Κριτίας, Ίππαρχος, Αντερασταί

Part 1

Chapter 1 62 words Public domain Markdown

Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides

Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been transferred at the end of the book. Corrections have been included in [], while bold words in &&. The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed.

Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Διορθώσεις περικλείονται σε [], ενώ έντονοι χαρακτήρες σε &&. Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩN

ΠΛΑΤΩΝΟΣ

ΚΡΙΤΙΑΣ ΙΠΠΑΡΧΟΣ — ΑNΤΕΡΑΣΤΑΙ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΧΑΡΟΚΟΠΟΥ Κ. Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΠΛΑΤΩΝΟΣ

ΚΡΙΤΙΑΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΧΑΡΟΚΟΠΟΥ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ Ο Πλάτων διά του «Κριτίου» ηθέλησε να δείξη εν τη πραγματικότητι τας περί Πολιτείας ιδέας του, περιγράφων την πολιτείαν των αρχαίων Αθηναίων νικητών των κατοίκων της νήσου Ατλαντίδος. Εννοητέον ότι η Πολιτεία αύτη δεν υπήρξεν, αλλ' έπλασεν αυτήν ο Πλάτων διά της φαντασίας του.

Ο «Κριτίας» φαίνεται ως συνέχεια άλλου διαλόγου, του «Τιμαίου». Εισάγει εις την υπόθεσιν αμέσως· διαλέγονται δε και εις τούτον τα αυτά πρόσωπα. Ομιλεί πρώτος ο Τίμαιος, μετά τούτον δε λαμβάνει τον λόγον ο Κριτίας, αμφότεροι δε δικαιολογούσι την δυσκολίαν του ζητήματος, περί του οποίου θα ομιλήσουν. Μετά τούτο ο Κριτίας αναλαμβάνει ν' αφηγηθή τον πόλεμον, όστις ηγέρθη ποτέ μεταξύ των εντεύθεν των Ηρακλείων στηλών και εκείθεν αυτών, οικούντων λαών. Ίνα δε κινήση το περί του πολέμου τούτου ενδιαφέρον, επιχειρεί να γνωρίση εις τον αναγνώστην τους δυο αντιπάλους λαούς, ήτοι τους τότε Αθηναίους και τους κατοίκους της νήσου Ατλαντίδος. Και πρώτον μεν, αρχόμενος από των Αθηναίων, περιγράφει την κυβέρνησιν αυτών, την χώραν και την πολιτείαν. Μετά τούτο δε αναφέρει την καταγωγήν των κατοίκων της Ατλαντίδος, ότι κατάγονται δηλ. εκ του Ποσειδώνος· περιγράφει την νήσον αυτών, τα προϊόντα τα οποία αυτή παράγει, τους βασιλείς των και τα γιγάντεια τούτων έργα, την πολιτικήν αυτών κατάστασιν, την οργάνωσιν και τας στρατιωτικάς αυτών δυνάμεις· πως πρώτα ήσαν άνθρωποι εξαίρετοι και πως βραδύτερον εξηχρειώθησαν ούτως, ώστε ο Ζευς, οργισθείς διά τα κακουργήματα αυτών και αποφασίσας να τους τιμωρήση, συνεκάλεσε τους θεούς εις συνέδριον μέσα εις το άδυτον το ευρισκόμενον εις το κέντρον του κόσμου, ίνα καταστήση εις αυτούς γνωστάς τας αμετακλήτους αυτού βουλάς.

Ο διάλογος εις το σημείον τούτο δυστυχώς διακόπτεται, απολεσθέντος του υπολοίπου. Εκ του σωζομένου μέρους δεν είναι δυνατόν να συναγάγη τις, ποιον έσται όλου του διαλόγου το αντικείμενον. Ευτυχώς όμως πληροφορούμεθα περί τούτου ακριβώς εξ αυτών των πρώτων σελίδων άλλου του Πλάτωνος διαλόγου, του «Τιμαίου».

ΠΛΑΤΩΝΟΣ

ΚΡΙΤΙΑΣ

(ή Ατλαντικός ή ηθικός)

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ

ΤΙΜΑΙΟΣ, ΚΡΙΤΙΑΣ, ΣΩΚΡΑΤΗΣ, ΕΡΜΟΚΡΑΤΗΣ.

Τίμαιος Πόσον ευχαριστημένος, Σωκράτη, καθώς να έχω αναπαυθή έπειτα από μακρυνήν οδοιπορίαν, έχω ελευθερωθή και τώρα με ανακούφισιν από την οδοιπορίαν της ομιλίας! Εύχομαι δε εις τον Θεόν, ο οποίος πολύ παλαιά πραγματικώς, τώρα δε προ ολίγου εις τας ομιλίας μας έχει την ύπαρξιν, δι' όσα μεν από τα λεχθέντα πρεπόντως έχουσι λεχθή, αυτός να μας χαρίση υγείαν, αν δε είπωμεν δι' αυτά χωρίς να το θέλωμεν και τίποτε ανάρμοστον, να μας επιβάλη την πρέπουσαν τιμωρίαν. Σωστή δε τιμωρία είναι, εκείνον ο οποίος σφάλλει, να τον κάμη να ενεργή σωστά. Διά να λέγωμεν λοιπόν εις το εξής σωστά τας ομιλίας μας περί του πώς έγιναν οι θεοί, ευχόμεθα να μας δώση το πλέον τέλειον και καλύτερον από όλα τα ιατρικά, την γνώσιν· αφού λοιπόν προσηυχήθημεν, κατά τας συμφωνίας μας παραδίδομεν την σειράν της ομιλίας εις τον Κριτίαν.

Κριτίας Αλλά, Τίμαιε, δέχομαι μεν (να ομιλήσω), εκείνο όμως, το οποίον εις την αρχήν μετεχειρίσθης και συ, ο οποίος εζήτησες συγχώρησιν, διότι επρόκειτο να ομιλήσης διά μεγάλα ζητήματα, το ίδιον και εγώ τώρα παρακαλώ, απαιτώ δε ακόμη περισσότερον να μου παραχωρηθή εις μεγαλυτέραν δόσιν δι' εκείνα, τα οποία πρόκειται να είπω, αν και ηξεύρω σχεδόν ότι πρόκειται να παρακαλέσω διά χάριν, η οποία αποδεικνύει φιλοδοξίαν και χωριατιάν, θα την είπω όμως. Ότι μεν εκείνα, τα οποία είπες, δεν τα είπες καλά, ποίος λογικός άνθρωπος ημπορεί να το διισχυρισθή; Ότι δε εκείνα, τα οποία θα είπω, έχουν ανάγκην από περισσοτέραν συγχώρησιν, διότι είναι δυσκολώτερα, τούτο θα προσπαθήσω κάπως ν' αποδείξω. Όταν ομιλή κανείς διά τους θεούς, Τίμαιε, προς τους ανθρώπους, να νομίζεται ότι καλά ομιλεί, είναι ευκολώτερον παρά όταν ομιλή διά θνητούς ανθρώπους εις ημάς. Διότι η έλλειψις πείρας και η παρά πολλή αμάθεια εκείνων που ακούουν, αν είναι έτσι εκείνα τα οποία λέγει, δίδουν πολλήν ευκολίαν εις εκείνον ο οποίος πρόκειται να είπη τίποτε διά τους θεούς. Διά δε τους θεούς ίσα ίσα, ηξεύρετε εις ποίον συμπέρασμα εφθάσαμεν {1}, διά να φανερώσω δε καθαρώτερα εκείνο το οποίον διισχυρίζομαι, προσέξατε, παρακαλώ, εις τ' ακόλουθα. Εκείνα, τα οποία όλοι μας είπομεν, είναι ανάγκη βέβαια να είναι μίμησις και εικών κάποιου πράγματος· διά δε την κατασκευήν εικόνων των θείων και των ανθρωπίνων σωμάτων, την οποίαν κάμνουν οι ζωγράφοι, βλέπομεν πόσην ευκολίαν ή δυσκολίαν δοκιμάζουν να τα μιμώνται, ώστε να νομίζουν, όσοι τα βλέπουν, ότι ομοιάζουν, και θα ίδωμεν ότι, αν κανείς από αυτούς ημπορή να ζωγραφίση ολίγον τι όμοια με τα πραγματικά γην και βουνά και ποταμούς και δένδρα και ολόκληρον τον ουρανόν και εκείνα, τα οποία ευρίσκονται εις αυτόν και τριγυρίζουν, κατ' αρχάς μεν ευχαριστούμεθα, και προς τούτοις, επειδή δεν ηξεύρομεν τίποτε με ακρίβειαν δι' αυτά τα πράγματα, ούτε εξετάζομεν, ούτε κρίνομεν αν είναι καλά τα ζωγραφημένα, μας φθάνει δε μία όχι πολύ καθαρά και απατηλή σκιαγραφία αυτών των πραγμάτων· όταν δε κανείς ήθελεν αναλάβη να παραστήση τα ιδικά μας σώματα, τότε, επειδή είμεθα συνειθισμένοι να τα παρατηρώμεν, καταλαμβάνομεν τι ελλείπει και γινόμεθα αυστηροί κριταί εκείνου, ο οποίος δεν παρέστησε κατά πάντα όλας τας ομοιότητας. Το ίδιον λοιπόν πράγμα ημπορούμεν να ίδωμεν ότι γίνεται και εις τας ομιλίας, ότι δηλαδή τα μεν ουράνια και θεία πράγματα μένομεν ευχαριστημένοι και όταν τα λέγη κανείς με μικράν ομοιότητα, τα δε θνητά και ανθρώπινα πράγματα τα εξετάζομεν με ακρίβειαν. Τώρα λοιπόν, επειδή θα ομιλήσω εκ του προχείρου εάν δεν ημπορέσω να παραστήσω τα πράγματα καθ' όλα όπως πρέπει, είναι ανάγκη να με συγχωρήσετε· διότι πρέπει να συλλογίζεσθε, ότι δεν είναι εύκολον, αλλά δύσκολον να παριστάνη κανείς τα θνητά πράγματα καθώς πρέπει. Αυτά λοιπόν, επειδή επιθυμώ να σας υπενθυμίσω και να ζητήσω δι' εκείνα, τα οποία πρόκειται να είπω, όχι το μικρότερον αλλά το μεγαλύτερον μέρος της συγχωρήσεώς σας, είπον όλα αυτά, Σωκράτη. Αν λοιπόν, νομίζετε, ότι δικαίως ζητώ αυτό το χάρισμα, δότε μου αυτό μ' ευχαρίστησιν.

Σωκράτης Και διατί να μη σου το δώσωμεν, Κριτία; Ας δοθή δε προς τούτοις αυτό το ίδιον χάρισμα και εις τον Ερμοκράτην από ημάς, ο οποίος να ομιλήση τρίτος. Διότι είναι φανερόν, ότι ολίγον υστερώτερα, όταν έλθη η σειρά του να ομιλήση, θα μας παρακαλέση και εκείνος ως σεις· διά να προμηθευθή λοιπόν άλλην βάσιν της ομιλίας του, και να μη υποχρεωθή να ομιλήση με την ιδίαν βάσιν την ιδικήν σου, ας ομιλήση τότε τοιουτοτρόπως, ωσάν να έχη την συγχώρησίν μας από τώρα. Σου προλέγω όμως, φίλε Κριτία, τας διαθέσεις του ακροατηρίου του θεάτρου, εις το οποίον θα ομιλήσης, ότι δηλαδή ο ποιητής ο οποίος πρωτύτερα ωμίλησε εις αυτό, επέτυχε θαυμάσια, ώστε θα σου χρειασθή κάποια παρά πολλή συγχώρησις, εάν πρόκηται να κατορθώσης να συναγωνισθής εις αυτά με αυτόν.

Ερμοκράτης Παραγγέλλεις βέβαια, Σωκράτη, και εις εμέ τα ίδια, τα οποία και εις τούτον εδώ. Αλλά, Κριτία, ακόμη έως τώρα άνθρωποι, οι οποίοι λιποψυχούν, δεν έστησαν τρόπαιον νίκης· πρέπει λοιπόν να προχωρήσης εις την ομιλίαν με ανδρείαν, και αφ' ού επικαλεσθής τον Απόλλωνα και τας Μούσας, να παραστήσης τους παλαιούς συμπολίτας μας ότι υπήρξαν αγαθοί και να τους εξυμνήσης.

Κριτίας Φίλε Ερμοκράτη, επειδή είναι η σειρά σου να ομιλήσης αύριον και έχεις άλλον πρωτύτερα από σε, διά τούτο έχεις ακόμη θάρρος. Τι λογής λοιπόν είναι τούτο μόνος σου γρήγορα θα το καταλάβης· επειδή όμως μας παρηγορείς και μας δίδεις θάρρος, ας σε υπακούσωμεν, και κοντά εις τους θεούς τους οποίους ανέφερες, ας προσκαλέσωμεν και τους άλλους και ιδιαιτέρως μάλιστα την Μνημοσύνην. Διότι, το μεγαλύτερον μέρος της ομιλίας μου, όλον από αυτήν την θεάν εξαρτάται· διότι εάν ενθυμηθώ αρκετά και αναφέρω εκείνα, τα οποία ένα καιρόν διηγούντο οι ιερείς (της Αιγύπτου) και τα οποία έφερεν εδώ ο Σόλων, επάνω κάτω ηξεύρω ότι εις τούτο εδώ το ακροατήριον θα φανώ ότι έκαμα καλά το χρέος μου. Έτσι ακριβώς πρέπει λοιπόν τώρα να κάμω και διόλου πλέον να μη αναβάλω.

Πρώτον λοιπόν από όλα ας αναμνησθώμεν, ότι εννέα το όλον χιλιάδες έτη έχουν περάση, αφ' ότου εκηρύχθη πόλεμος μεταξύ εκείνων οι οποίοι κατοικούν έξω από τας στήλας του Ηρακλέους και εκείνων όπου κατοικούν μέσα· το οποίον πρέπει τώρα να σας εκθέσω απ' αρχής μέχρι τέλους. Του μεν ενός λοιπόν μέρους έλεγον ότι έλαβε την αρχηγίαν αυτή η πόλις (δηλαδή αι Αθήναι) και διεξήγαγεν όλον τον πόλεμον μέχρι τέλους, του δε άλλου μέρους οι βασιλείς της νήσου Ατλαντίδος, η οποία νήσος είπομεν (εις τον διάλογον «Τίμαιον») ότι τα παλαιά χρόνια ήτο νήσος μεγαλυτέρα από την Λιβύαν (δηλαδή την Αφρικήν) και την Ασίαν, τώρα δε, επειδή εβυθίσθη από σεισμούς, άφησεν εκεί μίαν λάσπην και εμποδίζει πλέον να περνούν εκείνοι, οι οποίοι θέλουν να ταξειδεύσουν από την εδώθεν θάλασσαν εις την εκείθεν. Τα μεν λοιπόν πολλά βάρβαρα έθνη, και όσα γένη Ελλήνων υπήρχον τότε, καθένα χωριστά, η σειρά της ομιλίας ωσάν να σηκώνη όποιον εύρη εμπρός της εδώ και εκεί, θα τα κάμη γνωστά. Το γένος όμως των τότε Αθηναίων και των εχθρών των, με τους οποίους επολέμησαν, είναι ανάγκη κατ' αρχάς ως πρώτα να τ' αναφέρωμεν και την στρατιωτικήν δύναμιν του ενός και του άλλου μέρους και το είδος της κυβερνήσεώς των. Απ' αυτά δε τα δύο γένη πρέπει να προτιμήσω να ειπώ διά το ιδικόν μας.

Και λοιπόν οι θεοί τα παλαιά χρόνια έβαλαν εις κλήρον τους διαφόρους τόπους και εμοιράσθησαν μεταξύ των όλην την γην, χωρίς να φιλονεικήσουν· διότι δεν θα ήτο σωστόν πράγμα οι θεοί να μην ηξεύρουν τι αρμόζει εις τον καθένα τους, ούτε ενώ ηξεύρουν ότι έν πράγμα αρμόζει καλύτερα εις άλλους, άλλοι από αυτούς με καυγάδες να προσπαθούν να το κάμουν ιδικόν των· αφ' ού λοιπόν έρριψαν δικαίως κλήρους και έλαβε καθείς ό,τι του ήρεσκε, εκατοίκησαν τους τόπους, και αφ' ού εκατοίκησαν, όπως οι ποιμένες κάμνουν διά τα ποίμνια, έτσι μας έτρεφαν ωσάν ιδικά των κτήματα και θρέμματα, όχι όμως μεταχειριζόμενοι σωματικήν βίαν, καθώς κάμνουν οι ποιμένες εις τα κτήνη, τα οποία βόσκουν με το ξύλον, αλλ' επειδή είναι παρά πολύ ευκολοκυβέρνητον ζώον ο άνθρωπος, διευθύνοντες ωσάν πλοίον από την πρύμνην με το τιμόνι, διά της πειθούς επιδρώντες εις την ψυχήν του σύμφωνα με τον σκοπόν των, με αυτόν τον τρόπον διευθύνοντες εκυβερνούσαν όλους τους θνητούς. Άλλοι λοιπόν από τους θεούς, οι οποίοι επήραν με κλήρον άλλους τόπους, έβαλαν εκείνα τα μέρη εις τάξιν· ο Ήφαιστος δε και η Αθηνά, επειδή είχαν την ιδίαν φυσικήν καταγωγήν, διότι ήσαν συγχρόνως και αδέλφια από τον ίδιον πατέρα και είχαν την ιδίαν κλίσιν και εις την μάθησιν και εις τας τέχνας, διά τούτο και εις τους δύο έτυχε να πέση ως κλήρος αυτός εδώ ο τόπος, διότι εκ φύσεως τους ήρμοζε και ήτο κατάλληλος διά την αρετήν και την φρόνησίν των· αφ' ού δ' έκαμαν τους εντοπίους αγαθούς ανθρώπους, έβαλαν εις τον νουν των την αγάπην της πολιτικής τάξεως· τούτων δε των εντοπίων τα μεν ονόματα έχουν διατηρηθή, τα έργα όμως ένεκα των καταστροφών των διαδόχων των και ένεκα της πολυκαιρίας εχάθησαν. Διότι το γένος το οποίον απέμενε κάθε φοράν, καθώς είπομεν και πρωτύτερα {2}, απέμενεν εις τα βουνά και αγράμματον, και είχεν ακούση μόνον τα ονόματα των κυριαρχών του τόπου, και εκτός τούτου ολίγα μόνον από τα έργα των. Τα μεν ονόματα τούτων λοιπόν ηυχαριστούντο να τα δίδουν εις τα τέκνα των, δεν ήξευραν όμως τας αρετάς και τους νόμους των προγενεστέρων των, εκτός μόνον από μερικά πράγματα σκοτεινά τα οποία εξ ακοής ήξευραν διά καθένα από αυτούς· επειδή δε εις διάστημα πολλών γενεών και αυτοί και τα παιδιά των ευρίσκοντο εις έλλειψιν των χρειωδών, είχαν δε τον νουν των εις εκείνα όπου τους έλειπαν και δι' αυτά μόνον έκαμναν ομιλίας, διά τούτο δεν τους έμελε δι' εκείνα, τα οποία συνέβησαν εις τα προηγούμενα και εις τα παλαιά χρόνια. Διότι η διήγησις και η έρευνα των παλαιών συμβάντων εμβήκαν μέσα εις τας πόλεις μαζί με τον καιρόν, όταν ήθελον ίδη ότι μερικοί άνθρωποι είχαν εξησφαλισμένα πλέον τα χρειώδη της ζωής, πρωτύτερα δε όχι. Με αυτόν λοιπόν τον τρόπον έχουν διατηρηθή τα ονόματα των παλαιών, όχι όμως και τα έργα των. Λέγω δε αυτά συμπεραίνων εκ τούτου, ότι με τα ονόματα του Κέκροπος και του Ερεχθέως και του Εριχθονίου και του Ερυσίχθονος και με τα περισσότερα από τ' άλλα όσα αναφέρονται ως παλαιότερα του Θησέως ονόματα, ωνόμαζαν εκείνους, με αυτά, ως επί το πλείστον οι Ιερείς της Αιγύπτου, καθώς είπεν ο Σόλων, όταν του διηγήθησαν αυτόν τον πόλεμον. Κατά τον αυτόν δε τρόπον και διά τα ονόματα των γυναικών. Και ακριβώς διά τούτο έχει ούτω και το εξωτερικόν και το άγαλμα της θεάς (Αθηνάς), επειδή τα πολεμικά έργα ήσαν κοινά και εις τας γυναίκας και εις τους άνδρας, διά τούτο σύμφωνα με εκείνην την συνήθειαν η θεά ωπλισμένη ήτο εις τους τότε αφιέρωμα, ως απόδειξις ότι όσα ζώα ζουν μαζί θηλυκά και αρσενικά, καθένα απ' αυτά αδιακρίτως έγεινεν από την φύσιν ικανόν να εξασκή το προτέρημα, το οποίον έχει το κάθε γένος χωριστά.

Εκατοικούσαν δε τότε εις τούτον τον τόπον αι μεν άλλαι τάξεις των πολιτών ενασχολούμεναι εις τας τέχνας και εις το να προμηθεύωνται την τροφήν των από την γεωργίαν, η δε τάξις των πολεμιστών απετελείτο από θείους άνδρας και απ' αρχής, αφ' ού εχωρίσθη από τας άλλας, εκατοικούσε χωριστά, έχουσα όλα τα χρειαζόμενα διά την τροφήν της και την εκπαίδευσιν. Κανείς απ' αυτήν την τάξιν δεν είχε καμμίαν ιδιαιτέραν ιδιοκτησίαν, εθεώρουν δε όλα τα πράγματα ότι ανήκον κοινώς εις όλους, και δεν εθεώρουν σωστόν να δέχωνται από άλλους πολίτας τίποτε περισσότερον από αρκετήν τροφήν, και εξετέλουν όλα τα έργα, τα οποία είπομεν χθες, όσα δηλαδή είπομεν διά τους διωρισμένους φύλακας. Και λοιπόν έλεγαν και εκείνο, το οποίον διά τον τόπον μας είναι πιστευτόν και αληθινόν, ότι τότε είχε τα σύνορά της χωρισμένα προς τα μέρος του Ισθμού και της άλλης στερεάς έως εις τα βουνά Κιθαιρώνα και Πάρνηθα, ότι κατέβαινον δε τα σύνορα, έχοντα εις τα δεξιά την Ωρωπίαν, και εις τ' αριστερά την θάλασσαν, έως εις τον Ασωπόν ποταμόν· κατά δε την γονιμότητα αυτός ο τόπος εξεπερνούσε κάθε γην, διά τούτο και ήτο τότε ικανός ο τόπος να τρέφη πολύ στράτευμα αποτελούμενον από τους γείτονας. Μεγάλη δε απόδειξις της γονιμότητός του είναι η εξής· ότι το μέρος, το οποίον απέμεινεν από αυτήν τώρα, ημπορεί να παραβληθή με οποιονδήποτε άλλον τόπον και κατά την γονιμότητα κάθε είδους και κατά την ευκαρπίαν και κατά τας καλάς βοσκάς δι' όλα τα ζώα· τότε δε εκτός των ωραίων έφερε και πλήθος από αυτά. Πώς λοιπόν αποδεικνύεται τούτο, και κατά τι ημπορεί σωστά να ονομασθή ο τόπος μας απομεινάριον της τότε γης; Όλος ο τόπος μας από την επίλοιπον στερεάν εκτεινόμενος εις την θάλασσαν είναι ωσάν ακρωτήριον· το δε πέριξ αυτής δοχείον της θαλάσσης συμβαίνει να είναι όλον πολύ βαθύ. Επειδή δε έγειναν πολλοί και μεγάλοι κατακλυσμοί εις το διάστημα των εννέα χιλιάδων ετών, διότι τόσα έτη επέρασαν από εκείνον τον καιρόν έως τώρα, το χώμα, το οποίον μέσα εις τούτους τους χρόνους και εις αυτά τα συμβάντα δεν εσωρεύετο εις το έδαφος, όπως εις άλλους τόπους, εις αρκετόν ποσόν, κάθε φοράν εσύρετο ολόγυρα εις τα παράλια και εχάνετο εις το βάθος της θαλάσσης. Έχουν απομείνη λοιπόν, καθώς εις τας μικράς νήσους τα τωρινά σχετικώς προς τα τότε, όπως τα κόκκαλα σώματος όπου αρρώστησεν, επειδή το σώμα γύρω γύρω έφυγεν όσον ήτο παχύ και μαλακόν και έμεινε μόνον το λεπτόν σώμα του τόπου· τότε όμως επειδή ήτο απείρακτος και διά βουνά είχεν υψηλούς γηλόφους, και τας πεδιάδας, αι οποίαι ωνομάσθησαν τώρα φελλέαι (δηλαδή πεδιάδες άκαρποι και πετρώδεις), τας είχε τότε γεμάτας από παχύ χώμα, και εις τα βουνά είχε πολλά δάση, των οποίων ακόμη και τώρα φαίνονται σημεία. Διότι από τα όρη μερικά τώρα μεν έχουν τροφήν μόνον διά μελίσσας, δεν είναι δε πολύς καιρός, που εκόπησαν από εκεί ξύλα διά τας μεγαλυτέρας οικοδομάς, των οποίων ακόμη τώρα σώζονται στέγαι αβλαβείς. Υπήρχον δε πολλά άλλα δένδρα ήμερα, και παρήγεν άφθονον βοσκήν εις τα ποίμνια· και προς τούτοις το νερόν, το οποίον έπιπτε κάθε χρόνον εκ του Διός, το αποταμίευε και δεν το έχανε, καθώς τώρα που τρέχει από γυμνήν γην εις την θάλασσαν, αλλ' είχε πολύ χώμα και το εδέχετο υποκάτω, και αποθήκευε διά του πηλού, ο οποίος την εσκέπαζε, το νερόν, το οποίον κατέπινεν, αφήνουσα να τρέχη από υψηλά εις τα κοιλώματα, και παρουσίαζεν εις όλους τους τόπους άφθονα τρεχούμενα νερά εις βρύσεις και ποταμούς, των οποίων ιερά σημεία έχουν απομείνη ακόμη και τώρα εκεί που πρότερον ήσαν βρύσεις, διά ν' αποδεικνύουν ότι όσα λέγονται τώρα δι' αυτήν είναι αληθινά.

Τα επίλοιπα λοιπόν μέρη της χώρας ήσαν εκ φύσεως τοιαύτα (όπως τα επεριγράψαμεν), και ήσαν καλλιεργημένα, καθώς ήτο επόμενον, από αληθινούς μεν γεωργούς και καταγινομένους εις το καθεαυτό έργον των, φιλοκάλους δε και με καλά φυσικά προτερήματα, οι οποίοι είχον εις την κατοχήν των γην καλλίστην και παρά πολύ άφθονον νερόν και εποχάς του έτους παρά πολύ ευκράτους, η δε πόλις εις τον τότε καιρόν είχε τους κατοίκους τακτοποιημένους κατά τον εξής τρόπον. Κατά πρώτον μεν το μέρος της ακροπόλεως δεν ήτο τότε όπως είναι τώρα. Διότι τώρα μεν επήλθε μία νυξ υπερβολικά βροχερή και, αφ' ού ανέλυσεν ολόγυρα το έδαφος, την έχει κάμη γυμνήν από χώμα, εν μέσω συγχρόνων σεισμών, με μίαν τεραστίαν βροχήν, η οποία ήτο η τρίτη πρωτύτερα από τον κατακλυσμόν του Δευκαλίωνος· προηγουμένως όμως, εις άλλην εποχήν, η ακρόπολις ήτο τόσον μεγάλη, ώστε εξετείνετο έως εις τον Ηριδανόν {3} και τον Ιλισσόν και περιέκλειε μέσα την Πνύκα και είχεν ως όριον τον Λυκαβητόν από το αντικρύ μέρος της Πνυκός, ήτο δε όλη γεμάτη από χώμα, και εκτός από ολίγα μέρη ήτο επάνωθεν πεδιάς. Ήτο δε κατοικημένη κατά τα έξω μέρη, υποκάτω από τα ίδια τα πλάγιά της, από τους τεχνίτας και τους γεωργούς, όσοι εκαλλιέργουν τα πλησίον της μέρη· εις το επάνω δε μέρος μόνη η τάξις των πολεμιστών είχε κατοικήση ολόγυρα εις τον ναόν της Αθηνάς και του Ηφαίστου, περιτριγυρισμένη μ' ένα περιτείχισμα ωσάν το περιτείχισμα του κήπου μιας οικίας. Εις τα βόρεια δε εκατοικούσαν οικίας κοινάς και μέρη, εις τα οποία έτρωγαν τον χειμώνα όλοι μαζί και όσα εχρειάζοντο διά να ζουν όλοι μαζί τα έκαμναν να υπάρχουν, και διά κατοικίαν αυτών και διά ιερούς ναούς, χωρίς όμως χρυσόν και άργυρον, διότι αυτά τα πράγματα διόλου δεν τα μετεχειρίζοντο πουθενά, αλλά προσπαθούντες να ευρίσκωνται εις το μέσον μεταξύ αφθονίας και πτωχείας έκτιζαν ευπρεπείς κατοικίας, εις τας οποίας και αυτοί οι ίδιοι και τα παιδιά των παιδιών των έμεναν μέχρι γήρατος, τας άφηναν δε κληρονομίαν πάντοτε απαραλλάκτους εις άλλους ομοίους των, τα δε νότια μέρη (της ακροπόλεως) μετεχειρίζοντο διά κήπους και γυμναστήρια, εσύσταινον δε και συσσίτια, τα οποία κατά τον καιρόν του καλοκαιριού παρήτουν. Μία δε βρύσις υπήρχεν εις τον τόπον που είναι η ακρόπολις, η οποία, αφ' ού εστείρευσεν από τους σεισμούς, έχει αφήση να τρέχουν τώρα ολόγυρα μικρά ρυάκια, εις όλους δε τους τότε επρομήθευεν άφθονον τρεχούμενον νερόν το οποίον ήτο εξίσου υγιεινόν και τον χειμώνα και το καλοκαίρι. Με τούτον λοιπόν τον τρόπον εκατοικούσαν αυτοί οι φύλακες μεν των συμπολιτών των. με την ευχαρίστησιν δε των άλλων Ελλήνων αρχηγοί των, διεφύλαττον δε όσον περισσότερον ημπορούσαν τον ίδιον αριθμόν του πληθυσμού των ανδρών και των γυναικών καθ' όλον τον καιρόν, όσος ήτο αρκετός διά τον πόλεμον, ήτοι (ο πληθυσμός) ήτο και τότε ακόμη σωσταί είκοσι χιλιάδες περίπου.

Αυτοί λοιπόν τοιούτοι ήσαν οι ίδιοι και μ' ένα τοιούτον πάντοτε τρόπον και τον τόπον των και την Ελλάδα με δικαιοσύνην πάντοτε εδιοικούσαν, και διά τούτο και εις όλην την Ευρώπην και την Ασίαν και διά την ωραιότητα των σωμάτων των και διά τα κάθε λογής προτερήματα των ψυχών των εθαυμάζοντο και εφημίζοντο από όλους τους τότε ανθρώπους· τα δε πράγματα εκείνων όπου επολέμησαν εναντίον των, οποία πάλιν ήσαν και πως από την αρχήν, εάν δεν χάσωμεν την ενθύμησιν εκείνων τα οποία ηκούσαμεν, όταν ήμεθα ακόμη παιδιά, θα σας τα εκθέσωμεν τώρα εις το μέσον, διά να τα μάθετε και σεις οι φίλοι. Συντόμως δε, πριν αρχίσω την ομιλίαν, είναι ανάγκη να σας φανερώσω, ότι δεν πρέπει να σας φαίνεται παράξενον, όταν μ' ακούετε πολλές φορές να ονομάζω βαρβάρους μ' ελληνικά ονόματα, διότι θα μάθετε την αιτίαν τούτου· ο Σόλων, επειδή εσκέπτετο εις τα ποιήματά του να μεταχειρισθή αυτήν την διήγησιν, αφ' ού ηρώτησε και έμαθε την σημασίαν των ονομάτων και εύρεν ότι οι Αιγύπτιοι, οι οποίοι πρώτοι εκείνοι έγραψαν αυτήν την ιστορίαν, τα είχον μεταφράση εις την γλώσσαν των, και αυτός πάλιν, αφ' ού ελάμβανε το νόημα του κάθε ονόματος, το μετέφραζεν εις την γλώσσαν μας και το έγραφε· και αυτά λοιπόν τα χειρόγραφα του Σόλωνος τα είχεν ο πάππος μου και τώρα ακόμη τα έχω εγώ και τα εμελέτησα πολύ όταν ήμην παιδίον. Αν λοιπόν ακούετε τοιαύτα ονόματα, οποία μεταχειριζόμεθα εις τον τόπον μας, μη σας φανή παράξενον· διότι έχετε πλέον την αιτίαν αυτών· η αρχή δε της μακράς ταύτης διηγήσεως ήτο τότε επάνω κάτω τοιαύτη.