Part 6
Και προς αυτόν απάντησε τότε η ψυχή του Ατρείδη· 35 «Πηλείδη ω μακάριε, θεόμορφε Αχιλλέα, 'ς την Τροίαν έπεσες μακράν απ' τ' Άργος, κ' εσφαζόνταν ήρωες Τρώαις και Αχαιοί, με πείσμα να σε πάρουν, και συ, 'ς το μέσο απέραντος νεκρός, 'ς την πυκνή σκόνη, κειτάμενος, τους ιππικούς αγώναις σου ελησμόνεις. 40 εμείς επολεμούσαμεν ολημέρα, και η μάχη δεν έπαυ', αν ανεμικήν δεν είχε στείλει ο Δίας. 'ς τα πλοί' από τον πόλεμο σ' εφέραμε, 'ς την κλίνη σ' εθέσαμε, και με χλιό νερό τ' ωραίο σώμα καθάραμε και μ' αλοιφή· και δάκρυα θερμά χύναν 45 ολόγυρά σου οι Δαναοί κ' εκόψαν τα μαλλιά των. και ως τό 'μαθε η μητέρα σου, με ταις θαλάσσιαις κόραις ήλθεν από το πέλαγος, και ανάκουστη εσηκώθη βοή 'ς τον πόντο, κ' έφριξαν των Αχαιών τα πλήθη. και θα ωρμούσαν ν' αναιβούν 'ς τα βαθουλά καράβια, 50 αλλ' άνδρας τους εκράτησε, πολλών και αρχαίων γνώστης, ο Νέστορας, οπ' αρεστήν έδιδε εις όλα γνώμη. εκείνος τους αγόρευσε καλόγνωμα και είπε : —Αργείοι, Αχαιόπαιδα, μη φεύγετε, σταθήτε· από το πέλαγος εδώ με ταις θαλάσσιαις κόραις 55 έρχεται η μάννα, το νεκρό παιδί της ν' αγκαλιάση.— κ' οι μεγαλόψυχοι Αχαιοί τον άκουσαν κ' εμείναν. γύρω σου η κόραις στήθηκαν του γέρου της θαλάσσης, εμοιρολόγαν, και άφθαρτα φορέματα σ' ενδύσαν. καλόφωνα, με την σειράν, η εννέα Μούσαις όλαις 60 θρηνολογούσαν και άδακρυ δεν ήταν μάτι Αργείου· τόσο η γλυκόφωνη βαθειά τους είχ' εγγίξ' η Μούσα. κ' ημερονύκτια δεκαεπτά σ' εκλαίαμ' ενωμένοι, αντάμ' οι αθάνατοι θεοί με τους θνητούς ανθρώπους. σε παραδώσαμε 'ς το πυρ, μες την δεκάτη ογδόη, 65 και αρνιά παχειά σου σφάξαμε και βώδια στριφοπόδα. καιόσουν συ μες των θεών τα ενδύματα με πλήθος μέλι γλυκό και μ' αλοιφή· και γύρω εις την πυρά σου ήρωες πάμπολλοι Αχαιοί 'ς τα όπλα εταραχθήκαν, πεζοί και ιππείς· και αλαλαγμοί σηκώθηκαν και κρότοι· 70 και, αφού του Ηφαίστου σ' έφαγεν η φλόγα, τα λευκά σου κόκκαλα εμείς, το χάραμμα, συνάξαμε, Αχιλλέα, 'ς αλοιφή και άδολο κρασί, μέσα 'ς τον αμφορέα απ' έδωκε η μητέρα σου, του Διονύσου δώρο, χρυσόν, και φιλοτέχνημα του δοξασμένου Ηφαίστου. 75 κει τα λευκά σου κόκκαλα είν', ένδοξε Αχιλλέα, με του Πατρόκλου ανάμικτα του προαπεθαμένου, και του Αντιλόχου χωριστά, 'που των συντρόφων όλων, αφού 'πεσεν ο Πάτροκλος, εξόχως προτιμούσες. και ολόγυρά τους θαυμαστόν σηκώσαμε και μέγαν 80 τάφον, ο ιερός στρατός των λογχιστών Αργείων, εις άκραν άκρης, 'ς τον πλατύν Ελλήσποντον επάνω, να τον διακρίνουν φανερά μακρόθε απ' τα πελάγη όσοι ζουν σήμερα θνητοί και όσοι κατόπι θα 'λθουν. και των θεών εζήτησεν η μάννα σου βραβεία 85 ωραία και τα πρόβαλε 'ς τους πρώτους των Αργείων. πολλαίς σου έτυχε τα ιδής ταφαίς ανδρών ηρώων, ως, όταν συμβή θάνατος μεγάλου βασιλέα, οι νέοι ζώνοντ' άρματα, βραβεία να κερδίσουν· αλλ' εκείνα θα θαύμαζες εξόχως τα βραβεία, 90 'που πρόβαλ' η αργυρόποδη η Θέτις 'ς την ταφή σου· ότι πολύ σ' αγάπησαν οι αθάνατοι, Αχιλλέα· κ' ιδού τώρ', αν και απέθανες, δεν 'χάθη τ' όνομά σου, κ' αιώνια θα δοξάζεσαι 'ς τα γένη των ανθρώπων. αλλ' απ' τον πόλεμον εγώ τι κέρδος τώρ' ευρήκα; 95 'ς την γη μου φρικτόν όλεθρον μ' είχ' ετοιμάσει ο Δίας απ' της μιαρής συντρόφου μου τα χέρια και του Αιγίσθου».
Τους λόγους τούτους έλεγαν εκείνοι ανάμεσόν τους· τότ' ο αργοφόνος έφθασεν, ο μηνυτής Ερμείας, με των μνηστήρων ταις ψυχαίς, 'που φόνευσ' ο Οδυσσέας. 100 κ' οι δύο κείνοι εθαύμασαν και προς αυτούς κινήσαν· του Αγαμέμνονα η ψυχή τον ένδοξον, άμ' είδε, εγνώρισε Αμφιμέδοντα, του Μελανέα γόνον, 'που, της Ιθάκης κάτοικος, δεχθή τον είχε ξένον· εκείνον επροσφώνησε τότε η ψυχή του Ατρείδη· 105 «Τί πάθημ', Αμφιμέδοντα, σας έρριξε 'ς τον Άδη; όλοι εκλεκτοί και ομήλικες! οπού 'ς την πόλιν άλλο δεν θαύρισκες, αν διάλεγες, όμοιο λογάρι ανδρείων. μη μες τα πλοία σύντριψεν εσάς ο Ποσειδώνας με κύματα, οπού σήκωσε μακρά και ανεμοζάλη, 110 ή εχθροί 'ς την γη σας χάλασαν, ενώ βώδια και αρνία εσείς αρπάζετε απ' αυτούς, ή ενώ κείνοι την πόλι και ταις γυναίκαις από σας να σώσουν πολεμούσαν; 'ς το ερώτημά μου απάντησε, και ξένος σου καυχώμαι. και δεν θυμάσαι σπίτι σου πώς ήλθα με τον θείον 115 Μενέλαο, να πείσουμεν εμείς τον Οδυσσέα, να 'λθη με τα κολόστρωτα καράβια 'ς την Τρωάδα; κ' εις ένα μήνα σχίσαμε τα πέλαγ', αφού μόλις του Οδυσσέα πορθητή μαλάξαμε την γνώμη».
Και του Αμφιμέδοντα η ψυχή τότ' είπε προς εκείνον· 120 «Ω Αγαμέμνον' αρχηγέ, τρισένδοξε Ατρείδη, όλα ενθυμούμαι, διότροφε, κείνα 'που μνημονεύεις. θα σου αναφέρω τώρα εγώ τον τρόπον, πώς εγίνη, του θλιβερού θανάτου μας· εμείς μνηστεύαμ' όλοι του Οδυσσέα, 'που 'λειπε 'ς τα ξένα, την συμβία. 125 κείνη τον γάμον μισητόν ν' αρνείτ' ή να τελειόνη δεν έστεργ', ενώ σπούδαζε να ευρή τον όλεθρόν μας. και νέο τέχνασμα, το εξής, 'ς τον νου της εσοφίσθη· πανί μεγάλον έστησε 'ς το μέγαρο, να υφάνη, λεπτόν, αμέτρητο, κ' ευθύς προς εμάς είπε· ω νέοι 130 μνηστήρες μου, αφού απέθανεν ο θείος Οδυσσέας τον γάμον μη μου βιάζετε, σταθήτε, ως ν' αποκάμω το ύφασμα αυτό, τα γνέματα να μη μου παν χαμένα, του Λαέρτ' ήρωα σάβανο, για τον καιρό, 'που η μαύρη μοίρα του τεντοπλάγιαστου θανάτου θα τον πάρη, 135 των Αχαιίδων μη καμμιά 'ς τον τόπο μ' ονειδίση, αν κείτεται ασαβάνωτος αυτός 'που πλούσιος ήταν. αυτά 'πε κ' εκατάπεισε την ανδρική ψυχή μας. τότε ολημέρα το πανί τα μέγ' ύφαιν' εκείνη, και νύκτα το ξεΰφαινε 'ς την λάμψι των λαμπάδων. 140 ιδού πώς απ' τους Αχαιούς με δόλο 'κρύφθη εκείνη τρεις χρόνους· και τον τέταρτον ότ' έφεραν η ώραις, ως τα φεγγάρια χάνονταν κ' η 'μέραις επληθύναν, μας το 'πε μια των γυναικών, οπού τα γνώριζ' όλα, κ' ηύραμε αυτήν που τ' εύμορφο ξεΰφαινε πανί της· 145 ιδού πώς το τελείωσε βιασμένη απ' την ανάγκη. και το σινδόνι ότ' έφερε 'ς το φως, οπ' είχε υφάνει και καθαρίσει, ώστ' έλαμπεν ως ήλιος η σελήνη, κακή μας κάπουθ' έφερε τον Οδυσσέα μοίρα 'ς άκρη εξοχής, όπ' έμεινεν εκείνου ο χοιροτρόφος. 150 αυτού και ο ποθητός υιός του θείου Οδυσσέα με μαύρο πλοίον έφθασεν απ' την αμμώδη Πύλο. και, άμ' ωργανίσαν θάνατον κακόν εις τους μνηστήραις, 'ς την πόλιν εκατεβήκαν, ύστερος ο Οδυσσέας και πρώτος ο Τηλέμαχος· εκείνον ωδηγούσε 155 ο χοιροτρόφος, με κακά φορέματα ενδυμένον, παρόμοιον με γέροντα τρισάθλιον ψωμοζήτην, οπ' ακουμβούσε 'ς το ραβδί και αχρεία ρούχα εφόρει. και, ως έξαφνα εφανίσθη αυτός, κανείς να τον γνωρίση δεν εδυνήθη και 'ς εμάς ηλικιωμένοι αν ήσαν. 160 τον εκακοποιούσαμε με λόγια και με κτύπους, και αυτός μ' ατάραχην ψυχήν έστεκε να υποφέρη κτυπήματα και ονειδισμούς 'ς τα ίδια μέγαρά του. αλλ', ότε ο νους τον έγειρε του αιγιδοφόρου Δία, αφού με τον Τηλέμαχον τα λαμπρά όπλα επήρε 165 κ' εφύλαξε 'ς τον θάλαμον, κ' εκλείδωσε την θύραν, έσπρωξ' ο ευρετικώτατος την ίδια του συμβία τόξο και σίδερο λευκό να θέση των μνηστήρων αγώνα και του φόνου αρχήν 'ς εμάς 'που ωργίσθ' η μοίρα. του δεινού τόξου την χορδή κανείς μας να τανύση 170 δεν εδυνήθη, και αρκετή δεν είχαμεν ανδρεία. αλλ' ότε να φθάσ' έμελλε 'ς τα χέρια του Οδυσσέα το μέγα τόξο, με βοήν εμείς φωνάζαμ' όλοι, 'ς αυτόν, ό,τι και αν έλεγε, το τόξο να μη δώσουν· αλλ' έδωκε ο Τηλέμαχος την προσταγή και μόνος. 175 και ως το 'λαβε ο πολύπαθος ο θείος Οδυσσέας, την χορδή τάνυσ' εύκολα· και ταις αξίναις όλαις πέρασε· τότ' εστήθη ορθός 'ς την θύρα και άδεισ' όλα τα βέλη, μ' άγριο βλέφαρο· τον βασιλέ' Αντίνον κτύπησε, κ' έπειτ' έρριχνε στεναγμοφόρα βέλη 180 'ς τους άλλους όλους, κ' έπεφταν σωρός εκείνοι εμπρός του. και φανερά κάποιος θεός μ' αυτούς εσυμμαχούσε, θάρρος τόσ' είχαν άμετρο 'ς την ρώμη τους, και γύρω 'ς τα δώματα τους φόνευαν φρικτά κείνοι βογγούσαν ως κρούονταν η κεφαλαίς, και ο πάτος έβραζ' αίμα. 185 Ατρείδ', ιδού πώς πέσαμε, και ακόμη αμελημένα τα λείψανά μας κείτονται 'ς το δώμα του Οδυσσέα. αν το 'ξευραν 'ς τα σπίτια μας οι ποθητοί θα πλύναν απ' το μαύρ' αίμα ταις πληγαίς, 'ς την κλίνη θα μας κλαίαν την νεκρικήν, ως πάντοτε τιμούντ' οι απεθαμένοι». 190
Και του Ατρείδ' είπε η ψυχή· «Πόσο σε μακαρίζω, σε, του Λαέρτη γέννημα, πολύτεχνε Οδυσσέα, ότ' υψηλού φρονήματος απόκτησες συμβία· τι γνώμη αγνή 'ς την φρόνιμην εφάνη Πηνελόπη! πόσο τον Οδυσσέα της κρατούσε εις την καρδία! 195 και του ηψηλού φρονήματος η δόξα της θα ζήση, και θέλει πλάσσουν οι θεοί τραγούδι αγαπημένο εις του θνητούς, την φρόνιμη να λέγη Πηνελόπη. εκείνη δεν κακούργησεν ως του Τυνδάρου η κόρη, 'που φόνευσε τον άνδρα της, και απάνθρωπο τραγούδι 200 θα 'ναι 'ς τον κόσμο, και άφησε 'ς των θηλυκών το γένος φήμην κακήν, ώστε η καλαίς και κείναις να μισούνται».
Τους λόγους τούτους οι νεκροί τότ' έλεγαν, οι δύο, 'ς τα βάθη ως έστεκαν της γης, 'ς την κατοικιά του Άδη· και κείνοι, αφού κατέβηκαν από την πόλι, φθάσαν 205 'ς τον καλοσύστατον αγρόν ωραίον, του Λαέρτη, οπ' είχε κείνος μ' ίδρωτα, με μόχθον, αποκτήσει. είχ' εκεί σπίτι, 'ς την αυλήν, ολόγυρα, καλύβαις, να κάθωνται, να τρέφωνται, και να κοιμώνται οι δούλοι, οι αγορασμένοι, οπού 'ς αυτόν ό,τ' ήθελ' εργαζόνταν. 210 ήταν και γραία Σικελή, 'που τον γεροκομούσε, ως πρέπει, αυτού 'ς την εξοχή, μακράν από την πόλι. τότ' ο Οδυσσέας έλεγε των δούλων και του υιού του· «Σεις τώρα 'ς την καλόκτιστην εμπήτε κατοικία, και χοίρον σφάξετε καλόν, να ετοιμασθή το γεύμα· 215 αλλ' εγώ τον πατέρα μου θα δοκιμάσω τώρα, αν, ως με ιδούν τα μάτια του, μ' αναγνωρίση εκείνος, ή αν, αφού μας χώρισαν καιροί, δεν με νοήση».
Είπε και τ' άρματ' έδωκε των δούλων κ' ενώ κείνοι 'ς το δώμα μέσα επήγαιναν, αυτός μέσα 'ς τον κήπον 220 πολύδενδρον, την δοκιμή να κάμη, προχωρούσε. τον κήπον καταιβαίνοντας δεν ηύρε τον Δολίον, ουδέ των δούλων εύρηκε κανένα ή των παιδιών του· αναχωρήσ' είχαν αυτοί, λιθάρια να συνάξουν φράχτην του κήπου, και οδηγός 'ς αυτούς ο γέρος ήταν. 225 και μόνον τον πατέρα του 'ς το πρόσχαρο κηπάρι ηύρε, οπού κάποιο σκάλιζε φυτό· φορούσε αχρείον ραπτόν χιτώνα λιγδερόν, και βωδιναίς κνημίδαις, όπως μην αγκαθίζεται, 'ς ταις κνήμαις είχε δέσει· από τους βάτους φύλαγε τα χέρια με χειρίδαις, 230 και, ως έτρεφε την λύπη του, γίδινο εφόρει κράνος. τον είδεν ο πολύπαθος ο θείος Οδυσσέας κομμένον απ' τα γερατειά, 'ς την θλίψι βυθισμένον, κ' εις μέγα δένδρον απιδιάς εστάθηκε να κλαίη. και να μετρήση εβάλθηκε 'ς του λογισμού τα βάθη, 235 αν θ' αγκαλιάση τον γλυκόν πατέρα κ' ευθύς όλα να του ειπή, πώς έφθασε 'ς την γη την πατρική του, ή μ' ερωτήματα πολλά να δοκιμάση πρώτα. και τούτο συμφερώτερο του φάνηκε αφού 'σκέφθη, με λόγια πρώτα εγγικτικά την δοκιμή να κάμη. 240 μ' αυτήν την γνώμη σίμωσεν ο θείος Οδυσσέας· και το φυτόν ο γέροντας ξελλάκκιζε σκυμμένος· 'ς το πλάγι τον προσφώνησεν ο ένδοξος υιός του· «Ω γέρε, δεν είσ' άτεχνος καλλιεργητής του κήπου· περιποιείσ' όλα καλά· 'ς το κλείσμ' αυτό δεν είναι 245 ένα δενδρούλι, μια συκιά, κλήμ' ένα, μι' ελαία, μί' απιδιά, μία βραγιά, μη περιποιημένη. και άλλο τι εγώ θε να σου ειπώ, και μη 'ς εμέ θυμώσης· συ είσαι απεριποίητος· σιμά 'ς τ' άτερπνο γήρας έχεις το σώμα ρυπαρό και φορείς ρούχ' αχρεία· 250 ο κύριος δεν σ' αμελεί, καλός ως είσ' εργάτης. καθόλ' ό,τ' είναι δουλικό με σέ δεν ταιριάζει, και από μορφή και ανάστημα συ δείχνεις βασιλέας, οποίος είναι, αφού λουσθή και φάγη και πλαγιάση εις κλίνην μαλακώτατην, ως πρέπει των γερόντων. 255 αλλ' έλα τώρα, λέγε με μ' αλήθεια, τίνος είσαι δούλος, και τίνος γεωργείς τον κήπον, οπού βλέπω; και τούτο ακόμη να μου ειπής, αν είναι αυτή τωόντι η Ιθάκη, εδώ 'που φθάσαμεν, ως μου 'πεν από τώρα άνθρωπος, 'που μ' απάντησεν, ενώ δω πέρ' ερχόμουν, 260 όχι πολύ νοητικός, αφού να ειπή, ν' ακούση το κάθε τι, δεν έστεργεν, ενώ τον ερωτούσα ο ξένος μου τι γίνεται, 'ς τους ζωντανούς αν ήναι, ή απέθανε κ' ευρίσκεται 'ς την κατοικιά του Άδη. ότι άκου τώρ' ό,τι θα ειπώ και ας το φυλάξη ο νους σου· 265 άνδρα εγώ ξένισ' άλλοτε, 'ς την γη την πατρική μου, οπ' είχε' έλθει 'ς το σπίτι μας· και απ' όσους ξένους είδα 'ς το δώμα μου ασπαστότερος άλλος θνητός δεν ήλθε· απ' την Ιθάκη κήρυττε το γένος και πατέρα τον Αρκεισιάδην έλεγεν ότ' είχε, τον Λαέρτη. 270 'ς το σπίτι μου τον πήρα εγώ κ' εκαλοξένισά τον. αφού 'χε απ' όλα τα καλά το δώμα μου αφθονία. αρμόδι' ακόμη του 'δωκα φιλοξενίας δώρα· επτά του 'δωκα τάλαντα, χρυσόν τεχνουργημένον· του χάρισα ολοπλούμιστον ολάργυρον κρατήρα, 275 και χλαίναις μοναίς δώδεκα, και τάπηταις ομοίως, και τόσ' επανωφόρια, τόσους κοντά χιτώναις, κ' έξω από τούτα τέσσεραις, 'ς έργα λαμπρά τεχνίτραις, γυναίκαις ωραιόταταις, ως διάλεξεν εκείνος».
Και προς αυτόν δακρύζοντας απάντησε ο πατέρας· 280 «Ω ξέν', ευρίσκεσαι 'ς την γην, οπ' ερωτάς να μάθης, και άνδρες αυθάδεις, ασεβείς, παράνομοι, την έχουν· και τ' άπειρ', όσα χάρισες δώρα, χαμένα τα 'χεις, εις την Ιθάκη ζωντανόν αν εύρισκες εκείνον, θα σ' αντιφιλοξένιζε και θα σε προβοδούσε 285 με δώρα, ως πρέπει προς αυτόν 'που μας ξενίση πρώτος. και τώρα ειπέ μου καθαρά, πόσ' έτ' είν' αφού 'δέχθης κείνον τον ξένον έρημον, υιόν μου, άν ποτ' εζούσε, άμοιρον, 'που, των ποθητών μακράν και της πατρίδος, 'ψάρια 'ς τον πόντον έφαγαν ή 'ς την στερηά θηρία 290 και όρνεα κατασπάραξαν και αχ! δεν τον έχει ενδύσει νεκρόν και δεν τον έκλαψεν η μάννα και ο πατέρας, εμείς 'που τον γεννήσαμεν και τον αγαπημένον άνδρα της η πολύδωρη, φρόνιμη Πηνελόπη, ως πρέπει, δεν ξεφώνησε 'ς την ύστερή του κλίνη, 295 ουδέ τα μάτια του 'κλεισεν, ως των νεκρών αρμόζει. και τώρα τούτο λέγε μου μ' αλήθεια, να το μάθω, ποιος είσαι; ποιο το γένος σου; πού η πόλις και οι γονείς σου; πού μένει το καράβι σου, 'που σ' έφερ' εδώ πέρα με τους λαμπρούς συντρόφους σου; μη τάχα εις ξένο πλοίο 300 ήσο επιβάτης κ' έφυγαν εκείνοι αφού σε βγάλαν;»
'Σ εκείνον ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας· «Εγώ μ' αλήθεια θα σου ειπώ τούτ' όλ' όσ' ερωτάς με· του Αλύβαντ' είμαι κάτοικος, οπ' έχω το παλάτι· του βασιλέ' Αφείδαντα του Πολυπημονίδη 305 υιός είμαι, κ' Επήριτον με λέγουν, αλλ' η μοίρα αθέλητον δω μ' έσπρωξεν από την Σικανία· και το καράβι μ' άφησα μακράν από την πόλι. ο πέμπτος χρόνος έκλεισεν απ' ότ' ο Οδυσσέας πέρασε απ' την πατρίδα μου· καλότυχα του αμοίρου, 310 δεξιά, φανήκαν τα πουλιά, καθώς αναχωρούσε. ώστε και με περίχαρη ψυχή τον προβοδούσα κ' έφευγε κείνος με χαρά' κ' ελπίδ' είχαμε πάλι να σμίξουμε και με λαμπρά να φιλευθούμε δώρα».
Είπε, τον άλλον σκέπασεν η σκοτεινιά του πόνου, 315 με τα δυο χέρια φούκτωσε της γης το μαύρο χώμα, και το 'χυσε, με βογγητούς, 'ς την άσπρη κεφαλή του. κείνου ραΐζετο η καρδιά, και 'ς το ρουθούν' η πίκρα του ξέσπασ' ήδη, ως κύτταζε τον ποθητόν πατέρα. εχύθηκε, 'ς την αγκαλιά τον έσφιξε και του 'πε· 320 «Εγώ 'μαι αυτός, 'που αναζητείς, ιδού, πατέρα, εμπρός σου· τον χρόνον έφθασα εικοστόν 'ς την γην την πατρική μου. αλλά παύσε τα κλάϋματα και το παράπονό σου, ν' ακούσης ό,τι θα σου ειπώ· πολύ μας βιάζ' η ανάγκη· 'ς τα δώματά μας φόνευσα τους ασεβείς μνηστήραις, 325 και τ' άπρεπα εκδικήθηκα και απάνθρωπά τους έργα».
Και προς αυτόν απάντησι τότ' έδωκε ο Λαέρτης· «Αν ο Οδυσσέας έφθασες, τωόντι, το παιδί μου, κάποιο σημάδι φανερόν ειπέ μου να πιστεύσω».
'Σ εκείνον ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας· 330 «Και πρώτα ιδέ το λάβωμα συ με τους οφθαλμούς σου, 'που μώκαμε 'ς τον Παρνασό με λευκό δόντι χοίρος, και συ, πατέρα, μ' έστειλες κ' η σεβαστή μητέρα εις τον Αυτόλυκον, καλόν πατέρα της μητρός μου, να λάβω τα χαρίσματα, 'που μου 'χε τάξει ότ' ήλθε. 335 τώρα τα δένδρα θα σου ειπώ μες το καλό κηπάρι, όσ' άλλοτε μου χάρισες κ' εγώ σου τα ζητούσα, μικρό παιδί κατόπι σου 'ς τον κήπο· κ' ένα ένα, ανάμεσα ως διαβαίναμε, τα ονόματά τους είπες. τότε απιδιαίς δέκα και τρεις, δέκα μηλιαίς ακόμη, 340 συκαίς σαράντα μου 'δωκες· και, χάρισμά μου πάλι, πεντήκοντα μου ωνόμασες αράδαις, πολυτρύγων κλημάτων, και παντοειδή σταφύλια φέρουν όλαις, αν ζωογόναις άνωθε ταις ώραις στείλη ο Δίας».
Είπε· κείνου τα γόνατα κοπήκαν κ' η καρδία, 345 άμα του είπε ασάλευτα γνωρίσματ’ ο Οδυσσέας, και το παιδί του αγκάλιασε· και, ως ολιγοψυχούσε, 'ς την αγκαλιά τον έλαβεν ο θείος Οδυσσέας. και, ως πήρε ανάσα και η ψυχή 'ς τα στήθη του εσυνάχθη, το στόμα πάλιν άνοιξε και προς εκείνον είπε· 350 «Δία πατέρ', είσθε θεοί 'ς τον Όλυμπον ακόμη, αν ήδη την ασέβεια πλέρωσαν οι μνηστήρες, αλλά φοβούμαι τρομερά μη των Ιθακησίων το πλήθος όλ' ορμήση εδώ, και στείλουν εις ταις χώραις των Κεφαλλήνων είδησι, 'ς αυτούς βοηθοί να δράμουν». 355
'Σ εκείνον ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας· «Θάρρου· ως προς τούτο παντελώς ας μη φροντίση ο νους σου· 'ς το σπίτι τώρ' ας έμπουμε, 'πού 'ναι σιμά 'ς τον κήπο· κει πρώτα τον Τηλέμαχον και ομού τον χοιροτρόφον και τον βουκόλον έστειλα, τα γεύμα να ετοιμάσουν». 360
Αυτά 'πε, κ' εξεκίνησαν, και, ως έφθασαν 'ς τα ωραία δώματα, τον Τηλέμαχον και ομού τον χοιροτρόφον και τον βουκόλον εύρηκαν, 'που κρέατ' ελιανίζαν πάμπολλα και το φλογερό, κρασί τους συγκερνούσαν. ωστόσο μες το σπίτι του τον ήρωα Λαέρτη 365 έλουσε η γραία Σικελή, τον άλειψε και ωραίαν χλαίναν τον περιέβαλε· κ' ήλθε η Αθηνά σιμά του και του ποιμένα των λαών μεγάλυνε τα μέλη, ώστε υψηλότερος πολύ, τρανώτερος εφάνη· και, απ' τον λουτήρα ως έβγαινε, τον θαύμαζ' ο υιός του, 370 άμα τον είδε 'ς την μορφήν όμοιον των αθανάτων, και κείνον επροσφώνησε με λόγια πτερωμένα· «Πατέρα, κάποιος των θεών, θαρρώ, των αιωνίων 'ς τ' ανάστημά σου, εις την ειδή, λάμψιν εχάρισ' άλλην».
Και προς αυτόν απάντησεν ο συνετός Λαέρτης· 375 «Δία πατέρα, και Αθηνά, και Απόλλων·, αχ! με κείνο το στήθος, 'πού 'χα ότ' έρριξα τους πύργους της Νηρίκου. 'ς άκρη θαλάσσης, αρχηγός εγώ των Κεφαλλήνων, να ήμουν χθες 'ς το σπίτι μας κοντά σου αρματωμένος, πολεμιστής και τιμωρός των ασεβών μνηστήρων, 380 θα 'βλεπες πόσων απ' αυτούς τα γόνατα να λύω αρκετός ήμουν, και χαρά θα λάμβανε η ψυχή σου».
Τους λόγους τούτους έλεγαν εκείνοι ανάμεσόν τους· και άμ' απ' τον κόπον έπαυσαν κ' ετοίμασαν το γεύμα, εις ταις καθήκλαις, 'ς τα θρονιά, καθίσαν όλοι αράδα. 385 και ως άπλοναν 'ς το φαγητόν, έφθασεν ο Δολίος, ο γέρος, με τα τέκνα του, και από τα έργα εγέρναν κοπιασμένοι, ότ' είχε βγη να τους καλέσ' η γραία μητέρα τους η Σικελή, 'που αυτούς είχε αναστήσει, και τώρα τον Δολίον της γεροκομούσε, ως πρέπει. 390 και κείνοι, άμ' είδαν κ' ένοιωσαν ευθύς τον Οδυσσέα, εσταθήκαν, κ' εθαύμαζαν, 'ς το δώμα· τότε κείνος με λόγια γλυκομίλητα 'ς αυτούς εστάθη κ' είπε· «Γέρε, 'ς το γεύμα κάθισε· μην απορείτε πλέον· απ' ώραν πολλήν πρόθυμα τα χέρια 'ς το φαγί μας 395 θάχαμε απλώσει· μόνον σεις να ελθήτ' εκαρτερούμε».
Είπε, και ο γέρος μ' ανοικταίς του 'χύθη επάνω αγκάλαις, κ' έσφιξε, κατεφίλησε, το χέρι του Οδυσσέα, και κείνον επροσφώνησε με λόγια πτερωμένα· «Μας ήλθες περιπόθητος, ω πολυαγαπημένε, 400 ανέλπιστος μας έφθασες· μόν' οι θεοί σε φέραν· γειά σου, χαρά σου, κ' οι θεοί να σε τρισευλογήσουν. και τώρα τούτο λέγε μου μ' αλήθεια να γνωρίσω, η Πηνελόπ' η φρόνιμη τάχ' έμαθεν ότ' ήλθες εις την πατρίδα, ή μηνυτήν ευθύς να στείλω εκείνης;» 405
'Σ εκείνον ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας· «Ω γέροντ', ήδη το 'μαθε· φροντίδα σου δεν είναι».
Είπε και κείνος κάθισε 'ς το στιλβωτό θρονί του. ομοίως εχαιρέτησαν τον θείον Οδυσσέα και του Δολίου τα παιδιά και του 'σφίγγαν τα χέρια, 410 και 'ς τον πατέρα των σιμά κάθισαν, τον Δολίον.
Κ' ενώ κείνοι γευμάτιζαν 'ς το δώμα καθισμένοι, 'ς την πόλιν όλην γρήγορα μηνύτρα βγήκε η φήμη κ' έλεγε, θάνατος φρικτός πως ηύρε τους μνηστήραις. κ' έρχονταν όλοι ως τ' άκουσαν, ένας κατόπι τ' άλλου, 415 με πολλούς θρήνους έμπροσθε 'ς το δώμα του Οδυσσέα. τους νεκρούς βγάζαν κ' έθαπτε καθείς τον ιδικόν του· και αυτούς, οπ' ήσαν απ' αλλού, τους θέσαν εις τα πλοία, κ' οι ναύταις 'ς την πατρίδα του καθέναν επεράσαν. κατόπι προς την αγοράν περίλυποι εβαδίζαν· 420 και, άμ' όλοι αυτού συνάχθηκαν και ομού συναθροισθήκαν, ο Ευπείθης εις το μέσο τους σηκώθη να ομιλήση· πόνος τον έσφαζε δριμύς του τέκνου του Αντινόου, 'που πρώτον εθανάτωσεν ο θείος Οδυσσέας· γι' αυτόν τότε δακρύζοντας ωμίλησέ τους κ' είπε· 425 «Μέγα κακό των Αχαιών εργάσθη, ω φίλοι, εκείνος· πολλούς και ανδρείους άλλοτε μες τα καράβια πήρε, και τα καράβι' αφάνισε και αφάνισε και κείνους· και τώρ' άμ' ήλθε φόνευσε τους πρώτους Κεφαλλήναις· ελάτε τώρ' ας τρέξουμε πριν φύγη αυτός 'ς την Πύλο, 430 ή 'ς την αγίαν Ήλιδα των Επειών την χώρα. ας πάμε, ειδέ μή θα 'χουμεν αιωνίαν καταισχύνη· ότι θα μας καταρασθούν κ' οι απόγονοι, αν ακούσουν 'που των παιδιών μας τους φονείς και των αυταδελφών μας εμείς δεν τιμωρήσαμεν· για με χάρι δεν έχει 435 όμοια ζωή· και προτιμώ να ευρώ τους πεθαμένους. πηγαίνουμε, μη 'ς την στερηά να βγουν προφθάσουν κείνοι».
Αυτά 'πε και όλ' οι Αχαιοί 'ς το κλάμμα του επονούσαν. 'ς αυτούς ο θείος αοιδός και ο Μέδοντας τότ' ήλθαν από τα οδύσσεια δώματα, την κλίνην άμ' αφήσαν· 440 και, ως έμπροσθέν τους στήθηκαν, απόρησε καθένας. ο συνετός ο Μέδοντας τότ' είπε προς εκείνους· «Ακούτε μ', Ιθακήσιοι· χωρίς των αθανάτων την θέλησι δεν έγειναν τα έργα του Οδυσσέα· άφθαρτον είδα εγώ θεόν εις το πλευρό να μένη 445 του Οδυσσέα, και ώμοιαζε τον Μέντορα 'ς την όψι. κείνος ο αθάνατος θεός πότε τον Οδυσσέα θάρρευ' εμπρός του φανερός, και πότε τους μνηστήραις 'ς το μέγαρο ετρικύμιζε, κ' εκείνοι έπεφταν όλοι».
Αυτά 'πε, και όλων έπιασε τα μέλη αχνή τρομάρα. 450 και ο Μαστορίδης άρχισεν ο ήρως Αλιθέρσης, γέρος, 'που μόνος έβλεπε τα εμπρός και τα κατόπι· εκείνος τότε ωμίλησε με καλήν γνώμη κ' είπε· «Δόστε, Ιθακήσιοι, προσοχήν εις ό,τι θα σας είπω· ω φίλοι, απ' την δειλία σας τούτ' όλα εγεννηθήκαν· 455 χαμένα εγώ και ο Μέντορας, ποιμένας των ανθρώπων, να παύσετε σας λέγαμεν από τ' ανόητ' έργα τα τέκνα σας, 'που φοβερόν ασέβημα ετολμούσαν, ενώ τα κτήματ' έφθειραν και την γυναίκα υβρίζαν ανδρός μεγάλου, κ' έλεγαν 'που αυτός δεν θα 'λθη πλέον. 460 και τώρα ιδού τι να γενή, τους λόγους μ' αν δεχθήτε· να μη πηγαίνουμε, κακό μην έλθη ζητημένο».
Αυτά 'πε και με αλαλαγμούς τότε οι μισοί και πλέον Σηκωθήκαν^ οι επίλοιποι συναθροισμένοι εμείναν, του γέρου ενώ δεν έστεργαν τον λόγον, και του Ευπείθη 465 επείθονταν· και παρευθύς 'ς τ' άρματα ωρμήσαν όλοι· και, άμα με τον θαμπωτικόν χαλκόν το σώμα εζώσαν, 'ς την πόλι την πλατύχωρην εμπρός εσυναχθήκαν· ήταν ο Ευπείθης αρχηγός, 'ς την άκρα του μωρία· νόμιζε αυτός να εκδικηθή τον φόνο του παιδιού του, 470 αλλ' έμελλε να πέση αυτός και πλειά να μη γυρίση.
Τότ' έλεγεν η 'Αθηνά προς τον Κρονίδη Δία· «Κρονίδη, ω πατέρα μας, πρώτε των βασιλέων, 'ς το ερώτημά μου απάντησε· τι μέσα ο νους σου κρύβει; εις του πολέμου τα κακά, 'ς το αίμα, θα τους σπρώχνης 475 ή μεταξύ τους βούλεσαι να στήσης την αγάπη;»
Και ο Δίας της απάντησεν ο νεφελοσυνάκτης· «Ω τέκνο μου, τι μ' ερωτάς 'ς αυτά και μ' εξετάζεις; δεν είσαι συ 'που σκέφθηκες η ίδια, να γυρίση ο Οδυσσέας και απ' αυτούς εκδίκησι να πάρη; 480 πράξε όπως θέλεις· και θα ειπώ κείν' οπού τώρ' αρμόζει. αφού τους εκδικήθηκεν ο θείος Οδυσσέας, ας γείνουν όρκοι στερεοί, να βασιλεύη εκείνος, κ' εμείς τον φόνο των παιδιών και των αυταδελφών των ας σβύσουμε από ταις καρδιαίς, ως πρώτα ν' αγαπώνται, 485 και πλούτη ας έχουν άφθονα και ατάραχην ειρήνη».
Είπε και θάρρος έβαλε 'ς την πρόθυμην Αθήνη, κ' η θεά 'χύθη απ' ταις κορφαίς του Ολύμπου και κατέβη.
Και αφού κείνοι την όρεξι του γλυκού σίτου εσβύσαν, τους είπεν ο πολύπαθος ο θείος Οδυσσέας· 490 «Ας προβή κάποιος να ιδή μην έφθασε το πλήθος». Τον άκουσε κ' εβγήκ' ευθύς το τέκνο του Δολίου, εις το κατώφλι στάθηκε κ' είδε σιμά το πλήθος, και του Οδυσσέα φώναζε με λόγια πτερωμένα· «Έφθασαν, ήδ' είναι σιμά· καιρός ν' αρματωθούμε». 495
Είπε και τ' όπλα εζώσθηκαν, εκείνοι του Οδυσσέα οι τρεις και αυτός, και ομού τα έξ' αγόρια του Δολίου· τότ' ο Λαέρτης ζώσθηκε τα όπλα και ο Δολίος. ασπρόμαλλοι πολεμισταίς, ως το καλούσ' η ανάγκη. και τ' άρματ' αφού ζώσθηκαν, οπ' έλαμπαν, ανοίξαν 500 την θύρα κ' εξεκίνησαν κατόπιν του Οδυσσέα.
Η Αθήνη, κόρη του Διός, 'ς το πλάγι τους εφάνη, εις το κορμί, και 'ς την φωνή, του Μέντορ' όλη ομοία. εχάρηκε ο πολύπαθος ο θείος Οδυσσέας. άμα την είδε, κ' είπ' ευθύς του αγαπητού παιδιού του· 505 «Τηλέμαχ', ήδη αυτό θα ιδής, τώρ' ότε θα 'μπης πρώτα οπού 'ς την μάχη των ανδρών τα παλληκάρια δείχνουν, αισχύνην να μη φέρης συ 'ς το γένος των πατέρων, οπού 'ς της γης τα πέρατα φημίζεται γενναίο».
Και ο συνετός Τηλέμαχος απάντησέ του κ' είπε· 510 «Αν θέλης, τώρα θέλ' ιδής, γλυκέ πατέρ', αν μέλλει τούτ' η ψυχή 'ς το γένος σου να φέρη καταισχύνη».
Αυτά πε, και περίχαρος εφώναξ' ο Λαέρτης· «Ποιάν είδα ημέραν, ω καλοί θεοί μου! αναγαλλιάζω· υιός μου τώρα κ' εγγονός έχουν άγων' ανδρείας». 515
Πλησίασε και του 'λεγεν η γλαυκομμάτ' Αθήνη· «Αρκεισιάδη, φίλε μου και πολυαγαπημένε, συ της γλαυκόμματης θεάς και του Διός ευχήσου, και τίναξε και ακόντισε το μακρυό κοντάρι».