Part 4
Σωκράτης Ιδού λοιπόν. Πρέπει, καθώς φαίνεται, διά να προσδιορίσωμεν το κέρδος να γνωρίζωμεν την αξίαν των πραγμάτων. Τώρα, αν και ο άργυρος μ' όλον τούτο είναι περισσότερον από το χρυσάφι, λέγεις ότι δεν έχει την αξίαν του, το δε χρυσάφι, αν και είναι ολιγώτερον, λέγεις ότι έχει μεγαλυτέραν αξίαν.
Εταίρος Βεβαίως· και επιμένω πάρα πολύ διότι είναι όπως τα λέγω.
Σωκράτης Είναι λοιπόν η αξία των πραγμάτων εκείνη η οποία αποτελεί το κέρδος, οποιαδήποτε και αν είναι ποσότης. Εκείνο δε το πράγμα που δεν έχει καμμίαν αξίαν δεν είναι δυνατόν να παραγάγη κέρδος.
Εταίρος Ναι, συμφωνώ.
Σωκράτης Εκείνο δε που έχει αξίαν φρονείς ότι έχει καμμίαν άλλην αξίαν αυτό καθ' εαυτό ή έγκειται η αξία αυτή εις το ότι αξίζει τον κόπον να αποκτηθή;
Εταίρος Ναι, η αξία του έγκειται εις το ότι αξίζει τον κόπον να το αποκτήση κανείς.
Σωκράτης Ποίον δε πάλιν φρονείς ότι είναι εκείνο τα οποίον αξίζει τον κόπον ν' αποκτηθή, το ανωφελές ή το ωφέλιμον;
Εταίρος Το ωφέλιμον βεβαίως· δεν είναι να γίνεται δι' αυτό συζήτησις.
Σωκράτης Λοιπόν το ωφέλιμον είναι αγαθόν;
Εταίρος Ναι.
Σωκράτης Ιδού τέλος πάντων από όλους τους ανθρώπους πλέον επίμονος· δεν είναι η τρίτη ή τετάρτη φορά που παραδεχόμεθα ότι εκείνο το οποίον είναι άξιον να το κερδίζη κανείς είναι αγαθόν;
Εταίρος Καθώς φαίνεται.
Σωκράτης Θυμάσαι λοιπόν τώρα ποία ήτο η αρχή και η αιτία της συζητήσεώς μας αυτής;
Εταίρος Νομίζω ότι την ενθυμούμαι.
Σωκράτης Εάν τυχόν και δεν ενθυμήσαι εγώ θα σου το υπομνήσω. Μου αντέτεινες ότι οι χρηστοί άνθρωποι δεν θέλουν να αποκτούν όλα τα κέρδη παρά μόνον τα καλά, όχι δε και τα πονηρά.
Εταίρος Ναι, ναι, όπως τα λέγεις είναι.
Σωκράτης Τώρα όμως η εξέλιξις της συζητήσεώς μας δεν μας ηνάγκασε να παραδεχθώμεν ότι όλα τα κέρδη και τα μικρά και τα μεγάλα είναι καλά;
Εταίρος Δηλαδή με ηνάγκασες, Σωκράτη, περισσότερον παρά ό,τι με έπεισες.
Σωκράτης Αλλ' ίσως και με τον καιρόν σε πείση· τώρα όμως, είτε έχεις πεισθή είτε οπωσδήποτε άλλως, παραδέχεσαι βεβαίως με ημάς ότι όλα τα κέρδη και τα μικρά και τα μεγάλα είναι καλά;
Εταίρος Ναι, το παραδέχομαι.
Σωκράτης Παραδέχεσαι δε και ότι όλοι οι χρηστοί άνθρωποι θέλουν κάθε είδος κέρδους ή δεν παραδέχεσαι;
Εταίρος Συμφωνώ καθ' ολοκληρίαν.
Σωκράτης Αλλ' όμως συ ο ίδιος πάλιν είπες ότι και οι κατεργαραίοι αγαπούν και τα μικρά και τα μεγάλα κέρδη.
Εταίρος Ναι, το είπα.
Σωκράτης Λοιπόν κατά τα λεγόμενά σου όλοι οι άνθρωποι θ' αγαπούν το κέρδος και οι χρηστοί και οι πονηροί.
Εταίρος Καθώς φαίνεται.
Σωκράτης Εάν λοιπόν κανείς κατηγορή οποιονδήποτε ότι είναι φιλοκερδής δεν κάνει καλά να τον κατηγορή· διότι και αυτός ο ίδιος ο οποίος ούτω κατηγορεί είναι όμοιος μ' εκείνον τον οποίον λέγει φιλοκερδή.
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΑΝΤΕΡΑΣΤΑΙ
) ΣΩΚΡΑΤΗΣ ) ΑΝΤΕΡΑΣΤΗΣ ΠΡΩΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ) ΑΝΤΕΡΑΣΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ και ) ΓΥΜΝΑΣΤΗΣ
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Προ ημερών είχα υπάγει εις την σχολήν του Διονυσίου του γραμματιστού και είδα εκεί μερικούς νέους εκ των καλυτέρων οικογενειών της πόλεως και αρκετά ωραίους και κατά το σώμα και κατά την μορφήν. Εκεί δε πλησίον εκάθηντο και οι ερασταί των. Κατά την στιγμήν εκείνην έτυχε να φιλονεικούν δύο από τους νέους αυτούς, ποίον όμως ήτο το αίτιον της φιλονεικίας των δεν ηδυνήθην ν' ακούσω και πολύ καλά. Εφαίνοντο όμως ότι εφιλοσοφούσαν ή διά τον φιλόσοφον Αναξαγόραν ή διά τον αδελφόν του τον Οινοπίδη· διότι έβλεπε κανείς ότι εχάραττον κύκλους και απεμιμούντο μερικάς ουρανίας κλίσεις ενούντες τα άκρα των χειρών των με μεγάλην σοβαρότητα και προσοχήν. Κ' εγώ, διότι σημειώσατε ότι εκαθήμην πλησίον του εραστού του ενός εξ αυτών, κ' εγώ λοιπόν αφού τον ώθησα λιγάκι με τον αγκώνα μου τον ερώτησα εις τι αρά γε τα δύο αυτά παιδιά κατεγίνοντο με τόσην σπουδαιότητα και του είπα:
— Χωρίς άλλο πρέπει να είναι κάτι σπουδαίον και ευχάριστον πράγμα αυτό διά να καταβάλουν τόσην προσοχήν και σοβαρότητα.
— Και ποίον είναι αυτό το σπουδαίον και ευχάριστον, μου απήντησεν εκείνος, διότι αυτοί εδώ βεβαίως δεν κάμνουν τίποτε άλλο παρά να φλυαρούν, συζητούντες διά τα ουράνια φαινόμενα και να απαγγέλλουν διαρκώς διαφόρους φιλοσοφικάς ανοησίας.
Έμεινα έκπληκτος τότε εγώ διά την απόκρισίν του αυτήν, και του είπον εντόνως:
— Και πώς! Καλέ μου και νέε μου άνθρωπε, σου φαίνεται ότι το να φιλοσοφή τις είναι τόσον γελοίον; Διατί ομιλείς τόσον σκαιώς και επιπολαίως;
Χωρίς να χάση τότε καιρόν ο άλλος ο οποίος έτυχε να κάθηται εκεί πλησίον, ήτο δε και αντεραστής εκείνου ο οποίος μου ωμίλησεν, αφού άκουσε και την ιδικήν μου ερώτησιν και την απάντησιν την οποίαν έλαβα, εγύρισε και μου είπε:
— Μα την αλήθεια, Σωκράτη, δεν θα σου είναι δυνατόν να συνενοηθής με τούτον τον άνθρωπον και να τον κάμης να πιστεύση το αντίθετον απ' ό,τι πιστεύει, εάν δηλαδή νομίζη ότι η φιλοσοφία είναι ένα πράγμα παιδαριώδες. Δεν ξέρεις ότι αυτός επέρασε όλη του τη ζωή με το να κινή διαρκώς τους ώμους του εις τα γυμναστήρια, να τρέφεται καλά και να κοιμάται υπερμέτρως; Ώστε ποίαν άλλην απάντησιν ημπορούσες να περιμένης απ' αυτόν, παρά το ότι η φιλοσοφία είναι κάτι ανωφελές τελείως;
Ήτο δε αυτός ο οποίος μου μιλούσε κατ' αυτόν τον τρόπον από τους εραστάς ο περισσότερον αναπτύξας το πνεύμα του, ο δε άλλος τον οποίον ύβριζε τόσον άσχημα, ο περισσότερον φροντίσας διά το σώμα του. Και μου εφάνη καλόν ότι έπρεπε τον μεν άλλον ν' αφήσω ήσυχον, εκείνον δηλαδή τον οποίον είχα ερωτήσει εις την αρχήν, διότι ούτε και αυτός ο ίδιος υπεκρίνετο ότι ήτο έμπειρος εις τας πνευματικάς συζητήσεις, αλλά μόνον εις τας συζητήσεις αίτινες απέβλεπαν εις το σώμα, εκείνον δε όστις διισχυρίζετο ότι ήτο σοφώτερος, να τον ερωτήσω και να τον εξετάσω καλά, διά να είχα και εγώ κάποιαν τυχόν ωφέλειαν από τας γνώσεις του εις ό,τι θα ήτο δυνατόν. Αμέσως λοιπόν του είπα:
— Η ερώτησις την οποίαν έκαμα προηγουμένως απετείνετο και προς τους δύο σας· εάν δε συ νομίζης ότι ημπορείς να δώσης καλυτέραν απάντησιν από αυτόν, σε ερωτώ αυτό το ίδιο πάλι καθώς και τούτον, εάν δηλαδή σου φαίνεται ότι το να φιλοσοφή κανείς είναι καλόν ή όχι.
Κατά την στιγμήν λοιπόν κατά την οποίαν ελέγαμεν ημείς αυτά, μας ενόησαν οι δύο εκείνοι νέοι κι' αμέσως έπαυσαν την φιλονικείαν τους, ήλθαν κοντά μας και μας ήκουον με μεγάλη προσοχήν. Εκείνο όμως το οποίον πιθανόν να αισθάνθηκαν οι ερασταί μόλις επλησίασαν τα παιδία, δεν γνωρίζω, αλλ' ως προς εμέ δύναμαι να σας βεβαιώσω ότι εταράχθην διότι παντού και πάντοτε όταν βλέπω και νέους και ωραίους συγχρόνως, τι να σας πω, πολύ συγκινούμαι. Ήτο δε φανερόν ότι κ' εκείνος από τους δύο εραστάς τον οποίον είχα ερωτήσει ευρίσκετο εις μίαν ψυχικήν συγκίνησιν όχι μικροτέραν από την ιδικήν μου· εν τούτοις μου απήντησε και μάλιστα αρκετά υπερηφάνως. Και μου είπε:
— Αφ' ότου, αληθώς, Σωκράτη, που ενόμιζα ότι η φιλοσοφία είναι ένα πράγμα γελοίον, από την ώραν εκείνην θα ενόμιζα τον εαυτό μου ούτε και άνθρωπον, ούτε επίσης θα παραδεχόμην ως άνθρωπον και οποιονδήποτε άλλον ο οποίος θα εθεώρει την φιλοσοφίαν ως κάτι γελοίον.
Και τα είπεν όλα αυτά με τον σκοπόν να πειράξη τον αντίπαλόν του, και αρκετά μεγαλοφώνως διά να ακούεται καλά από τους πολύ αγαπητούς του νέους.
— Είναι λοιπόν ευχάριστον το να φιλοσοφή κανείς; τον ηρώτησα.
— Ναι, ναι, και πάρα πολύ μάλιστα, μου απήντησε.
— Μα πώς, είπα τότε εγώ, σου φαίνεται ότι δύναται να διακρίνη κανείς εάν ένα πράγμα είναι ωραίον ή άσχημον, εάν δεν το γνωρίζη προηγουμένως καλά, εάν δεν είναι εντός της ουσίας του;
— Βεβαίως όχι, μου απήντησεν.
— Ε, γνωρίζεις λοιπόν εσύ, είπα, τι είναι αυτό το φιλοσοφείν;
— Χωρίς αμφιβολίαν, μου είπε. Το γνωρίζω και πολύ καλά μάλιστα.
— Τι είναι τέλος πάντων; τον ηρώτησα.
— Αλλά και τι άλλο ηδύνατο να είναι παρά εκείνο το οποίον είπεν ο Σόλων; Διότι ο Σόλων είπε κάποτε:
Γηράσκω αεί διδασκόμενος.
Και μου φαίνεται εκείνος ο οποίος θέλει να γείνη φιλόσοφος, είναι πρέπον, συμφώνως με την συμβουλήν αυτήν, να μορφώνεται διαρκώς και όσον είναι νέος και όταν γεράση ακόμα, διά να μάθη εις την ζωήν αυτήν όσον το δυνατόν περισσότερα.
Και κατ' αρχάς μου φάνηκε ότι είπεν οπωσδήποτε κάτι· έπειτα δε αφού εσκέφθηκα ολίγον, ενόησα καλά τι ήθελε να πη και τον ηρώτησα εάν υπελάμβανε την φιλοσοφίαν διά πολυμάθειαν.
— Χωρίς καμμίαν αμφιβολίαν, μου απήντησε.
— Νομίζεις λοιπόν ότι η φιλοσοφία είναι μόνον ένα πράγμα καλόν ή είναι και ωφέλιμον συγχρόνως;
— Και ωφέλιμον επίσης, μου απήντησε· και πάρα πολύ μάλιστα ωφέλιμον.
— Σου φαίνεται λοιπόν ότι αυτό είναι ένα πράγμα ιδιάζον εις την φιλοσοφίαν, ή νομίζεις ότι δύναται να είπη τις το ίδιον και δι' όλα τα άλλα; Λόγου χάριν η αγάπη προς την γυμναστικήν φρονείς ότι δεν είναι μόνον ευχάριστος αλλά και ωφέλιμος; ή όχι;
Με αρκετήν ειρωνείαν τότε, παρατηρών τον αντίπαλόν του μου έδωσε δύο απαντήσεις:
— Προς αυτόν εδώ, Σωκράτη, δεν θα εδίσταζα να ειπώ ότι δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Προς εσέ όμως εξομολογούμαι ότι είναι και ευχάριστος και ωφέλιμος η φιλοσοφία, και το πιστεύω αυτό διότι σκέπτομαι ορθώς.
— Επομένως, τον ηρώτησα, και εις τα γυμναστήρια η υπερβολική κούρασις του σώματος είναι νομίζεις, αγάπη προς την γυμναστικήν; Νομίζεις ότι είναι ωφέλιμος;
— Χωρίς αμφιβολίαν, μου απήντησε, καθώς βεβαίως και εις το ζήτημα της φιλοσοφίας έχω την ιδέαν ότι είναι αυτή πολυμάθεια.
— Νομίζεις δε, του είπα εγώ, ότι επιθυμούν τίποτε άλλο εκείνοι εις τους οποίους αρέσει να γυμνάζωνται, ή επιθυμούν μόνον να γείνουν δυνατοί και υγιείς το σώμα;
— Ω ναι, αυτό το πιστεύω, ότι το θέλουν ολοψύχως.
— Μα η υπερβολική λοιπόν γυμναστική δυναμώνει το σώμα και το κάμνει σιδηρούν; Τον ηρώτησα τότε εγώ.
— Και πώς αλλέως είναι δυνατόν να γείνη; μου απήντησε. Δύναται κανείς με λίγες ασκήσεις να κάνη το σώμα του δυνατόν κι' απρόσβλητον από κάθε ασθένειαν;
Και μου εφάνη ότι ήτο πλέον καιρός, μόλις έλαβα αυτήν την απάντησιν, να καλέσω τον άλλον τον φιλογυμναστήν, όστις εις το ζήτημα αυτό να με βοηθήση λιγάκι ως πλέον πεπειραμένος εις την γυμναστικήν. Αφού λοιπόν τον εφώναξα, τον ηρώτησα τα εξής:
— Συ δε διατί σωπαίνεις, αγαπητέ μου, όταν ακούς αυτόν εδώ να λέη όλα αυτά; Τι ιδέαν έχεις συ διά το ζήτημα τούτο; Με τας πολλάς ασκήσεις δυναμώνουν τα ανθρώπινα σώματα ή με τας μετρίας;
— Όσον αφορά εις εμέ, Σωκράτη, μου απήντησε, πάντοτε βεβαίως επίστευσα εις εκείνο το οποίον λέγουν, και χοίρος ακόμη αν ήμουν θα το εμάθαινα, ότι αι μέτριαι ασκήσεις τονώνουν τα σώματα και δίνουν εις αυτά μίαν διαρκή υγείαν. Αν θέλης δε να μάθης και τι γίνεται όταν κανείς δεν ακολουθή την συμβουλήν αυτήν, κύτταξε αυτόν τον άνθρωπον, ο οποίος από την μεγάλην του αφοσίωσιν εις τα γράμματα, και δεν κοιμάται καλά, και δεν γυμνάζει διόλου τα μέλη του σώματός του κ' έχει καταντήσει σκελετός από τας πολλάς φροντίδας.
Μόλις δε ετελείωσε, εφάνη σαν να ευχαριστήθηκε και φαίνεται ότι ευχαριστήθηκαν και τα δύο εκείνα παιδιά, διότι γελούσαν μ' όλη τους την καρδιά μ' εκείνα τα οποία είπε, ενώ ο άλλος ο φιλόσοφος εκοκκίνησε. Έλαβα τότε εγώ πάλιν τον λόγον και τον ηρώτησα:
— Πώς λοιπόν; Συ πλέον πηγαίνεις με την γνώμην εκείνων οι οποίοι φρονούν ότι ούτε αι πολλαί ούτε αι ολίγαι ασκήσεις δυναμώνουν τα σώματα αλλά αι μέτριαι; Η πολεμών και τας δύο γνώμας διαμφισβητείς και προς τους δύο μας την φρόνησιν;
— Προς αυτόν εδώ μεν, μου απήντησε και μου έδειξεν αυτόν όστις επηγγέλλετο τον φιλόσοφον, και με μεγάλην μου ευχαρίστησιν θα διηγωνιζόμην και πολύ καλά θα ήμην εις θέσιν να αποδείξω τούτο το οποίον υπεστήριξα κατ' αρχάς, και εάν ακόμη εκείνο το οποίον είπα ήτο ολιγώτερον πιθανόν διότι, Σωκράτη, δεν αξίζει αυτός τίποτε. Προς εσένα όμως δεν θέλω όλως διόλου να φιλονεικώ εναντίον της πεποιθήσεώς μου και του αισθήματός μου, αλλά ομολογώ ακόμη μίαν φοράν ότι την καλήν υγείαν την παρέχουν εις το σώμα όχι αι πολλαί ασκήσεις αλλά αι μέτριαι.
— Τι ιδέαν δε έχεις διά τας τροφάς; τον ηρώτησα. Αι μέτριαι ή αι πολλαί συντείνουν εις την υγείαν του σώματος;
Και παρεδέχετο και διά τα τρόφιμα το μέτριον.
Κατόπιν δε εγώ τον εστενοχωρούσα δι' ένα προς ένα τον φιλογυμναστήν αυτόν, και τον ηνάγκαζα να παραδέχεται ότι τα περισσότερον ωφέλιμα διά την υγείαν και την καλήν συντήρησιν του σώματος από τα αναγκαιούντα διά το έργον αυτό, δεν είναι ούτε τα πολλά ούτε τα ολίγα αλλά τα μέτρια· και αυτός συμφωνούσε μαζί μου ότι εις όλα ωφελεί η μετρία χρήσις.
— Τι δε, τον ηρώτησα τότε, τι φρονείς και δι' όσα αποβλέπουν εις την υγείαν και την μόρφωσιν της ψυχής; Από εκείνα τα οποία τη προσφέρομεν, ποία την ωφελούν περισσότερον, τα μέτρια ή τα πολλά;
— Τα μέτρια βεβαίως, μου απήντησεν.
— Είναι λοιπόν και αι γνώσεις ένα απ' αυτά τα οποία προσφέρομεν εις την ψυχήν;
— Βεβαίως χωρίς αμφιβολίαν, μου είπεν.
— Επομένως και εις σε η μετρία χρήσις των γνώσεων και όχι η υπερβολική είναι ωφέλιμος εις την ψυχήν;
Το παρεδέχθη και αυτό χωρίς να ομιλήση.
— Αν λοιπόν υποθέσωμεν ότι ερωτούσαμεν οποιονδήποτε πάντοτε λογικώς σκεπτόμενον, να μας υποδείξη ποίαι είναι αι μέτριαι ασκήσεις και αι μέτριαι τροφαί αι κατάλληλοι διά την υγείαν του σώματος, ποίον θα ερωτούσαμε;
Παρεδέχθημεν και οι τρεις, όσοι είμεθα και συζητούσαμεν, ότι ή τον ιατρόν ή τον διδάσκαλον της γυμναστικής.
— Ποίον δε πάλιν θα εσυμβουλευόμεθα και διά την σποράν των σπόρων των διαφόρων φυτών διά να μάθωμεν το ακριβές μέτριον;
Και διά την συμβουλήν αυτήν παρεδέχθημεν και οι τρεις ότι έπρεπε ν' αποταθώμεν εις τον γεωργόν.
— Αν υποθέσωμεν δε ακόμη ότι ρωτούσαμε κανένα πώς πρέπει να σπείρωμεν και να φυτεύωμεν τας γνώσεις εις την ψυχήν, και ποίαι και πόσαι είναι αι μέτριαι και αι κατάλληλοι διά την ψυχήν, ποίον θα ερωτούσαμε πάντοτε λογικώς σκεπτόμενον;
Η ερώτησις όμως αυτή την οποίαν έκαμα μας έρριξε και τους τρεις εις μίαν μεγάλην στενοχωρίαν, διότι δεν ηξεύραμεν τι να απαντήσωμεν. Κ' εγώ αστειευόμενος τους είπα:
— Θέλετε, αφού εμείς δεν δυνάμεθα να δώσωμεν μίαν γνώμην εις το ζήτημα τούτο, να ρωτήσωμεν αυτά εδώ τα παιδιά; Ή θα εντραπούμε ίσως, καθώς αναφέρει ο Όμηρος διά τους μνηστήρας της Πηνελόπης, οι οποίοι, αφού δεν ηδυνήθησαν να τα καταφέρουν ρίχνοντες και ξαναρίχνοντες το τόξον, είχαν την αξίωσιν και ήθελαν να μην δυνηθή κανείς άλλος να επιτύχη;
Όταν όμως είδα ότι απηλπίζοντο ότι θαύρισκαν εκείνα τα οποία εζητούσαμεν και εστενοχωρούντο πολύ δι' αυτό, προσεπάθησα δι' άλλης οδού να εξετάσω και να μάθω το ζητούμενον. Και αμέσως τους είπα:
— Ποίαι δε γνώσεις μάλιστα υποθέτομεν επάνω κάτω ότι είναι εκείναι τας οποίας πρέπει να κάνη κτήμα του ο αγαπών την σοφίαν και καταγινόμενος εις αυτήν; Διότι έχομεν παραδεχθή ότι από τας γνώσεις δεν πρέπει να μανθάνη ούτε όλας ούτε τας περισσοτέρας αλλά ένα μέτριον αριθμόν.
Έλαβε τότε τον λόγον ο άλλος ο οποίος έκαμνε τον σοφώτερον και είπεν ότι:
— Αι πλέον κατάλληλοι και αι πλέον καλύτεραι γνώσεις δι' ένα φιλόσοφον είναι εκείναι που θα ηδύναντο να του χαρίσουν περισσοτέραν υπόληψιν και τιμήν· πολύ δε θα εκέρδιζεν εις την υπόληψιν του κόσμου και πολύ θα τον ετιμούσαν εάν εφαίνετο ότι είναι γνώστης πεπειραμένος όλων των επιστημών ή τουλάχιστον των περισσοτέρων εξ αυτών και μάλιστα των πλέον αξίων λόγου, φροντίζων προ παντός να μάθη από τας τέχνας αυτάς εκείνα τα οποία είναι πρέπον να μάθουν οι ελεύθεροι, όσοι δηλαδή έχουν ανάγκην πνεύματος και απαιτούν μεγάλην σκέψιν και προσοχήν, όχι δε όσοι θέλουν χειρονακτικήν εργασίαν.
— Πολύ ωραία! είπα τότε εγώ· νομίζεις λοιπόν ότι συμβαίνει και εδώ καθώς και εις την αρχιτεκτονικήν: Διότι και εκεί ένα απλούν βεβαίως τέκτονα θα ηδύνασο να έχης δι' εργασίαν σου με πέντε ή έξ το πολύ μνας, ένα όμως αρχιτέκτονα δεν θα ημπορούσες ούτε και με πολλάς χιλιάδας δραχμάς· συμβαίνει δε αυτό διά τον λόγον ότι υπάρχουν πάρα πολύ ολίγοι μέσα εις όλους τους Έλληνες. Μην είναι λοιπόν απάνω κάτω τίποτε το τοιούτον εκείνο, το οποίον θέλεις να ειπής;
Κι' αυτός αφού μ' άκουσε με μεγάλην προσοχήν, μου εξωμολογήθη ότι συμφωνεί μ' εμένα και ότι καλά εμάντευσα την σκέψιν του.
Τον ηρώτησα κατόπιν εάν δεν του εφαίνετο ένα πράγμα αδύνατον ο ίδιος άνθρωπος να σπουδάση κατ' αυτόν τον τρόπον δύο επιστήμας, εάν δε δεν ήτο πολύ περισσότερον αδύνατον να σπουδάση κατά τον τρόπον αυτόν επίσης και πολλάς και δυσκόλους επιστήμας.
— Όχι, μη το φαντάζεσαι, Σωκράτη, μου είπεν, ότι όταν ομιλώ κατ' αυτόν τον τρόπον, θέλω να πω ότι πρέπει ο φιλόσοφος να γνωρίζη την κάθε μίαν από τας επιστήμας τόσον τέλεια όσον πρέπει να την ξεύρη εκείνος ο οποίος εξασκεί και καταγίνεται εις την επιστήμην αυτήν· αλλά καθώς αρμόζει εις ένα άνθρωπον ελεύθερον, εις ένα άνθρωπον πολύ μορφωμένον. Θέλω να ειπώ δηλαδή ότι ο φιλόσοφος πρέπει να είναι εις θέσιν να παρακολουθή τους λόγους του επιστήμονος όσον το δυνατόν καλύτερα από τους παρευρισκομένους και να διαφέρη οπωσδήποτε από τους συγχρόνους του, και να δύναται και αυτός ο ίδιος να δώση μίαν γνώμην, ούτως ώστε να φαίνεται παντού και πάντοτε, εις όλας τας συζητήσεις, ότι είναι ο πλέον σοφός και ο πλέον άξιος από όλους τους συγχρόνους του εις όσα λέγονται και πράττονται όσον αφορά εις τας επιστήμας αυτάς.
Επειδή δε εγώ δεν είχα εννοήσει ακόμα και καλά τι ήθελε να ειπή, — Κύττα σε παρακαλώ, τον ηρώτησα, εάν ενόησα καλά εκείνο το οποίον λέγεις διά τον φιλόσοφον διότι εγώ νομίζω ότι κατά τα λεγόμενά σου θέλεις τον φιλόσοφον καθώς εις τους αγώνας είναι οι αθληταί του πεντάθλου εν σχέσει προς τους δρομείς ή τους παλαιστάς. Διότι και ο αγωνιστής του πεντάθλου, ενώ βγαίνει διαρκώς νικημένος όταν αγωνίζεται προς ένα έκαστον από τους αθλητάς αυτούς εις τα αγωνίσματα εις τα οποία έχουν ιδιαιτέρως εξασκηθή και ευρίσκεται διαρκώς εις την δευτέραν γραμμήν, μ' όλα ταύτα υπερέχει γενικώς από όλους τους άλλους αθλητάς και τους νικά. Και ίσως απάνω κάτω εννοείς ότι το ίδιον αποτέλεσμα έχει και η φιλοσοφία δι' εκείνους οι οποίοι αφοσιώνονται εις αυτήν και μετέρχονται το επάγγελμα του φιλοσόφου· είναι ολιγώτερον πεπειραμένοι και κατώτεροι κατά την τέχνην απ' αυτούς τους ιδίους επιστήμονας, ενώ δε ευρίσκονται εις την δευτέραν γραμμήν, εν τούτοις υπερέχουν απ' όλους τους άλλους ανθρώπους, και τοιουτοτρόπως ο φιλόσοφος έρχεται εις όλα εις την δευτέραν γραμμήν. Μου φαίνεται λοιπόν ότι με τα λεγόμενά σου ήθελες να μου υποδείξης, ότι ο φιλόσοφος είναι περίπου τοιούτος.
— Σωκράτη, μου είπε τότε, καθώς φαίνεται ενόησες θαυμάσια την σκέψιν μου, με το να παρομοιάζης τον φιλόσοφον με τον αγωνιστήν του πεντάθλου. Διότι κυρίως ο φιλόσοφος είναι ένας άνθρωπος ο οποίος δεν αφοσιώνεται εις κανέν πράγμα δουλικώς, και δεν εργάζεται διά τίποτε και εις τίποτε αποκλειστικά, και δεν κοπιάζει διόλου διά την ακρίβειαν, εις τρόπον ώστε ένεκα των φροντίδων του και ένεκα της προσοχής του εις έν μόνον πράγμα να μένη οπίσω εις όλα τα άλλα, καθώς κάμνουν οι επιστήμονες, αλλά καταγίνεται εις όλα τα πράγματα μετρίως.
Μετά την απάντησίν του λοιπόν αυτήν, επειδή επιθυμούσα εγώ να μάθω καθαρά και ξάστερα εκείνο το οποίον ήθελε να ειπή, τον ηρώτησα ποίαν γνώμην έχει διά τους ικανούς ανθρώπους, αν τους νομίζη δηλαδή χρησίμους ή αχρήστους.
— Χρησίμους βεβαίως, Σωκράτη, μου απεκρίθη.
— Επομένως εάν οι ικανοί είναι χρήσιμοι, τότε οι ανίκανοι είναι άχρηστοι;
— Βεβαιότατα, δεν υπάρχει αμφιβολία, μου είπεν.
— Αλλά και διά τους φιλοσόφους, τι ιδέαν έχεις; Νομίζεις ότι είναι άνθρωποι χρήσιμοι ή όχι;
Ως προς αυτό δε παρεδέχετο ότι όχι μόνον είναι απλώς χρήσιμοι οι φιλόσοφοι, αλλά μάλιστα και χρησιμώτατοι.
— Ας ίδωμεν λοιπόν, του είπα τότε, αν λέγης αλήθεια και εις τι πράγμα και πότε είναι χρήσιμοι οι μέτριοι ούτοι; Διότι απεδείχθη πλέον ότι ο φιλόσοφος είναι κατώτερος από τον καθένα χωριστά επιστήμονα.
Και ωμολόγησε τότε ότι είχα και πάλιν δίκαιον.
— Εμπρός λοιπόν, είπα εγώ, ας το ιδούμεν αυτό. Ειπέ μου, αν υποθέσωμεν ότι κατά τύχην ασθενούσες ή το επάθαινεν αυτό κανείς από τους φίλους σου, από εκείνους τους στενούς σου και αγαπητούς φίλους, και επεθύμεις να γείνης καλά ή να γείνη καλά ο φίλος σου, θα εφώναζες τότε τον μέτριον εκείνον φιλόσοφον ή θα έστελλες να καλέσης τον ιατρόν;
— Εγώ θα φώναζα και τους δύο, μου απήντησε.
Μη μου λέγης τώρα ότι θα εφώναζες και τους δύο, του είπα, αλλά λέγε μου ποίον θα εκαλούσες γρηγορώτερα και πρωτήτερα από τον άλλον.
— Αν θέτεις ούτω το ζήτημα, Σωκράτη, μου είπε, δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι θα προ[τιμούσα και θα καλούσα γρηγο] {4} ρώτερα τον ιατρόν, καθώς θα έκανε και ο καθένας στη θέσι μου.
— Κι' αν υποθέσωμεν ότι ευρίσκεσαι μέσα σ' ένα πλοίο το οποίον κινδυνεύει από την τρικυμίαν, εις ποίον από τους δύο ήθελες εμπιστευθή τον εαυτόν σου και τα υπάρχοντά σου, εις τον πλοίαρχον ή εις τον φιλόσοφον;
— Εγώ θα είχα περισσοτέραν πεποίθησιν εις τον πλοίαρχον, μου απήντησε.
— Λοιπόν ομοίως θα συμβαίνη και εις κάθε άλλην περίστασιν κατά την οποίαν θα τύχη να είναι παρών ο &ειδήμων&; Ο φιλόσοφος δεν θα χρησιμεύη εις τίποτε;
Καθώς φαίνεται, αυτό θα συμβή, μου απήντησε.
Και τώρα λοιπόν συμπεραίνομεν ότι είναι και άχρηστος ο φιλόσοφος; Διότι παντού βεβαίως και πάντοτε υπάρχουν οι &ειδήμονες&· έχομεν δε παραδεχθή ότι εκείνοι μεν οι οποίοι είναι άξιοι διά κάτι τι είναι χρήσιμοι, εκείνοι δε οι οποίοι δεν είναι άξιοι διά τίποτε είναι άχρηστοι.
Και τότε δεν είχε πλέον τι να είπη και ηναγκάζετο να ομολογή ότι έλεγα την αλήθειαν.
— Να τολμήσω λοιπόν ακόμη να σ' ερωτήσω κάτι; του είπα ή είναι μεγάλη μου αγένεια το να σου κάμνω τόσας ερωτήσεις;
— Ερώτησε με οτιδήποτε θέλεις, μου απήντησε.
— Δεν ζητώ τίποτε άλλο τη αληθεία, του είπα τότε εγώ, παρά να παραδεχθώμεν πάλιν εκείνα τα οποία έχομεν ειπή ως τώρα.
Είναι δε αυτά τα εξής:
Παρεδέχθημεν ότι η φιλοσοφία είναι και πολύ καλή και πολύ ωφέλιμος και οι φιλόσοφοι αυτοί είναι ωφέλιμοι, ότι οι φιλόσοφοι είναι επίσης ικανοί άνθρωποι και ότι οι ανίκανοι είναι άχρηστοι· αμέσως δε πάλιν παρεδέχθημεν ότι οι φιλόσοφοι δεν χρησιμεύουν εις τίποτε εκεί όπου υπάρχουν και ενόσω υπάρχουν ειδήμονες, και ότι ειδήμονες υπάρχουν παντού και πάντοτε. Δεν τα έχομεν παραδεχθή όλα αυτά;
— Ναι, ναι τα παρεδέχθημεν, και μάλιστα χωρίς να φέρω και καμμίαν αντίρρησιν, μου απήντησε.
— Παραδεχόμεθα λοιπόν, καθώς φαίνεται τουλάχιστον από ό,τι εξάγεται από τα λόγια σου, ότι αν βεβαίως το να φιλοσοφή κανείς είναι το να γνωρίζη όλας τας επιστήμας καθ' ον τρόπον νομίζεις εσύ, τότε οι φιλόσοφοι είναι ανίκανοι και άχρηστοι, εφ' όσον αι τέχναι και αι επιστήμαι καλλιεργούνται από τους ανθρώπους.
Αλλά, μα την αλήθειαν, αγαπητέ μου, πρόσεχε ολίγον περισσότερον, διότι δεν είναι όπως τα λέγω. Το να φιλοσοφή κανείς δεν σημαίνει ότι πρέπει να σπουδάζη όλας τας επιστήμας ούτε να περνά την ζωήν του καταγινόμενος εις πολλά έργα, ούτε να τα μαθαίνη όλα, αλλά κάτι τι εντελώς διάφορον· διότι, αν ήτο όπως το λέγεις, εγώ θα είχα την γνώμην και θα το εβεβαίωνα ότι είναι μεγάλη εντροπή η τοιαύτη φιλοσοφία και ότι έπρεπε να ονομάζουν βαναύσους και χυδαίους εργάτας εκείνους οι οποίοι εσπούδασαν τας επιστήμας κατ' αυτόν τον τρόπον.
Εάν όμως μου αποκριθής ακόμη εις εκείνο που θα σ' ερωτήσω, θα εννοήσωμεν ακόμη καλύτερα εάν τα λόγια μου είναι αληθινά· ποίοι ηξεύρουν λοιπόν καλά να τιμωρούν τους ίππους; Εκείνοι οι οποίοι ηξεύρουν και τον τρόπον να τους κάμουν καλυτέρους ή οι άλλοι;
— Βεβαίως εκείνοι οι οποίοι ξεύρουν να τους κάμουν καλυτέρους.
— Δυνάμεθα δε να είπωμεν και το ίδιον και διά τα σκυλλιά; Δεν ξεύρουν να τα κάμουν καλύτερα εκείνοι οι οποίοι γνωρίζουν και να τα τιμωρούν όπως πρέπει;
— Ναι.
— Εκ τούτου λοιπόν συμπεραίνομεν ότι μία και η αυτή είναι η τέχνη η οποία και τα τιμωρεί όπως πρέπει και τα κάμνει καλύτερα;
— Ναι, καθώς φαίνεται, είναι η ιδία.
— Αλλά και η τέχνη αυτή η οποία ηξεύρει να τα τιμωρή και να τα κάμη συγχρόνως καλύτερα, είναι η ιδία μ' εκείνην που ηξεύρει τα καλά και τα κακότροπα σκυλλιά ή είναι καμμία άλλη;
— Όχι, είναι η ιδία τέχνη.
— Θα θελήσης λοιπόν να παραδεχθής το ίδιον και διά τους ανθρώπους; του είπα. Η τέχνη, η οποία τους κάμνει καλυτέρους είναι η ιδία με εκείνην η οποία τους τιμωρεί όπως πρέπει, και η οποία γνωρίζει πάρα πολύ καλά τους καλούς και τους κακούς;
— Ναι, είναι η ιδία.
— Η τέχνη όμως η οποία προσαρμόζεται εις ένα μόνον, προσαρμόζεται και εις τους πολλούς, και εκείνη η οποία προσαρμόζεται εις τους πολλούς προσαρμόζεται και εις τον ένα μόνον;
— Βεβαίως.
— Και κατ' αυτόν τον τρόπον δύναται να σκεφθή κανείς και διά τους ίππους και δι' όλα τα άλλα ζώα;
— Μου φαίνεται ότι δύναται να κάμη την ιδίαν σκέψιν.