Κριτίας, Ίππαρχος, Αντερασταί

Part 2

Chapter 2 0 words Public domain Markdown

Καθώς είπομεν εις τα προηγούμενα διά την κλήρωσιν, την οποίαν έκαμαν οι θεοί, ότι εμοίρασαν όλην την γην με κλήρους και έλαβαν άλλοι μεν μεγαλύτερα κομμάτια και άλλοι μικρότερα και εσύστησαν εκεί ναούς και θυσίας εις τους εαυτούς των, έτσι λοιπόν και ο Ποσειδών, αφού του έλαχεν η Ατλαντίς, εκατοίκισεν εκεί τα παιδιά του, τα οποία εγέννησεν από θνητήν γυναίκα εις ένα τόπον της νήσου ως θα είπωμεν. Πλησίον εις την θάλασσαν, εις το μέσον δε όλης της νήσου, ήτο μία πεδιάς, η οποία λέγουν ότι υπήρξεν η ωραιοτέρα και η πλέον εύφορος από όλας τας πεδιάδας. Πλησίον δε εις την πεδιάδα, εις το μέσον πάλιν της νήσου, μακράν έως πεντήκοντα στάδια, υπήρχε βουνόν πολύ ολίγον υψηλόν· εις τούτο δε εκατοικούσεν ένας από τους ανθρώπους, οι οποίοι κατ' αρχάς εγεννήθησαν από την γην, ονομαζόμενος Ευήνωρ και κατοικών μαζί με την γυναίκα του Λουκίππην· εγέννησαν δε μονογενή θυγατέρα, την Κλειτώ. Όταν δε ήλθεν εις ηλικίαν υπανδρείας η κόρη, απέθανε και η μήτηρ και ο πατήρ της, και ο Ποσειδών, επειδή την ηγάπησε, την επήρε διά γυναίκα, και το βουνόν, εις το οποίον ήτο η κατοικία της, το ωχύρωσεν, αφ' ού το απέκοψεν ολόγυρα (δηλαδή το έκαμεν από όλα τα μέρη απόκρημνον) και έκαμε διαδοχικώς οχυρώματα, ζώνας ξηράς και θαλάσσης, ολόγυρα την μίαν εις την άλλην, άλλας μικροτέρας και άλλας μεγαλυτέρας, δύο ζώνας ξηράς και τρεις θαλάσσης, ωσάν με τόρνον να τας εστρογγύλευσεν, από το μέσον της νήσου ν' απέχουν εξίσου απ' όλα τα μέρη, ώστε το μέρος τούτο να είναι απάτητον, διότι ακόμη έως τότε δεν υπήρχον ούτε πλοία ούτε ταξείδια. Ο ίδιος δε, σαν θεός που ήτον, εστόλισε την εις το μέσον αυτών νήσον με όλα τα χρειαζόμενα, διότι έφερεν επάνω κάτω από την γην νερά βρυσικά, ένα ζεστόν και ένα άλλο κρύον, το οποίον έτρεχεν από μίαν βρύσιν, και έκαμε την γην να παράγη κάθε λογής τρόφιμα και αρκετά· αφ' ού δε εγέννησε πέντε ζευγάρια δίδυμα παιδιά, τα ανέθρεψε, και όλην την Ατλαντίδα νήσον, αφ' ού την εχώρισεν εις δέκα μερίδια, εις εκείνον που εγεννήθη πρώτος από τα μεγαλύτερα παιδιά του, του έδωκεν ως μερίδιόν του την κατοικίαν της μητρός του με όλην την ολόγυρα εξοχήν, η οποία ήτο παρά πολύ εκτεταμένη και εκλεκτή, τον έκαμε δε και βασιλέα των άλλων (αδελφών του), τους δε άλλους έκαμεν άρχοντας και έδωκεν εις καθέναν από αυτούς να κυβερνά πολλούς ανθρώπους και να έχη πολλήν έκτασιν γης. Έδωκεν εις όλους ονόματα, και εις μεν τον μεγαλύτερον και βασιλέα το εξής, από το οποίον ίσα ίσα και όλη η νήσος και το πέλαγος έλαβε την ονομασίαν και ωνομάσθη Ατλαντικόν, διότι ο τότε πρώτος βασιλεύσας ωνομάζετο Άτλας· εις δε τον δίδυμον αδελφόν τούτου, ο οποίος εγεννήθη κατόπιν, έτυχε κλήρος να λάβη το άκρον της νήσου πλησίον εις τας στήλας του Ηρακλέους επάνω εις το μέρος της χώρας, το οποίον τώρα ονομάζεται Γαδειρική, το μέρος το οποίον Ελληνικά μεν ονομάζεται Εύμηλον, εις δε την γλώσσαν των εντοπίων Γάδειρον, από το οποίον όλος ο τόπος έλαβε τ' όνομα. Από δε τα παιδιά, τα οποία εγεννήθησαν δεύτερα, το μεν έν ωνόμασεν Αμφήρη, το δε άλλο Ευαίμονα· από δε τα τρίτα γεννηθέντα, εκείνον μεν, ο οποίος εγεννήθη πρώτος, τον ωνόμασε Μνησέα, εκείνον δε, ο οποίος εγεννήθη έπειτα από τούτον Αυτόχθονα, από δε τα γεννηθέντα τέταρτα, τον μεν πρώτον ωνόμασεν Ελάσιππον, τον δε έτερον Μήστορα, εις δε τα γεννηθέντα πέμπτα, εις μεν τον πρώτον εδόθη το όνομα Αζάης, εις δε τον ύστερον Διαπρεπής. Αυτοί λοιπόν όλοι και οι απόγονοι των εκατοικούσαν εκεί εις διάστημα πολλών γενεών και εξουσίαζαν μεν πολλάς άλλας εις το πέλαγος νήσους, προς τούτοις δε, καθώς είπομεν και προηγουμένως, εξέτειναν την εξουσίαν των και εις τα εντός μέρη προς τα εδώ έως εις την Αίγυπτον και την Τυρρηνικήν. Ο Άτλας λοιπόν έκαμε μεν και άλλους πολλούς και τιμωμένους απογόνους, διετήρουν δε ούτοι την βασιλείαν εις διάστημα πολλών γενεών, διότι εγίνετο πάντοτε βασιλεύς ο πρώτος και παρέδιδε την βασιλείαν εις το πρώτον από τα παιδιά του, είχον δε τόσον πολύν πλούτον, όσον ούτε καμμία από μερικάς προτητερινάς δυναστείας βασιλέων είχεν, ούτε ύστερον καμμίαν φοράν είναι δυνατόν να υπάρξη καμμία να έχη. Είχον δε όλα εν τάξει όσα και μέσα εις την πόλιν και έξω εις την λοιπήν χώραν δύσκολον ήτο να προμηθευθή κανείς. Διότι πολλά μεν πράγματα ένεκα της εξουσίας των τους τα έφερναν έξωθεν, παρά πολλά δε άλλα επρομήθευεν η ιδία η νήσος διά τα χρειαζόμενα της ζωής· κατά πρώτον μεν τα μέταλλα, όσα ξεχώνονται στερεά και όσα λυώνονται, και εκείνο, του οποίου τώρα μόνον το όνομα έχομεν, τότε δε περισσότερον από τ' όνομα, υπήρχε το πράγμα, ο ορείχαλκος, ο οποίος εις πολλούς τόπους της νήσου εξεχώνετο από την γην, ήτο δε το πολυτιμότερον από τα τότε μέταλλα εκτός του χρυσού· και όσα προμηθεύουν τα δένδρα διά τας εργασίας των τεχνητών, όλα τα παρήγεν άφθονα, και αρκετά ήμερα και άγρια ζώα έτρεφε. Μάλιστα δε υπήρχε μέσα εις αυτήν και μεγάλη ποσότης ελεφάντων. Υπήρχε βοσκή και διά τα άλλα ζώα, όσα βόσκουν εις τα έλη και εις τας λίμνας και ποταμούς, και όσα πάλιν βόσκουν εις τα όρη και εις τας πεδιάδας, δι' όλα υπήρχεν άφθονος τροφή, επίσης δε και διά τούτο το ζώον (τον ελέφαντα), το οποίον φυσικά είναι μεγάλον και τρώγει πολύ. Εκτός δε τούτων, όσα εις όλα τα μέρη φέρει η γη μυρωδικά, ρίζας ή χόρτα ή φυτά ή ουσίας στραγγισμένας από άνθη ή καρπούς και αυτά τα παρήγε και καλώς τα διετήρει· ακόμη δε και τους μαλακούς καρπούς και τους ξηρούς, τους οποίους έχομεν διά την τροφήν μας και όσους μεταχειριζόμεθα διά προσφάγια (ονομάζομεν δε τα άνθη των όσπρια) και τον καρπόν των δένδρων, από τον οποίον έχομεν ποτά και φαγητά και έλαια, και εκείνος, ο οποίος ένεκα παιγνιδιού και ευχαριστήσεως κατήντησε δυσκολοφύλακτος, (ίσως τα καρύδια), ο καρπός δηλ. με το σκληρόν δέρμα και όσα ευχάριστα δίδομεν εις άρρωστον μετά το φαγητόν διά να παρηγορήσωμεν τον κουρασμένον στόμαχον, όλα αυτά η νήσος, η οποία τότε τον καιρόν εκείνον ήτο υποκάτω από τον ήλιον ιερά, τα παρήγεν όλα ωραία και αξιοθαύμαστα και αναρίθμητα κατά το πλήθος. Όλα αυτά λοιπόν λαμβάνοντες από την γην οι κάτοικοι κατεσκεύαζαν και τους ναούς και τα βασιλικά παλάτια και τους λιμένας και τους ναυστάθμους και όλην την άλλην χώραν έβαλαν εις τάξιν κατά τον ακόλουθον τρόπον.

Τα γεμάτα από θάλασσαν χανδάκια, τα οποία ήσαν ολόγυρα εις την αρχαίαν μητρόπολιν, κατά πρώτον μεν τα εγεφύρωσαν και έκαμαν δρόμον να πηγαίνη κανείς έξω και μέσα έως εις τα βασιλικά παλάτια. Τα δε βασιλικά παλάτια από την αρχήν αμέσως τα έκτισαν εις τους ιδίους τόπους, όπου εκατοίκησεν ο θεός και οι πρόγονοί των· τα εκατοικούσε δε ο ένας βασιλεύς διαδεχόμενος άλλον και, εν ώ ήσαν στολισμένα, τα εστόλιζε και αυτός και επροσπαθούσε να περάση όσον ηδύνατο πάντοτε τον προηγούμενον, εις τρόπον ώστε έκαμαν τα παλάτια να τα θαυμάζη κανείς, όταν τα έβλεπε, διά το μεγαλείον και την ωραιότητα των έργων, τα οποία είχον. Έσκαψαν τω όντι αυλάκι αρχίσαντες από την θάλασσαν τριών πλέθρων κατά το πλάτος, εκατόν δε ποδών κατά το βάθος και πεντήκοντα σταδίων κατά το μήκος έως εις το εξωτερικόν στρογγύλον αυλάκι, και έκαμαν ώστε να ταξειδεύουν τα πλοία από την θάλασσαν διά μέσου τούτου του χανδακίου εις το αυλάκι εκείνο όπως εις λιμένα, ανοίξαντες στόμα εις το αυλάκι αρκετόν, ώστε να περάσουν από εκεί μέσα και τα μεγαλύτερα πλοία και προς τούτοις και τας (στρογγύλας) ζώνας της ξηράς, αι οποίαι έφραζαν τας ζώνας της θαλάσσης· εις το μέρος όπου ήσαν αι γέφυραι ήνοιξαν πέρασμα από το έν μέρος εις το άλλο, όσον να χωρή τριήρης και το εσκέπασαν άνωθεν, ώστε το πλοίον να περνά κάτωθεν· διότι τα χείλη των ζωνών της ξηράς είχον ύψος αρκετόν επάνω εις την θάλασσαν. Ήτο δε ο μεν μεγαλύτερος από τους στρογγυλούς χάνδακας, με τον οποίον η θάλασσα είχε κατ' ευθείαν συγκοινωνίαν, τριών σταδίων κατά το πλάτος, η δε ακόλουθος ζώνη ξηράς ήτο ίση με εκείνον· από δε τας δύο ακολούθους ζώνας η μεν της θαλάσσης ήτο πλάτους δύο σταδίων, η δε της ξηράς ήτο πάλιν ίση με την προηγουμένην του νερού· ο χάνδαξ δε, ο οποίος περιέβρεχε την ιδίαν την νήσον, η οποία ήτο εις το μέσον, ήτο ενός σταδίου, η δε νήσος, εις την οποίαν ήσαν τα ανάκτορα, είχε διάμετρον πέντε σταδίων. Την νήσον αυτήν ολόγυρα και τας ζώνας (τας πέριξ αυτής) και την γέφυραν, η οποία είχε πλάτος ενός πλέθρου, και από το έν μέρος και από το άλλο την επεριτριγύρισαν με πέτρινον τείχος, και έστησαν πύργους και πύλας επάνω εις τας γεφύρας εις κάθε μέρος, όπου επερνούσεν η θάλασσα υποκάτωθεν. Έκοπταν δε τας πέτρας (με τας οποίας έκαμαν αυτά) από τα ολόγυρα της νήσου, η οποία ευρίσκετο εις το μέσον, και από τα τοιχώματα των ζωνών και από το έξω μέρος και από τα μέσα, άλλας μεν άσπρας, άλλας δε μαύρας, άλλας δε κοκκίνας· καθώς δε έκοπταν πέτρας, κατεσκεύαζαν συγχρόνως εις το εσωτερικόν (της νήσου) δύο βαθείας αποθήκας διά πλοία, αι οποίαι είχον τον ίδιον τον βράχον διά στέγην. Και από τας οικοδομάς αυτάς άλλαι μεν ήσαν απλαί, άλλας δε τας έπλεκαν πολυχρωμάτους ανακατώνοντες τους (διαφόρων χρωμάτων) λίθους χάριν ευχαριστήσεως, εκφράζοντες εκείνο, το οποίον ήτο φυσικά ευχάριστον εις αυτούς, και όλην την περιφέρειαν του τείχους, το οποίον ήτο ολόγυρα της από όλας πλέον έξω ζώνης, την ένδυσαν με χαλκόν μεταχειρισθέντες αυτόν ωσάν ένα εξωτερικόν χρωματισμόν, τον δε γύρον του εσωτερικού τείχους τον ένδυσαν με κασσίτερον, τον δε γύρον του τείχους της ακροπόλεως με ορείχαλκον, ο οποίος είχε λάμψιν της φωτιάς.

Τα δε εντός της ακροπόλεως ανάκτορα ήσαν κατεσκευασμένα με τον ακόλουθον τρόπον. Εντός εις το μέσον υψούτο ναός ιερός της Κλειτούς και του Ποσειδώνος, απάτητος (ως φοβερός), περιτριγυρισμένος με χρυσόν τοίχον, ο ίδιος εις τον οποίον εις τας αρχάς εφύτευσαν και εγέννησαν (ο Ποσειδών και η Κλειτώ) τα παιδία τα οποία υπήρξαν αρχηγοί των δέκα βασιλικών δυναστειών· εις τούτον τον τόπον και κάθε χρόνον από τας δέκα κληρωθείσας επαρχίας όλας ήρχοντο και προσέφερον αφιερώματα εις τους δύο αυτούς θεούς τα προφαντά από τους καρπούς της γης. Του ιδίου δε του Ποσειδώνος υπήρχε ναός, που είχεν ενός σταδίου μήκος, πλάτος δε τριών πλέθρων και ύψος τόσον, ώστε να φαίνεται εις την όρασιν ότι είχε συμμετρίαν, και ο οποίος είχε κάποιαν βαρβαρικήν μορφήν· όλον δε τον ναόν ολόγυρα τον ένδυσαν έξωθεν με άργυρον, εκτός των γωνιών, τας δε γωνίας ένδυσαν με χρυσόν· εσωτερικώς δε τον μεν θόλον όλον έκαμαν από ελεφαντοκόκκαλον στολισμένον με χρυσόν και ορείχαλκον, όλα δε τ' άλλα μέρη των τοίχων και των στηλών και του πατώματος τα περιένδυσαν με ορείχαλκον. Έστησαν δε μέσα αγάλματα· το του θεού (Ποσειδώνος) παρίστανεν αυτόν στεκόμενον επάνω εις πολεμικήν άμαξαν να οδηγή τα έξ πτερωτά άλογά της, και τόσον υψηλόν, ώστε η κεφαλή του να εγγίζη την οροφήν του ναού· ολόγυρά του δε Νηρηίδας επάνω εις εκατόν δελφίνας· διότι οι τότε άνθρωποι ενόμιζαν ότι αύται ήσαν τόσαι· υπήρχον δε και πολλά άλλα αγάλματα, τα οποία αφιέρωσαν οι ιδιώται. Ολόγυρα δε εις τον ναόν απ' έξω ήσαν στημέναι εικόνες χρυσαί όλων των γυναικών και όλων των ανδρών όσοι κατήγοντο από τους δέκα βασιλείς και πολλά άλλα αφιερώματα μεγάλα και των βασιλέων και ιδιωτών και από μέσα από την ιδίαν την πόλιν και από τα έξω μέρη, όσα εξουσίαζον. Υπήρχε δε και θυσιαστήριον ανάλογον κατά το μέγεθος και κατά την εργασίαν με αυτά τα καλλιτεχνήματα. και τα ανάκτορα επίσης τοιαύτα, ώστε ν' αρμόζουν και εις το μεγαλείον του κράτους και εις τα στολίσματα, τα οποία ήσαν ολόγυρα εις τους ναούς. Τας δε βρύσεις του ψυχρού και του ζεστού νερού, αι οποίαι είχαν ποσότητα άφθονον νερού, ένεκα δε της ευχαριστήσεως και της υγιεινότητος των νερών των ικανοποίουν θαυμασίως και κατά τα δύο ταύτα, μετεχειρίζοντο στήσαντες ολόγυρα εις αυτάς οικοδομάς και δενδροφυτείας καταλλήλους διά υγρά μέρη, και δεξαμενάς προς τούτοις, άλλας μεν έξω εις το ύπαιθρον, άλλας δε σκεπασμένας με στέγην διά τα ζεστά νερά κατά τον χειμώνα, χωριστά μεν διά τους βασιλείς, χωριστά δε διά τους ιδιώτας, προς τούτοις δε άλλας διά τας γυναίκας, και άλλας διά άλογα και διά τ' άλλα υποζύγια, και έδοσαν εις κάθε μίαν ιδιαιτέρως τον κατάλληλον στολισμόν. Το δε νερόν, το οποίον έτρεχεν από αυτάς, το επήγαιναν να ποτίζη το δάσος του ναού του Ποσειδώνος, το οποίον είχε κάθε λογής δένδρα θαυμάσια διά την ωραιότητα και το ύψος ένεκα της γονιμότητος της γης, άλλο δε μέρος αυτού με αυλάκια το έφεραν έως εις τους έξω γύρους κατά το μέρος των γεφυρών, όπου υπήρχον ναοί μεν πολλοί και πολλών θεών, κήποι δε και γυμναστήρια πολλά κατασκευασμένα, άλλα μεν ανδρών, άλλα δε αλόγων, χωριστά εις κάθε μίαν από τας δύο ζώνας της ξηράς, είχον δε προ πάντων εις το μέσον της μεγαλυτέρας από τας νήσους χωρισμένον έν ιπποδρόμιον, το οποίον είχε πλάτος ενός σταδίου, το δε μήκος του έπιανε όλον τον γύρον της νήσου, διά να συναγωνίζωνται τ' άλογα. Ολόγυρα δε εις αυτό, και από το έν μέρος του και από το άλλο, υπήρχον κατοικίαι διά το πλήθος των δορυφόρων στρατιωτών· τους δε πιστοτέρους στρατιώτας είχον διατεταγμένους να φυλάττωσιν εις την μικροτέραν ζώνην, η οποία ήτο και η περισσότερον πλησίον εις την ακρόπολιν εις εκείνους δε, οι οποίοι ήσαν οι εξοχώτεροι από όλους κατά την πίστιν, είχαν δοθή κατοικίαι, μέσα εις την ακρόπολιν, ολόγυρα εις τους βασιλείς. Αι δε αποθήκαι των πλοίων ήσαν γεμάται από τριήρεις και από τα όργανα, όσα χρειάζονται εις αυτάς και όλα αρκετά βαλμένα εις τάξιν. Και εκείνα μεν τα οποία απέβλεπον εις την κατοικίαν των βασιλέων, ήσαν τοιουτοτρόπως διατεταγμένα· αφ' ού δε ήθελε διαβή κανείς τους λιμένας, οι οποίοι ήσαν τρεις, και υπάγη έξω, έν κυκλικόν τείχος, το οποίον ήρχιζεν από την θάλασσαν και απείχε πενήντα στάδια εις όλα του τα μέρη από την μεγαλυτέραν ζώνην και από τον μεγαλύτερον λιμένα, συνέκλειεν εις το ίδιον σημείον με το στόμα της διώρυχος, το οποίον ήτο προς την θάλασσαν. Μέσα εις τούτο υπήρχε πλήθος πολλών και πυκνών οικιών, η δε διώρυξ και ο μεγαλύτερος λιμήν ήτο γεμάτος από πλοία και εμπόρους, οι οποίοι έφθαναν από όλα τα μέρη του κόσμου και οι οποίοι επροξένουν ένεκα του πλήθους των φωνάς και θόρυβον και κρότον και την ημέραν και την νύκτα.

Την μεν πόλιν λοιπόν και ό,τι σχετίζεται με το αρχαίον ανάκτορον έχομεν τώρα εκ μνήμης μάθη, όπως τότε τα διηγήθησαν· πρέπει δε να προσπαθήσωμεν ν' αναφέρωμεν και διά την επίλοιπον χώραν πώς ήσαν τα φυσικά της προτερήματα και ποίον ήτο το είδος του τεχνητού στολισμού της. Και κατά πρώτον λοιπόν όλος ο τόπος έλεγαν ότι ήτο και πολύ υψηλός και πολύ απόκρημνος από το μέρος της θαλάσσης, όλη δε η ολόγυρα εις την πόλιν πεδιάς, την μεν πόλιν περιεκύκλωνεν, αυτή δε ολόγυρα περιεκυκλώνετο από βουνά, τα οποία κατέβαιναν έως εις την θάλασσαν, (η πεδιάς δε ήτο) ολόιση και χωρίς ανωμαλίας, όλη δε μακρουλή, από το έν και από το άλλο μέρος έχουσα μήκος τριών χιλιάδων σταδίων και από την θάλασσαν έως το μέσον της επάνω από δύο χιλιάδων. Αυτός ο τόπος όλης της νήσου έβλεπε προς το νότιον μέρος και ήτο προφυλαγμένος από τον βόρειον άνεμον· τα δε βουνά, όπου ήσαν τότε ολόγυρά του, τα επαινούσαν ότι υπήρξαν από όλα όσα υπάρχουν τώρα ανώτερα κατά τον αριθμόν και κατά την μεγαλότητα και κατά την ωραιότητα, διότι είχον μεν πολλά και πλούσια κατοικημένα χωρία ανάμεσόν τους, ποταμούς δε και λίμνας και λειβάδια διά να ευρίσκουν αρκετήν τροφήν τα ζώα· δένδρα δε πολυάριθμα και κάθε λογής διά να προμηθεύουν ξύλα άφθονα εις όλας τας εργασίας των ανθρώπων και εις καθεμίαν ιδιαιτέρως. Έτσι λοιπόν ήτο η πεδιάς εκ φύσεως και χάρις εις τας εργασίας πολλών βασιλέων εις το διάστημα πολλού καιρού. Ήτο μεν το σχήμα της τετράγωνον και κατά το περισσότερον μέρος ορθόν και μακρουλόν, εις οποίον δε μέρος είχεν έλλειψιν το σχήμα της, το είχαν κάμη ίσον, διότι έσκαψαν ολόγυρα χάνδακα· το βάθος δε τούτου του χάνδακος και το πλάτος και το μήκος, το οποίον ήτο. . ..(είναι μεν δύσκολον να το πιστεύση κανείς, ότι έγεινε με τα χέρια, και ότι συγκρινόμενον με τ' άλλα όμοιά του έργα είναι τοιούτον, πρέπει όμως να είπωμεν τουλάχιστον εκείνο, το οποίον ηκούσαμεν)· είχον μεν σκάψη βάθος ενός πλέθρου, πλάτος δε εις όλα τα μέρη ενός σταδίου, σκαμμένον δε ολόγυρα εις όλην την πεδιάδα ετύχαινε να έχη μήκος δέκα χιλιάδας σταδίων. Εδέχετο όλα τα ρεύματα των νερών, τα οποία κατέβαινον από τα βουνά, περιεκύκλωνε την πεδιάδα, έφθανεν από το έν και από το άλλο μέρος την πόλιν και επροχώρει και τα έχυνεν εις την θάλασσαν. Από την ανωτέραν όχθην του χάνδακος ήρχιζαν αυλάκια εκατόν ποδών το πολύ πλάτους, κομμένα ίσα εις όλον το διάστημα της πεδιάδος, τα οποία επέστρεφαν και εχύνοντο εις τον χάνδακα τον πλησίον της θαλάσσης· ήσαν δε μακράν το έν από άλλο τα αυλάκια εκατόν στάδια· διά μέσου λοιπόν τούτων κατεβίβαζον την ξυλείαν από τα βουνά εις την πόλιν και μετεκόμιζον με πλοία τ' άλλα προϊόντα κάθε εποχής, αφ' ού έκοψαν άλλα αυλάκια πλάγια διά να συγκοινωνή το έν από τα πρώτα με το άλλο και με την πόλιν. Και εσώδευον λοιπόν καρπούς της γης δύο φορές τον χρόνον, τον μεν χειμώνα μεταχειριζόμενοι τα εκ μέρους του Διός νερά (δηλαδή της βροχής), το δε καλοκαίρι όσα παράγει η γη, φέροντες εις αυτήν τα νερά διά μέσου των αυλακιών.

Ο αριθμός δε των στρατιωτών, των χρησίμων διά πόλεμον από μέσα από την πεδιάδα ήτο προσδιωρισμένος ως εξής. Κάθε λαχνός (δηλαδή κάθε τμήμα της χώρας) ήτο διωρισμένος να εκλέγη ένα αριθμόν, κάθε δε τμήμα είχεν έκτασιν εκατόν σταδίων και όλα τα τμήματα ήσαν εξήντα χιλιάδες· οι άνθρωποι δε των βουνών και των άλλων μερών της χώρας έλεγαν ότι ήσαν άπειροι κατά το πλήθος· ήσαν δε μοιρασμένοι κατά τους τόπους και τα χωρία εις όμοια τμήματα όλοι και είχαν καθένα τον αρχηγόν του. Ο αρχηγός λοιπόν ήτο υποχρεωμένος εν καιρώ πολέμου να προμηθεύη το έκτον μέρος μιας πολεμικής αμάξης, ώστε να είναι δέκα χιλιάδες τοιαύται· δύο ίππους και δύο ιππείς, προς τούτοις δε έν ζευγάρι άλογα της αμάξης χωρίς την άμαξαν· ένα πεζόν πολεμιστήν με μικράν ασπίδα· ένα αμαξηλάτην, ο οποίος να ιππεύη τα δύο άλογα της αμάξης και να τα διοική· δύο δε πεζούς στρατιώτας βαρειά ωπλισμένους και δύο τοξότας και δύο σφενδονήτας, γυμνούς δε στρατιώτας και πετροβολιστάς και ακοντιστάς από τρεις, από τέσσαρας δε ναύτας εις καθέν από χίλια διακόσια πλοία. Έτσι λοιπόν ήσαν τακτοποιημένα τα πολεμικά πράγματα εις την βασιλικήν πόλιν· εις δε τας εννέα άλλας επαρχίας ήσαν κανονισμένα, αλλού μεν με τον ένα τρόπον αλλού δε με τον άλλον, τα οποία πολύς καιρός θα εχρειάζετο να τα εκθέσωμεν (εδώ).

Τα δε αποβλέποντα εις τους άρχοντας και εις τους έχοντας τιμήν μέσα εις την πολιτείαν ετακτοποιήθησαν από την αρχήν κατά τον ακόλουθον τρόπον. Καθείς από τους δέκα βασιλείς, εις την επαρχίαν η οποία απετέλει το μερίδιόν του και εις την πρωτεύουσάν του, είχε την εξουσίαν επάνω εις τους ανθρώπους και εις τους περισσοτέρους νόμους και ετιμώρει και εθανάτωνεν όποιον ήθελεν επιθυμήση· η δε γενική αναμεταξύ των εξουσία και αμοιβαία σχέσις εγίνετο κατά τας διατάξεις του Ποσειδώνος, καθώς έλεγεν ο νόμος, που κατά παράδοσιν υπήρχε, και που τον είχαν οι πρώτοι κάτοικοι χαραγμένον με γράμματα επάνω εις μίαν στήλην ορειχαλκίνην, η οποία ευρίσκετο εις το μέσον της νήσου μέσα εις τον ναόν του Ποσειδώνος. Ούτοι λοιπόν οι βασιλείς συνηθροίζοντο διαδοχικώς μίαν φοράν κάθε πέντε έτη και μίαν φοράν κάθε έξ εναλλάξ, διότι απέδιδον ίσην τιμήν εις τον μονόν αριθμόν των ετών και εις τον ζυγόν, όταν δε συνήρχοντο, συνεσκέπτοντο διά τα κοινά συμφέροντα και εξήταζαν εάν κανείς έκαμε καμμίαν παράβασιν του νόμου και εδίκαζαν. Όταν δ' επρόκειτο να κάμουν καμμίαν δίκην, έδιδον προτήτερα ο ένας εις τον άλλον τας ακολούθους βεβαιώσεις τιμιότητος.

Αφ' ού άφηναν ελευθέρους ταύρους μέσα εις τον ναόν του Ποσειδώνος, παρευρισκόμενοι και οι δέκα έμεναν μόνοι των, και αφ' ού παρεκάλουν τον θεόν να εκλέξη το θύμα, το οποίον τον ηυχαρίστει, αυτοί χωρίς σίδηρο, αλλά με ξύλα και με συρτοθηλειές εκυνήγουν αυτούς, όποιον δε από τους ταύρους ήθελαν πιάση, αφ' ού τον ωδήγουν εμπρός εις την στήλην, τον έσφαζαν εις την κορυφήν της απέναντι εις τα γράμματα στήλης· επάνω δε εις στήλην, εκτός των νόμων, ήτο γραμμένος και όρκος, ο οποίος κατηράτο με φοβεράς κατάρας εκείνους, οι οποίοι ήθελαν απειθήση εις τους νόμους. Όταν λοιπόν σύμφωνα με τους νόμους των ήθελαν εκτελέση την θυσίαν και αφιερώση όλα τα μέλη του ταύρου, οι βασιλείς έχυναν μέσα εις ένα κρατήρα, (δηλαδή κιούπι) με νερωμένον κρασί σταλαγματιάν, σταλαγματιάν, διά τον καθένα τους το αίμα του ταύρου, τα δε άλλα κομμάτιά του, τα έρριπταν εις την φωτιάν, αφ' ού εκαθάριζαν από όλα τα μέρη την στήλην έπειτα δε από τούτο, έπερναν μέσα από τον κρατήρα με χρυσές κούπες, έκαμναν σπονδάς, δηλαδή έχυναν ολίγον μέσα εις την φωτιάν και ωρκίζοντο ότι θα δικάσουν σύμφωνα με τους νόμους, οι οποίοι είναι γραμμένοι εις την στήλην και θα τιμωρήσουν, αν κανείς προηγουμένως έκαμε καμμίαν παράβασιν, και ότι έπειτα από τούτο κανένα από τους νόμους θεληματικώς δεν θα παραβούν, μήτε θα διοικήσουν, μήτε θα υπακούσουν εις άλλον άρχοντα, εκτός αν τους διατάσση σύμφωνα με τους νόμους του πατρός των. Αφ' ού ήθελαν ευχηθή αυτά, καθείς από αυτούς διά τον εαυτόν του και διά τους απογόνους του, έπινε και αφιέρωνε την κούπαν εις τον ναόν του θεού, και έπειτα κατεγίνετο εις το φαγητόν και τας άλλας αναγκαίας διατυπώσεις· όταν δε ήθελε σκοτεινιάση και η φωτιά ολόγυρα εις τα θύματα ήθελε σβυσθή, όλοι τους, αφ' ού ήθελαν φορέση μίαν στολήν γαλάζιαν ωραιοτάτην, εκάθιζαν πλησίον εις τα καυμένα απομεινάρια της θυσίας του όρκου, την νύκτα, αφ' ού ήθελαν σβύση παντού μέσα εις τον ναόν κάθε φωτιάν, εδικάζοντο και εδίκαζον, αν κανείς από αυτούς είχε κατηγορίαν εναντίον άλλου ότι παρέβη τον νόμον. Αφ' ού δε ήθελαν εκδόση απόφασιν δι' εκείνο το οποίον εδίκασαν, άμα εφώτιζεν η ημέρα, την έγραφαν επάνω εις ένα χρυσόν πίνακα και την εκρεμούσαν μαζί με τας στολάς των ως μνημείον. Υπήρχον δε και πολλοί άλλοι νόμοι ιδιαίτεροι αναφερόμενοι εις τα αμοιβαία προνόμια, τα οποία ανεγνώριζε καθείς από τους βασιλείς εις τους άλλους και των οποίων τα μεγαλύτερα είναι τα εξής· ότι ποτέ δεν θα εκίνουν πόλεμον ο ένας κατά του άλλου και ότι θα βοηθήσουν όλοι, αν κανείς από αυτούς πουθενά εις καμμίαν πόλιν επιχειρήση να καθαιρέση βασιλικήν οικογένειαν και ότι, καθώς οι πρόγονοί των, θα συσκέπτωνται όλοι μαζί και θ' αποφασίζουν όταν πρόκειται διά πόλεμον και δι' άλλας σπουδαίας πράξεις, δίδοντες την αρχηγίαν εις την οικογένειαν του Άτλαντος. Κανείς δε από τους βασιλέα να μη έχη το δικαίωμα να θανατώνη κανένα από τους συγγενείς του, χωρίς να το αποφασίσουν οι περισσότεροι από τους ημίσεις των δέκα.