι ημπορούν να θεωρηθούν αυτά καθ' εαυτά και εκ φύσεως αγαθά, αλλά το πράγμα, κατά τα φαινόμενα, έχει ως εξής· εάν μεν ευρίσκωνται εις την εξουσίαν της αμαθείας, είναι χειρότερα από τα αντίθετα κακά, διότι παρέχουν περισσότερα μέσα ενεργείας εις τον ανόητον, κάτοχον αυτών· εάν όμως εξυπηρετούν την φρόνησιν και την σοφίαν, τότε είναι τα μεγαλύτερα αγαθά· καθ' εαυτά όμως δεν έχουν καμμίαν απολύτως αξίαν ούτε τα μεν ούτε τα δε.
— Μου φαίνεται ότι έχεις απόλυτον δίκαιον, όπως τα λέγεις.
— Ποίον είναι λοιπόν το συμπέρασμά μας απ' όλα όσα είπαμεν; ότι γενικώς τίποτε από τα άλλα δεν είναι ούτε καλόν ούτε κακόν, εκτός αν εξαιρέσης δύο μόνον πράγματα, την σοφίαν, η οποία είναι καλόν και την αμάθειαν, η οποία είναι κακόν. — Είμαι σύμφωνος.
— Τώρα λοιπόν ας προχωρήσωμεν και παρακάτω· επειδή όλοι οι άνθρωποι έχουν την επιθυμίαν και θέλουν να γίνουν ευτυχείς, είδομεν δε ότι διά να γίνωμεν τοιούτοι πρέπει να μεταχειριζώμεθα τα πράγματα, και μάλιστα να τα μεταχειριζόμεθα ορθώς, και ότι την ορθήν αυτών χρήσιν και την επιτυχίαν επομένως μας την παρέχει η επιστήμη, πρέπει λοιπόν κάθε άνθρωπος εκ παντός τρόπου και με όλας του τας δυνάμεις να επιδιώκη πώς να γίνη όσον το δυνατόν σοφώτερος; ή όχι; — Μάλιστα.
— Με την πεποίθησιν επομένως αυτήν, ότι πολύ περισσότερον αξίζει να παραλάβη κανείς σοφίαν από τον πατέρα του παρά οσαδήποτε χρήματα, καθώς επίσης από τους επιτρόπους του, από τους φίλους του, και τους άλλους και εκείνους που του κάμνουν τον εραστήν, από τους ξένους, από τους συμπολίτας του, μεταχειριζόμένος μάλιστα και δεήσεις και ικεσίας διά να του μεταδώσουν την σοφίαν, δεν είναι καθόλου αισχρόν ούτε καμμία εντροπή, Κλεινία, χάριν ενός τοιούτου σκοπού να κάμνη και τον υπηρέτην ακόμη και τον δούλον, επί καλού εννοείται πάντοτε, και εις τον εραστήν του και εις κάθε άλλον άνθρωπον, αρκεί να το κάμνη από την ζωηράν επιθυμίαν να γίνη σοφός· ή δεν είσαι και συ αυτής της ιδέας;
— Απεναντίας· όλα αυτά που λέγεις μου φαίνονται σωστότατα.
— Εάν, εννοείται, εν πάση περιπτώσει είναι η σοφία πράγμα που να ημπορή να διδαχθή και δεν κατεβαίνει έτσι μόνη της εις τα κεφάλια των ανθρώπων από τον ουρανόν· διότι υπολείπεται να εξετάσωμεν και αυτό το ζήτημα, εις το οποίον δεν έχομεν ακόμη συμφωνήση εγώ και συ. — Αλλά εγώ, Σωκράτη, παραδέχομαι ότι ημπορεί να διδαχθή.
Γεμάτος χαράν από αυτήν την απάντησιν, — Θαυμάσια! ανέκραξα, ω άριστε των ανθρώπων, και έκαμες πολύ καλά που με απήλλαξες από αυτήν την μακράν εξέτασιν, αν ημπορή να διδαχθή η σοφία ή όχι· τώρα λοιπόν, αφού πιστεύεις ότι είναι δυνατόν να διδαχθή και ότι είναι το μόνον πράγμα που παρέχει εις τον άνθρωπον την ευδοκίμησιν και την ευδαιμονίαν, ημπορείς να μη παραδεχθής ότι είναι ανάγκη με κάθε τρόπον να την επιδιώκωμεν, και συ ο ίδιος δεν έχεις εις τον νουν σου να το κάμης; — Δίχως άλλο, Σωκράτη, και με όλα μου τα δυνατά μάλιστα.
Κατενθουσιασμένος από αυτήν του την διαβεβαίωσιν, — Ιδού λοιπόν, είπα, Ευθύδημε και Διονυσόδωρε, το ιδικόν μου παράδειγμα, πώς επάνω κάτω θα επιθυμούσα να είναι οι προτρεπτικοί διά την αρετήν λόγοι, αλλά ίσως κάπως ακατέργαστον και παρατραβηγμένον· τώρα όποιος από τους δύο σας θέλει ας κάμη το ίδιον, αλλά με όλους τους κανόνας της τέχνης· ή, αν δεν θέλετε αυτό, από εκεί που το άφησα εγώ, αναλάβετε να διδάξετε τον νέον, αν πρέπη να μάθη όλας τας επιστήμας, ή υπάρχει μία, που ημπορεί να τον κάμη άνθρωπον ενάρετον και ευτυχή, και ποια είναι αυτή· διότι, καθώς σας έλεγα και απ' αρχής, συμβαίνει να έχωμεν όλοι μας την ζωηροτέραν επιθυμίαν να γίνη αυτός ο νέος καλός και σοφός άνθρωπος.
Αφού λοιπόν είπα αυτά, συνεκέντρωσα όλην μου την προσοχήν διά να ιδώ κατά ποίον τρόπον θα επελαμβάνοντο της συζητήσεως και πως θα ήρχιζαν διά να παροτρύνουν τον Κλεινίαν εις την άσκησιν της σοφίας και της αρετής. Τον λόγον έλαβε πρώτος ο Διονυσόδωρος, ο μεγαλύτερος από τους δύο αδελφούς, και όλοι προσηλώσαμεν επάνω του τα βλέμματά μας με την ιδέαν ότι θα ηκούαμεν αμέσως λόγους θαυμαστούς από το στόμα του· και δεν εβγήκαμεν πραγματικώς γελασμένοι· διότι, είναι η αλήθεια, μας είπε, Κρίτων, πράγματα θαυμάσια, που αξίζει να τα ακούσης και συ· τόσον ήσαν κατάλληλα να παρακινήσουν τον άνθρωπον εις την καλλιέργειαν της αρετής.
— Ειπέ μου, Σωκράτη, και όλοι εσείς, που καθώς λέγετε επιθυμείτε να γίνη σοφός αυτός ο νέος, αστειεύεσθε με αυτά που λέγετε, ή πραγματικώς το επιθυμείτε με όλα σας τα σοβαρά;
Και εμένα μου επέρασε τότε από την ιδέαν, πως ημπορεί πράγματι να επίστευσαν, ότι είχαμεν διάθεσιν να αστειευθούμεν, όταν τους παρακαλέσαμεν προηγουμένως να συζητήσουν με τον νεαρόν φίλον μας, και δι' αυτό ήρχισαν και εκείνοι να παίζουν μαζί του και να μη σπουδαιολογούν. Αυτό μου επέρασε από τον νουν και δι' αυτό έσπευσα να τον διαβεβαιώσω με τον θετικώτερον τρόπον ότι σπουδαιολογούμεν με όλα μας τα σωστά.
— Πρόσεχε λοιπόν, Σωκράτη, εξηκολούθησεν ο Διονυσόδωρος, μήπως απαρνηθής σε λίγο, αυτό που διαβεβαιώνεις τώρα. — Ηξεύρω καλά εκείνο που λέγω, και δεν είναι φόβος να το αρνηθώ. — Καλά λοιπόν λέγετε πως επιθυμείτε να γίνη σοφός ο φίλος σας. — Αυτό ακριβώς. — Και τώρα, σας παρακαλώ, είναι σοφός ο Κλεινίας ή όχι; — Ο ίδιος λέγει πως δεν είναι ακόμη, διότι δεν είναι καθόλου φαντασμένο το παιδί. — Εσείς λοιπόν θέλετε να γίνη σοφός, και να μην είναι αμαθής. — Μάλιστα, αυτό θέλομεν. — Ώστε θέλετε λοιπόν να γίνη εκείνο που δεν είναι, και να μην είναι πλέον εκείνο που είναι τώρα.
Εγώ επάνω εις αυτό εταράχθηκα ολίγον και ο Διονυσόδωρος επωφελούμενος της ταραχής μου έσπευσεν αμέσως να είπη: Αφού λοιπόν επιθυμείτε να μην είναι πλέον ο Κλεινίας εκείνο που είναι τώρα, πάει να πη, καθώς φαίνεται, πως επιθυμείτε να μην είναι ζωντανός; Να, μα την αλήθεια, φίλοι μια φορά και ερασταί, που πρώτ' απ' όλα επιθυμούν τον θάνατον του αγαπημένου των!
Μόλις ήκουσε αυτό ο Κτήσιππος άναψαν αμέσως τα αίματά του και γεμάτος αγανάκτησιν του λέγει: Ξένε μου Θούριε, αν δεν ήτανε κάπως χονδρόν εκ μέρους μου, θα σου έλεγα &στο κεφάλι σου&, που φαντάσθηκες να μας αποδώσης τέτοιο ψέμμα σε μένα και σ' αυτούς τους άλλους, που είναι και να το λέγη κανείς αμαρτία, πως εγώ επιθυμώ τον θάνατον αυτού! — Κτήσιππε, του είπεν ο Ευθύδημος, παραδέχεσαι, πως ημπορεί κανείς να ψευσθή; — Το παραδέχομαι βέβαια, εκτός αν είμαι παράφρων. — Αλλ' όταν κανείς ψεύδεται, λέγει το πράγμα περί του οποίου πρόκειται ο λόγος, ή δεν το λέγει; — Το λέγει. — Λοιπόν, αφού το λέγει, θα πη ότι δεν λέγει τίποτε άλλο, παρά εκείνο που λέγει. — Αυτό ν' ακούεται. — Αλλά βέβαια θα παραδεχθής, ότι εκείνο που λέγει είναι ένα κάποιο πράγμα χωριστόν από όλα τα άλλα. — Δεν έχω αντίρρησιν. — Ώστε εκείνος που το λέγει αυτό, λέγει ένα πράγμα που υπάρχει. — Ναι. — Αλλά εκείνος που λέγει ένα πράγμα που υπάρχει λέγει το πραγματικόν, το αληθινόν· ώστε ο Διονυσόδωρος, αφού λέγει εκείνο που υπάρχει, λέγει εκείνο που είναι, και επομένως δεν είπε κανένα ψέμμα για σένα. — Ναι, μα εκείνος που το λέγει αυτό, Ευθύδημε, λέγει πράγμα που δεν είναι.
Τότε ο Ευθύδημος, — Όταν λέγωμεν, είπεν, ένα πράγμα που δεν είναι, εννοούμεν τίποτε άλλο παρά πως αυτό το πράγμα δεν υπάρχει; — Μάλιστα, πως δεν υπάρχει. — Και ένα πράγμα που δεν υπάρχει, καθόλου βέβαια και πουθενά δεν υπάρχει. — Σύμφωνος. — Και ημπορεί λοιπόν να ενεργήση κανείς τίποτε με τα πράγματα που δεν υπάρχουν, εις τρόπον ώστε να κάμη εις τον Κλεινίαν, όποιος και αν είναι, κάτι που καθόλου δεν υπάρχει; — Δεν μου φαίνεται εμένα τουλάχιστον, απήντησεν ο Κτήσιππος. — Αλλά οι ρήτορες, όταν ομιλούν ενώπιον του λαού, τίποτε δεν ενεργούν; — Ενεργούν βέβαια. — Αφού λοιπόν ενεργούν, θα πη πως κάμνουν κάτι. — Μάλιστα. — Ώστε ομιλώ σημαίνει ενεργώ και κάμνω. — Έστω. — Κανείς λοιπόν δεν λέγει πράγματα που δεν υπάρχουν, διότι και απλώς με το να λέγη, κάμνει ήδη κάτι τι, συ δε ωμολόγησες ότι είναι αδύνατον να κάμη κανένα πράγμα που δεν υπάρχει· ώστε, συμφώνως με την ομολογίαν σου, κανείς δεν ημπορεί να ειπή ψέμματα, αλλά, εάν ωμίλησεν ο Διονυσόδωρος, είπε πράγματα αληθινά και που υπάρχουν. — Ναι, μα τον Δία, Ευθύδημε, απήντησεν ο Κτήσιππος· ίσως να λέγη ο Διονυσόδωρος πράγματα που είναι, δεν τα λέγει όμως και όπως είναι.
— Πώς λέγεις, Κτήσιππε; ηρώτησεν ο Διονυσόδωρος· υπάρχουν άνθρωποι που λέγουν τα πράγματα όπως είναι; — Υπάρχουν βέβαια, απήντησεν, οι άνθρωποι οι καλοί και που λέγουν την αλήθειαν. — Αλλά, επανέλαβεν εκείνος, τα κακά πράγματα δεν είναι κάτι τι κακόν, και τα καλά πράγματα δεν είναι κάτι τι καλόν; — Μάλιστα. — Και υποστηρίζεις ότι οι καλοί άνθρωποι λέγουν τα πράγματα όπως είναι; — Ναι, το υποστηρίζω, — Κακώς λοιπόν λέγουν, Κτήσιππε, οι καλοί άνθρωποι τα κακά, αφού τα λέγουν όπως είναι. — Ναι, μα τον Δία, είπεν εκείνος, και προ πάντων μάλιστα ομιλούν κακώς διά τους κακούς ανθρώπους· και δι' αυτό, αν θέλης να με ακούσης, θα φυλαχθής και συ να μην είσαι από αυτούς, διά να μην ομιλούν και δι' εσένα κακόν οι καλοί άνθρωποι· διότι, πρέπει να ηξεύρης, οι καλοί ομιλούν πάντα κακόν διά τους κακούς.
— Λοιπόν και διά τους μεγάλους, έλαβε τον λόγον ο Ευθύδημος, ομιλούν μεγάλα και διά τους ζεστούς ζεστά; — Βεβαιότατα, απήντησεν ο Κτήσιππος, και διά τους κρύους κρύα, και λέγουν πως οι λόγοι των και οι ομιλίες των είναι κρύες. — Α, α, εσύ, βλέπω, Κτήσιππε, είπεν ο Διονυσόδωρος, ήρχισες τα πειράγματα και τας ύβρεις. — Κάθε άλλο, μα την αλήθεια! εγώ απεναντίας σε εκτιμώ πολύ, Διονυσόδωρε, αλλά σε συμβουλεύω ως φίλον και θέλω να εννοήσης ότι δεν πρέπει να λέγης εμπρός μου και με τόση αδιαντροπιά, πως εγώ επιθυμώ τον θάνατον ανθρώπων, που τους έχω καλύτερα και απ' τα μάτια μου.
Εγώ καθώς τους είδα να τα χοντραίνουν έτσι μεταξύ των, ηθέλησα να γυρίσω το πράγμα εις το αστείον και είπα εις τον Κτήσιππον:
— Μου φαίνεται, Κτήσιππε, ότι εμείς οφείλομεν να δεχώμεθα από τους ξένους μας ό,τι έχουν την ευχαρίστησιν να μας δίδουν και να μην καθήμεθα να συζητούμεν διά τας λέξεις· διότι, αν γνωρίζουν κατ' αυτόν τον τρόπον να θανατώνουν τους ανθρώπους, ώστε από κακούς και αμαθείς να τους ξανακάνουν καλούς και σοφούς, και ευρήκαν είτε αυτοί μόνοι των είτε από κανένα άλλον έμαθαν αυτό το θαυματουργόν είδος της καταστροφής και του ολέθρου, ώστε να χαλούν ένα παλιάνθρωπον και εις την θέσιν του να παρουσιάζουν έναν άνθρωπον της προκοπής — εάν, λέγω, γνωρίζουν αυτήν την τέχνην, και θα την γνωρίζουν βέβαια, αφού μας το διεβεβαίωσαν προ ολίγου, ότι αυτή είναι η νέα τέχνη των που την ανακάλυψαν τώρα κοντά, να κάνουν τους ανθρώπους από κακούς καλούς, ας τους παραχωρήσωμεν αυτό που μας ζητούν: ας θυσιάσουν τον νεαρόν φίλον μας, φθάνει να μας τον ξανακάμουν άνθρωπον με γνώσιν και νουν, και ακόμη και όλους μας εμάς τους άλλους· και αν σεις οι νέοι φοβάσθε, δέχομαι εγώ, σαν άνθρωπος χωρίς αξίαν, να γίνη το πείραμα επάνω μου· διότι καθώς είμαι και γέρος, υποβάλλομαι προθύμως εις αυτόν τον κίνδυνον και παραδίδω τον εαυτόν μου εις τον φίλον μας τον Διονυσόδωρον, ως να ήτο η Μήδεια από την Κολχίδα. Ας με σφάξη και, αν το θέλη, ας με βράση, ή ας με κάμη ό,τι άλλο επιθυμεί· αρκεί να με ξανακάμη άνθρωπον καλόν και προκομμένο.
Τότε ο Κτήσιππος, — Και εγώ, είπεν, είμαι πρόθυμος, Σωκράτη, να παραδώσω τον εαυτόν μου εις τους ξένους να με κάμουν ό,τι θέλουν, και να με γδάρουν ακόμη, και περισσότερον μάλιστα απ' ό,τι γδέρνουν συνήθως, φθάνει μόνον εις το τέλος το δέρμα μου να καταντήση όχι εις ασκόν, όπως του Μαρσύου, αλλά εις αρετήν· και όμως ο Διονυσόδωρος απ' εδώ, του πέρασε από την ιδέαν πως εθύμωσα και αγρίεψα μαζί του· δεν έχει όμως δίκαιον· εγώ δεν υβρίζω, αλλ' απλώς αντιλέγω και αποκρούω εκείνα που αδίκως μου απέδωσεν εις τους λόγους του. Την αντιλογίαν λοιπόν, κύριε μου Διονυσόδωρε, μην την ονομάζης ύβριν· η ύβρις είναι όλως διόλου διαφορετικόν πράγμα.
Επάνω εις αυτό του λέγει ο Διονυσόδωρος: — Και παραδέχεσαι τάχα εσύ, μ' αυτά που λέγεις, πως υπάρχει αντιλογία;