Part 3
Σωκράτης. Έννοια σου. Εγώ θα προσπαθήσω πολύ καθαρώτερα ακόμη να σου το εξηγήσω αυτό. Δεν λέγομεν εις την ομιλίαν μας ότι ένα πράγμα βαστάζεται από κάποιο άλλο, και ένα πράγμα ότι βαστάζει κάποιο άλλο, και ένα πράγμα ότι κομίζεται από άλλο και ένα πράγμα ότι κομίζει άλλο, και ένα πράγμα ότι βλέπεται από άλλο και ένα πράγμα ότι βλέπει άλλο, και όλα τα τοιαύτα απαράλλακτα; Εννοείς ότι όλα αυτά τα πράγματα είναι διαφορετικά το ένα από το άλλο και κατά τι είναι διαφορετικά;
Ευθύφρων. Αυτό βέβαια μου φαίνεται ότι το εννοώ.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν υπάρχει ομοίως και ένα πράγμα, το οποίον αγαπάται από κάποιο άλλο, και από αυτό είναι διαφορετικόν εκείνο, που το αγαπά;
Ευθύφρων. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Πες μου λοιπόν τώρα, σε παρακαλώ, τι από τα δύο, εκείνο το πράγμα που βαστάζεται από ένα άλλο, επειδή βαστάζεται, λέγεται βασταζόμενον, ή διά καμμίαν άλλην αφορμήν;
Ευθύφρων. Επειδή βαστάζεται αναμφιβόλως, όχι δι' άλλην αφορμήν.
Σωκράτης. Και εκείνο λοιπόν το πράγμα, που κομίζεται από ένα άλλο, λέγεται κομιζόμενον, επειδή κομίζεται, και εκείνο που βλέπεται λέγεται βλεπόμενον, επειδή βλέπεται;
Ευθύφρων. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Όθεν δεν βλέπεται βεβαίως αυτό το πράγμα, επειδή είναι βλεπόμενον, αλλά το εναντίον επειδή βλέπεται, διά τούτο είναι βλεπόμενον. Ούτε διότι είναι κομιζόμενον το άλλο πράγμα, διά τούτο κομίζεται, αλλά διότι κομίζεται, διά τούτο είναι κομιζόμενον, ούτε διότι είναι βασταζόμενον το άλλο, διά τούτο βαστάζεται, αλλά διότι βαστάζεται, διά τούτο είναι βασταζόμενον. Αράγε εννοείς καλά, ω Ευθύφρον, αυτό που θέλω να είπω; θέλω δε να είπω το εξής: ότι είτε γίνεται κανέν πράγμα, είτε πάσχει, δεν γίνεται διά τούτο, διότι είναι γινόμενον, αλλά διότι γίνεται, διά τούτο είναι γινόμενον. Ούτε διότι είναι πάσχον ένα πράγμα, διά τούτο πάσχει, αλλά διότι πάσχει, διά τούτο είναι πάσχον. Ή δεν τα παραδέχεσαι έτσι αυτά;
Ευθύφρων. Μάλιστα, έτσι είναι.
Σωκράτης. Λοιπόν και το αγαπώμενον πράγμα ή είναι ένα πράγμα που γίνεται, ή ένα πράγμα που πάσχει υπό τίνος άλλου;
Ευθύφρων. Βεβαίως.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν και αυτό είναι έτσι καθώς και όλα τα προηγούμενα. Δηλαδή δεν αγαπάται από εκείνους, από τους οποίους αγαπάται, διότι είναι αγαπώμενον, αλλά διότι αγαπάται, διά τούτο είναι αγαπώμενον;
Ευθύφρων. Αναγκαίως έτσι είναι.
Σωκράτης. Λοιπόν, αγαπητέ μου, τι θα είπωμεν τώρα διά το ευσεβές; Δεν είναι αλήθεια ότι αυτό αγαπάται από όλους τους θεούς, καθώς είπες τώρα;
Ευθύφρων. Ναι.
Σωκράτης. Αράγε διά τούτο αγαπάται, διότι είναι ευσεβές, ή διά καμμίαν άλλην αιτίαν;
Ευθύφρων. Όχι, αλλ' ακριβώς, διότι είναι ευσεβές, αγαπάται.
Σωκράτης. Όθεν, ω Ευθύφρον, αγαπάται το ευσεβές, διότι είναι ευσεβές, και όχι διότι αγαπάται, διά τούτο είναι ευσεβές;
Ευθύφρων. Έτσι μου φαίνεται.
Σωκράτης. Αλλ' εν τοσούτω, διότι βέβαια αγαπάται από τους θεούς, είναι δι' αυτό αγαπώμενον και θεοφιλές.
Ευθύφρων. Πώς όχι;
Σωκράτης. Ώστε το αγαπητόν εις τους θεούς δεν είναι το ίδιον πράγμα με το ευσεβές, ω Ευθύφρον, ούτε το ευσεβές είναι το ίδιον με το αγαπητόν εις τους θεούς, καθώς συ είπες, αλλά το ένα είναι διαφορετικόν από το άλλο.
Ευθύφρων. Πώς δα γίνεται αυτό, ω Σώκρατες;
Σωκράτης. Διότι ωμολογήσαμεν, ότι το μεν ευσεβές διά τούτο αγαπάται, διότι είναι ευσεβές, και όχι ότι είναι ευσεβές, διότι αγαπάται. Αλήθεια βέβαια, το είπαμεν αυτό;
Ευθύφρων. Ναι.
Σωκράτης. Το δε αγαπητόν εις τους θεούς βέβαια, διότι αγαπάται από τους θεούς, ακριβώς δι’ αυτό τούτο, διότι αγαπάται, ωμολογήσαμεν ότι είναι αγαπητόν εις τους θεούς· όχι όμως ότι δι' αυτό αγαπάται, διότι είναι αγαπητόν εις τους θεούς.
Ευθύφρων. Αυτό είναι αληθές.
Σωκράτης. Αλλά, Ευθύφρον αγαπητέ μου, εάν ήτο το ίδιον πράγμα το θεοφιλές και το ευσεβές, εάν μεν το ευσεβές ηγαπάτο από τους θεούς, διότι είναι ευσεβές, τότε και το θεοφιλές θα ηγαπάτο, διότι είναι θεοφιλές. Εάν όμως το θεοφιλές είναι θεοφιλές, διότι αγαπάται από τους θεούς, τότε και το ευσεβές θα ήτο ευσεβές, διότι αγαπάται από τους θεούς. Τώρα όμως βλέπεις ότι αυτά τα δύο ευρίσκονται εις αντίθεσιν, διότι το ένα είναι όλως διόλου διαφορετικόν από το άλλο. Διότι το μεν ένα, διότι αγαπάται από τους θεούς, είναι πρέπον να αγαπάται, το δε άλλο, διότι είναι πρέπον να αγαπάται, δι' αυτό αγαπάται. Έτσι λοιπόν μου φαίνεται, ω Ευθύφρον, ότι εις την ερώτησίν μου, τι πράγμα επί τέλους είναι το ευσεβές, απαντάς, χωρίς να θέλης να μου εξηγήσης αυτήν την φύσιν του, αναφέρεις δε μόνον μίαν ιδιότητα αυτού, την οποίαν έχει αυτό το ευσεβές, ότι δηλαδή αγαπάται από όλους τους θεούς. Τι δε ακριβώς πράγμα είναι αυτό κατά την ουσίαν του δεν είπες ακόμη. Εάν λοιπόν ευαρεστήσαι, μη μου αποκρύψης την ιδέαν σου, αλλά πάλιν επανάλαβέ μου καθαρά εξ αρχής, τι επί τέλους πράγμα είναι το ευσεβές, είτε αγαπάται από τους θεούς, είτε άλλην οποιανδήποτε ιδιότητα έχει. Διότι περί αυτού, να είσαι βέβαιος, δεν θα διαφωνήσωμεν. Εμπρός λοιπόν, ειπέ μου με προθυμίαν, τι πράγμα κατ' ουσίαν είναι το ευσεβές και το ασεβές.
Ευθύφρων. Αλλά, ω Σώκρατες, εγώ τουλάχιστον δεν ηξεύρω πώς να σου εξηγήσω αυτό που έχω εις τον νουν μου. Διότι, ό,τι και αν θέσωμεν ως βάσιν της συζητήσεώς μας, πάντοτε με κάποιον τρόπον μετακινείται και μας διαφεύγει και δεν θέλει να παραμείνη σταθερόν εκεί, όπου και αν το θέσωμεν.
Σωκράτης. Να σου ειπώ, ω Ευθύφρον καθώς φαίνεται, οι ορισμοί τους οποίους κατασκευάζεις, ομοιάζουν πολύ με τα έργα του προγόνου μας Δαιδάλου {17}. Και εάν μεν εγώ έκαμνα αυτούς, βεβαίως θα με περιέπαιζες και θα έλεγες ότι, επειδή είμαι συγγενής με εκείνον, φυσικά διαφεύγουν και εξαφανίζονται όσα έργα με τον λόγον κατασκευάζω, και δεν θέλουν να παραμείνουν σταθερώς όπου κανείς αυτά θέση. Τώρα όμως — διότι ιδικοί σου είναι οι ορισμοί αυτοί — είναι ανάγκη βεβαίως κανενός άλλου πλέον καταλλήλου αστεϊσμού. Διότι ίσα — ίσα οι ιδικοί σου ορισμοί σου διαφεύγουν και χάνονται, καθώς και συ καλά το παρετήρησες.
Ευθύφρων. Εγώ όμως νομίζω, ω Σώκρατες, ότι εις τους ορισμούς μας αυτούς απαράλλακτα σχεδόν ο ίδιος αστεϊσμός αρμόζει, διότι δεν είμαι εγώ που εμπνέω εις αυτούς αυτήν την ακαταστασίαν και τους εμποδίζω να παραμένουν εις την ιδίαν θέσιν, αλλά συ, που μου φαίνεσαι ως ένας πραγματικός Δαίδαλος. Διότι, καθόσον εξαρτάται από εμέ, οι ορισμοί μου θα έμεναν εις την θέσιν των ασάλευτοι.
Σωκράτης. Ως φαίνεται λοιπόν, φίλε μου, εγώ είμαι πολύ επιτηδειότερος από τον Δαίδαλον κατά την τέχνην αυτήν, τόσον περισσότερον, καθ' όσον εκείνος μεν μόνον τα ιδικά του έργα κατεσκεύαζε να κινούνται, εγώ δε, καθώς φαίνεται, εκτός των ιδικών μου κάμνω να κινούνται και τα ξένα έργα. Και ακριβώς αυτό το μέρος ίσα — ίσα της τέχνης μου είναι το μεγαλοφυέστατον, ότι, χωρίς να θέλω, είμαι σοφός. Διότι θα επροτιμούσα ασυγκρίτως να παραμένουν οι συλλογισμοί μου και να είναι θεμελιωμένοι αμετακίνητοι, παρά κοντά εις την σοφίαν του Δαιδάλου να αποκτήσω και τους θησαυρούς του Ταντάλου {18}. Αλλά είναι αρκετοί πλέον αυτοί οι αστεϊσμοί. Επειδή όμως, καθώς μου φαίνεται, συ βαρύνεσαι φοβούμενος τον κόπον, εγώ ο ίδιος θα γίνω οδηγός σου και θα σε βοηθήσω με προθυμίαν να δέσης τους ορισμούς σου, ώστε να μη φεύγουν, διά να μου εξηγήσης εις την εντέλειαν τι πράγμα είναι το ευσεβές, χωρίς να σταματήσης εις το μέσον του δρόμου, πριν φθάσης εις το συμπέρασμα {19}. Παρατήρησε λοιπόν αν δεν σου φαίνεται ότι είναι απόλυτος ανάγκη κάθε πράγμα ευσεβές εν γένει να είναι συνάμα και δίκαιον.
Ευθύφρων. Μάλιστα. Παν ευσεβές πρέπει συνάμα να είναι και δίκαιον.
Σωκράτης. Αράγε και κάθε δίκαιον γενικώς είναι ευσεβές, η κάθε μεν ευσεβές είναι γενικώς δίκαιον, κάθε δε δίκαιον δεν είναι γενικώς ευσεβές, αλλά μερικά μεν πράγματα δίκαια είναι ευσεβή, μερικά δε άλλα δεν είναι;
Ευθύφρων. Δεν ημπορώ, ω Σώκρατες, να παρακολουθήσω τους λόγους σου.
Σωκράτης. Και όμως εγώ βλέπω ότι συ είσαι νεώτερός μου βέβαια όχι ολιγώτερον από όσον είσαι και σοφώτερός μου. Αλλά, καθώς σου είπα, βαρύνεσαι, διότι έγεινες τρυφηλός πλέον από τους τόσους θησαυρούς της σοφίας σου. Αλλ', ω καλότυχε, άφες, σε παρακαλώ, την μαλθακότητα και τόνωσον τας δυνάμεις σου· διότι σε βεβαιώ, δεν είναι διόλου μάλιστα δύσκολον να εννοήσης τον λόγον μου. Διότι ό,τι θα είπω είναι ακριβώς το εναντίον από ό,τι είπεν ο ποιητής εκείνος οπού λέγει: {20}
«Τον Δία, οπού εδημιούργησε και παρήγαγεν όλα αυτά, δεν θέλεις να εξυμνήσης, διότι όπου υπάρχει φόβος, εκεί υπάρχει και εντροπή».
Εγώ λοιπόν, ως προς αυτό, διαφωνώ με τον ποιητήν αυτόν. — Να σου είπω που διαφωνώ;
Ευθύφρων. Πολύ θα με υποχρεώσης να μου το είπης, ω Σώκρατες.
Σωκράτης. Αυτό που λέγει ο ποιητής εδώ, ότι εκεί υπάρχει και εντροπή όπου υπάρχει φόβος, δεν μου φαίνεται ότι είναι αληθινόν. Διότι πολλοί άνθρωποι που φοβούνται την ασθένειαν και την πτωχείαν και άλλας πολλάς τοιαύτας θλιβεράς περιπέτειας, μου φαίνεται ότι φοβούνται μεν αληθινά, όμως διόλου δεν εντρέπονται αυτά οπού φοβούνται. Δεν το πιστεύεις και συ αυτό;
Ευθύφρων. Είμαι συμφωνότατος μαζί σου.
Σωκράτης Αλλά το εναντίον μου φαίνεται, ο φόβος υπάρχει εκεί ίσα — ίσα, όπου υπάρχει και η εντροπή. Διότι είναι κανένας άνθρωπος ο οποίος, ενώ εντρέπεται μίαν κακήν πράξιν και αισχύνεται αυτήν, να μη φοβήται όμως συνάμα και να μη τρομάζη την κακήν φήμην, η οποία επακολουθεί κατόπιν;
Ευθύφρων. Βεβαιότατα την φοβείται.
Σωκράτης. Ώστε δεν είναι σωστόν να λέγωμεν, όπου βέβαια υπάρχει φόβος, εκεί υπάρχει και εντροπή συνάμα. Αλλά πρέπει να λέγωμεν έτσι: όπου υπάρχει εντροπή, εκεί βεβαίως υπάρχει συνάμα και φόβος, όχι όμως όπου υπάρχει βεβαίως φόβος, εκεί παντού εν γένει υπάρχει και εντροπή. Διότι φρονώ, ότι ο φόβος έχει πολύ μεγαλυτέραν έκτασιν από την εντροπήν. Επειδή η εντροπή είναι ένα μέρος μόνον του φόβου, καθώς και ο μονός αριθμός είναι ένα μέρος μόνον ενός αριθμού, ώστε όπου υπάρχει ένας αριθμός, βέβαια εκεί δεν υπάρχει αναγκαίως και μονός αριθμός, αλλά παντού όπου υπάρχει ο μονός αριθμός, εκεί αναγκαίως υπάρχει και ένας αριθμός. Τώρα, θαρρώ, με καταλαμβάνεις βέβαια;
Ευθύφρων. Πολύ ωραία μάλιστα.
Σωκράτης. Αυτό το ίδιον λοιπόν ακριβώς και προηγουμένως σε ηρώτησα· αρά γε παντού όπου υπάρχει το δίκαιον, εκεί ομοίως υπάρχει και το ευσεβές, ή όπου μεν ακριβώς υπάρχει το ευσεβές, εκεί παντού υπάρχει ομοίως και το δίκαιον, όπου δε υπάρχει το δίκαιον, δεν υπάρχει παντού γενικώς και το ευσεβές. Διότι το ευσεβές είναι ένα μέρος μόνον του δικαίου. Αυτό θα παραδεχθώμεν ως βάσιν του ορισμού μας, ή έχεις καμμίαν άλλην γνώμην;
Ευθύφρων. Αυτή η βάσις, την οποίαν θέτεις, μου φαίνεται ότι είναι ορθή.
Σωκράτης. Πρόσεξε τώρα εις το εξής. Εάν βέβαια το ευσεβές είναι ένα μέρος μόνον του δικαίου, πρέπει τώρα ημείς, καθώς νομίζω, να εξετάσωμεν ποίον ακριβώς μέρος του δικαίου ημπορεί να είναι το ευσεβές. Εάν βεβαίως συ με ερωτούσες διά κανέν από όσα τώρα δα είπαμεν, παραδείγματος χάριν, ποίον μέρος ενός αριθμού είναι ο άρτιος αριθμός, και ποίος ακριβώς είναι ο αριθμός αυτός, θα σου απαντούσα ότι άρτιος είναι ο αριθμός εκείνος οπού διαιρείται εις δύο ίσα μέρη και όχι εκείνος που διαιρείται εις δύο άνισα. Δεν έχεις την γνώμην αυτήν οπού έχω και εγώ;
Ευθύφρων. Μάλιστα.
Σωκράτης. Προσπάθησε λοιπόν τώρα και συ έτσι να μου αναπτύξης το ζήτημά μας, ποίον ακριβώς μέρος του δικαίου είναι το ευσεβές, διά να είπω και εις τον Μέλητον να μη θέλη πλέον να με θεωρή ένοχον εγκλήματος δημοσίου, μήτε να με καταγγέλλη εις το δικαστήριον επί ασεβεία, διότι, αρκετά καλώς πλέον έχω μάθει από σε ποία είναι ευσεβή και άγια και ποία όχι.
Ευθύφρων. Λοιπόν εις εμέ τουλάχιστον, ω Σώκρατες, φαίνεται ότι το ευσεβές και το άγιον αποτελεί αυτό το μέρος του δικαίου, το οποίον αφορά εις την θεραπείαν και λατρείαν των θεών, το δε επίλοιπον μέρος αυτού αφορά εις την περιποίησιν και φροντίδα, η οποία είναι πρέπον να υπάρχη μεταξύ των ανθρώπων.
Σωκράτης. Πολύ ωραία εις εμέ τουλάχιστον φαίνεσαι ότι εκφράζεσαι, ω Ευθύφρον. Αλλ' όμως μου λείπει κάτι τι παρά μικρόν ακόμη από τον ορισμόν. Διότι δεν καταλαμβάνω καλά — καλά τι εννοείς με την λέξιν θεραπεία ή λατρεία. Βεβαίως, καθώς φρονώ, δεν εννοείς ότι η λατρεία, την οποίαν έχουν οι άνθρωποι διά τους θεούς, είναι τοιούτου είδους, οποίαι ακριβώς είναι αι φροντίδες και αι περιποιήσεις τας οποίας έχουν δι' όλα τα λοιπά πράγματα. Διότι λέγομεν βέβαια, παραδείγματος χάριν, ότι τους ίππους δεν γνωρίζει ο καθένας να τους περιποιήται παρά μόνον ο ιπποκόμος. Έτσι είναι;
Ευθύφρων. Μάλιστα.
Σωκράτης. Η ιππική λοιπόν τέχνη αποβλέπει κυρίως εις την περιποίησιν των ίππων.
Ευθύφρων. Μάλιστα.
Σωκράτης. Και τους κυνηγετικούς κύνας βέβαια δεν γνωρίζει ο καθένας να περιποιήται και ανατρέφη, αλλά μόνον ο κυνηγός.
Ευθύφρων. Έτσι είναι.
Σωκράτης. Ώστε η κυνηγετική τέχνη βέβαια, νομίζω, αποβλέπει εις την περιποίησιν και ανατροφήν των κυνών.
Ευθύφρων. Ναι.
Σωκράτης. Και η βοηλατική τέχνη τότε αποβλέπει εις την περιποίησιν των βοών.
Ευθύφρων. Μάλιστα.
Σωκράτης. Η αγιότης λοιπόν και η ευσέβεια αποβλέπει εις την περιποίησιν των θεών, ω Ευθύφρον; Αυτό εννοείς;
Ευθύφρων. Μάλιστα.
Σωκράτης. Λοιπόν κάθε Φρίντας και περιποίησης βεβαίως τον ίδιον σκοπόν έχει; ένα τέτοιον, δηλαδή αποβλέπει εις το καλόν και την ωφέλειαν του πράγματος, διά το οποίον φροντίζει κανείς, καθώς βλέπεις δα ότι οι ίπποι, όταν υπό της ιππικής τέχνης περιποιούνται, τότε ωφελούνται και γίνονται καλύτεροι. Ή δεν είναι έτσι;
Ευθύφρων. Μάλιστα, έτσι είναι.
Σωκράτης. Και οι κύνες βέβαια, φρονώ, όταν υπό της κυνηγετικής τέχνης περιποιούνται, και τα βόδια υπό της βουλητικής, και τα λοιπά όλα πράγματα ομοίως, ωφελούνται και γίνονται καλύτερα. Ή νομίζεις ότι η περιποίησης και η φροντίς, οπού λαμβάνεται δι' αυτά συντελεί εις βλάβην των;
Ευθύφρων. Μα τον Δία, όχι αναμφιβόλως.
Σωκράτης. Αλλά συντελεί εις την ωφέλειάν των;
Ευθύφρων. Βεβαίως.
Σωκράτης. Ε λοιπόν, και η ευσέβεια, αφού είναι φροντίς και περιποίησις, την οποίαν έχουν οι άνθρωποι διά τους θεούς, συντελεί εις ωφέλειαν των θεών και τους κάμνει καλυτέρους; Και συ ήθελες τολμήσει ποτέ να βεβαιώσης, ότι οσάκις εκτελής καμμίαν ευσεβή πράξιν, κάμνεις καλύτερον κανένα από τους θεούς;
Ευθύφρων. Ποτέ, ποτέ, μα τον Δία.
Σωκράτης. Ούτε εγώ βέβαια, ω Ευθύφρον, δεν πιστεύω ποτέ ότι συ εννοείς αυτό. Ουδαμώς. Αλλά δι' αυτό μάλιστα σε ηρώτησα πολλές φορές τι επί τέλους εννοείς με την λέξιν λατρεία διά τους θεούς, διότι ήμουν πεπεισμένος ότι δεν δίδεις εις την λέξιν αυτήν την τοιαύτην σημασίαν.
Ευθύφρων. Και πολύ σωστά, ω Σώκρατες, εγώ βέβαια δεν δίδω τοιαύτην έννοιαν εις την λέξιν.
Σωκράτης. Ας είναι. Αλλά ειπέ μου τώρα, τι είδους ακριβώς περιποίησις και φροντίς διά τους θεούς ημπορεί να είναι η ευσέβεια;
Ευθύφρων. Είναι, ω Σώκρατες, εκείνη η φροντίς και η περιποίησις, με την οποίαν περιποιούνται οι δούλοι τους αυθέντας των.
Σωκράτης. Καταλαμβάνω. Εννοείς ότι η φροντίς αυτή είναι ωσάν κάποια υπηρετική τέχνη, χρησιμεύουσα εις την υπηρεσίαν των θεών.
Ευθύφρων. Βεβαιότατα. Αυτό εννοώ.
Σωκράτης. Ημπορείς λοιπόν να μου είπης, η τέχνη οπού εξυπηρετεί τους ιατρούς, εις ποίου έργου την εκτέλεσιν τους εξυπηρετεί; Δεν φρονείς ότι τους εξυπηρετεί εις την αποκατάστασιν της υγείας δι' ένα άρρωστον;
Ευθύφρων. Μάλιστα. Αυτό εννοώ.
Σωκράτης. Αλλά η τέχνη, ω Ευθύφρον, η οποία εξυπηρετεί τους ναυπηγούς, εις ποίου έργου την εκτέλεσιν τους εξυπηρετεί;
Ευθύφρων. Είναι φανερόν, ω Σώκρατες, ότι τους εξυπηρετεί εις το να κατασκευάζουν πλοία.
Σωκράτης. Και η τέχνη, φρονώ, των οικοδόμων εξυπηρετεί αυτούς εις το να κατασκευάζουν οικίας;
Ευθύφρων. Ναι.
Σωκράτης. Ειπέ μου χώρα, φίλτατε· η ευσέβεια, η οποία εξυπηρετεί τους θεούς, εις ποίου έργου την εκτέλεσιν ημπορεί να τους εξυπηρετή; Είναι φανερόν ότι συ το γνωρίζεις αυτό, επειδή ίσα — ίσα ωμολόγησες ότι γνωρίζεις τα θρησκευτικά ζητήματα εξόχως άριστα, όσον κανείς από τους ανθρώπους όλους.
Ευθύφρων. Και είπα βέβαια την αλήθειαν, ω Σώκρατες.
Σωκράτης. Είπε μου τώρα, εν ονόματι του Διός, τι επί τέλους είναι εκείνο το κατ' εξοχήν ευμορφότατον έργον, το οποίον οι θεοί κάμνουν με την υπηρεσίαν και βοήθειαν της ιδικής μας ευσεβείας και αγιότητος;
Ευθύφρων. Πολλά ωραία πράγματα, ω Σώκρατες, κάμνουν.
Σωκράτης. Βεβαίως και οι στρατηγοί, φίλε μου, πολλά ωραία πράγματα κατορθώνουν. Αλλ' όμως το κυριώτατον από αυτά εύκολα ημπορείς να μου είπης, ότι δηλαδή κατορθώνουν την νίκην εις τους πολέμους. Είναι έτσι;
Ευθύφρων. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Πιστεύω δε ότι και οι γεωργοί κατορθώνουν βεβαίως πολλά ωραία πράγματα. Αλ' όμως το κυριώτατον από τα έργα των, είναι το να χορηγούν τροφήν εις τους ανθρώπους από τα προϊόντα της γης.
Ευθύφρων. Είμαι πολύ σύμφωνος.
Σωκράτης. Ειπέ μου λοιπόν τώρα. Από τα πολλά ωραία πράγματα, τα οποία οι θεοί κάμνουν με την υπηρεσίαν της ευσεβείας μας, ποίον είνε το κυριώτατον;
Ευθύφρων. Και ολίγον πρωτύτερα σου είπα, ω Σώκρατες, ότι όλα αυτά τα ζητήματα είνε παρά πολύ δύσκολον να τα αναπτύξη κανείς με ακρίβειαν. Απλώς όμως σου λέγω το εξής: ότι εάν κανείς άνθρωπος ηξεύρη και να λέγη και να πράττη ευάρεστα εις τους θεούς και όταν προσεύχεται και όταν θυσιάζη, αυτά είνε οπού λέγω εγώ ευσεβή έργα· όλα δε αυτού του είδους τα έργα σώζουν, και τους ιδιαιτέρους οίκους των ανθρώπων και τας κοινάς υποθέσεις των πόλεων. Όσα δε έργα είνε εναντία από τα ευάρεστα, είνε ασεβή, τα οποία ίσα — ίσα καταστρέφουν εκ θεμελίων και εξαφανίζουν τα πάντα.
Σωκράτης. Α, πολύ συντομώτερα, ω Ευθύφρον, εάν ήθελες, ημπορούσες να μου είπης το κυριώτατον από εκείνα, που σε ηρώτησα. Αλλά βεβαίως βλέπω ότι δεν έχεις την προθυμίαν να με διδάξης. Είνε πολύ φανερόν αυτό. Διότι τώρα δα, οπού έφθασες ακριβώς επάνω εις την ουσίαν του ζητήματος, παρεξέκλινες έξαφνα και απεμακρύνθης από αυτό. Μίαν λέξιν εάν μου έλεγες ακόμη, αρκετά ήθελα καταλάβη πλέον από σε τι πράγμα είνε η ευσέβεια κατ' ουσίαν. Αλλ' όμως θα σε παρακολουθήσω — επειδή είνε ανάγκη να σε ακολουθώ, ως ο εραστής την ερωμένην του, όπου και αν υπάγης — Τι πράγμα εννοείς τώρα ότι είνε το ευσεβές και η ευσέβεια; Δεν εννοείς ότι είνε κάποια τέχνη να θυσιάζη κανείς εις τους θεούς και να προσεύχεται εις αυτούς;
Ευθύφρων. Μάλιστα.
Σωκράτης. Λοιπόν το να θυσιάζη κανείς σημαίνει ότι χαρίζει κάτι εις τους θεούς, το δε να προσεύχεται σημαίνει ότι ζητεί κάτι τι από τους θεούς;
Ευθύφρων. Βεβαιότατα, ω Σώκρατες.
Σωκράτης. Λοιπόν το μεν να θυσιάζη κανείς εις τους θεούς σημαίνει ότι χαρίζει εις αυτούς, το δε να προσεύχεται σημαίνει ότι ζητεί κανείς από τους θεούς;
Ευθύφρων. Μάλιστα, ω Σώκρατες.
Σωκράτης. Ώστε η ευσέβεια σύμφωνα με τον ορισμόν σου αυτόν είνε επιστήμη ζητήσεως και δόσεως, ήγουν να ζητή κανείς να λάβη από τους θεούς και να χαρίζη εις αυτούς.
Ευθύφρων. Πολύ ωραία εννόησες, ω Σώκρατες, ό,τι είπα.
Σωκράτης. Βεβαιότατα, ω φίλε μου, διότι είμαι εραστής της σοφίας σου και έχω αφιερώση όλην την προσοχήν μου εις αυτήν, ώστε ό,τι και αν είπης, δεν θα είνε χαμένον. {21} Αλλά σε παρακαλώ, ειπέ μου, ποία είνε αυτή η υπηρεσία, την οποίαν οι άνθρωποι προσφέρουν εις τους θεούς; Παραδέχεσαι ότι αυτή είνε η τέχνη να ζητή κανείς να λάβη από αυτούς και να δίδη εις εκείνους;
Ευθύφρων. Βεβαίως.
Σωκράτης. Αρά γε λοιπόν το να ζητώμεν από τους θεούς ορθώς, δεν σημαίνει ότι πρέπει να ζητώμεν από αυτούς εκείνα, των οποίων έχομεν ανάγκην;
Ευθύφρων. Βεβαίως τι άλλο ημπορεί να σημαίνη παρά τούτο;
Σωκράτης. Και πάλιν το να δίδωμεν δώρα εις τους θεούς ορθώς δεν σημαίνει ότι πρέπει και ημείς να δίδωμεν εις αυτούς εκείνα, των οποίων έχουσιν ανάγκην από ημάς; Διότι δεν είναι, θαρρώ, τακτικόν βέβαια, να προσφέρη κανείς δώρα εις ένα άνθρωπον πράγματα, τα οποία δεν χρειάζεται.
Ευθύφρων. Πολύ αληθινά λέγεις, ω Σώκρατες.
Σωκράτης. Ώστε η ευσέβεια, ω Ευθύφρον, είνε κάποια τέχνη εμπορική και κερδοσκοπική εκμετάλλευσις αναμεταξύ θεών και ανθρώπων.
Ευθύφρων. Μάλιστα· ένα είδος εμπορικής τέχνης είνε η ευσέβεια, αν σου αρέση καλύτερα έτσι να την ονομάζωμεν.
Σωκράτης. Αλλ' όχι, ω Ευθύφρον. Εις εμέ τουλάχιστον τίποτε δεν αρέσει καλύτερα, αν δεν τύχη να είνε πράγματι αληθές. Αλλ' ειπέ μου, σε παρακαλώ, ποίαν ωφέλειαν έχουν οι θεοί από τα δώρα μας; Διότι όσα μεν καλά μας δίδουν οι θεοί, εις κάθε άνθρωπον αυτά είνε φανερά. Διότι ημείς πραγματικώς κανέν καλόν δεν έχομεν, το οποίον να μη μας έδωκαν οι θεοί, από όσα δε από ημάς εκείνοι λαμβάνουν, τι ωφέλειαν έχουν από αυτά; Ή τόσον πολύ περισσότερον πλεονέκται και δόλιοι είμεθα από τους θεούς εις το εμπόριον, ώστε όλα τα καλά και ωφέλιμα λαμβάνομεν από αυτούς, εκείνοι δε τίποτε καλόν από ημάς δεν λαμβάνουν;
Ευθύφρων. Αλλά πιστεύεις, ω Σώκρατες, ότι οι θεοί ωφελούνται από αυτά, τα οποία λαμβάνουν από ημάς;
Σωκράτης. Αλλά τότε τι, τέλος πάντων, ημπορεί να είναι, ω Ευθύφρον, τα δώρα, τα οποία εκ μέρους μας προσφέρονται εις τους Θεούς;
Ευθύφρων. Τι άλλο, θαρρείς, να είνε, παρά τιμή και σέβας και δοξολογία και ό,τι εγώ ακριβώς ανωτέρω είπα, πράγμα θεάρεστον, με το οποίον επιζητούμεν να αποκτήσωμεν την εύνοιαν αυτών;
Σωκράτης. Ώστε, ω Ευθύφρον, το ευσεβές είνε εν πράγμα θεάρεστον, με το οποίον αποκτά κανείς την εύνοιαν των θεών, δεν είνε δε ωφέλιμον εις τους θεούς ούτε προσφιλές εις αυτούς;
Ευθύφρων. Εγώ όμως πιστεύω ότι το ευσεβές, ω Σώκρατες, είνε έν πράγμα εξόχως προσφιλέστατον εις τους θεούς από όλα.
Σωκράτης. Ώστε, καθώς ομολογείς, το ευσεβές πράγμα είνε προσέτι και αγαπητόν εις τους θεούς.
Ευθύφρων. Βεβαιότατα, μάλιστα.
Σωκράτης. Θα εκπλαγής λοιπόν, ενώ μου λέγης αυτά, διότι οι ορισμοί σου δεν φαίνονται σταθεροί, αλλά μετακινούνται και περιπατούν, και θα κατηγορήσης πάλιν εμέ, τον Δαίδαλον, οπού κάμνω αυτούς να περιπατούν, ενώ συ είσαι, βλέπω, παρά πολύ επιτηδειότερος από τον Δαίδαλον και κάμνεις αυτούς να φέρουν γύρω; Ή δεν εννοείς ότι ο ορισμός μας, αφού έκαμεν ένα κύκλον, κατήντησε πάλιν εις το ίδιον σημείον; Ενθυμείσαι βεβαίως, θαρρώ, ότι προηγουμένως το ευσεβές και το αγαπητόν εις τους θεούς δεν μας εφάνη ότι είνε το ίδιον, αλλ' ότι είνε διαφορετικόν το έν από το άλλο, ή δεν το ενθυμείσαι;
Ευθύφρων. Μάλιστα· το ενθυμούμαι.
Σωκράτης. Δεν καταλαμβάνεις λοιπόν ότι τώρα ομολογείς ότι εκείνο οπού αρέσει εις τους θεούς είνε ευσεβές; Τούτο δε οπού αρέσει εις αυτούς δεν είναι αλήθεια ότι είνε θεάρεστον; ή όχι;
Ευθύφρων. Βεβαίως είνε θεάρεστον και αγαπητόν.
Σωκράτης. Λοιπόν ή προ ολίγου δεν ωρίσαμεν αυτό καλά, ή αν τότε καλά το ωρίσαμεν, τώρα δεν συζητούμεν ορθώς και φθάνομεν εις εσφαλμένον ορισμόν.
Ευθύφρων. Φαίνεται ότι έτσι είναι.
Σωκράτης. Ώστε από την αρχήν πρέπει να σκεφθώμεν πάλιν και να εξετάσωμεν ποίον πράγμα είνε ακριβώς το ευσεβές. Διότι εγώ, όσον εξαρτάται από την θέλησίν μου, δεν θα αποδειλιάσω, έως ότου να το μάθω. Όμως μη με περιφρονήσης, αλλά με κάθε τρόπον, έχων όσον το δυνατόν προσεκτικόν τον νουν σου, τώρα πες μου την αλήθειαν. Διότι ηξεύρεις όσον κανείς άλλος άνθρωπος, ότι δεν πρέπει να σε αφήσω, καθώς ο Πρωτεύς {22}, έως ότου με διδάξης αυτό. Διότι αν δεν ήξευρες καθαρά ποίον πράγμα είνε όσιον και ποίον ανόσιον, ποτέ δεν θα επεχείρεις να καταγγείλης εις το δικαστήριον επί φόνω τον πατέρα σου, ένα γηραλέον άνθρωπον, διά να υπερασπίσης ένα μισθωτόν δούλον, ένα ημεροκαματιάρην. Αλλά προσέτι και τους θεούς θα εφοβείσο, να ριψοκινδυνεύσης με τόσην τόλμην μήπως ήθελες διαπράξη καμμίαν ασέβειαν δι' αυτής της πράξεως και τους ανθρώπους θα εντρέπεσο. Τώρα όμως, πολύ καλά το ηξεύρω, πιστεύεις ότι με σαφήνειαν γνωρίζεις ποίον πράγμα είνε ευσεβές και ποίον όχι. Ειπέ μου λοιπόν, ω αγαθώτατε Ευθύφρον, και μη μου αποκρύψης τι πράγμα θεωρείς ότι είνε αυτό το ευσεβές.