Ομήρου Οδύσσεια Τόμος Δ

Part 3

Chapter 3 96 words Public domain Markdown

Αυτά 'πεν ο Τηλέμαχος· κ' η Αθήνη 'ς τους μνηστήραις 345 γέννησε γέλωτ' άσβυστον, και εσκότισε τον νουν των· και με σαγόνι' αλλότρια γελούσαν ήδη εκείνοι και κρέατ' αιματόβρεκτα μασσούσαν, κ' εγεμίσαν δάκρυα τα μάτια, και οδυρμούς προέβλεπε η ψυχή τους. τότ' είπεν ο θεόμορφος Θεοκλύμενος 'ς εκείνους· 350 «Α! δύστυχοι! ποια συμφορά σας ηύρε; μαύρη νύκτα ταις κεφαλαίς, τα πρόσωπα, τα γόνατα, σας ζώνει· άναψε ο θρήνος, δάκρυα 'ς τα μάγουλά σας ρέουν, και τα λαμπρά μεσόστυλα και οι τοίχοι στάζουν αίμα. πρόθυρο, αυλή, σκιαίς νεκρών γεμίσαν κινημέναις 355 κατά το ανήλιον Έρεβος· ο ήλιος εσβύσθη 'ς τον ουρανό, και απλώθη αυτού γύρω κακή μαυρίλα».

Αυτά 'πε, και όλοι εγέλασαν εκείνοι από καρδίας· άρχισε τότε ο Ευρύμαχος, το τέκνο του Πολύβου· «Τρελλός είν' ο νεόφερτος ο ξένος από πέρα· 360 αλλ' αυτόν οδηγήσετε να φύγη ευθύς, ω νέοι, να καταιβή 'ς την αγοράν, αφού δω νύκτα βλέπει».

Απάντησε ο θεόμορφος Θεοκλύμενος εκείνου· «Συ να μου δώσης οδηγούς, Ευρύμαχε, δεν θέλω· έχ' οφθαλμούς, έχω κι' αυτιά, κ' έχω τα δυο μου πόδια, 365 και μες τα στήθη μ' είναι νους ως πρέπει μορφωμένος. μ' αυτά θα φύγω εδώθ' ενώ βλέπω κακό 'που φθάνει, 'ς του καθενός την κεφαλή να πέση των μνηστήρων, όσοι μέσα 'ς τα δώματα του θείου Οδυσσέα υβρίζετ' όλους και φρικταίς εργάζεσθε ανομίαις». 370

Είπε και απ' το καλόκτιστο παλάτι εξήλθ' εκείνος, κ' επήγεν εις τον Πείραιον, 'που πρόθυμα τον δέχθη. τότ' οι μνηστήρες κύτταζαν ένας τον άλλον και όλοι κεντούσαν τον Τηλέμαχον και ανάπαιζαν τους ξένους· και κάποιος τότε ωμίλησε των αποτόλμων νέων· 375 «Τηλέμαχε, κακόξενος, ως είσαι, δεν είν' άλλος· τούτον ως έχεις τώρα εδώ τον ρυπαρόν πλανήτην, 'που τρώγει πίνει αχόρταστος, ούτε 'ς την εργασία ούτε 'ς ταις μάχαις έμπειρος, της γης χαμένο βάρος. και άλλος σηκώθη πάλι εδώ τον μάντη να σου κάμη· 380 αλλ' αν μ' ακούσης πλειότερην ωφέλεια θ' αποκτήσης· εις κάραβο πολύσκαρμον ας φορτωθούν οι ξένοι ν' αποσταλούν 'ς τους Σικελούς, κέρδος καλό να πάρης».

Τούτα οι μνηστήρες έλεγαν και αδιαφορούσ' εκείνος, και τον πατέρα του άφωνος εκύττα καρτερώντας 385 πότε θα πέση να κτυπά τους αναιδείς μνηστήραις.

Και ως είχε στήσει αντίκρυ των το υπέρλαμπρο θρονί της, η Πηνελόπ' η φρόνιμη του Ικαρίου κόρη, όλ' άκουεν, όσ' έλεγαν οι άνδρες εις το δώμα, ενώ με γέλια, με χαραίς, εκάθιζαν 'ς το γεύμα, 390 το πρόσχαρο, το ευφραντικόν, ότ' είχαν πολλά σφάξει· αλλ' άλλος δείπνος άχαρος δεν γίνετ' ως ο δείπνος, 'πώμελλαν γλήγορα η θεά και ο άνδρας ο γενναίος να τους προσφέρουν, ότι αυτοί τον αδικήσαν πρώτοι.

Ραψωδία Φ

Τότε 'ς τον νου της έβαλεν η γλαυκομμάτ' Αθήνη, της Πηνελόπης φρόνιμης του Ικαρίου κόρης, τόξο και σίδερο λευκό να θέση των μνηστήρων, αγώνα και του φόνου αρχήν, 'ς το σπίτι του Οδυσσέα. και την υψηλήν κλίμακα του δόμου της ανέβη, 5 'ς τ' απαλό χέρι το κλειδί πήρε γυρτόν, ωραίο, χάλκινο, μ' ελεφάντινο χερούλι εφοδιασμένο. 'ς τον θάλαμον τον ύστερον εμπήκε με ταις κόραις, οπ' ήσαν όλ' οι θησαυροί κρυμμένοι του κυρίου, πολυεργασμένο σίδερο, χάλκωμα, και χρυσάφι· 10 τόξον οπισθοτέντωτον εκ' ήταν και φαρέτρα, οπ' είχε μέσα πάμπολλα στεναγμοφόρα βέλη· αυτά 'ς την Λακεδαίμονα του 'δωκε δώρα ο ξένος ο Ευρυτίδης Ίφιτος, όμοιος των αθανάτων. εις την Μεσσήνην έτυχε 'ς το σπίτι του Ορτιλόχου 15 του φιλομάχου να ευρεθούν^ 'κεί πήγεν ο Οδυσσέας να λάβη χρέος 'που 'ς αυτόν χρωστούσε ο τόπος όλος· ότι τριακόσια πρόβατα με τους βοσκούς των πήραν Μεσσήνιοι 'ς τα πολύσκαρμα καράβι' απ' την Ιθάκη· όθεν μακροταξείδευσε, παίδιος ακόμη, εκείνος, 20 αποσταλμένος του πατρός και των λοιπών γερόντων. ναύρη πάλ' ήλθ' ο Ίφιτος φοράδαις, 'που 'χε χάσει, δώδεκα, και 'που βύζαιναν φερέπονα μουλάρια, οπού κατόπι του 'γειναν φόνος και μαύρη μοίρα, ότε 'ς τον λεοντόψυχον ήλθεν υιόν του Δία, 25 τον Ηρακλέα, των φρικτών κατορθωμάτων γνώστην, 'που ξένον του 'ς την σκέπη του τον φόνευσ' ούδ' εντράπη, ο ανόσιος, την τρέπεζα 'που του 'χε παραθέσει, ούτε την δίκη των θεών· αλλ' έσφαξεν εκείνον κ' είχε και ταις φοράδαις του· και, αυταίς ενώ ζητούσε, 30 τον Οδυσσέ' απάντησε και του 'δωκε το τόξο, 'που εφόρει ο μέγας Εύρυτος, και αυτός πριν αποθάνη εις τα υψηλά του μέγαρα του υιού του το 'χε αφήσει. και λόγχη του 'δωκε βαρειά και ξίφος ο Οδυσσέας, αρχήν ξενίας τρυφερής· αλλά δεν γνωρισθήκαν 35 και 'ς το τραπέζι, επειδή πριν φόνευσ' ο υιός του Δία τον Ευρυτίδην Ίφιτον, όμοιον των αθανάτων, οπού το τόξο του 'δωκε· και ο θείος Οδυσσέας, 'ς τον πόλεμον ότ' έβγαινε μέσα 'ς τα μαύρα πλοία, τ' άφινε σπίτι, ενθύμημα του αγαπημένου ξένου, 40 και μόνον 'ς την πατρίδα του το τόξο εκείνο εφόρει.

Και άμ' έφθασε 'ς τον θάλαμον η θαυμαστή γυναίκα, και ανέβηκε το δρύινο κατώφλι, οπού με τέχνη ο ξυλουργός καλόξυσε και το 'σιασε 'ς την στάφνη, και παραστάταις άρμοσε και θύραις οπ' έλαμπαν, 45 απ' το λουρί δεν άργησε να λύση την κορώνη, έμπασε μέσα το κλειδί και αντίκρ' ηύρε τους σύρταις, τους άμπωσε, και ως βόσκοντας εις το λειβάδι ταύρος βογγά, ομοίως τα λαμπρά θυρόφυλλα, σπρωγμένα από την κλείδα, εβόγγησαν κ' εμπρός της ανοιχθήκαν. 50 και ανέβηκε 'ς την υψηλή σανίδ', οπ' ήσαν όλα τ' αρμάρια με τα ενδύματα τα μοσχοβολισμένα. κείθ' άπλωσε και απ' το καρφί ξεκρέμασε το τόξο, με το θηκάρι, οπού λαμπρό το περιλάμβαν' όλο. εκάθισε, 'ς τα γόνατα το επήρε η μαραμμένη, 55 και κλαίοντας έξ' έβγαλε το τόξο του κυρίου. και αφού 'ς τον πολυδάκρυτον θρήνον εκείνη ευφράνθη, πορεύθηκε 'ς το μέγαρο προς τους λαμπρούς μνηστήραις, ενώ τ' οπισθοτέντωτο τόξο 'ς το χέρι εκράτει και την φαρέτρα με πολλά στεναγμοφόρα βέλη. 60 σιμά της η θεράπαιναις φέραν καλάθι, οπ' είχε χαλκόν και σίδερο πολύ, τα όπλα του κυρίου. και ότ' έφθασεν η ασύγκριτη γυναίκα 'ς τους μνηστήραις, 'ς της στερεοκάμωτης σκεπής σιμά 'ς τον στύλο εστάθη, 'ς την όψι αντισηκόνοντας τα μαλακά μαντίλια, 65 και εδώθε της θεράπαινα εστήθη και άλλη εκείθε. και προς αυτούς ωμίλησε· «Μνηστήρες ανδρειωμένοι, δότε μου τώρ' ακρόασι, σεις, 'που 'ς το δώμα τούτο επέσετε, να τρώγετε, να πίνετ', ενώ λείπει απ' την πατρίδ' ο άνδρας μου και τόσο αργεί 'ς τα ξένα. 70 και άλλην να εφεύρη πρόφασιν δεν εδυνήθη ο νους σας παρ' ότι εμέ να πάρετε γυναίκα επιποθείτε. αλλά, μνηστήρες, έρχεσθε· και ιδού, σας δείχνω αγώνα· το μέγα τόξο θέτω εγώ, του θείου Οδυσσέα. και αυτόν, οπ' ευκολώτερα τανύση την χορδή του 75 και αξίναις όλαις δώδεκα περάση με το βέλος, θ' ακολουθήσω, αφήνοντας το δώμα τούτ', οπ' ήλθα νεόνυμφη, πανεύμορφο και θησαυρούς γεμάτο, οπού και μέσα 'ς τ' όνειρο συχνά θα το θυμώμαι».

Αυτά 'πε, και παράγγειλε τον θείον χοιροιρόφον 80 τόξο και σίδερο λευκό να θέση των μνηστήρων· τα 'λαβε κείνος κλαίοντας και απόθεσέ τα χάμαι· και άμ' είδε του κυρίου του το τόξο, και ο βουκόλος θρηνούσε αλλού· τους ύβρισεν ο Αντίνοος τότε κ' είπε· «Άγνωστοι αγρόταις, 'πώχετε τον νουν εις την ημέρα, 85 δύστυχοι, τι δακρύζετε, και της καρδιάς τα βάθη ταράζετε της γυναικός; και άφ' εαυτής εκείνη την λύπη τρέφει, οπ' έχασε τον ποθητόν της άνδρα, αλλ' ήσυχα καθήμενοι τρώγετε ή δώθ' εβγήτε να κλαίετε, και αφήσετε το τόξο τούτο, αγώνα 90 εις τους μνηστήραις φοβερόν· ότι με δυσκολία τούτο, θαρρώ, τανύζεται το στιλβωμένο τόξο· διότι απ' όσους βλέπω εδώ κανείς τον Οδυσσέα· δεν ομοιάζει 'ς την ανδρειά, τα μάτια μ' ως τον είδαν, και το ενθυμούμαι καθαρά, νήπιος ακόμ' αν κ' ήμουν». 95

Αυτά 'πεν όμως την χορδήν εκείνος να τανύση έλπιζε και το σίδερο με βέλος να περάση, κ' έμελλε πρώτος να αισθανθή το βέλος απ' το χέρι τον Οδυσσέα του λαμπρού, 'που κείνος είχε υβρίσει 'ς το δώμ' αυτού καθήμενος, κ' οι φίλοι τον κατόπι. 100

Και 'ς αυτούς είπε η σεβαστή του Τηλεμάχου ανδρεία· «Ο Δίας αχ! μ' εμώρανε! μου λέγ' η αγαπημένη μητέρ', αν κ' έχει φρόνησην, ότι απ' αυτό το δώμα βούλεται ν' αποξενωθή, να υπάγη μ' άλλον άνδρα, κ' εγώ γελώ και τέρπομαι 'ς την άγνωστη ψυχή μου. 105. αλλά, μνηστήρες, έρχεσθε· κ' ιδού, σας δείχθη αγώνας, γυνή, 'που εις γην Αχαϊκήν άλλη δεν είν' ομοία, ούτε 'ς την Πύλο την ιερή, 'ς το Άργος, 'ς την Μυκήνη. ούτε 'ς την κάρπιμη στερηάν, αλλ' ούτε 'ς την Ιθάκην· γνωστά σας· της μητρός μου εγώ τον έπαινο θα λέγω; 110 εμπρός, και 'ς άργητ' αφορμαίς μην εύρετε και πλέον του τόξου μην ξεφεύγετε την τέντωσι, να ιδούμε. θα το δοκίμαζα κ' εγώ· και αν τύχη να τανύσω το τόξο και το σίδερο περάσω με το βέλος, δεν θα με θλίβ' η σεβαστή μητέρ' αν άλλον άνδρα 115 πάρη, το σπίτι αφήνοντας, ότι εγώ μέν' οπίσω άξιος τ' άρματα λαμπρά να φέρω, του πατρός μου».

Αυτά 'πε, και σηκώθη ορθός, και την πορφυρή χλαίνα και ομού το ξίφος κοφτερόν εγδύθη από τους ώμους. λάκκον πρώτ' έσκαψε μακρύν εις ταις αξίναις όλαις 120 έναν, και αυτού ταις έστησε και αράδιασε με στάφνη, και γύρω θύτησε την γη· και τον θαυμάζαν όλοι την τάξι πώς εγνώριζεν ενώ ποτέ δεν είδε. και ολόρθος 'ς το κατώφλιο δοκίμαζε το τόξο· τρεις το ελύγισε φοραίς με πόθο να το σύρη, 125 τρεις τον αφήκε η δύναμις, αλλ' όμως να τανύση το νεύρο και το σίδερο να διαπεράση εθάρρει· 'ς την τέταρτην, ως το 'συρνε μ' ανδρειά, το 'χε τανύσει, πλην την ορμή του εμπόδισε με νεύματ' ο Οδυσσέας. και πάλιν είπε η σεβαστή του Τηλεμάχου ανδρεία· 130 «Αχ! άνανδρος, αδύναμος, θα μείνω και κατόπι, ή νέος είμ' εγώ πολύ, και ακόμη δεν θαρρεύω 'ς τα χέρια μου, ν' αντισταθώ 'ς άνδρ' αν μ' υβρίση πρώτος. αλλ' όσοι με υπερβαίνετε 'ς την δύναμιν, αρχήστε του τόξου εδώ την δοκιμήν, ο αγώνας να τελειώση». 135

Είπε και χάμαι απόθεσε το τόξο και της θύρας το 'γυρε προς ταις κολληταίς σανίδαις στιλβωμέναις· το ταχύ βέλος έκλινε προς την λαμπρήν κορώνη, κ' εγύρισε προς το θρονί, 'που 'χε καθίσι πρώτα. και ο υιός του Ευπείθη Αντίνοος τότ' είπε προς εκείνους· 140 «Προς δεξιά σηκόνεσθε με την σειράν, ω φίλοι, και όθε κερνά ο κεραστής εκείθε αρχή να γείνη».

Είπεν ο Αντίνοος, και αρεστός 'ς όλους εφάνη ο λόγος. σηκώθη πρώτος ο υιός του Οίνοπα, ο Λειώδης· ήταν ιερογνώστης των, και, 'ς τον λαμπρόν κρατήρα 145 σιμά, κάθιζε ανάμερα, και αυτός εμίσα μόνος τ' άνομα κ' έτρεφεν οργή προς όλους τους μνηστήραις. και τότε πρώτος έπιανε το τόξο και το βέλος· ολόρθος 'ς το κατώφλιο δοκίμαζε το τόξο, και δεν το ετάνυσεν, αλλά τραβώντας αποκάμαν 150 τ' απαλά χέρι' αγύμναστα, και των μνηστήρων είπε· «Δεν το τανύζω, αγαπητοί· τώρ' ας το λάβη και άλλος· ότι καρδίαν και ζωήν πολλών θα πάρη ανδρείων τούτο το τόξον, επειδή καλήτερον νομίζω τον θάνατον, ή ζωντανοί να στερηθούμε κείνο, 155 'που καρτερούμ' ολοκαιρίς εδώ συναθροισμένοι. τώρα 'ς τα βάθη της ψυχής κάποιος ελπίζει ακόμη να νυμφευθή την φρόνιμη γυναίκα του Οδυσσέα, αλλ' ότι κάμη δοκιμή του τόξου και γνωρίση, των Αχαιίδων γυναικών τότ' άλλην λαμπροφόραν 160 με δώρ' αυτός ας μνηστευθή, και ας πάρη αυτή τον άνδρα, οπού χαρίση πλειότερα και όποιον της στείλ' η μοίρα».

Είπε και χάμαι απόθεσε το τόξο και της θύρας το 'γυρε προς ταις κολληταίς σανίδαις στιλβωμέναις· το ταχύ βέλος έκλινε προς την λαμπρήν κορώνη, 165 κ' εγύρισε προς το θρονί, 'που 'χε καθίσει πρώτα· και πικρά τον ωνείδισεν ο Αντίνοος και του 'πε· «Ποιος λόγος, Λειώδη, σου 'φυγε των οδοντιών το φράγμα, βαρύς, φρικτός, και ως τ' άκουσα θυμός με κυριεύει, ότι, αν εσύ δεν δύνασαι το τόξο να τανύσης, 170 αυτό καρδίαν και ζωήν πολλών θα πάρη ανδρείων. όχι, δεν σ' έχ' η σεβαστή μητέρα γεννημένον τόξων συ να 'σαι τραβηκτής και βέλη ν' ακοντίζης· αλλά μνηστήρες θαυμαυστοί θα το τανύσουν άλλοι».

Είπε και 'ς τον Μελάνθιον γιδοβοσκόν εστράφη· 175 «Κινήσου και άναψε φωτιά 'ς το σπίτι, ω Μελανθέα· θέσε κοντά μέγα θρονί και στρώσε αυτού προβεία· φέρε από μέσα το χοντρό του αλείμματος τυπάρι, όπως με πυρ ζεσταίνοντας και αλείφοντας το οι νέοι το τόξο δοκιμάσουμεν, ο αγώνας να τελειώση». 180

Είπε· και πυρ αδάμαστον άναψε ο Μελανθέας, και το θρονί κοντά 'θεσε κ' έστρωσε αυτού προβεία, κ' έφερε μέσαθε χοντρόν αλείμματος τοπάρι· και αφού καλά το ζέσταναν δοκιμάσαν οι νέοι, χαμένα, και 'ς την δύναμι πολύ κατώτερ' ήσαν. 185 ο Αντίνοος και ο θεόμορφος Ευρύμαχος εμέναν ακόμ', οι ανδρειότεροι και των μνηστήρων πρώτοι.

Τότ' άφησαν το μέγαρο κ' εβγήκαν ο βουκόλος αντάμα και ο χοιροβοσκός του θείου Οδυσσέα· εκείνους ακολούθησεν ο θείος Οδυσσέας. 190 αλλ', απ' την θύρα ξέμακρα και απ' την αυλήν ότ' ήσαν, με λόγια χλυκομίλητα 'ς αυτούς εστράφη κ' είπε· «Βουκόλε, και χοιροβοσκέ, θα 'λεγα κάποιον λόγον ή να το κρύψω; κ' η καρδιά να εξηγηθώ με σπρώχνει· με ποίαν γνώμη βοηθοί θα ήσθε του Οδυσσέα, 195 αν κάπουθ' έλθη ξάφνου εδώ κ' ένας θεός τον φέρη; σεις των μνηστήρων βοηθοί θα ήσθε ή του Οδυσσέα; ειπήτ' εκείν' οπ' η ψυχή σας λέγει κ' η καρδία».

Εκείνου τότε απάντησεν ο άνδρας ο βουκόλος· «Δία πατέρα, τούτον μου τον πόθον τέλειωσέ μου· 200 ας έλθη εκείνος, ο θεός να τον επαναφέρη· θα 'βλεπες πώς μ' ακολουθούν μ[τ]α χέρια μου τ' ανδρεία».

Και ομοίως 'ς όλους τους θεούς ο Εύμαιος ευχήθη 'ς το σπίτι του ο πολύνοος να φθάση Οδυσσέας. και άδολην ως εγνώρισε την γνώμην των εκείνος, 205 το στόμα πάλιν άνοιξεν, ωμίλησέ τους κ' είπε· «Έφθασα, ιδού με, αυτός εγώ, 'που, αφού πολλά 'χω πάθει, ήλθα τον χρόνον εικοστόν 'ς την γη την πατρική μου. ξεύρ' ότι από τους δούλους μου 'ς εσάς τους δύο μόνον έφθασα περιπόθητος· ουδ' άκουσα απ' εκείνους 210 κανέναν άλλον να ευχηθή να φθάσω 'ς την πατρίδα. και ό,τι θα γείνη αληθινά 'ς εσάς θα φανερώσω· αν μου υποτάξη ένας θεός τους θαυμαστούς μνηστήραις, του καθενός τότε από σας εγώ θα δώσω νύμφην, κ' εδώ σιμά μου κτήματα και ωραία κατοικία, 215 και φίλοι θάσθε και αδελφοί του υιού μου Τηλεμάχου, κ' ιδού, σημάδι φανερό τώρ' άλλο θα σας δείξω, να με καλογνωρίσετε, να μη διστάζη ο νους σας, το λάβωμ' οπού μ' άνοιξε με λευκό δόντι χοίρος, 'ς τον Παρνασό, 'που τα παιδιά με πήραν του Αυτολύκου». 220

Είπε, το μέγα λάβωμα ξυγύμνωσε απ' τα ράκη, κ' εκείνοι, αφού θεώρησαν και απ' όλα ελάβαν γνώσι, 'ς ταις αγκαλιαίς των έσφιξαν τον θείον Οδυσσέα, έκλαιαν και την κεφαλή του εφίλουν και τους ώμους· τα χέρια και ταις κεφαλαίς τους φίλησε κ' εκείνος. 225 και ο ήλιος θα βασίλευε και ακόμη αυτοί θα κλαίαν, αλλά τους ξέκοψεν αυτός και προς εκείνους είπε· «Από τους θρήνους παύσετε, μη βγη και σας νοήση κάποιος από το μέγαρο και μέσα τ' αναφέρη. εμπήτε τώρ', αλλ' όχι ομού, πρώτος εγώ, κατόπι 230 ανάρηα σεις· και ας διορισθή το ακόλουθο σημάδι· οπόταν όλ' οι θαυμαστοί μνηστήρες θα φωνάζουν 'ς τα χέρια μου να μη δοθούν το τόξο κ' η φαρέτρα, θεί' Εύμαιε, το δώμα συ διάβαινε και φέρε το τόξον εις τα χέρια μου, και πρόσταξε ταις κόραις 235 τα στερεά θυρόφυλλα να κλείσουν των μεγάρων, και αν ακουσθή βόγγος ανδρών ή κτύπος εις το δώμα, ολόκλειστ' οπού θα 'μασθε, να μη προβή καμμία έξω, αλλ' αυτού 'ς τα έργα τους σιγά να μείνουν όλαις. κ' εις σε την θύρα της αυλής λέγω, Φιλοίτιε θείε, 240 με κλείθρο και κομπόδεμα προσεκτικά να κλείσης».

Είπε και 'ς τα καλόκτιστα δώματα ευθύς εμπήκε, κ' εγύρισεν εις το θρονί, 'που 'χε καθίσει πρώτα· κ' οι δούλοι έφθασαν έπειτα του θείου Οδυσσέα.

Κ' εμάλαζ' ο Ευρύμαχος το τόξο και 'ς την λάμπα 245 εδώ κ' εκεί το ζέσταινεν, αλλά να το τανύση δεν εδυνήθη, και βαθειά 'ς την ένδοξη ψυχή του μ' αδημονία στέναζε, κ' είπε μεγαλοφώνως· « Τον εαυτό μου πόσ', ωιμέ, και όλους τους άλλους κλαίω· του γάμου τόσο, αν και δριμύς, δεν με θερίζει ο πόνος· 250 και άλλαις εις την περίβρεκτην Ιθάκην Αχαιίδες είναι πολλαίς, είναι και αλλού· με θλίβει ότι μας λείπει τόσον από την δύναμι του θείου Οδυσσέα, ώστε να μη τανύζουμεν εμείς το τόξο εκείνου· αχ! και 'ς ταις άλλαις γεννεαίς θα φθάσ' η καταισχύνη!» 255

Ο υιός του Ευπείθη Αντίνοος απάντησέ του κ' είπε· « Μη το φοβείσ', Ευρύμαχε· και μόνος σου εννοείς το· τον θεόν τούτον ευλαβώς ο τόπος εορτάζει και τόξα θα τανύζουμεν; αλλ' ήσυχα φυλάξτε το τόξο, και ας αφήσουμε να στέκωντ' η αξίναις 260 όλαις, ως είναι, ότι κανείς δεν θα 'λθη να ταις πάρη, θαρρώ, μέσ' απ' το μέγαρο του θείου Οδυσσέα. τώρ' απαρχαίς ο κεραστής ας δώση 'ς τα ποτήρια, όπως, αφού γείν' η σπονδή, φυλάξουμε το τόξο· και ειπέτε 'ς τον γιδοβοσκόν Μελάνθιον, άμα φέξη 265 να φέρη απ' όλαις ταις κοπαίς ερίφια διαλεμμένα, όπως, αφού μεριά καούν του λαμπροτόξου Φοίβου, το τόξο δοκιμάσουμεν, ο αγώνας να τελειώση».

Αυτά 'πε κείνος και άρεσεν ο λόγος και των άλλων· και το νερό τους έχυσαν οι κήρυκες 'ς τ' χέρια, 270 και, αφού κρατήραις με κρασί στεφάνωσαν οι νέοι, έδωκαν 'ς όλους απαρχή 'ς τα γεμιστά ποτήρια· και, αφού σπονδίσαν κ' έπιαν όσ' ήθελε η ψυχή τους, με δόλον ο πολύγνωμος τους είπεν Οδυσσέας· «Ακούτε με, της θαυμαστής βασίλισσας μνηστήρες, 275 να φανερώσω εγώ 'ς εσάς ό,τ' η ψυχή μου λέγει. εξόχως τον Ευρύμαχον και Αντίνοον τον θείον παρακαλώ, 'που φρόνιμον και αυτόν είπε τον λόγον, τώρα το τόξο ν' αφεθή και 'ς τους θεούς να ελπίζουν· αύριο την νίκην ο θεός θα δώσ' εις όποιον θέλη. 280 αλλά να δώσετε 'ς εμέ το στιλβωμένο τόξο, τα χέρια και την δύναμι να δοκιμάσω εμπρός σας, αν ρώμ' υπάρχει ως άλλοτε 'ς τα λυγιστά μου μέλη, ή χάθη απ' τους παραδαρμούς και απ' την ταλαιπωρία».

Αυτά 'πε, και αγανάκτησαν υπέρμετρα οι μνηστήρες· 285 το στιλπνό τόξο μην αυτός τανύση εφοβηθήκαν· κ' εφώναξ' ο Αντίνοος, ωνείδισέ τον κ' είπε· «Ω ξέν' ελεεινότατε, φρέναις ποσώς δεν έχεις· και δεν αρκεί σ' ότ' ήσυχος εις τους υπερηφάνους εμάς συντρώγεις και άφθονο 'ς τα γεύματ' έχεις μέρος, 290 και ότι την ομιλία μας, τους λόγους μας ακούεις· και άλλος τους λόγους μας πτωχός και ξένος δεν ακούει· σε βλάπτει το γλυκό κρασί, και αυτό ζαλίζει εκείνους 'που το ρουφούν υπέρμετρα· δεν έχει αυτό τυφλώσει τον λαμπρόν Ευρυτίωνα, τον Κένταυρον, ότ' ήλθε 295 'ς των Λαπιθών το κάλεσμα, 'ς του ενδόξου Πειριθόου το μέγαρο; απ' το κρασί τυφλώθη, επάρθη, ο νους του, και μες το δώμ' ανόμησε φρικτά του Πειριθόου. κ' οι ήρωες ωργίσθηκαν, τον ποδοσύραν έξω, αφού μ' άπονη μάχαιρα μύτη και αυτιά του κόψαν, 300 και αυτός, 'που 'παθε τύφλωσι 'ς τον νουν, επήρε δρόμο κ' έσερνε με τυφλή ψυχή την μαύρη συμφορά του. όθεν κατόπ' οι Κένταυροι κ' οι άνδρες πολεμούσαν· και το κακό ζήτησε αυτός κ' ηύρε απ' την μέθη πρώτος. και σέν' ομοίαν συμφοράν προλέγω σου αν το τόξο 305 τανύσης· και 'ς τον τόπο μας προστάτην μη προσμένης· αλλά σε στέλνουμεν ευθύς μ' ολόμαυρο καράβι 'ς τον βασιλέαν Έχετον αδικητήν του κόσμου, άφευκτα εκεί ν' αφανισθής^ αλλ' ήσυχα εδώ πίνε και με τους νεωτέρους σου συ μη φιλονεικήσης». 310

Κ' η Πηνελόπ' η φρόνιμη τότ' είπε προς εκείνον· Αντίνοε, γίνετ' άδικο, να στερηθούν οι ξένοι του Τηλεμάχου, οπ' έρχονται 'ς το δώμα τούτο ικέταις. κ' εάν ο ξένος, θαρρετός 'ς την ρώμη των χεριών του, το μέγα τόξο ετάνυζε του θείου Οδυσσέα, 315 φοβείσ' ότι 'ς το σπίτι του νύμφην εμέ θα πάρη; αλλ' ουδέ κείνος 'ς την ψυχή παρόμοιαν τρέφει ελπίδα. τούτο δεν είν', όχι, αφορμή να σας κακοκαρδίση ενώ συμποσιάζετε· δεν πρέπει, δεν αρμόζει».

Απάντησεν ο Ευρύμαχος· «Του Ικαρίου κόρη, 320 ω Πηνελόπη φρόνιμη, νύμφην εσέ να πάρη τούτος, δεν υποψιάζουμε ποσώς· αλλ' ουδ' αρμόζει· αλλ' εντρεπόμασθεν ανδρών και γυναικών το στόμα, μη κάποιος απ' τους Αχαιούς ουτιδανός πότ' είπη· ανδρός λαμπρού την σύντροφον πολύ κατώτεροί του 325 άνδρες ζητούν, και το στιλπνό τόξο του δεν τανύζουν· αλλ' ήλθε πολυπλάνητος πτωχός από τα ξένα, το ετάνυσε και πέρασε το σίδερο με βέλος· αυτά θα ειπούν και όνειδος 'ς εμάς θα ήναι ο λόγος».

Κ' η Πηνελόπ' η φρόνιμη 'ς εκείνον αποκρίθη· 330 «Ευρύμαχε, δεν γίνεται 'ς τον τόπο να 'χουν δόξα εκείνοι οπού καταφρονούν το σπίτι ανδρός μεγάλου και το αφανίζουν και όνειδος 'ς εσάς φαίνοντ' εκείνα; αυτός ο ξένος στερεό και μέγ' έχει το σώμα, και λέγει ότι γεννήθηκεν απ' ευγενή πατέρα. 335 τώρ' ας ιδούμε· δώσετε το στιλπνό τόξο εκείνου. και ιδού τι λέγω φανερά και ο λόγος μου θα γείνη. αν το τανύση και 'ς αυτόν την δόξα δώση ο Φοίβος, θα τον ενδύσω μ' εύμορφον χιτώνα και χλαμύδα· θα λάβη ακόντι σουβλερό, διώκτην ανδρών και σκύλων, 340 και ξίφος δίστομο· καλά σανδάλια θα του δώσω, και θα τον στείλ' οπού η καρδιά θελήση και η ψυχή του».

Και ο συνετός Τηλέμαχος απάντησέ της κ' είπε· «Άλλος, μητέρα μ', Αχαιός την δύναμι δεν έχει, 'πώχω να δώσω ή ν' αρνηθώ το τόξο 'ς όποιον θέλω. 345 όχι, ούδ' όσ' είναι της σκληρής Ιθάκης ή των νήσων προς την αλογοβόσκητην την Ήλιδα ηγεμόνες, αυτών δεν δύναται κανείς να μ' εμποδίση, αν θέλω, το τόξο και μονόφορα του ξένου να χαρίσω. αλλ' άμε σπίτι, έχε τον νου 'ς τα έργα τα δικά σου, 350 την αλακάτη, τ' αργαλειό, και πρόσταξε ταις κόραις να εργάζωνται, και άφησ' εδώ του τόξου την φροντίδα 'ς τους άνδραις κ' έξοχα 'ς εμέ 'που 'μαι 'ς το σπίτι κύριος».

Θαύμασε αυτή κ' εγύρισε 'ς το δώμα, ότι τον λόγον του τέκνου της τον φρόνιμον εδέχθη 'ς την καρδία. 355 και με ταις κόραις έφθασε 'ς τ' ανώγι, αυτού να κλαίη πικρά τον Οδυσσέα της, ως ότου γλυκόν ύπνο 'ς τα βλέφαρά της έχυσεν η γλαυκομμάτ' Αθήνη.

Επήρε ωστόσο κ' έφερνε το τόξ' ο χοιροτρόφος, κ' ευθύς του σήκωσαν βοή 'ς το δώμ' όλ' οι μνηστήρες, 360 και κάποιος τότ' εφώναξε των αποτόλμων νέων· «Αζήλευτε χοιροβοσκέ, το τόξο πού θα φέρης, χαμένε; γλήγορα, θαρρώ, 'ς ταις έρμαις χοιρομάνδραις οι γοργοί σκύλοι, θρέμματα δικά σου, θα σε φάγουν, αν μας βοηθήσ' ο Απόλλωνας και όλ' οι θεοί του Ολύμπου». 365 Είπαν και απ' την βοή πολλών ετρώμαξεν εκείνος. χάμαι το τόξον έθεσεν αλλ' από τ' άλλο μέρος του φώναξε ο Τηλέμαχος· «Πατέρα, εμπρός το τόξο φέρε, και δεν θα ωφεληθής αν 'ς όλους υπακούσης, μήπως, αν και νεώτερος, σε διώξω με λιθάρια, 370 εις τον αγρόν ότ' είμ' εγώ 'ς τα χέρι' ανώτερός σου. να 'μουν, αχ! τόσο ανώτερος, εις των χεριών την ρώμη, όλων αυτών, οπ' είν' εδώ 'ς τα δώματα μνηστήρες, με φρικτόν τρόπο θα 'καμνα το σπίτι μου ν' αφήσουν ευθύς αυτοί 'που το κακό 'ς τον νου τους οργανίζουν». 375

Αυτά 'πε και όλοι από καρδιάς γελάσαν οι μνηστήρες, και, χάρις 'ς τον Τηλέμαχον, ημέρωσ' η οργή τους. και ο χοιροτρόφος πέρασε κ' εστήθη του Οδυσσέα εμπρός και το τόξ' έβαλε 'ς τα χέρια του γενναίου, και την βυζάστρα κάλεσεν Ευρύκλεια και της είπε· 380 «Προστάζει σε ο Τηλέμαχος, φρόνιμη Ευρύκλεια, τώρα τα στερεά θυρόφυλλα να κλείσης των μεγάρων· και αν ακουσθή βόγγος ανδρών και κτύπος εις το δώμα, ολόκλειστ' οπού θα 'μασθε, να μη προβή κανένας έξω, αλλ' αυτού 'ς τα έργα τους σιγά καθείς να μείνη». 385

Αυτά 'πε κείνος και άπτερος 'ς αυτήν ειπώθη ο λόγος· κ' έκλεισε τα θυρόφυλλα των υψηλών μεγάρων. κ' εξ' ο Φιλοίτιος πήδησεν ήσυχ' από τα δώμα, και της καλόφρακτης αυλής έκλεισ' ευθύς την θύρα. ήταν 'ς την αίθουσα σχοινί βύβλινο από καράβι, 390 το πήρεν, έδεσε μ' αυτό την θύρα κ' επανήλθε, και οπ' ήταν πρώτα εκάθισε, και προς τον Οδυσσέα τους οφθαλμούς προσήλωσε· και αυτός ήδη το τόξο γυρίζ' ολούθ' ολόγυρα, να ιδή μήπως σαράκι, ο κύριος ενώ 'λειπε, το κέρατ' είχε φθείρει· 395 και κάποιος τότε ωμίλησε κυττώντας τον πλησίον· «Του τόξου αυτός θεωρητής κάπως πανούργος είναι· ή τόξ' έχει 'ς το σπίτι του παρόμοια φυλαγμένα ή όμοια θα ποιήση αυτός, τόσο πολύ 'ς τα χέρια το στρέφει ο πολυπλάνητος κακούργος ψωμοζήτης». 400

Άλλος πάλι τότ' έλεγε των αποτόλμων νέων· «Όμοιαν να λάβη απόλαυσιν εις την ζωή του εκείνος, καθώς ποτέ θα δυνηθή το τόξο να τανύση».

Έλεγαν και ο πολύγνωμος ωστόσον Οδυσσέας, το μέγα τόξο άμ' έπιασε και πανταχόθεν είδε, 405 ως ο εξαίσιος αοιδός και της κιθάρας γνώστης ευθύς τανύζει την χορδή, στριφτάρι αν κ' έχει νέο, τάντερο αρνιού καλόστριφτον εις τ' άκρ' αφού προσδέση, το μέγα τόξο αβίαστα τάνυσ' ευθύς εκείνος, και την νευρή δοκίμασε με το δεξί του χέρι· 410 ελάλησ', ως την έγγιξεν, ως χελιδόνι εκείνη. τότ' οι μνηστήρες τρόμαξαν και άλλαξαν όψιν όλοι· και με σημάδι φανερό βαρειά βρόντησ' ο Δίας. εχάρηκε ο πολύπαθος ο θείος Οδυσσέας, σημάδι ότ' είδ' απ' τον υιόν του κρυπτοβούλου Κρόνου. 415 και απ' το τραπέζι αυτού σιμά γοργό βέλος επήρε έτοιμο· και μες την βαθειά φαρέτρα εμέναν τ' άλλα, αυτά 'που μέλλαν να αισθανθούν ογλήγορα οι μνηστήρες· το κράτησε 'ς το κέρατο, και, οθ' ήταν καθισμένος, νευρήν, γλυφίδαις, τράβησε, και, αφού σημάδι επήρε, 420 τόξευσε και όλαις πέρασεν αράδα ταις αξίναις από τον πρώτον στελεόν· το χάλκινον ακόντι εβγήκε πέρα, κ' είπε αυτός· «Ποσώς δεν σ' ατιμάζει, Τηλέμαχε, καθήμενος 'ς τα μέγαρά σου ο ξένος. μη το σημείον έσφαλα; μην άργησα με κόπο 425 το τόξο να τανύσω εγώ; σώζετ' η δύναμίς μου, και άδικα με καταφρονούν και ψέγουν οι μνηστήρες. κ' είναι καιρός οι Αχαιοί τον δείπνον να ετοιμάσουν όσ' είναι φως· διασκέδασι και άλλην κατόπι θα 'χουν εις την κιθάρα, 'ς τον χορό, τα δώρα της τραπέζης». 430

Αυτά 'πε κ' εβλεφάρισε· και ακονισμένο ξίφος ο ποθητός εζώσθ' υιός του θείου Οδυσσέα, κοντάρι εφούκτωσε κ' ευθύς 'ς το πλάγι εκείνου εστήθη, σιμά 'ς τον θρόνο, κ' έλαμπε με τ' άρματα ζωσμένος

Ραψωδία Χ