Part 2
Ω σεις, Νεφέλες πολυτιμημένες, εδώ 'ς αυτόν ελάτε να δειχθήτε, είτε στης ιερές και χιονισμένες της κορυφές του Ολύμπου κατοικείτε, — ή με της Νύμφες στήνετε χορό στους κήπους του Ωκεανού πατέρα, — είτε στο Νείλο βγάζετ' εκεί πέρα με της χρυσές υδρίες σας νερό—, ή στη Μαιώτι λίμνη κατοικείτε, — του Μίμαντος την πέτρα την ψυχρά {32} — ακούστε τη θυσία, και δεχθήτε ευχάριστα τα λόγια τα ιερά.
(Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ κατέρχεται μετά του κοφίνου εκ του ύψους. — Ακούονται μακρόθεν βρονταί και η σκηνή φωτίζεται βαθμηδόν από αστραπάς. — Ο ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ έμφοβος αποσύρεται εις το πρόσθιον της σκηνής, καλυπτόμενος με την χλαίναν του).
ΣΚΗΝΗ Ε'.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ — ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ — ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ (έξωθεν:) Νεφέλες ατελείωτες, ας σηκωθούμε φανερές ευκίνητες και δροσερές απ' τον ωκεανό [εδώ πέρα] τον βαρυστέναχτο πατέρα, εις των βουνών της κορυφές της πυκνοφυτεμένες, από σκοπιές να βλέπουμε παντού φανερωμένες τη γη την ιερά, που τρέφει δένδρα καρπερά, της θάλασσας [τα κύματα] _ με τα βαρηά βροντήματα, — και τα τραγούδια [των νερών] των ποταμιών των ιερών, λαμποκοπάει ακούραστο το μάτι της μέρας, με το φως το αστραφτερό• η συγνεφιά, πούνε βροχή γεμάτη, από το σώμα μας ας βγη, να ιδούμε σαν θεές τη γη με μάτι καθαρό.
(Αστράπτει και βροντά)
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ω σεμνότατες Νεφέλες, σας προσκάλεσα κοντά μου κ' η ευχή εισακούσθη φανερά.
(Προς τον Στρεψιάδην)
Συ, [γέροντά μου], άκουσες και τη φωνή τους και τη θεϊκή βροντή τους πούρθε με μπουμπουνισμό;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς το μέρος των βροντών:) Πολυτίμητες! σας έχω σε μεγάλο σεβασμό, στης βροντές σας ν' απαντήσω μια πορδή κ' εγώ θ' αφήσω. Σας φοβούμαι και σας τρέμω, και, δικαίως είτε μη, νοιώθω τώρα την ανάγκη για να χέσω στη στιγμή.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Πρόσεξε μην κοροϊδέψης και ποτέ σου να μην πράξης, σαν τους ποιητάς εκείνους, όπου λεν «τα εξ αμάξης». {33} Σώπα• συντροφιά μεγάλη από της θεές εκείνες, τραγουδώντας μας προβάλλει.
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ (έσωθεν και πλησιέστερον:) Εμείς, παρθένες βροχερές, στης Αθήνας της λιπαρές της χώρες ας ελθούμε, την πόλι την ευχάριστη, που βγαίνουν άνδρες άριστοι, του Κέκροπος να ιδούμε, — που σέβονται τα ιερά μυστήρια, κάθε φορά [που ο λαός πηγαίνει] στην άγια την τελετή, κι' ο μυστικός {34} ναός κρατεί την θύρα του ανοιγμένη• — που έχουν δώρα οι θεοί, — πούν' υπερύψηλοι ναοί και που τ' αγάλματα είνε [μύρια] — που γίνονται στεφανωτές θυσίες κ' ιερές γιορτές, κι' όλον το χρόνο πανηγύρια• — κι' όταν η άνοιξις προβάλλη, στα Διονύσια [και πάλι,] {35} καλοτραγούδιστοι χοροί συναγωνίζονται πολλοί, και των αυλών αντιλαλεί η μούσα η βροντερή.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Πες μου, για όνομα θεού, Σωκράτη, σε παρακαλώ, ποιες είν' αυτές που είπανε αυτό το πράμα το καλό; Μην είνε ηρωίδες;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Μπα! Ουράνια Νεφέλη η κάθε μια, τρανή θεά κάθε σοφού τεμπέλη, που σκέψι και διάλεξι και πνεύμα δίνουν [ταχτικά] και λόγια δοκιμαστικά τρανές ψευτιές, σοφίσματα, λογοστριφογυρίσματα. {36}
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Ωχ δεν το λες; γι' αυτό λοιπόν επέταξ' η ψυχή μου την ώρα που τα λόγια τους ήλθαν στην ακοή μου, και μου γυρεύει τώρα, να, λόγια να ψιλοκοσκινά, και να ψιλοκουβεντιάζη και για τον καπνόν ακόμη, κι' από τη γνωμίτσα, γνώμη και αντίλογο να βγάζη. Ώστε αν είνε δυνατό σου, κάμε τούτη τη φορά, γιατί τόχω επιθυμία, να της 'δω στα φανερά.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Να, της βλέπω, κύτταξέ τες προς την Πάρνηθ' [από 'δω], κατεβαίνουν μ' ησυχία.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Πού; για δείξε μου [να ιδώ].
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Η πολλές, που προχωρούνε απ' τα δενδροφυτευμένα κι' απ' της ρεματιές, στα πλάγια.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (παρατηρών:) Τι τα λες αυτά 'ς εμένα, που το μάτι μου δεν βλέπει;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Να, στην είσοδο. .
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (παρατηρών:) Ναι, τώρα διακρίνω μόλις.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Πρέπει τούτη πλέον τη φορά να της βλέπης καθαρά, έξω αν έχης εις τα μάτια τσίμπλες, σαν τα κολοκύθια.
(Εμφανίζονται αι Νεφέλαι εις το βάθος της σκηνής ως γυναίκες καλυπτόμεναι από πολυχρώμους πέπλους).
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Ω της πολυτιμημένες! Μα τον Δία, ναι, αλήθεια όλα τάχουν κουκουλώση!
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Συ δεν είχες πίστι δώση πως θεές είνε και τούτες, ούτε ο νους σου το είχε βάλη.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Όχι, όχι μα τον Δία• εγώ είχα γνώμην άλλη, πως καπνός, δροσιά κι' ομίχλη ήτανε μονάχ' αυτές.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Όχι• μάθε πως ετούτες βόσκουνε τους σοφιστές, όλους τους θουριομάντεις,{37} τους γιατροπασαλειμμένους, {38} κι' όλους τους νυχοδαχτυλιδοτεμπελοχτενισμένους, {39} τους στριφοτραγουδιστάδες {40} κάθε κυκλικού χορού, και τους ψευδοαστρολόγους που τους βόσκουν [προ καιρού] δίχως τίποτα να κάνουν, κ' επειδή της έχουν μούσες κ' ύμνους [κάθονται και] φτιάνουν.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Α, για τούτην την αιτία, ωδές γράφουν [ταχτικές] στης ορμές της φωτοπνίχτρες, στης ορμές της εχθρικές των υγρών των Νεφελών, — και στων εκατό [ακόμη] του Τυφώνα {41} κεφαλών της πλεξίδες, — και στης μπόρες της τρελλές, — και στης Νεφέλες της υγρές κι' αεροφόρες, της αεροκολυμπήτρες, όπου με τα όρνια μοιάζουν, — στης νεροποντές, που νέφη δροσερά [της κατεβάζουν]. Και για όλ' αυτά κομμάτους ρίχνουν μέσα τους μεγάλους από τσίχλες και ορνίθια και της θάλασσας κεφάλους.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ε, 'ς αυτό δεν έχουν δίκηο;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Μα σαν είν' αυτές Νεφέλες, πώς τους ήλθε, πες μου, κ' ήλθαν όπως κ' η θνητές κοπέλλες, με το να μην είν' κι' αυτές σαν και τούτες της θνητές;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Τι λογής να ειν' εκείνες;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Μα δεν ξέρω και καλά• μοιάζουνε [κατά πολλά] με μαλλιά ξαντά, μα όχι, μα τον Δία, και με κόρες, γιατί αυτές εδώ [που βλέπω] είνε όλες μυτοφόρες!
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ε, απάντησέ μου τώρα εις αυτά που θα ρωτήσω.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Ρώτησέ με ό,τι θέλεις και ευθύς θα σ' απαντήσω.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Παρατήρησες Νεφέλες που να μοιάζουν με κενταύρους, ή να μοιάζουν με παρδάλεις, ή με λύκους, ή με ταύρους;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Βέβαια• και τι με τούτο;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Γίνονται ό,τι θελήσουν• κι' αν [συμβή] ποτέ] κανένα μακρομάλλη ν' αντικρύσουν, κι' αγριεμένον απ' αυτούς τους μαλλιαροτριχωτούς, σαν το γυιο του Ξενοφάντου, {42} τη μανία του γελούνε παίρνοντας μορφή κενταύρου.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Και τι φτιάνουν σαν ιδούνε και το Σίμωνα, {43} που τρώει το δημόσιο το χρήμα;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Για να δείξουνε ποιος είνε, παίρνουνε του λύκου σχήμα.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Να λοιπόν γιατί κι' αυτές και τον ρίψασπιν εχτές τον Κλεώνυμο {44} σαν είδαν, με το να του καταλάβουν τη δειλία, [εφροντίσαν] του λαφιού μορφή να λάβουν.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Να, γι' αυτό λοιπόν και τώρα, όπου είδαν τον Κλεισθένη, {45} κύτταξέ τες, σαν γυναίκα βγήκε κάθε μια ντυμένη.
(Αι Νεφέλαι προχωρούν και λαμβάνουν θέσιν πλησιεστέραν προς τον Σωκράτην και Στρεψιάδην κατά μέτωπον της σκηνής).
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς τας Νεφέλας, υποκλίνων:) Ω Δέσποινες, σας χαιρετώ! Και τώρ', αν ίσως κι' άλλοι τ' ακούσανε ποτέ αυτό, για μένα, ω Παμβασίλισσες, βάλτε φωνή μεγάλη.
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ (προς τον Στρεψιάδην:) Χαίρε, ω γέροντα συ του παληού του καιρού, όπου λόγια σο [φίας ψαρεύεις, — μα και συ, ιερέα της κάθε λεπτής ομιλίας, και πες τι γυ [ρεύεις; σοφιστή των νεφών [πειο μεγάλον] από σε δεν θ' ακούσωμεν άλλον, παρά μόνο τον Πρόδικο {46} αυτόν, που σοφή έχει σκέψι και γνώμη, [και σένα, που τα μάτια σου στρίβεις λοξά, περπατώντας στο δρόμο σου [καμαρωμένα, που προβάλλεις μπροστά μας σεμνός, και στους δρόμους ξυ- [πόλυτος τρέχεις, και στους πόνους αντέχεις!
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Ω γη! τι λόγος ιερός! και τι σεμνός και φοβερός!
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Είνε θεές μονάχ' αυτές• τάλλα ψευτιές• όλες κουτές!
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Πες μου, για όνομα της γης: ο Ζευς λοιπόν που άρχει στον Όλυμπο . . .
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Καλέ ποιος Ζευς; βλακείες! δεν υπάρχει.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Τι λες εσύ;! τότε λοιπόν ποιός βρέχει; να λοιπόν αυτό απ' όλα πειο προτήτερα να μου εξηγήσης σου ζητώ.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Αυτές λοιπόν, και ημπορώ να στ' αποδείξω στο φτερό, μα και με δείγματα τρανά. Συ τάχα είδες πουθενά και 'ς οποιαδήποτ' εποχή, χωρίς τα σύνεφα βροχή; γιατί αλλοιώς έπρεπε ο Ζευς, με δίχως συνεφιά [βαρειά], να βρέχη και στην ξαστεριά.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Εινε σωστός ο λόγος σου και καλοταιριασμένος πολύ, μα τον Απόλλωνα• κύττα! κ' εγώ [ο καϋμένος] επίστευα το πως ο Ζευς, [σαν βρέχη και βροντάη], πως μέσ' από το κόσκινο [μας ψιλο]κατουράει. Μα πες μου τότε ποιος βροντά, που τρέμω εγώ;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Αυτές όπου κυλιώνται με βροντές.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Άνθρωπε τολμηρότατε! πες μου τον τρόπο πάλι.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Σαν παίρνουνε πολύ νερό, κ' έχουνε βια μεγάλη να κινηθούν, γκρεμίζονται χωρίς να το θελήσουν γεμάτες από τη βροχή• κι' αφού λοιπόν κυλίσουν απάνω η μια στην άλλη, σκάζουν ευθύς και γίνονται οι βρόντοι οι μεγάλοι.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Και τάχα πώς; δεν είνε ο Ζευς, όπου τας αναγκάζει η μία να κατρακυλά στην άλλη [και να σκάζη];
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Α, μπα! είν' [εκεί πέρα] ο στρόβιλας {47} του αιθέρα.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Ο στρόβιλας!; [τι να σου ειπώ;] ποτέ στο νου δεν θάχα, πως βασιλεύει ο Στρόβιλας και όχι ο Ζευς μονάχα. Μα δεν μου είπες [πρώτο]; ούτε πώς γίνετ' η βροντή, ούτε και για τον κρότο.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Μα πώς; δεν άκουσες λοιπόν που σου 'λεγα [τόσον καιρό] πως η νεφέλες, πέφτοντας γεμάτες με πολύ νερό απάνω η μια στην άλλη, βροντούν απ' την πυκνότητα [που έχουν τη μεγάλη];
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Και πώς θα το πιστέψω αυτό;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Θαποδειχθή και στη στιγμή από τον ίδιο σου εαυτόν. Όταν τηλώνεσαι ζουμί εσύ στα Παναθήναια, και η κοιλιά σου πρήσκεται, σε ξαφνικό γουργουρητό και κλονισμό δεν βρίσκεται;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Τι λες. Μα τον Απόλλωνα! ενόχλησι μου κάνει παρά πολλή και γρήγορα, και ταραχή με πιάνει, και σκούζει [σε λιγάκι], και κάνει κρότο σαν βροντή εκείνο το ζουμάκι! Παξ! κάνει στην αρχή σιγά• παππάξ! κατόπιν κάνει• κ' ύστερα κάνει παπαππάξ! κι' όταν χεσό με πιάνη. όλα βροντούν παπαπαππάξ! σαν τούτα [τα κορίτσα].
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Σαν γίνονται τέτοιες πορδές σε τόση δα κοιλίτσα, για σκέψου στον απέραντο τι γίνεται αγέρα, και πώς μπορεί να μη τραβά τέτοιες βροντές [κει πέρα]; γι' αυτό τα δυο ονόματα «βροντή» «πορδή» αντάμα, είνε το ίδιο πράμα.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Πούθε' έρχεται κι' ο κεραυνός όπου λαμποκοπάει από φωτιά; αυτό να ειπής, και όταν μας χτυπάη μας καίει σαν τα φρύγανα, και τσουρουφλίζει φοβερά τους ζωντανούς; Τον στέλνει ο Ζευς στους επιόρκους φανερά.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ανόητε! κρονόληρε {48} και γεροξεκουτιάρη! {49} τους επιόρκους σαν χτυπά, δεν θάχε [λόγου χάρι] το Σίμωνα, το θεωρό, τον Κλέωνα {50} σκοτώση; Μ' όλο που έκαναν αυτοί επιορκία τόση, στο Σούνιο, των Αθηνών το ακρωτήρι, [πάει], και το ναό χτυπάει πούνε δικός του, κι' όπου βρη βελανιδιά, [της δίνει]! Τι του 'ρθε; η βελανιδιά επίορκη έχει γίνη;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Δεν ξέρω [απ' αυτά πολλά], μα, φαίνεται, τα λες καλά. Και τ' είνε τάχα ο κεραυνός;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Όταν αγέρας σηκωθή ξερός, και μέσα τους χωθή, τότε σαν φούσκα της φυσά, όπου με βια της σπάει κι' απ' την πυκνότητα βαρύς έξω ευθύς πηδάει, και τούτο γίνετ' αφορμή, απ' τη μεγάλη την ορμή κι' από τον κρότο τον δικό του, να καίη αυτός τον εαυτό του.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Ω, μα τον Δία! να γιατί στων Διασίων {51} τη γιορτή το ίδιο πράμα έπαθα χωρίς να το νοήσω. Έβαλα για τους συγγενείς κάποια κοιλιά να ψήσω, κι' αμέλησα το σχίσιμο• όπου [λοιπόν κ'] εκείνη φουσκώνοντας μια δίνει και σκάει σε κομμάτια, μου καίει και το πρόσωπο, μου πιτσιλάει τα μάτια.
ΧΟΡΟΣ Άνθρωπε, που τη σοφία από μας γυρεύεις [τώρα], θα γενής ευτυχισμένος και στων Αθηνών τη χώρα και στους Έλληνας τους άλλους: μνήμη και φροντίδα αν έχης, στην ψυχή σου αν αντέχης, — κούρασιν αν δεν γνωρίζης, είτε στέκεις ή βαδίζεις, — ούτε κόπο να σου κάνη, όταν τούρτουρας σε πιάνη, — να μην τρως, όταν δεν έχης, και από κρασί ν' απέχης και γυμναστικές [μεγάλες] — κι άλλες κουταμάρες, [κι' άλλες]• κι' αν για καλήτερο φρονής πως, όταν άξιος είν' κανείς, του αρμόζει να νικήση με τη πράξι και την κρίσι, και τη γλώσσα του [να λύνη], και τον πόλεμο να στήνη.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς τας Νεφέλας:) Α! ου! όσο για ψυχή με μεγάλην αντοχή, — μα και σκέψιν [αν ζητάτε] που να δυσκολοκοιμάται, — [κι' αν ζητάτε] και στομάχι όπου για τροφή του νάχη μόνο θρούμπι, — μη μας μέλη, να, εδώ 'μαι, κι' οποίος θέλει — το κορμί μου [δεν πονάει], — ας το σφυροκοπανάη!
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Και θεούς δεν θάχης άλλους τώρα πλέον για λατρεία, παρά μόνο τους δικούς μας• δηλαδή αυτά τα τρία: χάος, γλώσσα και νεφέλες.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Μπα, ποτέ δεν θα μιλήσω ούτε λέξι με τους άλλους, κι' ούτε θα τους απαντήσω κι' ούτ' [απ' τους θεούς] κανένας τη θυσία μου θα ιδή, δεν θα κάψω ούτε λιβάνι, δεν θα κάνω ούτε σπονδή.
ΧΟΡΟΣ Τώρα με θάρρος λέγε 'ς εμάς σαν μας θαυμάζης και μας τιμάς και θέλης άνθρωπος άξιος να ζήσης, πώς θα σε κάνουμε να ευτυχήσης;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Ω δέσποινές μου! δεν σας ζητώ, μα το μικρούλι [μονάχ'] αυτό: νάμαι στους Έλληνας ο πιο λαμπρός, κ' εκατό στάδια απ' όλους 'μπρός.
ΧΟΡΟΣ Λοιπόν και τούτο θα τώχης τώρα• την κάθε γνώμη σου [τέτοια θα κάνω], όπου κανένας άλλος στη χώρα δεν θα κερδίζη μια παρά πάνω.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Α, μπα! δεν θέλω καμμιά να βγάλη η κεφαλή μου γνώμη μεγάλη• στρεψοδικίες θέλω ν' αρχίσω, τους δανειστάς μου να ξεγλιστρήσω.
ΧΟΡΟΣ Κι' αυτό που θέλεις θα κατορθώσης• μεγάλο πράμα δεν μας ζητάς• αρκεί μονάχα να παραδώσης τον εαυτό σου στους σοφιστάς.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
(Προς τας Νεφέλας, εννοών τους Σοφιστάς:),
Α, σας πιστεύω• θα το κάμω γιατ' η ανάγκη με βαστά για τάλογα τα σφραγιστά, ακόμα και γι' αυτόν το γάμο, που μου 'φερε μεγάλη μπόρα. Ας κάμουν ό, τι θέλουν τώρα. Να, ας μου πάρουνε το σώμα• εγώ τους το χαρίζω, ακόμα και για κοπάνισμ' ας το πάρουν και σαν ασκί ας μου το γδάρουν• ας τουρτουρίσω• ας πεινάσω• ας ξεραθώ και ας διψάσω. {52} Από τα χρέη μου [ως τόσο] αν κατορθώσω να γλυτώσω, ου, θα φανώ εις τους ανθρώπους πολύ ξετσίπωτος στους [τρόπους] εύγλωττος, τολμηρός [ακόμα], αυθάδης, κάθαρμα και βρώμα, κάθε ψευτιά θα συγκολλώ, θα βρίσκω λόγια [να πουλώ], όπου δίκες κι' όπου νόμοι• δεν θα μου ξεφεύγη γνώμη, λογάς, τρυπάνι, πονηρός και τιποτένιος, γλιστερός, την ειρωνεία θάχω στο στόμα, ψωροπερήφανος κι' [όλος] βρώμα ανεμοστρόβιλος, οχληρός, τσανακογλείφτης, σιχαμερός! Ας μου λέη απ' όλα τούτα ο καθείς που μ' απαντάει, κι' ας μου κάνη ό,τι αγαπάει. Μα τη Δήμητρα! κι' αν θέλη στους δασκάλους, κοκορέτσι τάντερά μου να προσφέρη, θα δεχτώ• [ας γίνη κ' έτσι]!
ΧΟΡΟΣ Άτολμη καρδιά δεν έχει κι' όπως φαίνεται αντέχει. Ξέρε το: πως τη στιγμή όπου θάχης μαθημένα όλα τούτα από μένα, κάθε δόξα και τιμή που ο κόσμος θα σου κάνη, ως τον ουρανό θα φθάνη.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Και θα κάνω λοιπόν τι;
ΧΟΡΟΣ Μόνος από τους ανθρώπους τη ζωή πειο ζηλευτή όλον τον καιρό μ' εμένα θα περνάς εσύ [εδώ].
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Αχ! μια τέτοια ευτυχία εγώ τάχα θα τη ιδώ;
ΧΟΡΟΣ Και πολλοί θα κάθωντ' όξω απ' την θύρα τη δική σου, θέλοντας να σ' ανταμώσουν, και να συζητούν μαζύ σου δίκες και αντιδικίες, και να σου εμπιστευθούνε πράματα πολλών ταλάντων, κι' όλο γνώμες να ζητούνε.
(Προς τον Σωκράτην:)
Άρχισε συ, στο γέροντα λοιπόν το μάθημά του, απ' όσα πρέπει στην αρχή να μάθη [απάνου κάτου]. Κούνα το νου του [στη στιγμή]• κάνε στη σκέψι δοκιμή.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Εμπρός, πες μου τους τρόπους σου ποιοί είνε να τους ξέρω, καινούργια μηχανήματα [πολεμικά] να φέρω.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Μα πώς; για όνομα θεού! τώρα λοιπόν θα πάθω πολιορκία;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Όχι δα• τη μνήμη σου να μάθω θέλω με μέθοδον απλή.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Μα το θεό, είνε διπλή: τη μνήμη έχω μεγάλη σαν μου χρωστούν οι άλλοι. Μα το μνημονικό σωστό ποτέ δεν τώχω σαν χρωστώ.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ [Για πες μου] είνε φυσικό στη γλώσσα σου να λέη;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Να λέη; όχι και πολύ• αλλά ναρνήται [χρέη].
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Εμ, πώς θα μάθης συ [πολλά];
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ [Θα μάθω] έννοια σου, καλά.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Έλα λοιπόν, νάσ' έτοιμος• και 'ς οποίον λόγο κάνω σοφόν για τα μετέωρα, συ χύμηξέ του απάνω.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Πώς; τη σοφία το λοιπόν θα γεύωμαι σαν το σκυλλί;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Τι αμαθής που είν' αυτός, κι' άνθρωπος βάρβαρος [πολύ]! Ο νους μου, γέρο, νοιάζεται, πως ξύλο σου χρειάζεται. Και τι κάνεις, πες μου εμένα, σαν της τρως από κανένα;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Να, της τρώγω, [τίποτ' άλλο]• κι' αφού λίγο κρατηθώ, [συλλογίζουμ' ότι πρέπει] να διαμαρτυρηθώ, και, μη χάνοντας την ώρα, κάνω έπειτα και δίκες.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Βάλ' το ρούχο κάτω τώρα.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Έκαμ' άδικο και τι;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Όχι• αλλά εδώ μέσα όλοι μπαίνουνε γδυτοί.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Μα εγώ δεν θα μπω μέσα για να κάνω και κλοπές.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Άφησε της φλυαρίες κ' έλα γδύσου.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (εκδυόμενος τον χιτώνας) Μα για πες: Αν θα μάθω μ' ευκολία, κι' αν επιμελής θα γίνω με ποιό μαθητή θα μοιάζω;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Με τον Χαιρεφώντα {53} εκείνο απαράλλακτος θα γίνης.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Ωχ! ο κακομοιριασμένος! θάβγω μισοπεθαμένος!
ΣΩΚΡΑΤΗΣ Σώπα κι' ακολούθησέ με γρήγορα 'ς αυτά τα μέρη.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
(Προχωρών και ιστάμενος προ της θύρας του οικίσκου:)
Τότε να μου δώσης πρώτα και μελόπιττα στο χέρι, σαν στου Τροφωνίου {54} τάντρο, γιατί φόβο πολύ επήρα για να μπω.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ (ωθών αυτόν προς την θύραν:) Έλα, προχώρει! τι χαζεύεις 'μπρος στη θύρα;
(Τον ωθεί και εισέρχονται)
ΑΥΛΑΙΑ
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
(Σκηνογραφία η αυτή).
ΣΚΗΝΗ Α'
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
(Προς το μέρος εκ του οποίου εισήλθεν ο Στρεψιάδης μετά του Σωκράτους:)
Ας χαίρετ' η καρδιά σου! με την παλληκαριά σου! Πήγαινε! κι' ας γενή αιτία στον άνθρωπο για ευτυχία, που, κι' όταν φθάνη στα γεράματα, γυρεύει να μαθαίνη ακόμα, και πασαλείφεται με χρώμα απ' τα νεώτερα τα πράματα.
(Παράβασις)