Part 1
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been transferred at the end of the book. My corrections have been included in double square brackets [[]], while bold words in &&. The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed.
Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος. Διορθώσεις μου περικλείονται σε διπλές αγκύλες [[]],ενώ έντονοι χαρακτήρες σε &&. Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ
Μ Ε ΤΑ Φ Ρ Α Σ Η Α. ΧΑΡΟΚΟΠΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΙΩ. Ν. ΓΡΥΠΑΡΗ {1}
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Την κλείδα προς κατανόησιν του μικρού τούτου και δευτερευούσης σημασίας πλατωνικού διαλόγου ευρίσκομεν εις τον επίλογον αυτού. Εκεί διηγείται ο Κρίτων ο γηραιός φίλος του Σωκράτους προς αυτόν, ότι απερχόμενος εκ του Λυκείου, όπου οι δύο σοφισταί ή μάλλον εριστικοί Ευθύδημος και Διονυσόδωρος είχον κάμη επίδειξιν της τέχνης των, συνήντησεν ένα ρήτορα εκ των πεφημισμένων τότε εν Αθήναις· ούτος του εξέφρασε, λέγει, την άκραν του περιφρόνησιν διά την εριστικήν, αλλά συγχρόνως, ως άνθρωπος ο οποίος μόνον εν τη ιδία εαυτού τέχνη βλέπει την αληθινήν σοφίαν, εξέτεινε την περιφρόνησιν και δι' όλους γενικώς τους φιλοσόφους και την φιλοσοφίαν. Εξ όσων άλλων λέγονται ενταύθα περί του ρήτορος τούτου, ότι κυρίως ήτο ποιητής λόγων (λογογράφος, ρητοροδιδάσκαλος) και ότι ουδέποτε ο ίδιος παρουσιάσθη εις δικαστήριον, εικάζεται πολύ πιθανώς ότι πρόκειται περί του Ισοκράτους, εις τους λόγους άλλως τε του οποίου ουχί άπαξ απαντώσι τοιαύται επιπόλαιοι επιθέσεις εναντίον της φιλοσοφίας και των φιλοσόφων, δυνάμεναι εξ ίσου και αδιακρίτως να αποβλέπωσι και εις τον Πλάτωνα αυτόν και εις τον Αντισθένην και τους Μεγαρικούς και οιονδήποτε άλλον. Και αν ακόμη η υπόθεσις αύτη περί υπαινιγμού προς τον Ισοκράτην δεν είναι τελείως βάσιμος (διότι πράγματι πολλοί κριτικοί την επολέμησαν) το βέβαιον είναι οπωσδήποτε ότι ο Πλάτων εγένετο αντικείμενον επιθέσεως τοιούτου τινός είδους, εκ της οποίας του εδίδετο αφορμή να χωρίση άπαξ διά παντός τον ιδικόν του σωκρατισμόν των διαφόρων άλλων σωκρατικών σχολών των αντιπάλων του.
Και τοιουτοτρόπως έγραψε την ευφυεστάτην και αληθώς αριστοφάνειον ταύτην σάτυραν, εις την οποίαν παρουσιάζει τους δύο ασήμους σοφιστάς Ευθύδημον και Διονυσόδωρον, ως αγοραίους γελωτοποιούς, επιδεικνύοντας μετά περισσής αηδίας και ψυχρότητος την διαλεκτικήν εκείνην, ήτις μολονότι πηγάζουσα εκ της σχολής του Σωκράτους, υπέστη τοσαύτην παρέκκλισιν, οφειλομένην κυρίως εις την επίδρασιν του Ζήνωνος. Δια τους δύο τούτους εριστικούς οι παράδοξοι συλλογισμοί δεν είναι πλέον βοηθητικόν απλώς μέσον της γυμναστικής του πνεύματος· κατήντησαν να αποτελούν καθ' εαυτούς, ως σοφίσματα, τον σκοπόν ιδίας τέχνης, της εριστικής, ασφαλέστατον δε συγχρόνως μέσον, υπό τας γνωστάς συνθήκας υπό τας οποίας διετέλει τότε η Αθηναϊκή κοινωνία, ευκόλου χρηματισμού· προ παντός δε ήσαν προορισμένοι να εκπλήττουν, να περιάγουν εις αμηχανίαν και να προκαλούν τους γέλωτας και τας επευφημίας του πλήθους.
Πράγματι οι ελεεινοί ήρωες του διαλόγου ή παίζουν με την διπλήν εκδοχήν των λέξεων, ή παρέρχονται σιωπηλώς και παραλείπουν τους περιοριστικούς μιας εννοίας προσδιορισμούς, ή μεταχειρίζονται κατασκευήν φράσεως δικαιολογουμένης μεν υπό ειδικής τινος συνηθείας της γλώσσης, αλλοιούσης όμως εν τη προκειμένη περιστάσει το νόημα, ή αντικαθιστούν τας διαφόρους σημασίας της κτητικής αντωνυμίας, και με αυτά και άλλα όμοια σοφά τεχνάσματα καταλήγουν εις σειράν συμπερασμάτων αφαντάστου παραδοξότητος.
Μεταξύ όμως των αηδών παραδοξολογιών των δυο τούτων ανδρών ο Πλάτων παρεισάγει κάπως λαθρεμπορικώς και με πονηράν επιτηδειότητα προτάσεις, αι οποίοι είναι γνωστόν ότι ανήκουν εις τον Αντισθένην, όπως π.χ. είναι ο ισχυρισμός περί του αδυνάτου άλλων κρίσεων εκτός των της ταυτότητος, περί του αδυνάτου επίσης της αντιλογίας ή και γενικώτερον οιασδήποτε ψευδούς βεβαιώσεως. Τας απορίας λοιπόν ταύτας, τας οποίας ο αρχηγός της κυνικής σχολής υπεστήριζε σοβαρώς και επιστημονικώς (περί αυτού δεν επιτρέπεται αμφιβολία), ο Πλάτων θέτει εις το στόμα του Ευθυδήμου και του Διονυσοδώρου και με αυτόν τον τρόπον εξευτελίζει την διδασκαλίαν των αντιπάλων του. Ίσως δε ακόμη και το γεγονός ότι παριστά τους δύο εριστικούς γελωτοποιούς ως μεταπηδήσαντας από της ρητορικής εις την διαλεκτικήν, και εις ηλικίαν μάλιστα προχωρημένην, να περιέχη άλλον εκ προθέσεως υπαινιγμόν κατά του Αντισθένους, όστις ομοίαν οδόν είχεν ακολουθήση και τον οποίον εν τω Σοφιστή ονομάζει «οψιμαθή γέροντα».
Ώστε εις όλον τον διάλογον επικρατεί κυρίως το σατυρικόν στοιχείον και εξασκείται το σκώμμα και η γνωστή σωκρατική ειρωνεία μετά περισσής δεξιοτεχνίας. Οι παρεμβαλλόμενοι δε απέριττοι και ευθείς διάλογοι του Σωκράτους προς τον νεαρόν Κλεινίαν, διά των οποίων αναζητούν την «βασιλικήν επιστήμην» του υπερτάτου αγαθού, καθώς αντιτίθενται προς τα κενά λογοπαικτικά σχοινοβατήματα των δύο εριστικών, δίδουν τόνον και έντασιν μοναδικήν εις την εικόνα· ακόμη δε εξαίρεται η εκ του συνόλου καλλιτεχνική εντύπωσις με μερικάς περιγραφάς, αι οποίαι πάλλονται από ζωήν και μετρημένον πραγματισμόν.
Ως προς την σειράν την οποίαν κατέχει ο διάλογος εις την χρονολογικήν ακολουθίαν των πλατωνικών έργων, τούτο μόνον ίσως δύναται να θεωρηθή βέβαιον, ότι είναι πάντως προγενέστερος του Μένωνος, όστις πάλιν προϋποθέτει προ αυτού τον Πρωταγόραν και τον Γοργίαν. Ο τελευταίος δε εκδότης του Πλάτωνος, ο ημέτερος Σ. Μοραΐτης καταλέγει τα πειστικώτατα των επιχειρημάτων, εξ ων αποδεικνύεται ότι ο Ευθύδημος είναι βεβαίως ύστερος του Πρωταγόρου.
ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ
(ΚΡΙΤΩΝ (ΣΩΚΡΑΤΗΣ (ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ ΠΡΟΣΩΠΑ (ΔΙΟΝΥΣΟΔΩΡΟΣ (ΚΛΕΙΝΙΑΣ (ΚΤΗΣΙΠΠΟΣ
Κρίτων. Ποιος ήτανε, Σωκράτη, εκείνος που εσυζητούσες μαζί του εχθές εις το Λύκειον; Επλησίασα γιατί ήθελα να σας ακούσω, μα ήταν τόσον πολύς συνωστισμός γύρω σας, που δεν ημπόρεσα νακούσω τίποτε καθαρά. Ανασηκώθηκα όμως στα πόδια μου για να ιδώ τουλάχιστον και μου εφάνηκε πως ήτανε ξένος εκείνος που συζητούσατε· ποιος ήτανε λοιπόν;
Σωκράτης Μα για ποιον ερωτάς, Κρίτων; γιατί δεν ήτανε ένας, ήτανε δύο.
Κρίτων Εκείνος που λέγω εγώ εκάθητο τρίτος στη σειρά δεξιά σου· ανάμεσά σας ήτανε το παιδί του Αξιόχου· πόσον, αλήθεια, μου φάνηκε πως εμεγάλωσε, Σωκράτη! σαν να έχη επάνω κάτω την ίδια ηλικία με τον δικό μου τον Κριτόβουλο· εκείνος όμως είναι ισχνός και μικροκαμωμένος διά την ηλικίαν του, ενώ αυτός είναι πλέον σχηματισμένος και αλήθεια ωραιότατος και χαριτωμένος νέος.
Σωκράτης Εκείνος που μ' ερωτάς, Κρίτων, είναι ο Ευθύδημος· και ο άλλος που εκάθητο αριστερά μου, ο αδελφός του ο Διονυσόδωρος· είχε και αυτός μέρος εις την συζήτησιν.
Κρίτων Δεν γνωρίζω ούτε τον έναν ούτε τον άλλον.
Σωκράτης Είναι καθώς φαίνεται, κάποιοι καινούργιοι πάλιν σοφισταί.
Κρίτων Και από πού, νάχωμε καλό ρώτημα; και ποια είναι η σοφία των;
Σωκράτης Η καταγωγή τους, όσο ξέρω, είναι κάπου εκεί από τη Χίο, αλλά επήγαν και εγκατεστάθησαν εις τους Θουρίους· από εκεί εξορισμένοι, τριγυρίζουν πολλά χρόνια τώρα κατ' αυτά εδώ τα μέρη. Όσο διά την σοφίαν των, που ερωτάς, είναι θαυμασία, Κρίτων· τίποτε δεν υπάρχει που να μην το ηξεύρουν· εγώ τουλάχιστον ως τώρα δεν είχα γνωρίση τι πράγμα είναι οι παγκρατιασταί· αυτοί, αλήθεια, ξεχωρίζουν εις όλα τα είδη των αγώνων, όχι όπως εκείνοι οι Ακαρνάνες αδελφοί, που μόνον με το σώμα ήσαν ικανοί να πολεμούν εν πρώτοις και εις αυτό το κεφάλαιον υπερέχουν απ' όλους, μ' ένα είδος μάχης που τους εξασφαλίζει πάντοτε την νίκην· γνωρίζουν δηλαδή άριστα την οπλομαχητικήν τέχνην, και ημπορούν ακόμη και να την διδάσκουν εις όποιον τους πληρώση· έπειτα είναι πρώτης τάξεως πολεμισταί εις τους δικαστικούς αγώνας και άλλους διδάσκουν να ομιλούν και να συνθέτουν λόγους διά τα δικαστήρια. Μέχρι τούδε λοιπόν η ικανότης των περιωρίζετο εις αυτά μόνον που ανέφερα, τώρα όμως πλέον έφθασαν εις την άκραν τελειότητα της παγκρατιαστικής τέχνης· διότι το μόνον είδος της μάχης που είχαν αφήση ακόμη ακαλλιέργητον, τώρα το επεξεργάσθησαν και αυτό εις βαθμόν, που να μην ημπορή πλέον απολύτως κανείς ούτε χέρι να τους σηκώση· τόσο φοβεροί έχουν γίνη να πολεμούν με τα λόγια και να ανασκευάζουν κάθε τι που ήθελεν ειπή ένας άλλος, είτε ψέμμα είτε αλήθεια. Εγώ λοιπόν, αγαπητέ μου Κρίτων, έχω σκοπόν να τους παραδώσω τον εαυτόν μου, διότι υπόσχονται εις ολίγον χρόνον να κάμουν τον πρώτον τυχόντα εμπειρότατον εις αυτό το είδος.
Κρίτων Αλλά, Σωκράτη, δεν φοβάσαι την ηλικία σου, μήπως είσαι πλέον πολύ γέρος;
Σωκράτης Κάθε άλλο, φίλε μου· και έχω ίσα ίσα επαρκή λόγον, που με ενθαρρύνει να μη φοβούμαι· διότι και αυτοί οι ίδιοι, αν θέλης να ξέρης, ήσαν προχωρημένοι πλέον εις την ηλικίαν, όταν επεδόθησαν εις την καλλιέργειαν αυτής της τέχνης, της εριστικής, που τόσον επιθυμώ να την μάθω και εγώ· πέρυσι ή προπέρυσι δεν είχαν ακόμη αποκτήση αυτήν την σοφίαν. Ένα μόνον πράγμα φοβούμαι, μήπως πάλιν τους ντροπιάσω και αυτούς τους ανθρώπους, όπως τον Κόννον του Μητροβίου, τον κιθαριστήν, που μου δίδει ακόμη και τώρα μαθήματα μουσικής· όσο μας βλέπουν τα παιδιά, οι συμμαθηταί μου, και εμένα περιγελούν και τον Κόννον τον λέγουν γεροντοδιδάσκαλον ·να μη συμβή λοιπόν το ίδιον και με αυτούς ξένους ανθρώπους, και ίσως, στοχάζομαι, από φόβο να μην ακούσουν τα ίδια, να μη θελήσουν να με δεχθούν μαθητήν των. Αλλά εγώ, όπως εκατάφερα και μερικούς άλλους γέροντας να έρχωνται μαζί μου να παίρνουν μαθήματα από τον Κόννον, έτσι και τώρα θα προσπαθήσω να παρασύρω μερικούς άλλους· και πρώτα πρώτα εσένα, αν θέλης να μ' ακούσης· ίσως μάλιστα δεν θα ήταν άσχημο δόλωμα να πάρωμε μαζί και τους υιούς σου· διότι είμαι βέβαιος ότι, διά να τους έχουν εκείνους, θα συγκατανεύσουν να μας διδάξουν και εμάς.
Κρίτων Δεν βλέπω να είναι καθόλου δύσκολον το πράγμα, αν αυτό είναι η επιθυμία σου· αλλά εξήγησέ μου πρώτα ποια είναι η σοφία των, διά να γνωρίζω τουλάχιστον τι έχομεν και να μάθωμεν.
Σωκράτης Φθάνει να έχης όρεξιν ν' ακούης· διότι δεν θα ημπορούσα να προφασισθώ πως δεν τους επρόσεξα, αλλ' απεναντίας τους ήκουσα με την μεγαλυτέραν μου προσοχήν και δεν ελησμόνησα τίποτε· θα προσπαθήσω λοιπόν να σου τα διηγηθώ όλα καταλεπτώς από την αρχήν ως το τέλος:
Έτυχε κατά καλήν μου τύχην να κάθωμαι μόνος μου εκεί που με είδες εις το αποδυτήριον και είχα αποφασίση πλέον να σηκωθώ να φύγω· αλλά μόλις σηκώνομαι, μου γίνεται έξαφνα το συνηθισμένον μου σημείον, το δαιμόνιον· ξανακάθωμαι λοιπόν πάλιν και σε λίγο πράγματι, να και μπαίνουν αυτοί οι δύο αδελφοί, ο Ευθύδημος και ο Διονυσόδωρος, και άλλοι πολλοί νέοι μαζί, μαθηταί των, καθώς μου φαίνεται· και αφού εμβήκαν, ήρχισαν να περιπατούν κάτω από την στεγασμένην την στοάν· δεν θα είχαν ακόμη κάμη δύο ή τρεις γύρους και μπαίνει ο Κλεινίας, αυτός που σου φάνηκε, και δεν έχεις άδικο, πως εμεγάλωσε τόσο πολύ· και από πίσω του ένα πλήθος ερασταί, μεταξύ των άλλων και ο Κτήσιππος, ένας νέος από την Παιανίαν, καλό και άξιο παληκάρι σε όλα του, αλλά κάπως παράφορος, όπως δα συμβαίνει συνήθως εις αυτήν την ηλικίαν. Μόλις με είδε από εκεί που εμβήκεν ο Κλεινίας, να κάθωμαι μόνος μου, διευθύνεται αμέσως προς το μέρος μου και κάθεται πλάι μου, δεξιά μεριά, όπως το παρετήρησες και συ. Ο Διονυσόδωρος τότε και ο Ευδύθημος, όταν τον είδαν, εσταμάτησαν πρώτα και κάτι άρχισαν να λέγουν μεταξύ των, ενώ από καιρόν εις καιρόν έστρεφαν τα βλέμματά των προς ημάς — διότι τους παρακολουθούσα εγώ με πολλήν προσοχήν· τέλος πλησιάζουν και κάθονται και αυτοί, ο Ευθύδημος κοντά εις τον νέον και ο Διονυσόδωρος αριστερά μου· οι άλλοι επήραν θέσιν όπως έτυχεν ο καθένας. Αφού λοιπόν αντήλλαξα μαζί των τους θερμοτέρους χαιρετισμούς, ύστερ' από τόσον καιρόν που είχα να τους ιδώ, εστράφηκα προς τον Κλεινίαν και του λέγω: Αγαπητέ μου, να σε παρουσιάσω εις τον Ευθύδημον και τον Διονυσόδωρον, ανθρώπους αληθινά σοφούς όχι εις μικρά και ασήμαντα πράγματα, αλλά εις τα σπουδαιότατα· διότι γνωρίζουν κατά βάθος όλα τα μυστήρια της πολεμικής τέχνης, όσα χρειάζεται να γνωρίζη ένας που θέλει να γίνη καλός στρατηγός, να διοική ένα στράτευμα, να το παρατάσση εις μάχην, και να το καταστήση εν γένει εμπειροπόλεμον. Εκτός τούτου ημπορούν και να διδάξουν έναν άνθρωπον να υπερασπίζεται τον εαυτόν του ενώπιον των δικαστηρίων, εάν κανείς ήθελε τον αδικήση.
Τα λόγια μου φαίνεται αυτά επροκάλεσαν τον οίκτον των δύο αδελφών· εγύρισαν συγχρόνως και εκύτταξεν ο ένας τον άλλον και εγέλασαν· και ο Ευθύδημος είπε:
— Δεν καταγινόμεθα πλέον, Σωκράτη, με αυτά, αλλά τα έχομεν έτσι μόνον ως πάρεργα.
Εγώ παραξενεύτηκα και του είπα:
— Θα είναι λοιπόν εξαιρετικής σημασίας η κυρία σας ενασχόλησις, αφού τόσον σπουδαία πράγματα τα θεωρείτε πλέον ως πάρεργα, και σας εξορκίζομεν να μας πήτε κ' εμάς, ποίον είναι αυτό τώρα το έργον σας.
— Φρονούμεν ότι είμεθα εις θέσιν παρά κάθε άλλον καλύτερα και γρηγορότερα να διδάξωμεν την αρετήν.
— Θεέ και Κύριε! καλέ τι μας λέτε! και πως εκάμετε αυτήν την θαυμασίαν ανακάλυψιν; Εγώ είχα ακόμη την ιδέαν, όπως το έλεγα δα και προ ολίγου, ότι εκείνο που κυρίως διεκρίνεσθε ήτο η διδασκαλία της οπλομαχητικής, και έτσι σας συνιστούσα· διότι ενθυμούμαι, όταν ήλθετε εδώ την πρώτην φοράν, αυτό το επάγγελμα είχετε. Αν όμως τώρα πράγματι κατέχετε αυτήν την επιστήμην που λέγετε, το έλεός σας επικαλούμαι· διότι τίποτε ολιγώτερον, παρά ως προς θεούς πρέπει πλέον να σας αποτείνωμαι και να σας δεηθώ να τύχω της συγγνώμης σας δι' όσα είπα πρωτύτερα. Αλλά ιδέτε όμως καλά, Ευθύδημε και συ Διονυσόδωρε, εάν είναι αλήθεια αυτό που μας είπατε και μην το ευρίσκετε, σας παρακαλώ, παράδοξον, αν το μεγαλείον των επαγγελιών σας με καθιστά κάπως άπιστον.
— Να είσαι, μου απήντησαν, τελείως βέβαιος, Σωκράτη, ότι το πράγμα έχει όπως σου το είπαμεν.
— Εν τοιαύτη περιπτώσει εγώ τουλάχιστον σας μακαρίζω δι' αυτό σας το απόκτημα πολύ περισσότερον παρά τον μέγαν βασιλέα διά την δύναμίν του· αυτό μόνον σας παρακαλώ να μου ειπήτε ακόμη, αν έχετε σκοπόν να επιδείξετε αυτήν σας την σοφίαν, ή τι προτίθεσθε να κάμετε;
— Αλλά δι' αυτό ακριβώς ήλθαμεν, Σωκράτη, εδώ, διά να την επιδείξωμεν και να την διδάξωμεν εις όσους θέλουν να την μάθουν.
— Μα ότι όλοι όσοι δεν την έχουν θα θελήσουν να την αποκτήσουν, εγώ σας το εγγυώμαι· και πρώτα πρώτα εγώ, έπειτα ο Κλεινίας αυτός, και κοντά σ' εμάς ο Κτήσιππος απ' εκεί και όλοι αυτοί οι άλλοι που βλέπετε, και του έδειξα τους εραστάς του Κλεινίου που μας είχαν ήδη περικυκλώση· διότι, πρέπει να σου είπω, ο Κτήσιππος κατ' αρχάς είχε καθήση αρκετά μακρυά από τον Κλεινίαν· αλλ' επειδή ο Ευθύδημος, όσο μου ωμιλούσε, έσκυβε προς τα εμπρός, απέκρυπτε τον Κλεινίαν, που εκάθητο μεταξύ των δύο μας, από τους οφθαλμούς του Κτησίππου· αυτός όμως, επειδή δεν ήθελε να στερήται την θέαν του φίλου του, είναι δε συγχρόνως και νέος φιλομαθής, εσηκώθηκε πρώτος και ήλθε κ' εστάθηκε κοντά μας· άμα τον είδαν λοιπόν και οι άλλοι εμιμήθησαν το παράδειγμά του κ' ήλθαν κ' εστάθηκαν γύρω μας, και οι ερασταί του Κλεινίου και οι φίλοι του Ευθυδήμου και του Διονυσοδώρου. Αυτούς λοιπόν όλους εγώ τους έδειξα εις τον Ευθύδημον και του έλεγε πως όλοι είμεθα έτοιμοι να διδαχθώμεν από αυτόν. Πράγματι δε και ο Κτήσιππος επεβεβαίωσε με προθυμίαν μεγάλην την επιθυμίαν του, και όλοι οι άλλοι συνήνωσαν τας παρακλήσεις των προς τους δύο αδελφούς, διά να μας αποκαλύψουν τα μυστήρια της τέχνης των.
Είπα λοιπόν εγώ απευθυνόμενος προς τον Ευθύδημον και τον Διονυσόδωρον:
— Είναι, βλέπετε, ανάγκη εκ παντός τρόπου να ικανοποιήσετε αυτούς τους νέους και προς χάριν ιδικήν μου να κάμετε την επίδειξιν· αναγνωρίζω βέβαια ότι δεν είναι τώρα πολύ εύκολον να γίνη το πράγμα καθ' όλην αυτού την έκτασιν, αλλά ειπήτε μου σας παρακαλώ αυτό: μόνον εκείνον, που είναι πλέον πεπεισμένος ότι πρέπει να διδαχθή την αρετήν παρ' υμών, ημπορείτε να καταστήσετε ενάρετον, ή επίσης και εκείνον που δεν είναι ακόμη πεπεισμένος, είτε διότι αμφιβάλλει αν η αρετή είναι πράγμα που ημπορεί να διδαχθή, είτε διότι δεν παραδέχεται ότι σεις είσθε οι καταλληλότεροι αυτής διδάσκαλοι; δύναται λοιπόν, σας ερωτώ, να αποδείξη επίσης η τέχνη σας και εις τον ούτω σκεπτόμενον, ότι και διδάσκεται η αρετή και σεις είσθε εκείνοι, που παρά κάθε άλλον καλύτερα ημπορείτε να την διδάξετε;
— Μάλιστα, απήντησεν ο Διονυσόδωρος, ημπορεί να το αποδείξη και αυτό η τέχνη μας, Σωκράτη.
— Ώστε δεν υπάρχει, Διονυσόδωρε, κανείς εις τον κόσμον που να ημπορή καλύτερ' από σας να προτρέψη τους ανθρώπους εις την φιλοσοφίαν και την καλλιέργειαν της αρετής;
— Πράγματι, αυτό πιστεύομεν, Σωκράτη.
— Τότε λοιπόν αφήσετε την επίδειξιν των άλλων δι' ευθετώτερον καιρόν, και αυτό μόνον σας ζητώ τώρα να κάμετε: πείσατε αυτόν τον νεαρόν φίλον μας, ότι πρέπει να επιδοθή εξ ολοκλήρου εις την φιλοσοφίαν και την καλλιέργειαν της αρετής, και θα μας υποχρεώσετε και 'μένα και όλους αυτούς, διότι συμβαίνει όλοι μας να έχωμεν εξαιρετικόν ενδιαφέρον περί του νέου και είναι μεγάλη η επιθυμία μας να γίνη όσον ημπορεί καλύτερος· ονομάζεται Κλεινίας και είναι υιός του Αξιόχου, εγγονός του παλαιού Αλκιβιάδου και πρώτος εξάδελφος του σημερινού Αλκιβιάδου. {2} Είναι ακόμη νέος και φοβούμεθα, ότι πρέπει να φοβήται κανείς πάντοτε δι' αυτήν την ηλικίαν, μήπως μας προλάβη κανείς και δώση κάποιαν άλλην διεύθυνσιν εις το πνεύμα του και μας τον χαλάση· δεν ημπορούσετε λοιπόν να έλθετε εις καταλληλοτέραν στιγμήν· και αν δεν υπάρχη τίποτε να σας εμποδίζη, δοκιμάσετε τον νέον και συνδιαλεχθήτε μαζί του επί παρουσία μου.
Αυτά του είπα επάνω κάτω αυτολεξεί, και ο Ευθύδημος αμέσως με ύφος ανθρώπου που έχει θάρρος και πεποίθησιν εις τον εαυτόν του μου λέγει:
— Αλλά τίποτε δεν μας εμποδίζει, Σώκρατες, αρκεί μόνον να θέλη ο νέος ναπαντήση εις τας ερωτήσεις μας.
— Α, όσο δι' αυτό, έγνοια σου, είναι αρκετά συνηθισμένος· διότι αυτοί εδώ οι φίλοι του δεν τον αφήνουν σχεδόν ποτέ από κοντά, και συχνά τον ερωτούν και συνδιαλέγονται μαζί του· ώστε ελπίζω να αποκριθή με θάρρος και χωρίς δυσκολίαν.
Αλλά πως θα ημπορέσω, Κρίτων, να σου διηγηθώ τώρα καλώς τα μετά ταύτα; διότι δεν είναι μικρόν πράγμα ν' αναλάβη κανείς να κάμη πιστήν διήγησιν τόσον θαυμαστής σοφίας· ώστε και εγώ, όπως οι ποιηταί, πριν επιληφθώ της διηγήσεως, έχω ανάγκην να επικαλεσθώ τας Μούσας και την Μνημοσύνην. Ήρχισε λοιπόν κατ' αυτόν, νομίζω, τον τρόπον ο Ευθύδημος την ομιλίαν:
— Δεν μου λέγεις, Κλεινία, ποίοι είναι εκείνοι που μανθάνουν, οι σοφοί ή οι αμαθείς;
Και ο νέος, σαν δύσκολον φυσικά που ήτο το ερώτημα, εκοκκίνησε, και με προφανή απορίαν έστρεψε τα βλέμματά του προς εμένα.
Εγώ άμα τον είδα, που τα έχασε: θάρρος, του είπα, Κλεινία, και απάντησε χωρίς συστολήν ό,τι σου φαίνεται το ορθότερον· ίσως απ' αυτό να βγη ανυπολόγιστος ωφέλεια για σένα.
Εν τω μεταξύ όμως ο Διονυσόδωρος έσκυψεν ολίγον και μου είπε εις το αυτί, ενώ ολόκληρον το πρόσωπον του εμειδία:
— Και μολαταύτα σου προλέγω, Σωκράτη, πως ό,τι και να απαντήση ο νέος θα πέση έξω.
Και ενώ μου έλεγεν αυτά ο νέος εν τω μεταξύ είχε πλέον απαντήση, ώστε δεν ευρήκα καιρόν να του συστήσω καν να προσέξη εις την απάντησίν του, αλλ' απεκρίθη, ότι βέβαια οι σοφοί είναι εκείνοι που μανθάνουν.
Και ο Ευθύδημος τον ερώτησε πάλιν:
— Υπάρχουν βέβαια άνθρωποι, τους οποίους ονομάζεις διδασκάλους, ή όχι;
Ο Κλεινίας απήντησε καταφατικώς.
— Λοιπόν οι διδάσκαλοι δεν είναι διδάσκαλοι εκείνων που μανθάνουν, όπως ο κιθαριστής ή ο γραμματιστής ήσαν βέβαια διδάσκαλοι και ιδικοί σου και άλλων παιδιών, σεις δε μαθηταί;
— Μάλιστα.
— Αλλά τον καιρόν που εμανθάνετε, δεν εγνωρίζετε ακόμη τα πράγματα, που εμανθάνετε;
— Όχι.
— Τότε λοιπόν, που δεν τα εγνωρίζετε ακόμη, ήσασθε σοφοί;
— Όχι, βέβαια.
— Ώστε αφού δεν ήσασθε σοφοί, ήσασθε αμαθείς;
— Εννοείται και ήμασθε.
— Εσείς λοιπόν που εμανθάνετε τα πράγματα, που δεν εγνωρίζετε, τα εμανθάνετε ενώ ήσασθε αμαθείς.
Ο νέος απήντησε καταφατικώς με κλίσιν της κεφαλής.
— Ώστε οι αμαθείς είναι εκείνοι που μανθάνουν, Κλεινία, και όχι οι σοφοί, καθώς εσύ φρονείς.
Μόλις είπεν αυτά, όπως ένας χορός εις το σημείον του διδασκάλου, όλοι οι ακόλουθοι εκείνοι του Ευθυδήμου και του Διονυσοδώρου εξερράγησαν εις θορυβώδεις επευφημίας και γέλωτας. Και πριν ακόμη λάβη ο νέος καιρόν να πάρη καλά καλά την αναπνοήν του τον παραλαμβάνει ο Διονυσόδωρος και τον ερωτά:
— Αλλά δεν μου λέγεις, Κλεινία, όταν ο διδάσκαλός σας σάς εμάνθανε κάτι τι από στήθους, ποιοι το εμάνθανον, οι σοφοί ή οι αμαθείς;
— Οι σοφοί, απήντησεν ο Κλεινίας.
— Οι σοφοί λοιπόν μανθάνουν και όχι οι αμαθείς. Ώστε δεν απήντησες σωστά εις τον Ευθύδημον.
Τότε δα ήσαν και αν ήσαν τα γέλοια και ο θόρυβος εκ μέρους των θαυμαστών του Ευθυδήμου και του Διονυσοδώρου, εις τους οποίους επροξένει κατάπληξιν η τόση του σοφία. Εμείς οι άλλοι εμείναμεν εμβρόντητοι χωρίς λέξιν να λέγωμεν. Και μόλις μας είδεν εις αυτήν την κατάστασιν ο Ευθύδημος, διά να μας δώση ακόμη μεγαλυτέραν ιδέαν της σοφίας του, αρπάζει πάλιν τον νέον και τον ερωτά, δίδων, όπως οι γυμνασμένοι χορευταί, άλλην στροφήν εις την ιδίαν ερώτησιν:
— Ειπέ μας λοιπόν τώρα, εκείνοι που μανθάνουν, μανθάνουν όσα γνωρίζουν ή όσα δεν γνωρίζουν;
Και ο Διονυσόδωρος πάλιν μου ψιθυρίζει σιγά εις το αυτί:
— Να ιδής, άλλο πάλιν αυτό, Σωκράτη, σαν το πρώτο.
— Αλλά και η πρώτη, μα τον Δία, ερώτησις ήτο πράγματι ανταξία υμών.
— Όλο τέτοια ερωτήματα κάνομ' εμείς, που δεν ημπορεί κανείς να τα βγάλη πέρα.
— Και αυτό βέβαια εξηγεί πως έχετε τόσον κύρος μεταξύ των μαθητών σας.
Εν τούτοις ο Κλεινίας είχεν αποκριθή εις τον Ευθύδημον, ότι μανθάνουν όσα δεν γνωρίζουν εκείνοι που μανθάνουν.
Και ο Ευθύδημος εξηκολούθησε να τον ερωτά κατά τον αυτόν τρόπον καθώς και πρότερον:
— Δεν μου λέγεις, Κλεινία, γνωρίζεις τα γράμματα;
— Τα γνωρίζω.
— Μα όλα;
— Όλα.
— Αλλά όταν ένας απαγγέλλη κάτι τι, δεν απαγγέλλει γράμματα;
— Βεβαίως.
— Ώστε απαγγέλλει κάτι που εσύ το γνωρίζεις, αφού τα γνωρίζεις όλα;
Παρεδέχθη και αυτό.
— Ε, πώς; δεν μανθάνεις λοιπόν εσύ εκείνα που σου αποστηθίζουν, αλλά μανθάνει εκείνος που δεν γνωρίζει γράμματα;
— Όχι, απήντησεν, αλλά εγώ μανθάνω.
— Μανθάνεις λοιπόν εκείνα που γνωρίζεις, αφού γνωρίζεις όλα τα γράμματα.
Ηναγκάσθη να συγκατανεύση.
— Δεν απήντησες λοιπόν ορθώς.
Δεν είχεν ακόμη καλά καλά τελειώση ο Ευθύδημος, και αμέσως παίρνει τον λόγον, ως να ήτο σφαίρα, ο Διονυσόδωρος και σημαδεύει πάλιν τον νέον:
— Α, Κλεινία, είπε, προσπαθεί να σε γελάση ο Ευθύδημος διότι, ειπέ μου, το να μανθάνη κανείς δεν σημαίνει να αποκτά την γνώσιν εκείνου του πράγματος που μανθάνει;
— Μάλιστα, απήντησεν ο Κλεινίας.
— Το δε να γνωρίζη κανείς είναι τίποτε άλλο, παρά να κατέχη πλέον αυτήν την γνώσιν;
— Όχι βέβαια.
— Το να μη γνωρίζη λοιπόν κανείς θα ειπή να μην έχη ακόμη αποκτήση την γνώσιν· ή όχι;
— Μάλιστα.
— Ποιοί λοιπόν είναι εκείνοι που αποκτούν κάτι τι, εκείνοι που το έχουν ήδη, ή που δεν το έχουν;
— Εκείνοι που δεν το έχουν.
— Δεν ωμολόγησες ότι και όσοι δεν γνωρίζουν είναι από εκείνους που δεν έχουν κάτι;
Συγκατένευσεν.
— Ώστε όσοι μανθάνουν, είναι από εκείνους που αποκτούν κάτι τι, και όχι από εκείνους που έχουν.
— Βεβαίως.
— Ώστε μανθάνουν, Κλεινία, εκείνοι που δεν γνωρίζουν και όχι εκείνοι που γνωρίζουν.
Τρίτην φοράν, καθώς εις το πάλαιμα, ετοιμάζετο ο Ευθύδημος να ρίψη καταγής τον νέον αλλά εγώ επειδή τον είδα καταπονεμένον πλέον και ήθελα να τον ξεκουράσω, διά να μη χάση όλως διόλου το θάρρος του, του είπα διά να τον εγκαρδιώσω: