Part 2
Σωκράτης. Και είναι λοιπόν κανένας από τους συγγενείς σας αυτός που εφονεύθη από τον πατέρα σου; Ή εννοείται βέβαια αυτό; Διότι δι' ένα ξένον άνθρωπον, καθώς φρονώ, ποτέ δεν θα κατεμήνυες τον πατέρα σου ως φονέα.
Ευθύφρων. Ποίος παραλογισμός, ώ Σώκρατες, να φρονής ότι υπάρχει καμμία διαφορά, είτε ξένος είτε συγγενής είναι ο φονευθείς. Εις την πράξιν μόνον πρέπει κανείς να προσέχη καλά και αυτήν μόνον να εξετάζη, αν δικαίως ο φονεύς διέπραξε τον φόνον ή αδίκως. Και, αν μεν δικαίως, πρέπει να τον αφίνωμεν ήσυχον και να μη τον ενοχλώμεν, αν όμως όχι, τότε έχομεν χρέος να τον καταγγέλλωμεν εις την δικαιοσύνην, έστω και αν ακόμη ο φονεύς έχη καμμίαν φιλίαν ή συγγένειαν μαζί μας. Διότι το μίασμα είναι το ίδιον, εάν εν γνώσει συναλλάττεσαι με τον τοιούτον άνθρωπον και δεν τον καταγγέλλης εις την δικαιοσύνην, διά να επιδιώξης την τιμωρίαν του, η οποία μόνη, ω Σώκρατες, ημπορεί να απαλλάξη από τον μολυσμόν και σε και εκείνον {9}. Ιδού πώς είναι η υπόθεσις αυτή, διά να εννοήσης.
Αυτός όπου εφονεύθη ήτο ένας από τους μισθωτούς μας ανθρώπους, και όταν εκαλλιεργούσαμεν τα κτήματά μας εις την Νάξον, τον είχαμεν εκεί μεταξύ των άλλων δούλων μας και ειργάζετο με το ημερομίσθιον. Μίαν ημέραν λοιπόν, αφού έπιε πολύ και εμέθυσεν, επιάσθη με έναν από τους δούλους μας και επάνω εις την μανιώδη οργήν του τον έσφαξεν. Ο πατέρας μου λοιπόν αμέσως τον έβαλεν εις τα σίδηρα χειροπόδαρα και τον έρριψε μέσα εις ένα βαθύτατον λάκκον, έστειλε δε ευθύς εδώ εις τας Αθήνας ένα άνθρωπόν του, διά να πληροφορηθή από τον εξηγητήν {10} των θρησκευτικών νόμων τι έπρεπε να κάμη. Εις το μεσολαβήσαν αυτό χρονικόν διάστημα, έως ου επανέλθη από τας Αθήνας ο απεσταλμένος μας, ο πατέρας μου δεν έλαβε καμμίαν φροντίδα διά τον σιδηροδέσμιον εκείνον δούλον και τον παρημέλησεν όλως διόλου, διά τον λόγον ότι ήτο φονεύς και δεν τον έμελε διόλου, και αν ήθελεν αποθάνει εκεί μέσα. Αυτό δε ίσα — ίσα και συνέβη, ω Σώκρατες. Διότι από την πείναν και από το ψύχος και το βάρος των δεσμών απέθανεν ο δυστυχισμένος, πριν προφθάση να γυρίση πίσω ο απεσταλμένος από τον πατέρα μου και να φέρη την απάντησιν του εξηγητού. Δι' αυτό δα λοιπόν που έκαμα εξηγέρθη με αγανάκτησιν μεγάλην εναντίον μου όλη η οικογένεια, ο πατέρας και οι επίλοιποι συγγενείς μας, διατί τάχα εγώ χάριν του ανθρωποκτόνου εκείνου δούλου μας να καταγγείλω τον πατέρα μου εις την δικαιοσύνην διά φόνον, και να επιζητώ την καταδίκην του, αφού ούτε τον εφόνευσε, καθώς λέγουν εκείνοι, ούτε και αν ακόμη τον εφόνευσεν, αφού μάλιστα ο αποθανών είναι ένας κακούργος, ένας φονεύς, δεν πρέπει να φροντίζη κανείς δι' ένα τέτοιον εγκληματίαν. Διότι είναι ασεβές πράγμα, λέγουν, ο υιός να καταγγέλλη τον πατέρα του επί φόνω. Αυτάς τας ιδέας έχουν ούτοι, ω Σώκρατες, διότι κακώς εννοούν το θείον δίκαιον και είναι ανίκανοι να διακρίνουν ποία πράξις είναι ευσεβής και ποία ασεβής.
Σωκράτης. Αλλά δι' όνομα του Διός, συ λοιπόν, ω Ευθύφρον, φαντάζεσαι ότι με τόσην ακρίβειαν γνωρίζεις περί της θείας δικαιοσύνης και διακρίνεις σαφώς ποία πράγματα είναι ευσεβή και ποία ασεβή, ώστε, αφού αυτά συνέβησαν, καθώς συ μου τα διηγήθης, δεν φοβείσαι μήπως, κρισολογούμενος με τον πατέρα σου, τυχαίνει ίσα — ίσα να κάμνης κανέν ασεβές πράγμα;
Ευθύφρων. Σε βεβαιώ, ω Σώκρατες, ότι διά τίποτε δεν θα ήμουν χρήσιμος, ούτε θα διέφερε διόλου από τους άλλους ανθρώπους ο Ευθύφρων, αν δεν εγνώριζα όλα αυτά τα πράγματα εις την εντέλειαν.
Σωκράτης. Λοιπόν, ω λαμπρέ μου Ευθύφρον, σπουδαιότατον πράγμα θα ήτο δι' εμέ να γείνω μαθητής σου, και προ της δίκης μου, η οποία εκινήθη εναντίον μου εκ μέρους του Μελήτου, να προκαλέσω αυτόν ενώπιον του αρμοδίου άρχοντος εις εξέτασιν της διαφοράς μας και να του είπω αυτά τα ίδια, τα οποία ήθελον μάθει από σε, ότι εγώ βεβαίως και πρωτύτερα εθεώρουν ως πάρα πολύ σπουδαίον πράγμα να γνωρίζω καλώς τα θρησκευτικά και τώρα, αφού εκείνος με κατηγορεί ότι κατήντησα εις πλάνην, διότι αστόχαστα παρουσιάζω εις τον κόσμον νέας δοξασίας περί θεών, τότε δα βεβαίως έγεινα μαθητής ιδικός σου. Και αν μεν, ω Μέλητε, θα του έλεγα, ομολογής ότι ο Ευθύφρων είναι σοφός εις τα τοιαύτα ζητήματα, να πιστεύης ότι και εγώ σωστά φρονώ, καθώς και εκείνος, και να μη κρισολογήσαι μαζί μου· εν εναντία δε περιπτώσει να καταγγείλης εις το δικαστήριον πρωτύτερα εκείνον, τον διδάσκαλόν μου, παρά εμέ, διότι καταστρέφει τους γέροντας, και εμέ και τον πατέρα του, εμένα μεν με την θρησκευτικήν διδασκαλίαν του την πεπλανημένην, εκείνον δε με την καταδίωξιν την δικαστικήν που του κάμνει κατά τας νέας αυτάς θρησκευτικάς αρχάς του. Και αν μεν δεν πεισθή εις εμέ και δεν παραιτήται από την δίκην, ή αν καταγγείλη εσένα αντ' εμού, λαμπρότατον πράγμα θα ήτο, αυτά τα ίδια λόγια να είπης ενώπιον του δικαστηρίου, όσα θα του έλεγα εγώ προ της δίκης προς συμβιβασμόν.
Ευθύφρων. Ναι, μα τον Δία, ω Σώκρατες, αν ίσως ηθελεν έχει τόσην απερισκεψίαν, ώστε να με καταγγείλη, ήθελα προσπαθήσει ν' ανακαλύψω ευθύς, καθώς φρονώ, το τρωτόν του μέρος, και έτσι πολύ περισσότερον θα διέτρεχε κίνδυνον εκείνος εις το δικαστήριον παρά εγώ.
Σωκράτης. Επειδή και εγώ βεβαίως, καλέ μου φίλε, τα γνωρίζω αυτά, διά τούτο ίσα — ίσα επιθυμώ να γείνω μαθητής σου, διότι είμαι βέβαιος ότι σέ μεν, επειδή είσαι τόσον βαθιά σοφός άνθρωπος, και κάθε άλλος, καθώς φρονώ, και ο Μίλητος αυτός, ούτε ότι σε βλέπουν φαίνονται, εμένα όμως με τόσην οξυδέρκειαν και τόσην ευκολίαν διέκρινεν, ώστε με κατεμήνυσεν εις το δικαστήριον επί ασεβεία. Τώρα λοιπόν, εν ονόματι του Διός, ειπέ μου εκείνο, που τώρα δα εβεβαίωνες, ότι πολύ καλά γνωρίζεις. Ποίον περίπου πράγμα ομολογείς ότι είναι το ευσεβές και ποίον το ασεβές, όσον αφορά παραδείγματος χάριν τον φόνον και τα λοιπά συνήθη εγκλήματα, που δύνανται να συμβούν; Ή δεν είναι όμοιον πάντοτε αυτό με τον εαυτόν του εις κάθε πράξιν το ευσεβές, και το ασεβές πάλιν διαφορετικόν μεν από κάθε ευσεβές, αυτό όμως όμοιον πάντοτε με τον εαυτόν του και έχον ως προς την ευσέβειαν τον ίδιον απαραλλάκτως χαρακτήρα της ασεβείας κάθε τι, όπου μέλλει να είναι ασεβές;
Ευθύφρων. Βεβαίως, καθώς φρονώ, ω Σώκρατες, έτσι είναι.
Σωκράτης. Λέγε μου λοιπόν ποίον πράγμα ονομάζεις ευσεβές και ποίον ασεβές;
Ευθύφρων. Ονομάζω ευσεβές μεν παραδείγματος χάριν αυτό, που κάμνω τώρα εγώ και καταγγέλλω εις την δικαιοσύνην κάθε άνθρωπον, ο οποίος είναι εγκληματίας, διότι διαπράττει φόνους ή κλοπάς ιερών πραγμάτων ή κανέν άλλο όμοιον έγκλημα, είτε πατέρας μου τυχαίνει να είναι αυτός ο άνθρωπος είτε μητέρα μου είτε κανένας άλλος οποιοσδήποτε συγγενής μου, ασεβές δε είναι το να μη καταγγείλω αυτόν τον κακούργον και να μη επιδιώξω την τιμωρίαν του. Διά να εννοήσης δε, ω Σώκρατες, κύτταξε, σε παρακαλώ, θα σου φέρω μίαν πολύ μεγάλην απόδειξιν ότι η επικρατούσα κοινή συνήθεια έτσι είναι, διά το οποίον και εις άλλους πολλούς ανθρώπους έως τώρα ωμίλησα, ότι δηλαδή αυτά, εάν γίνωνται έτσι, καθώς εγώ τώρα κάμνω, ήθελον είναι ευσεβείς πράξεις, δηλαδή να μη δεικνύωμεν καμμίαν επιείκειαν εις κάθε άνθρωπον πού είναι ασεβής, οποιοσδήποτε και αν τύχη αυτός να είναι. Όλοι βέβαια οι άνθρωποι πιστεύουν ότι ο Ζευς είναι ο πλέον καλώτατος και πλέον δικαιότατος από όλους τους θεούς και όλοι ομολογούν ότι έβαλεν εις τα σίδηρα τον πατέρα του τον Κρόνον {11}, διότι κατέπινε τα παιδιά του, χωρίς να έχη κανέν δίκαιον, και ότι εκείνος πάλιν ο Κρόνος ευνούχισε τον πατέρα του, τον Ουρανόν, εξ αιτίας άλλων τοιούτων εγκλημάτων, τα οποία είχε διαπράξει. Εναντίον μου όμως οργίζονται οι άνθρωποι, διότι κατήγγειλα τον πατέρα μου, πού διέπραξεν ένα πολύ σκληρόν έγκλημα, και επιζητώ την τιμωρίαν του, και έτσι αυτοί καταντούν εις αντίφασιν με τον εαυτόν τους, επειδή τόσον διαφορετικά κρίνουν τας πράξεις αυτάς των θεών και την ιδικήν μου.
Σωκράτης. Αρά γε, ω Ευθύφρον, αυτό είναι το έγκλημά μου, εξ αιτίας του οποίου κατηγγέλθην εις το δικαστήριον, διότι, οσάκις μου αναφέρει κανείς τοιαύτα διά τους θεούς διηγήματα, εγώ με κάποιαν δυσκολίαν τα παραδέχομαι; Αυτό χωρίς άλλο είναι το έγκλημα, εις το οποίον, καθώς φαίνεται, ημπορεί να διισχυρισθή κανείς ότι είμαι ένοχος. Τώρα λοιπόν, εάν εις αυτά τα ζητήματα είσαι σύμφωνος με τον κοινόν λαόν και πιστεύης εις τα διηγήματα αυτά και συ, που έχεις τόσον καλάς γνώσεις διά τα θρησκευτικά, είναι ανάγκη βέβαια, καθώς φαίνεται, και εις εμέ να δείξουν επιείκειαν και να με συγχωρήσουν. Διότι τι επί τέλους θα είπω, διά τον εαυτόν μου, όστις βέβαια ομολογώ τόσον απλοϊκά, ότι δι' αυτά τα πράγματα δεν έχω καμμίαν γνώσιν; Αλλά, σε παρακαλώ, δι' όνομα του Διός, πού είναι προστάτης της φιλίας {12}, ειπέ μου, ως φίλος, συ πιστεύεις αληθώς ότι αυτά τα πράγματα συνέβησαν αληθώς έτσι μεταξύ των θεών;
Ευθύφρων. Όχι αυτά μόνον συνέβησαν, αλλά και ακόμη πλέον παράξενα βεβαίως από αυτά, ω Σώκρατες, τα οποία ο λαός δεν γνωρίζει.
Σωκράτης. Όθεν πιστεύεις συ ότι μεταξύ των θεών τωόντι συμβαίνουν και πόλεμοι και εχθροπάθειαι μάλιστα πολύ φοβεραί και συμπλοκαί και άλλαι πολλαί όμοιαι κακίαι, και πάθη τόσον παράδοξα, όπως μάλιστα περιγράφονται από τους ποιητάς εις τα ποιήματά των και από τους περιφήμους ζωγράφους {13}, παριστάνονται εις τας εικόνας των, με τας οποίας είναι στολισμένοι λαμπρώς οι ναοί μας και πολλά άλλα ιερά της πόλεως μέρη {14}, και εξόχως μάλιστα ο πέπλος ο μυστηριώδης της Αθηνάς, ο οποίος γεμάτος από τοιαύτας ζωγραφίας και παραστάσεις φέρεται με μεγάλην πομπήν επάνω εις την Ακρόπολιν κατά την εορτήν των μεγάλων Παναθηναίων {15}. Αυτά, ω Ευθύφρον, θα τα παραδεχθώμεν ότι είναι αληθινά;
Ευθύφρων. Όχι μόνον αυτά βεβαίως, ω Σώκρατες, αλλά, καθώς προ ολίγου σου είπα, θα σου διηγηθώ εγώ τώρα, αν θέλης, και άλλα πολλά ακόμη διά τα θρησκευτικά μας πράγματα, τα οποία συ, όταν ακούσης, χωρίς άλλο θα εκπλαγής.
Σωκράτης. Δεν ήθελα διόλου εκπλαγή. Αλλά αυτά μεν τα διηγήματα να μου ειπής άλλοτε, όταν τύχη ευκαιρία, τώρα δε ακριβώς προσπάθησον να μου είπης πλέον σαφέστερον δι' εκείνο, διά το οποίον προ ολίγου σε ηρώτησα. Διότι, φίλε μου, πρωτύτερα όταν σε ηρώτησα τι πράγμα επί τέλους είναι το ευσεβές, δεν μου έκαμες τελείαν εξήγησιν να εννοήσω καλά, αλλά μου είπες σύντομα-σύντομα ότι αυτό το πράγμα είναι ευσεβές, το οποίον συ τώρα κάμνεις, που καταγγέλλεις εις το δικαστήριον τον πατέρα σου επί φόνω.
Ευθύφρων. Σου είπα μάλιστα την αλήθειαν, ω Σώκρατες.
Σωκράτης. Ίσως. Ως τόσον, ω Ευθύφρον, θα παραδέχεσαι ότι υπάρχουν και άλλα πολλά πράγματα ευσεβή.
Ευθύφρων. Βεβαιότατα υπάρχουν.
Σωκράτης. Ενθυμείσαι λοιπόν, σε παρακαλώ, ότι δεν σου εζήτησα αυτό, να μου εξηγήσης ένα ή δύο από τα πολλά ευσεβή, αλλ' ακριβώς σε παρεκάλεσα να μου παραστήσης καθαρά και ωρισμένως ποία είναι η φύσις αυτή του ευσεβούς πράγματος, την οποίαν, όταν έχουν όλα τα ευσεβή, είναι ευσεβή. Διότι διισχυρίσθης, φρονώ, ότι κατά ένα μόνον χαρακτήρα και τα ασεβή είναι ασεβή και τα ευσεβή είναι ευσεβή· ή δεν ενθυμείσαι;
Ευθύφρων. Μάλιστα, ενθυμούμαι.
Σωκράτης. Αυτόν λοιπόν τον χαρακτήρα εξήγησέ μου ποίος επί τέλους είναι, διά να τον έχω πάντοτε ενώπιον των οφθαλμών μου, να τον μεταχειρίζωμαι ως υπόδειγμα, και ό,τι μεν από εκείνα, που συ ή κανείς άλλος κάμνει, είναι όμοια με το υπόδειγμα, να παραδέχωμαι ότι είναι ευσεβές, ό,τι δε δεν ομοιάζει, να μη το παραδέχωμαι.
Ευθύφρων. Πολύ καλά· αν θέλης έτσι, ω Σώκρατες, και έτσι θα σου το αναπτύξω το ζήτημα.
Σωκράτης. Μάλιστα θέλω βέβαια.
Ευθύφρων. Λοιπόν παραδέχομαι ότι, ό,τι πράγμα είναι ευάρεστον εις τους θεούς, είναι ευσεβές, ό,τι δε δεν είναι ευάρεστον εις αυτούς, είναι ασεβές.
Σωκράτης. Πολύ ωραία τώρα έτσι απαντάς, ω Ευθύφρον, και απαράλλακτα, καθώς εγώ ακριβώς σου εζήτησα, αν όμως αυτό πού λέγεις τώρα είναι προσέτι και αληθές, δεν το γνωρίζω ακόμη· είναι όμως φανερόν ότι συ θα μου αναπτύξης καλλίτερα ακόμη την γνώμην σου και θα μου διασαφήσης ότι είναι αληθινά όσα είπες.
Ευθύφρων. Βεβαιότατα, θα σου αναπτύξω όσα είπα τώρα.
Σωκράτης. Έλα λοιπόν ας εξετάσωμεν τι είπαμεν έως τώρα. Ένα μεν πράγμα ευάρεστον εις τους θεούς και ένας άνθρωπος ευάρεστος εις τους θεούς είναι ευσεβής, ένα δε πράγμα μισητόν εις τους θεούς και ένας άνθρωπος μισητός εις τους θεούς είναι ασεβής. Το ευσεβές δε δεν είναι το ίδιον με το ασεβές, αλλ' όλως διόλου είναι εναντιώτατον το έν προς το άλλο. Δεν είναι έτσι;
Ευθύφρων. Αναντιρρήτως έτσι είναι. Διότι έτσι έχομεν ειπεί.
Σωκράτης. Σου φαίνεται ότι πολύ καλά το είπαμεν αυτό;
Ευθύφρων.
Μου φαίνεται, ω Σώκρατες.
Σωκράτης. Λοιπόν, και ότι οι θεοί στασιάζουν αναμεταξύ των, ω Ευθύφρον, και φιλονικούν ο ένας με τον άλλον, και ότι εχθροπάθειαι συμβαίνουν μεταξύ των, και αυτό το είπαμεν;
Ευθύφρων. Βεβαίας το είπαμεν.
Σωκράτης. Αλλά τας εχθροπαθείας, αγαπητέ μου, και τα μίση διά ποία πράγματα αι φιλονικίαι προξενούν; Ας εξετάσωμεν δε με αυτόν τον τρόπον το πράγμα. Αρά γε, εάν εγώ και συ φιλονικώμεν διά δύο αριθμούς και θέλωμεν να μάθωμεν ποίος από τους δύο είναι μεγαλύτερος, η φιλονικία μας δι' αυτούς τους αριθμούς ημπορεί να μας κάμη εχθρούς και να μισήσωμεν ο ένας τον άλλον, ή, αφού έλθωμεν εις τον λογαριασμόν δι' αυτούς τους αριθμούς, βεβαίως, τότε αμέσως ημπορεί να συμφιλιωθώμεν;
Ευθύφρων. Αυτό είναι βεβαιότατον.
Σωκράτης. Λοιπόν, και εάν φιλονικώμεν διά το μέγεθος δύο σωμάτων, ποίον είναι μεγαλείτερον ή μικρότερον από τα δύο, όταν φθάσωμεν εις την καταμέτρησιν αυτών, αμέσως ηθέλομεν παύσει από την φιλονικίαν;
Ευθύφρων. Βεβαίως.
Σωκράτης. Και αν έλθωμεν εις συζήτησιν και φιλονικίαν διά το βάρος δύο πραγμάτων, ποίον είναι βαρύτερον ή ελαφρότερον από τα δύο, δεν ήθελε παύσει αμέσως η διαφορά μας, εάν, καθώς εγώ νομίζω, καταλήξωμεν εις το ζύγισμα αυτών των πραγμάτων;
Ευθύφρων. Πώς όχι;
Σωκράτης. Λοιπόν διά ποίον πράγμα εάν φιλονικήσωμεν και εις ποίον συμβιβασμόν εάν δεν ημπορέσωμεν να καταλήξωμεν, ηθέλομεν βεβαίως γείνει εχθροί αναμεταξύ μας και ηθέλομεν έχει μίσος ο ένας κατά του άλλου; Ίσως δεν έχεις εις τον νουν σου πρόχειρον κανέν από αυτά τα πράγματα, αλλά, ενώ εγώ θα σου απαριθμήσω τώρα μερικά από αυτά, συ έχε τον νουν σου, αν τα λέγω σωστά. Αυτά τα πράγματα είναι το δίκαιον και το άδικον, το έντιμον και το άτιμον, το καλόν και το κακόν, Αρά γε αυτά δεν είναι εκείνα τα ίδια, διά τα οποία, αφού εφιλονικήσαμεν, και αφού δεν κατωρθώσαμεν να έλθωμεν εις ικανοποιητικόν συμβιβασμόν, γινόμεθα πάντοτε εχθροί αναμεταξύ μας, όταν γινώμεθα, και εγώ και συ και όλοι οι άλλοι άνθρωποι;
Ευθύφρων. Μάλιστα, ω Σώκρατες, αυτή είναι η πραγματική αιτία της φιλονικίας μας και δι' αυτά τα πράγματα.
Σωκράτης. Αλλ' εάν λοιπόν είναι αληθές, ω Ευθύφρον, ότι και οι θεοί φιλονικούν διά μερικά πράγματα, αναγκαίως δεν θα φιλονικούν δι' αυτά, τα οποία τώρα είπαμεν;
Ευθύφρων. Είναι μάλιστα αναγκαιότατον.
Σωκράτης. Λοιπόν κατά τους λόγους σου, ω εξοχώτατε Ευθύφρον, και από τους θεούς άλλοι άλλα πράγματα, θεωρούν δίκαια και άδικα και έντιμα και άνομα και καλά και κακά. Διότι δεν θα έφθαναν, φρονώ, εις στάσεις και μάχας αναμεταξύ των, εάν δεν εφιλονικούσαν δι' αυτά. Δεν είναι έτσι βέβαια;
Ευθύφρων. Πολύ σωστά ομιλείς.
Σωκράτης. Λοιπόν κάθε άνθρωπος ό,τι θεωρεί έντιμον και καλόν και δίκαιον, αυτό ακριβώς και αγαπά, τα δε εναντία αυτών μισεί;
Ευθύφρων. Αναμφιβόλως.
Σωκράτης. Τα ίδια δε πράγματα βεβαίως, καθώς συ ομολογείς, μερικοί μεν από τους θεούς θεωρούν δίκαια, μερικοί δε άδικα. Δι' αυτά δε ίσα — ίσα φιλονικούντες καταντούν εις στάσεις εναντίων αλλήλων και πολέμους. Αρά γε δεν είναι έτσι;
Ευθύφρων. Βεβαιότατα. Έτσι είναι.
Σωκράτης. Τα ίδια λοιπόν πράγματα, καθώς φαίνεται, μισούνται από τους θεούς και αγαπώνται, και τα ίδια πράγματα ήθελον είναι μισητά συνάμα και αγαπητά εις τους θεούς.
Ευθύφρων. Φαίνεται ότι έτσι είναι.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν, ω Ευθύφρον, σύμφωνα με αυτό όπου λέγεις τώρα τα ίδια πράγματα ήθελον είναι και ευσεβή και ασεβή.
Ευθύφρων. Μου φαίνεται.
Σωκράτης. Λοιπόν, ω αξιοθαύμαστε, δεν απήντησες ακόμη, εις εκείνο που σε ηρώτησα. Διότι βεβαίως εγώ δεν σε ηρώτησα ποίον είναι αυτό το οποίον τυχαίνει να είναι συγχρόνως ευσεβές και ασεβές, ουδέ ποίον είναι συγχρόνως αγαπητόν και μισητόν εις τους θεούς, καθώς παρεδέχθημεν. Ώστε, ω Ευθύφρον, αυτό που κάμνεις σήμερον συ και ζητείς να τιμωρήσης τον πατέρα σου ως φονέα διόλου δεν είναι παράξενον, εάν, ενώ προσπαθείς να το κατορθώσης, διά μεν τον Δία κάμνης πράξιν ευάρεστον, διά τον Κρόνον όμως και τον Ουρανόν κάμνης πράξιν εχθρικήν, και διά μεν τον Ήφαιστον {16}, αγαπητήν πράξιν κάμνης, διά δε την Ήραν μισητήν απαράλλακτα δε και δι' οποιονδήποτε άλλον από τους θεούς, οι οποίοι, με το να έχουν διαφορετικά αισθήματα δι' έν πράγμα ο ένας με τον άλλον, φιλονικούν δι' αυτό μεταξύ των, και δι' εκείνους, δι' άλλον μεν φαίνεσαι ότι κάμνεις πράξιν αγαπητήν, δι' άλλον δε μισητήν.
Ευθύφρων. Αλλά φρονώ, ω Σώκρατες, ότι δι' αυτήν την πράξιν μου κανείς από τους θεούς δεν φιλονικεί ο ένας με τον άλλον, ότι δεν πρέπει δηλαδή να τιμωρήται εκείνος ο άνθρωπος, που ήθελε φονεύσει κανένα άλλον αδίκως.
Σωκράτης. Τι δε φρονείς; Από τους ανθρώπους, ω Ευθύφρον, ήκουσες ποτέ κανένα, που τολμά να ισχυρίζεται ότι δεν πρέπει να τιμωρήται εκείνος, που αδίκως φονεύση άλλον, ή εν γένει πράξη κανέν άλλο οποιονδήποτε έγκλημα;
Ευθύφρων. Είναι βεβαιότατον αυτό, ω Σώκρατες. Οι άνθρωποι δεν παύουν ποτέ να φιλονικούν διά τα πράγματα αυτά παντού, ακόμη και εις τα δικαστήρια. Διότι, αφού διαπράξουν πάρα πολλά εγκλήματα και αδικήματα, μεταχειρίζονται κατόπιν κάθε μέσον με έργον και με λόγον, διά να ημπορέσουν να αποφύγουν την καταδίκην.
Σωκράτης. Ε, και ομολογούν λοιπόν αυτοί, ω Ευθύφρον, ότι αληθώς διέπραξαν έγκλημα και έπειτα και με όλην την ομολογίαν των ισχυρίζονται ότι δεν πρέπει να τιμωρηθούν;
Ευθύφρων. Αυτό βεβαίως δεν το ομολογούν διόλου.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν δεν κάμνουν βέβαια και δεν λέγουν παν ό,τι ημπορούν, διά να αποφύγουν την καταδίκην. Διότι αυτό, καθώς φρονώ, δεν τολμούν να το ειπούν ούτε να το αμφισβητήσουν, εάν τωόντι διέπραξαν κανέν έγκλημα, ότι δεν πρέπει να τιμωρηθούν. Αλλά φρονώ ότι αυτοί αρνούνται όλως διόλου ότι διέπραξαν έγκλημα. Δεν είναι έτσι, ω Ευθύφρον;
Ευθύφρων. Μάλιστα· πολύ σωστά ομιλείς.
Σωκράτης. Αυτοί λοιπόν δεν διαφιλονικούν το ότι δεν πρέπει να τιμωρήται εκείνος, που διέπραξεν έγκλημα, αλλά διαφιλονικούν τούτο βεβαίως, το ποίος είναι αυτός που έκαμε το έγκλημα και τι είδους έγκλημα έκαμε και πότε.
Ευθύφρων. Αληθινά είναι αυτά που λέγεις.
Σωκράτης. Λοιπόν αυτά τα ίδια περιστατικά βεβαίως συμβαίνουν και εις τους θεούς, εάν απαράλλακτα διχογνωμούν και αυτοί διά τα δίκαια και τα άδικα, καθώς συ ωμολόγησες προ μικρού, και άλλοι μεν από αυτούς διατείνωνται ότι διαπράττουν εγκλήματα ο ένας κατά του άλλου, άλλοι δε αρνούνται αυτό; Διότι, φίλτατέ μου, κανένας βέβαια ούτε από τους θεούς ούτε από τους ανθρώπους δεν τολμά να ισχυρισθή, κατά την γνώμην μου, ότι δεν πρέπει να τιμωρήται εκείνος, που βέβαια ήθελε διαπράξει κανέν έγκλημα.
Ευθύφρων. Ναι, αυτό βεβαίως που λέγεις, ω Σώκρατες, είναι αληθές, γενικώς όμως.
Σωκράτης. Αλλά, ω Ευθύφρον, φρονώ ότι όσοι φιλονικούν, φιλονικούν χωριστά διά κάθε έν από εκείνα που επράχθησαν, είτε άνθρωποι είναι αυτοί, είτε θεοί — αν βέβαια φιλονικούν και οι θεοί — επειδή φιλονικούν δηλαδή διά καμμίαν πράξιν, άλλοι μεν από αυτούς λέγουν ότι δικαίως αυτή έγεινεν, άλλοι δε ότι αδίκως. Ε, δεν είναι έτσι;
Ευθύφρων. Μάλιστα.
Σωκράτης Έλα λοιπόν, φίλε μου Ευθύφρον, εξήγησον αυτό και εις εμένα και δίδαξόν με, διά να γείνω πλέον σοφός από ό,τι είμαι, ποία είναι η απόδειξίς σου ότι όλοι οι θεοί πιστεύουν ότι αδίκως εφονεύθη εκείνος ο δούλος σας, ο οποίος, ενώ εδούλευε με το ημερομίσθιον εις τα κτήματά σας, διέπραξε φόνον και έπειτα ερρίφθη σιδηροδέσμιος εις τον λάκκον από τον αυθέντην του φονευθέντος, τον πατέρα σου, και απέθανε, πριν προφθάση εκείνος που τον έβαλεν εις τα σίδερα, ο πατέρας σου, να λάβη από τας Αθήνας την περιμενομένην απάντησιν από τους εξηγητάς τι έπρεπε να πράξη διά τον φονέα. Απόδειξέ μου ότι είναι ορθόν και δίκαιον εις την περίστασιν αυτήν να επιρρίψης την αιτίαν του φόνου εις τον πατέρα σου συ ο υιός του και να επιδιώξης την τιμωρίαν του δι' ένα τοιούτον εγκληματίαν. Έλα λοιπόν προσπάθησε δι' αυτάς τας περιπτώσεις να μου αποδείξης καθαρά και ξάστερα ότι όλοι οι θεοί επιδοκιμάζουν αυτήν την πράξιν του υιού αυτού περισσότερον από κάθε άλλο. Και, αν κατορθώσης αρκετά να μου αποδείξης τούτο, ποτέ δεν θα παύσω να σε εγκωμιάζω διά την σοφίαν σου.
Ευθύφρων. Αλλά βεβαίως αυτό είναι αρκετά δύσκολον, ω Σώκρατες, μολονότι εγώ είμαι ικανός να σου το αποδείξω λαμπρότατα.
Σωκράτης. Καταλαμβάνω ότι εγώ σου φαίνομαι ότι είμαι πολύ περισσότερον χονδροκέφαλος από τους δικαστάς. Διότι και εις εκείνους, είναι βέβαιον, θα αποδείξης χωρίς δυσκολίαν, ότι ο δούλος σας αδίκως εφονεύθη και ότι όλοι οι θεοί μισούν και αποδοκιμάζουν την πράξιν αυτήν του πατρός σου.
Ευθύφρων. Βεβαίως με μεγάλην σαφήνειαν θα τους το αποδείξω αυτό, αρκεί μόνον να θέλουν να ακούσουν τους λόγους μου.
Σωκράτης. Α, δεν υπάρχει αμφιβολία, ω Ευθύφρον· θα σε ακούσουν βεβαιότατα, αρκεί μόνον να τους φανής ότι ομιλείς ωραία. Αλλά, τώρα που σε ακούω, μου ήλθεν αυτή η ιδέα και σκέπτομαι μέσα μου. Όταν ο Ευθύφρων παρά πολύ καλά μου εξηγήση ότι όλοι οι θεοί θεωρούν άδικον τον τοιούτον θάνατον του δούλου, τότε κατά τι περισσότερον έχω μάθει εγώ από τον Ευθύφρονα παρά το τι πράγμα επί τέλους είναι το ευσεβές και το ασεβές; Διότι αυτή η πράξις, ο θάνατος του δούλου σας, ήθελεν είναι μισητή εις τους θεούς, καθώς ομολογείς. Αλλ' όμως έως τώρα δεν εφάνη επαρκής ο ορισμός του ευσεβούς και ασεβούς. Επειδή εκείνο οπού είναι μισητόν εις τους θεούς, απεδείχθη ότι είναι συνάμα και αγαπητόν. Ώστε από αυτό μεν το ζήτημα σε απαλλάττω, ω Ευθύφρον, και το αφίνομεν κατά μέρος. Αν θέλης, όλοι οι θεοί ας νομίζουν την πράξιν του πατρός σου άδικον και όλοι ας μισούν αυτήν. Αλλ' αράγε θέλεις να διορθώσωμεν τώρα ολίγον τον ορισμόν, οπού εκάμαμεν και να είπωμεν ότι ασεβές μεν είναι ό,τι όλοι οι θεοί μισούν, ευσεβές δε ό,τι όλοι αγαπούν; Και ό,τι άλλοι μεν αγαπούν, άλλοι δε μισούν, δεν είναι ούτε ευσεβές ούτε ασεβές ή είναι και ευσεβές συνάμα και ασεβές; Αράγε έτσι θέλεις να διατυπώσωμεν τον ορισμόν του ευσεβούς και του ασεβούς;
Ευθύφρων. Βεβαίως· τι μας εμποδίζει, ω Σώκρατες;
Σωκράτης. Εμένα τουλάχιστον, ω Ευθύφρον, τίποτε δεν με εμποδίζει· αλλά συ ακριβώς όσον από μέρους σου κύτταξε αν είναι σύμφωνον αυτό με όσα είπες, και αν με αυτήν την βάσιν θα ημπορέσης να μου εξηγήσης ευκολώτατα όσα μου υπεσχέθης.
Ευθύφρων. Αλλ' εγώ παραδέχομαι ότι τούτο είναι ευσεβές, ό,τι όλοι οι θεοί αγαπούν, και το εναντίον αυτού, ό,τι οι θεοί μισούν, είναι ασεβές.
Σωκράτης. Λοιπόν να εξετάσωμεν πάλιν, ω Ευθύφρον, αυτόν τον ορισμόν, αν είναι τέλειος, ή να τον αφήσωμεν χωρίς άλλην λεπτολογίαν και έτσι αβασανίστως να παραδεχώμεθα αυτόν, και να ομολογούμεν ότι έτσι είναι ό,τι απλώς μόνον ήθελε διατυπώσει κανείς από ημάς τους ιδίους ή από τους άλλους; ή πρέπει να εξετάζωμεν με ακρίβειαν εκείνα τα οποία λέγει κανείς;
Ευθύφρων. Πρέπει να τα εξετάζωμεν βεβαίως με ακρίβειαν. Όμως πιστεύω εγώ τουλάχιστον ότι αυτό, που τώρα δα είπαμεν, είναι σωστόν.
Σωκράτης. Ογλήγορα, καλέ μου φίλε, θα το μάθωμεν αυτό καλύτερα. Διότι σκέψου αυτό, που θα σου ειπώ τώρα. Αράγε το ευσεβές αγαπάται από τους θεούς, διότι είναι ευσεβές, ή διότι αγαπάται από τους θεούς, δι' αυτό είναι ευσεβές;
Ευθύφρων. Δεν εννοώ τι θέλεις να ειπής, ω Σώκρατες.