Part 7
87} «Φρουράς άδων ολίγου φρούδος γεγένημαι»: διά του φ ρ ο υ ρ ά ς ά δ ω ν εννοεί τους φρουρούς, οι οποίοι, διά να μη καταληφθούν υπό του ύπνου, ετονθόρυζον άσματα. Το δε φ ρ ο ύ δ ο ς είνε βεβιασμένον λογοπαίγνιον αναγόμενον εις τας ανωτέρω επαναλήψεις της λέξεως ταύτης (στίχος κειμένου 718, 719) και οιονεί συνέπεια της φράσεως εν φ ρ ο υ ρ ά ά δ ω ν(=φρούδον).
88} «Νους αποστερητικός:» εννοεί σκέψιν προς αποστέρησιν της πληρωμής των δανειστών.
89} Οι Θεσσαλοί εθεωρούντο διάσημοι εις τας μαγείας των και ιδία αι γυναίκες, η δε φήμη αυτη εξηκολούθησε μέχρι των βυζαντινών χρόνων. Αι γυναίκες εκείναι ισχυρίζοντο ότι κατεβίβαζον την Σελήνην με επωδούς.
90} Ανάγεται εις την παρατήρησιν του ιδίου Στρεψιάδου που παραπέμπει στην υποσημείωση 7.
91} Διά την γραφήν, ίσως δε πλειότερον εις τα δικαστήρια, μετεχειρίζοντο συνήθως πινακίδας κηρωμένας.
92} Διά του όρκου τούτου ο Αρ. υπαινίσσεται την πατρικήν του Σωκράτους τέχνην, την γλυπτικήν, την οποίαν ηκολούθησε και εκείνος, πολλούς ανδριάντας γλύψας• λέγεται μάλιστα ότι έγλυψε και τας τρεις Χάριτας Θάλειαν, Πειθώ και Αγλαΐαν, αι οποίαι ευρίσκοντο εις την Ακρόπολιν, όπισθεν του αγάλματος της Αθηνάς.
93} Σατυρίζει και πάλιν την Κοισύραν, την μητέρα του Μεγακλέους, περί της οποίας ιδέ και σημ. 11. (Αχαρν. 618).
94} Ο Μεγακλής, περί του οποίου κάμνει λόγον και προηγουμένως (ιδέ στίχο που παραπέμπει σε υποσ. 11) είχε σπαταλήση την πατρικήν περιουσίαν, εννοεί δε ενταύθα ο Αριστοφ. ότι μόνον οι κίονες είχον απομείνη εκ του οίκου του. (Ιδέ και Αχαρν. 61}
95} Ιδέ υποσημείωση 47.
96} Ο Σωκράτης ήτο, ως γνωστόν, γνήσιος Αθηναίος• ενταύθα όμως ο Αρ. τον ονομάζει Μήλιον διαβάλλων αυτόν επί ασεβεία, καθόσον μετά την καταδίκην του Μηλίου Διαγόρου επί ασεβεία (ιδέ μετάφρασίν μου «Ορνίθων» εκδ. Φέξη, 1910, σελ. 9} και ετέρου Μηλίου, του Αρισταγόρου, υβρίσαντος τα Ελευσίνια μυστήρια, τον τίτλον Μ ή λ ι ο ς απέδιδον εις τους ιεροσύλους και ασεβείς.
97} Αναφέρεται σε κείμενο λίγο πριν από την παραπομπή στην υποσ. 21.
98} Εις το κείμενον υπάρχει η λέξις α λ ε κ τ ρ υ ώ ν, η οποία εις την αττικήν διάλεκτον ελαμβάνετο και διγενώς: ο α λ ε κ τ ρ υ ώ ν (πετεινός) και η α λ ε κ τ ρ υ ώ ν (όρνις)• εις την καθ' ημάς δημοτικήν μόνον η λέξις π ο υ λ ε ρ ι κ ό αντιστοιχεί διγενώς, και ταύτην επροτίμησα, δια να εννοηθή από σκηνής το παίγνιον του ποιητού.
99} Μη νυν το λοιπόν»: Δεν θα ήνε και εις το μέλλον όπως έως τώρα.
100} «Γηγενείς»: ούτως ονομάζων τους περί τον Σωκράτην, εννοεί τους Γίγαντας και Τιτάνας, επαναστατήσαντάς ποτε κατά των θεών, και επομένως α σ ε β ε ί ς.
101} «Καταπεφρόντικα»: ενταύθα μετεχειρίσθη την λέξιν ο Στρ. δίδων να υπονοηθή ότι απεγυμνώθη χάριν της σοφίας των φροντιστών (διδασκάλων, φιλοσόφων), εξ ου και έπλασα την ανωτέρω λέξιν, η οποία δέον ν' απαγγέλλεται από τον ηθοποιόν, συνοδευομένη ταυτοχρόνως και διά της γνωστής κινήσεως των δακτύλων προς συμβολισμόν της κλοπής• περίπου ωσάν να έλεγε: «μ ο υ τ α σ ο ύ φ ρ ω σ α ν».
102} Ο Περικλής καταναλώσας τα εν τη Ακροπόλει χρήματα διά τον Πελοποννησιακόν πόλεμον και λογοδοτήσας, προκειμένου περί 10 ή 20 ταλάντων δεν έδωκε λεπτομερή λογαριασμόν, αλλ' απήντησεν απλώς: «Ες το -»δέον ανήλωκα». (Ιδέ Πλούταρχ. εις β. Περικλέους, ΙΙΙ, 22, 2}. Ενταύθα ο Στρ. παρανοών την ιστορικήν φράσιν του Περικλέους αντί του α ν ή λ ω κ α λαμβάνει την λέξιν α π ώ λ ε σ α.
103} Ηλιαστής, μέλος του δικαστηρίου της Ηλιαίας. (Ιδέ και μετάφρασίν μου «Ορνίθων» εκδ. Φέξη, 1910, σελ. 1}.
104} Εννοεί είδος πλακούντος εις σχήμα αμάξης, ή ξύλινον παιδικόν άθυρμα, ως τα σημερινά αμαξίδια.
105} Εορτήν του Μειλιχίου Διός. Ιδέ υποσημ. 51.
106} «Χαύνωσιν αναπειστηρίαν»: «όταν του αντιδίκου προβάλλοντος λόγους πιθανούς, εις τουναντίον τις αυτούς περιτρέψη, και χαύνους και ασθενείς ποιήση, διά των λόγων αυτού αναπείσας τους δικαστάς, ως άρ' αληθή λέγει (Σχολιαστής).
107} Περί Υπερβόλου ιδέ υποσημ. 62.
108} «Βωμολόχος»: περί της λέξεως ιδέ «Βατράχους» εκδ. Φέξη. 1910 σελ. 42.
109} Παρωδία εκ της τραγωδίας του Ευριπίδου «Τήλεφος» περί του οποίου ιδέ και μετάφρασίν μου «Βατράχων» εκδ. Φέξη. 1910. σελ. 84, 104, 121, 133 και «Αχαρνείς» στ. 430 κ. ε.
110} «Πανδελετείους»: ο Πανδέλετος ήτο διαβόητός τις συκοφάντης και φιλόδικος, τον οποίον εκωμώδησε και ο Κρατίνος. Ενταύθα κατηγορεί και τους ρήτορας ως απογυμνούντας τους πτωχούς.
111} «Γνωμοτύποις»: ιδέ και μετάφρασίν μου «Βατράχων» εκδ. Φέξη 1910, σελ. 87.
112} Αρχή παλαιού άσματος του ποιητού Φρυνίχου ή του Λαμπροκλέους αρχόμενον ούτω:
«Παλλάδα περσέπολιν κλήζω πολεμαδόκον αγνάν, Παίδα Διός μεγάλου δαμάσιππον».
113} «Τηλέπορόν τι βόημα λύρας»: στίχος έκ τινος ποιήματος Κυδίου του Ερμιονέως.
114} Ο Φρύνις ήτο κιθαρωδός Μυτιληναίος, λέγεται δε ότι αυτός πρώτος εκιθάρισεν εις τας Αθήνας τόσον επιτυχώς και κατά νέαν μέθοδον, ώστε επί Καλλίου άρχοντος εκρίθη νικητής εις τα Παναθήναια. Περί του μουσικού τούτου υπάρχει και ιδιαιτέρα μελέτη του Burette (Memoires de l' Academie des Inscriptions Tom. X. . . p. 268.
115} Είς τι των κειμένων υπάρχει (υπ' αριθ. 970) ο στίχος: «αυτός δείξας, ένθ' αρμονίαις χιάζων ή αιφνιάζων», ο οποίος όμως δεν ερμηνεύεται παρά τω αρχαίω σχολιαστή• του στίχου τούτου έδωκα κατά προσέγγισίν τινα ερμηνείαν λόγω της σκοτεινότητος αυτού, και ιδίως εις τας λέξεις χιάζω και σιφνιάζω, των οποίων η τελευταία υπονοεί βεβαίως αισχρόν τι, καθόσον η λέξις αύτη προήρχετο εκ της ροπής των τότε Σιφνίων εις την παρά φύσιν συνουσίαν (καταπυγοσύνην).
116} Τα Διιπόλια ήσαν αρχαιοτάτη εορτή, τα και άλλως Διάσια. Κατά την εορτήν εκείνην έφερον τέττιγας χρυσούς επί της κεφαλής.
117} Κηκείδης ήτο παλαιός ποιητής διθυράμβων.
118} Τα Βουφόνια ήσαν ωσαύτως παλαιά εορτή μετά τα Ελευσίνια μυστήρια αγομένη, καθ' ην εθυσίαζον βουν.
119} Εις τα Παναθήναια εχόρευον νέοι ενόπλως, ο δε χορός εκαλείτο της Τ ρ ι τ ο γ ε ν ε ί α ς, εκ του ονόματος της Αθηνάς. Τ ρ ι τ ώ εκαλείτο αιολιστί η κεφαλή, Τριτογένεια δε η Αθηνά ως γεννηθείσα εκ της τριτούς (κεφαλής) του Διός• (ιδέ και «Λυσιστράτην» εν μεταφράσει μου έκδ. Φέξη, 1910. σελ. 30).
120} Ιαπετός: ήτο είς των Τιτάνων, εθεωρείτο δε ως θεός παλαιότερος και του Κρόνου.
121} Οι υιοί του Ιπποκράτους Τελέσιππος, Δημοφών και Περικλής εκωμωδήθησαν ως μωροί και απαίδευτοι• περί τούτων έγραψε και ο Εύπολις εν «Δήμοις»:
Ιπποκράτους τε παίδες εκβόλιμοί τινες βληχητά τέκνα ουδαμώς του νυν τρόπου.
122} «Βλιτομάμμας»: τρώγων βλίτα, ηλίθιος. Ακριβώς όρος αντίστοιχος προς την εν χρήσει σήμερον παρά τω λαώ «έφαγε βλίτα», καθόσον το βλίτον έκτοτε εθεωρείτο ως ανούσιον χόρτον.
123} «Δίκης γλισχραντιλογεξεπιτρίπτου».
124} Εις την Ακαδημίαν υπήρχε δάσος ελαίων, αι οποίαι εθεωρούντο εν Αττική ιεραί, και εκαλούντο «μορίαι».
125} Η λεύκη εθεωρείτο ως σύμβολον νικητού αγώνος, αφ' ης ο Ηρακλής, κομίσας τον Κέρβερον εκ του Άδου, εστέφθη δι' αυτής• λέγεται δε ότι εκ του ιδρώτος του ελευκάνθη η μία όψις του φύλλου της λεύκης.
126} «Απραγμοσύνη»: εννοεί την αδιαφορίαν προς τα πολιτικά πράγματα, αλλά ταυτοχρόνως και φυτόν τι φέρον το όνομα τούτο, και φυόμενον παρά την Ακαδημίαν. Η λέξις δυσανταπόδοτος.
127} Πολλοί Αντίμαχοι αναφέρονται παρά τοις κωμικοίς• ούτος, ωραίος ων, κωμωδείται και επί θηλυπρεπεία.
128} «Στατήρας»: Ο στατήρ ήτο νόμισμα χρυσούν αντιστοιχούν προς τέσσάρας δραχμάς αθηναϊκάς, ο περσικός ήτο χρυσούς είκοσι οκτώ δραχμών, ο δε φωκαϊκός μικρότερος.
129} Ο Πηλεύς κατά τον Απολλόδωρον (Γ' 1} αφέθη από τον Άκεστον, βασιλέα της Ιωλκού γυμνός εις τα θηρία• έλαβε δε παρά των θεών διά του Ερμού μάχαιραν προς υπεράσπισίν του, αμειβόμενος διά την σωφροσύνην του απέναντι της Ιππολύτης, συζύγου του Ακέστου, η οποία τον είχεν αγαπήση.
130} Περί Υπερβόλου ιδέ υποσ. 62.
131} Ο κότταβος ήτο παίγνιον μεταφερθέν εκ της Σικελίας και παιζόμενον εις τα συμπόσια, επαίζετο δε κατά εννέα τρόπους, εκ των οποίων ο συνηθέστερος ήτο ο εξής: εις λεκάνην επί τούτω κατεσκευασμένην έσταζον τον εναπολειφθέντα εις το ποτήριον οίνον, συνήθως εις ενθύμησιν απόντος φίλου, και εμάντευον από τον κρότον των σταλαγμών.
132} «Ραφανιδωθή». Ρ α φ α ν ί δ ω σ ι ς ελέγετο ειδική δια τους μοιχούς τιμωρία, εις τον πρωκτόν των οποίων εισήγον ραφανίδα και μαδώντες αυτούς εκ των τριχών, τους επέπασσον με θερμήν τέφραν.
133} Την αυτήν κατά των ρητόρων μομφήν επαναλαμβάνει εις τας «Εκκλησιαζούσας» (ιδέ μετάφρασίν μου σελ. 11 εκδ. Φέξη 1910).
134} «Ένη και νέα»: δηλαδή παλαιά και νέα σελήνη, καθόσον η ημέρα της νέας σελήνης αποτελεί ούτως ειπείν κοινόν σημείον μεταξύ της προηγουμένης και της νέας.
135} «Τα πρυτανεία»: ούτως εκαλούντο χρηματικαί προκαταβολαί απέναντι των εξόδων της δίκης, κατατεθειμέναι εις το δημόσιον εκ μέρους των διαδίκων, κατ' άλλους δε εκ μέρους μόνον του ενάγοντος, και εζημιούτο ο χάνων την δίκην.
136} Χους ή χοεύς ήτο μέτρον χωρητικότητος, το 1/12 του μετρητού, ήτοι δύο οκάδες και 172 δράμια.
137} «Κάρδοπον την καρδόπην»: δυσανταπόδοτος η έκφρασις εις την γλώσσαν της μεταφράσεως, καθόσον εν τη αρχαία η λέξις κάρδοπος παρουσιάζεται υπό του ποιητού υπό τύπον αρσενικού ονόματος προς διαστολήν από της λ. καρδόπη, παρουσιαζομένης υπό τύπον ονόματος θηλυκού.
138} Ο Καρκίνος ήτο τραγωδός, πατήρ τριών τέκνων, Ξενοκλέους, Ξενοτίμου και Ξενάρχου, οίτινες ήσαν τραγικοί χορευταί μικρόσωμοι, καλούμενοι ως εκ τούτου και όρτυγες (Ειρ. 78}. Εκ τούτων ο Ξενοκλής ήτο και τραγικός ποιητής (Σφήκ. 1501, 1505 κ. ε., Θεσμ. 169, 440).
139} Παρωδεί στίχους εκ της τραγωδίας του Ξενοκλέους «Λικύμνιος», δια των οποίων κλαίει η Αλκμήνη τον φονευθέντα υπό του Τληπολέμου Λικύμνιον (Παράβλ. «Όρνιθας» έκδ. Φέξη 1910 σελ. 10}.
140} Σ α μ φ ό ρ α ς: ίππου όνομα, αποδιδόμενον εις τον Αμυνίαν, κατ' άλλους δε εις παρόντα τινά κλητήρα ή μάρτυρα (ιδέ και υποσημ. 7).
141} Σειραφόρος: ίππος ζευγνύμενος έξω του ζυγού.
142} Αναφέρεται εις παλαιόν τι άσμα του Σιμωνίδου.
143} Οι ψάλλοντες του Αισχύλου τους στίχους κατά τα δείπνα ή κατά τους μουσικούς αγώνας εκράτουν κλάδους μυρσίνης, οι δε ψάλλοντες τα Ομηρικά έπη, εκράτουν δάφνην.
144} Εννοεί την τραγωδίαν του Ευριπίδου «Αίολος», εν τη οποία ο Μακαρεύς είνε εραστής της αδελφής του Κανάχης• (Ιδέ και μετάφρασίν μου Βατράχων, έκδ. Φέξη 1910 σελ. 10}.
145} Αναστρέφει την δια του Σωκρ. προς τον /Στρεψ./ διαβιβασθείσαν διδασκαλίαν.
146} «Χυτρεούν όντα»: ο Στ. παίζει με την λέξιν Δ ί ν ο ς συμπίπτουσαν και με το όνομα πηλίνου τινός αγγείου, ή κατ' άλλους με μηχάνημα οστράκινον σφαιρικόν παρεμφερές προς χύτραν.