Ομήρου Οδύσσεια Τόμος Δ

Part 2

Chapter 2 95 words Public domain Markdown

Τούτο το λάβωμ' έπιασε κ' εγνώρισεν η γραία, κ' ευθύς το πόδι απόλυσε, κ' έπεσ' εκείνο μέσα 'ς τον λέβητα, κ' εβρόντησε το χάλκινον αγγείο, 'ς την άλλην έγυρε μεριά, και το νερόν εχύθη. 470 χαράν και θλίψιν μέσα της συνάμ' αισθάνθη εκείνη, τα μάτια δάκρυα γέμισαν κ' εκόπηκ' η φωνή της· και το πηγούνι του 'πιασε κ' είπε· «Γλυκό παιδί μου, είσ' ο Οδυσσέας άσφαλτα· κι' αχ! δεν σ' έχω γνωρίσει πριν ψηλαφήσ' ολόκληρον εγώ τον κύριόν μου». 475

Είπε και το βλέμμ' έστρεψε κατά την Πηνελόπη να φανερώσ' ότι έφθασε 'ς το σπίτι ο ποθητός της. και αυτή να ιδή δεν δύνονταν αντίκρ' ή να νοήση, διότ' η Αθήνη αλλού τον νου της έστρεψε· και κείνος απ' τον λαιμό την έπιασε με το δεξί του χέρι, 480 και με τ' άλλο την έφερε σιμά του και της είπε· «Θα μ' αφανίσης, μάννα, συ; και 'ς τούτο το βυζί σου συ μ' έφερες· και τώρα εγώ, αφού πολλά 'χω πάθει, τον χρόνον έφθασα εικοστόν 'ς την γη την πατρική μου. αλλ' αφού συ το νόησες θεόθεν διδαγμένη, 485 σίγα, μην άλλος άνθρωπος κανείς εδώ το μάθη. και άκουσε τώρ' ό,τι θα ειπώ και ο λόγος μου θα γείνη· αν μου υποτάξη ένας θεός τους θαυμαστούς μνηστήραις, ουδέ σε, την βυζάστρα μου, θα λυπηθώ, την ώρα 'που 'ς τα ιδικά μου μέγαρα ταις δούλαις θα φονεύσω». 490

Η Ευρύκλεια τότε η φρόνιμη 'ς εκείνον αποκρίθη· «Τέκνο, ποιος λόγος σου 'φυγε των οδοντιών το φράγμα; ξεύρεις πως είν' ασάλευτη και αδάμαστ' η ψυχή μου, και, ως να 'μουν λίθος στερεός ή σίδερο, θα μείνω. και άλλο τι ακόμη θα σου ειπώ και βάλε το 'ς τον νου σου· 495 αν σου υποτάξη ένας θεός τους θαυμαστούς μνηστήραις, μίαν προς μίαν θα σου ειπώ 'ς το σπίτι ταις γυναίκαις, και αυταίς, 'που σε καταφρονούν, και όσαις δεν έχουν κρίμα».

Εκείνης ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας· «Μάννα, τι θα ταις είπης συ; φροντίδα σου δεν είναι· 500 θα ταις νοήσω μόνος μου καλώς, την καθεμία· σώπαινε συ, και 'ς των θεών το θέλημ' αναπαύου».

Αυτά 'πε, και το μέγαρον διάβηκεν η γραία να φέρη ποδονίψιμο, τι χύθ' όλο το πρώτο· και αφού καλά τον ένιψε κ' εμύρωσεν εκείνη, 505 εις την φωτιά να πυρωθή σίμωσε το θρονί του και με τα ράκη σκέπασε το λάβωμ' ο Οδυσσέας· τότ' άρχισεν η φρόνιμη να λέγη Πηνελόπη· «Ω ξένε, τώρα κάτι εγώ θα σ' ερωτήσω ακόμη· ότ' ήδη φθάνει της γλυκειάς ανάπαυσης η ώρα 510 'ς αυτούς, 'που πιάν' ύπνος γλυκός, μ' όση και αν έχουν θλίψι. αλλ' άμετρην διώρισε λύπην 'ς εμένα η μοίρα. όσ' είν' ημέρα ευφραίνομαι με στεναγμούς, με θρήνους, 'ς το σπίτι ενώ τα έργα μου προσέχω και των δούλων· αλλ' άμ' η νύκτα καταιβή και όλοι γλυκοκοιμούνται, 515 'ς την κλίνην, οπού κείτομαι, την έρημη καρδία, σκληροί μου σφίγγουν λογισμοί και βιάζουν με να κλαίω. και όπως αηδόνα η πράσινη, η κόρη του Πανδάρου, γλυκολαλεί, της άνοιξης άμα ο καιρός γυρίση, ενώ 'ς των δένδρων κάθεται τα φουντωμένα φύλλα, 520 και ως χύνει την πολόηχη φωνή της συχναλλάζει, τον Ιτυλόν της κλαίοντας, παιδί της, 'που 'χε σφάξει άγνωστα εκείνη, τον υιόν του Ζήθου βασιλέα· όμοια κ' εμένα εδώ κ' εκεί σαλεύεται η καρδία, αν θα σταθώ με το παιδί, και ως είμαι να φυλάγω 525 το είναι μου, ταις δούλαις μου και το υψηλό παλάτι, σέβας της κλίνης νυμφικής και της φωνής του κόσμου, ή απ' τους μνηστήραις Αχαιούς ήδη θ' ακολουθήσω κείνον οπ' είναι ανώτερος και πλήθια δίδει δώρα. και όσ' ήταν άγνωστο παιδί δεν μ' εσυγχώρει ο υιός μου 530 άνδρα να πάρω αφίνοντας του πρώτου ανδρός το δώμα· πλην τώρ' ότ' εμεγάλωσε και παλληκάρι εγίνη, λεπείται την ουσία του, 'που τρώγουν οι μνηστήρες, και τους θεούς παρακαλεί να υπάγω εις τους γονείς μου. αλλ' όνειρο τώρ' άκουσε, και να μου το εξηγήσης· 535 'ς το σπίτι χήναις είκοσι με μοσκευτό σιτάρι εγώ τρέφω, κ' ευφραίνομαι καθώς ταις βλέπω εμπρός μου. μέγας αετός κυρτόμυτος απ' τ' όρος εκατέβη και τους λαιμούς των έκοψε· νεκραίς επέσαν όλαις 'ς το μέγαρο, και ο αετός σηκώθη 'ς τον αιθέρα· 540 κ' εγώ μες τ' όνειρ' έκαμνα ξεφωνητό και κλάψα· κ' εμένα η καλοπλέξουδαις κυκλώσαν Αχαιίδες ενώ 'κλαια πως αετός μου φόνευσε ταις χήναις· γύρισε αυτός κ' εκάθισε 'ς την κορυφή της σκέπης, και με φωνήν ανθρώπινη μ' εμπόδιζε να κλαίω· 545 —θάρρεψε, ω κόρη του γνωστού 'ς τον κόσμον Ικαρίου, όχι όνειρον, αλλ' όραμα καλό 'που θ' αληθεύση· η χήνες τους μνηστήραις σου δηλούν, κ' εγώ, 'που ως τώρα ήμουν αετός, ο άνδρας σου τώρ' είμαι κ' επανήλθα να δώσω τέλος άσχημον εις όλους τους μνηστήραις.— 550 αυτά 'πε κείνος και άφησεν εμένα ο γλυκός ύπνος· και όπως τα μάτια γύρισα 'ς το σπίτ' είδα ταις χήναις 'που τρώγαν σίτον ως προτού τριγύρω 'ς την λεκάνη».

Εκείνης ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας· «Άλλην εξήγησι, ω γυνή, του ονείρου να ζητήση 555 κανείς δεν δύνατ', επειδή το τέλος ο Οδυσσέας ο ίδιος είπε, και όλεθρος εις τους μνηστήραις όλους φανερός είναι και κανείς τον χάρο δεν θα φύγη».

Κ' η Πηνελόπ' η φρόνιμη 'ς εκείνον αποκρίθη· «Ω ξένε, υπάρχουν και άπιαστα όνειρα μωρολόγα, 560 και όσα ονειρεύονται οι θνητοί δεν αληθεύουν όλα· ότι δυο πύλαις έχουμε των ελαφρών ονείρων· ελεφαντόπλαστ' είν' η μια κεράτιν' είν' η άλλη· και όσ' όνειρ' από τον σχιστόν ελέφαντα διαβαίνουν, όλ' απατούν τον άνθρωπον με ρήματα χαμένα, 565 και όσ' από τα καλόξυστα κέρατα διαβαίνουν αληθινά τελεσφορούν 'ς εκείνον 'που τα βλέπει. πλην το πικρ' όνειρο, θαρρώ, κείθε 'ς εμέ δεν ήλθε· αχ! πόσην θα 'φερνε χαρά 'ς εμέ και 'ς το παιδί μου. και άλλο τι ακόμη θα σου ειπώ και βάλε το 'ς τον νου σου· 570 έρχετ' η αυγή κατάρατη, 'που εμέν' από το σπίτι θα πάρη του Οδυσσέα μου· μέλλω να θέσω αγώνα αυταίς 'που κείνος έσταινε 'ς τα μέγαρά του αξίναις δώδεκα όλαις 'ς την σειράν, ως τα πλευρά των πλοίων, και από μακράν τοξεύοντας ταις διαπερνούσεν όλαις· 575 τέτοιον αγώνα τώρα εγώ θα θέσω των μνηστήρων· και αυτόν, οπ' ευκολώτερα το τόξο θα τανύση, και όλαις αξίναις δώδεκα περάση, με το βέλος, θ' ακολουθήσω, αφίνοντας το δώμα τούτ', οπ' ήλθα νεόνυμφη, πανεύμορφο και θησαυρούς γεμάτο, 580 οπού και μέσα 'ς τ' όνειρο συχνά θα το θυμώμαι».

Εκείνης ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας· «Του Λαερτιάδη σεβαστή γυναίκα του Οδυσσέα, τέτοιον αγώνα σπίτι σου να θέσης μην αργήσης· ότι πρώτα ο πολύγνωμος θα φθάση Οδυσσέας, 585 πριν ή εκείνοι, ψάχνοντας το στιλβωμένο τόξο, και την χορδή τανύζοντας, τα σίδερα περάσουν».

Κ' η Πηνελόπ' η φρόνιμη 'ς εκείνον αποκρίθη· «Εάν εδώ καθήμενος εμέ να τέρπης, ξένε, ήθελες, δεν θα χύνονταν ύπνος 'ς τα βλέφαρά μου· 590 αλλ' άυπνοι παντοτινά δεν γίνεται να μένουν οι άνθρωποι· και των θνητών εις κάθε πράγμα μέρος διώρισαν οι αθάνατοι, 'ς την γη την σιτοδώρα. αλλ' εγώ τώρα θ' αναιβώ 'ς τ' ανώγι να πλαγιάσω 'ς την κλίνην πολυστένακτην, 'που δάκρυα την ποτίζουν 595 τα μάτια μ' από την στιγμήν οπ' έφυγ' ο Οδυσσέας, την Κακοΐλιον να ιδή την τρισκαταραμένην· κει θα πλαγιάσω εγώ· και συ 'ς το σπίτι εδώ κοιμήσου· ή στρώσε χάμαι ή θέλησε να σου ετοιμάσουν κλίνη».

Αυτά 'πε και 'ς τα υπέρλαμπρα τ' ανώγι' ανέβη εκείνη, 600 όχι μόν', η θεράπαιναις σιμά την συνωδεύαν· και αφού 'ς τ' ανώγι ανέβηκεν εκείνη με ταις κόραις, τον ποθητόν της έκλαιεν, ως ότου γλυκόν ύπνο 'ς τα βλέφαρα της έχυσεν η γλαυκομμάτ' Αθήνη.

Ραψωδία Υ

'Σ τον πρόδομον επλάγιαζεν ο θείος Οδυσσέας· επάνω εις βωδοτόμαρον αμάλακτ' είχε στρώσει πολλαίς προβείαις των αρνιών, 'που σφάζαν οι μνηστήρες· και, άμ' αναπαύθη, σκέπασμα του έρριξ' η Ευρυνόμη, αυτού κινώντας εις τον νουν ολέθρια 'ς τους μνηστήραις 5 άγρυπνος έμενεν αυτός· και απ' το παλάτ' η κόραις, όσαις με κείνους άσεμνα να σμίγουν συνειθούσαν, βγαίναν και γέλια και χαραίς έκαμναν μεταξύ των. αλλ' εταράζετο η καρδιά 'ς τα σωθικά του εκείνου, και διαλογίζονταν πολύ μες της ψυχής τα βάθη, 10 εάν θα ορμήση θάνατον να δώσ' εις καθεμία, ή αφήση με τους προπετείς μνηστήραις να 'χουν σμίξι την ύστερή των· και η καρδιά μέσα σφοδρά του αλύκτα. και ως σκύλ', οπού τα τρυφερά μικρά της περιτρέχει, άνθρωπον ξένον αλυκτά κ' είν' έτοιμη 'ς την μάχη· 15 όμοια του αλύκτα μέσα του, καθώς αγανακτούσε. και την καρδιά του ωνείδισε, τα στήθη του κτυπώντας· — βάστα, καρδιά· σκυλίτερον έχεις βαστάσει πόνον, όταν ο άγριος Κύκλωπας μου 'τρωγε τους γενναίους συντρόφους· και συ βάστασες ως ότου απ' τ' άντρο κείνο, 20 όπ' έβλεπες τον θάνατον, η γνώσι σ' έφερε έξω.— τους λόγους τούτους έλεγε προς την καρδιά του εκείνος· τότε 'ς αυτόν υπάκουσε με υπομονή μεγάλη μέσα η καρδιά του· πλην αυτός γύριζ' εδώθ' εκείθε· και ως ότε απ' αίμα γεμιστήν και απ' άλειμμα κοιλίαν 25 άνθρωπος στρέφει εδώ κ' εκεί 'ς την φλόγα οπ' έχει ανάψει, ότι ποθεί ταχύτατα να την ιδή ψημένην, εδώθ' εκείθ' εγύριζε και αυτός κ' εμεριμνούσε το πώς τους αδιάντροπους μνηστήραις να κτυπήση μόνος, κ' εκείν' ήσαν πολλοί· τότε 'ς αυτόν η Αθήνη 30 κατέβη από τον ουρανό κ' είχε θνητής το σχήμα· 'ς την κεφαλή του στάθηκεν επάνω κ' είπ' εκείνου· «Πάλι αγρυπνείς, ο άμοιρος, ως άλλος δεν ευρέθη; ιδού, το σπίτι σου, κ' ιδού 'ς το σπίτ' η σύντροφός σου, και το παιδί σου, οπ' όμοιον κάθε πατέρας θέλει»· 35

Εκείνης ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας· «Ναι, τούτ' όσ' είπες, ω θεά, λάθος ποσώς δεν έχουν· αλλ' η ψυχή μου μεριμνά 'ς τ' ανήσυχά μου στήθη το πώς τους αδιάντροπους μνηστήραις να κτυπήσω μόνος, και πάντοτ' είναι αυτοί 'ς το δώμα συναγμένοι. 40 και άλλο τι μεγαλήτερο μεριμνά μέσα ο νους μου· με του Διός την δύναμι και σέν' αν τους φονεύσω, πού θαύρω εγώ καταφυγή; να το σκεφθής ζητώ σε».

Τότε η θεά του απάντησεν η γλαυκομμάτ' Αθήνη. «Άθλιε, και 'ς μικρότερον φίλον καθείς θαρρεύει 45 θνητόν και οπού βουλεύματα τόσο πολλά δεν ξεύρει· αλλ' εγώ είμαι αθάνατη θεά, 'που σε φυλάσσω πάντοτε εις κάθε αγώνα σου· κ' ιδού τι σου κηρύττω· κ' εάν τους δυο μας έζωναν θνητών ανθρώπων λόχοι πεντήκοντα, με ορμή πολλή 'ς τον φονικόν αγώνα, 50 και αυτών ακόμη θα 'παιρνες τα βώδια και τ' αρνία. κοιμήσου τώρα· είναι βαρύ πολύ να ολονυκτήσης άγρυπνος· και από τα δεινά να βγης δεν θέλει αργήσης».

Αυτά 'πε κ' ύπνον έχυσεν εις τα ματόφυλλά του, και πάλ' η ασύγκριτη θεά 'ς τον Όλυμπον ανέβη. 55 Και ο ύπνος ως τον έπιανε και του 'λυε τα μέλη και ταις φροντίδαις, η χρηστή γυναίκα του εξυπνούσε κ' εκάθισε και δάκρυζε 'ς την μαλακή της κλίνη· και αφού 'ς τους θρήνους χόρτασε την θλιβερή καρδιά της, 'ς την Άρτεμιν η ασύγκριτη γυναίκα ευχήθη πρώτα· 60 «Αγία κόρη του Διός, Άρτεμις, άμποτ' ήδη το στήθος μου τοξεύοντας να μ' έσβυνες αμέσως, ή ας μ' άρπαζεν ανεμική και ας μ' έσερνε μαζή της 'ς τ' ανήλια περάματα και να με φέρη πέρα 'ς του οπισθορμήτου Ωκεανού το στόμα να με ρίξη. 65 και ως σήκωσαν η ανεμικαίς ταις κόραις του Πανδάρου,— ταις ωρφανεύσαν οι θεοί, και αφού 'ς το σπίτι εμείναν έρημαις, βρεφοκόμησεν αυταίς η Αφροδίτη, και με τυρί ταις έτρεφε, κρασί γλυκό, και μέλι. η Ήρα ταις εχάρισεν, ως εις θνητήν καμμίαν, 70 γνώσι και κάλλη, ανάστημα η Άρτεμις η αγία, κ' έργα να εργάζωνται λαμπρά ταις δίδαξεν η Αθήνη· και ως ν' αναιβή 'ς τον Όλυμπον η Αφροδίτ' η θεία, των κορασίδων την χαρά του γάμου να ζητήση από τον Δία βροντητή, 'που, των απάντων γνώστης, 75 την μοίρα και την αμοιριά κάθε θνητού γνωρίζει, ταις κόραις σήκωσαν ευθύς η άρπυιαις και ταις δώσαν των Εριννύων των φρικτών να ταις περιποιούνται,— όμοια κ' εμέ ν' αφάνιζαν οι κάτοικοι του Ολύμπου ή και ας μ' εκτύπ' η Άρτεμις, όπως τον Οδυσσέα 80 'ς τον νου θωρώντας καταιβώ 'ς τον μισημένον Άδη, να μην ευφράνω την ψυχήν ανθρώπου κατωτέρου. αλλ' ο θλιμμένος δύναται την λύπη να υπομένη αν ολημέρα οδύρεται, και οπόταν φθάν' η νύκτα τον πάρ' ο ύπνος, ότι αυτός, 'ς τα βλέφαρ' άμα πέση, 85 και τα καλά και τα κακά 'ς την λησμονιά βυθίζει. αλλά 'ς εμέ και ονείρατα κακά μου στέλν' η μοίρα. και τούτην πάλι την νυκτιά 'ς το πλάγι μου τον είχα, ως ήταν ότ' εκίνησε με τον στρατόν, κ' εχάρην όψιν ότ' είδ' αληθινήν, όχι όνειρον, εμπρός μου». 90

Αυτά 'πε, κ' η χρυσόθρονη Ηώ 'ς τον κόσμο εφάνη· και οπ' έκλαιε την νόησε μακρόθεν ο Οδυσσέας, κ' έμεινε και του φάνη πως τον γνώρισ' ήδη εκείνη και του 'στεκε 'ς την κεφαλή· και άρπας' ευθύς την χλαίνα και ταις προβειαίς, 'που πλάγιαζε, και απόθεσέ τα εις θρόνον 95 'ς το μέγαρο, κ' έξ' έφερε τα βώδινο τομάρι. και τα χέρια σηκόνοντας είπε· «Πατέρα Δία, εάν τωόντ' η αγάπη σας, αφού μ' εβασανίστε, από στερηαίς και θάλασσαις μ' ωδήγησε 'ς την γην μου, απ' τους θνητούς, οπού ξυπνούν, κάποιος φωνήν ας βγάλη 100 μέσαθε, κ' έξω του Διός άλλο ας φανή σημείον».

Ευχήθη και τον άκουσεν ο πάνσοφος ο Δίας, και απ' τα νεφώδ' υψώματα του ακτινοβόλου Ολύμπου βρόντησ' ευθύς· εχάρηκεν ο θείος Οδυσσέας. και από το σπίτι πρόβαλε φωνήν γυναίκ' αλέστρα 105 πλησίον, οπ' ευρίσκονταν οι μύλοι του κυρίου, και δώδεκ' αγωνίζονταν γυναίκες να ετοιμάσουν κριθάλευρα, σιτάλευρα, μεδούλι των ανθρώπων. κ' η άλλαις άμ' απάλεσαν κοιμώνταν· μόνη εκείνη άλεθε ακόμ' η αδύναμη· τον μύλον η θλιμμένη 110 κράτησε, κ' έβγαλε φωνή, σημάδι του κυρίου· «Δία πατέρα, 'που εις θεούς και ανθρώπους βασιλεύεις, μεγάλα εβρόντησες από τον κάταστρον αιθέρα, ούδ' είναι νέφος πουθενά· κάποιο σημείον δείχνεις· κ' εμένα τώρα της πτωχής 'ς ό,τ' είπω δόσε τέλος· 115 ύστερη σήμερα φορά 'ς το σπίτι του Οδυσσέα να ευφρανθούν το πρόσχαρο συμπόσιον οι μνηστήρες· αυτοί, 'που 'ς τ' άλεσμα βαρύ τα γόνατα μού κόψαν και την καρδία, τώρα εδώ να φάγουν το ύστερό τους».

Αυτά 'πε· και απ' τον κλήδονα και απ' την βροντήν του Δία 120 ο Οδυσσέας θάρρεψε να εκδικηθή τους πταίσταις.

Η άλλαις δούλαις 'ς τα λαμπρά δώματα του Οδυσσέα συναθροιζόνταν και άναφταν φωτιάν εις την γωνίστρα· εγέρθη και ο Τηλέμαχος, το ισόθεο παλληκάρι, ενδύθη και το κοφτερό σπαθί 'ς τον ώμο εζώσθη. 125 'ς τα λαμπρά πόδια τα καλά προσέδεσε πεδούλια, κοντάρι πήρε δυνατό μ' ακονισμένη λόγχη, και 'ς το κατώφλι στάθηκε κ' είπε της Ευρυκλείας· «Γερόντισσα, ετιμήσετε τον ξένον εις το σπίτι με στρώμα και με φαγητόν, ή μένει αμελημένος; 130 ότ' η μητέρα μου συχνά, μ' όλην την γνώσι 'πώχει, ως τύχη, τον χειρότερον απ' τους θνητούς ανθρώπους τιμά, και τον καλήτερον καταφρονεί και διώχνει».

Η Ευρύκλεια τότ' η φρόνιμη 'ς εκείνον αποκρίθη· «Ω τέκνο μου, 'ς την άπταιστη μην αποδίδης πταίσμα· 135 κρασί 'πινε καθήμενος, όσ' ήθελε, αλλά πλέον πείναν δεν είχε, ως έλεγε 'ς αυτήν, 'που τον ερώτα. και την γλυκειάν ανάπαυσιν ότ' ενθυμήθη εκείνος, κλίνην αυτή παράγγειλε ταις δούλαις να του στρώσουν, και αυτός ως έρμος άμοιρος δεν έστεργε να πέση 140 εις κλίναις και παπλώματα, αλλ' εις βωδιού τομάρι αμάλακτο και 'ς ταις προβειαίς, 'ς τον πρόδομο, κοιμήθη. κατόπιν εμείς σκέπασμα του ρίξαμεν επάνω».

Αυτά 'πε, και ο Τηλέμαχος κρατώντας το κοντάρι εβγήκε και γοργόποδες δυο σκύλοι ακολουθούσαν, 145 και κίνησε 'ς την σύνοδο των Αχαιών να φθάση· των δούλων ωστόσ' έλεγεν η θαυμαστή γυναίκα Ευρύκλεια, 'που ήταν γέννημα του Ώπα Πεισηνορίδη· «Κινείσθε· σεις σαρώσετε και ράνετε το δώμα, και 'ς τα καλόφθειαστα θρονιά τους πορφυρούς απλώστε 150 τάπηταις· σεις, ταις τράπεζαις σφογγίσετ' όλαις γύρω, και τους κρατήραις και μαζή τα τεχνικά ποτήρια τα δίκουπα καθάρετε· κ' η άλλαις εις την βρύσι πάτε, να φέρετε νερό, και αυτού να μην αργείτε· ότ' οι μνηστήρες γρήγορα 'ς το μέγαρο θα φθάσουν 155 πολύ πρωί· τι σήμερον εορτάζει ο κόσμος όλος».

Είπε, και αυταίς υπάκουσαν αμέσως 'ς την φωνή της. είκοσι πήγαν απ' αυταίς 'ς την ισκιασμένη βρύσι, η άλλαις επιδέξια 'ς τα δώματα ενεργούσαν.

Εμπήκαν και των Αχαιών οι ακόλουθ' υπηρέταις, 160 και ξύλα σχίσαν τεχνικά· και από την βρύσι φθάσαν

η κόραις· ο χοιροβοσκός και αυτός κατόπιν ήλθε· κ' έφερνε τρία διαλεκτά θρεφτάρι' απ' το κοπάδι. άφησ' εκείνα 'ς το λαμπρό περίφραγμα να βόσκουν, και αυτός γλυκά προσφώνησεν ευθύς τον Οδυσσέα· 165 «Ξένε, κάπως καλήτερα σε βλέπουν οι μνηστήρες, ή ακόμη σε καταφρονούν 'ς τα μέγαρα ωσάν πρώτα;»

'Σ εκείνον ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας· «Αχ,! οι θεοί, φίλ' Εύμαιε, τ' όνειδος να κτυπούσαν οπ' ενεργούν τούτ' οι ασεβείς παράνομοι και αυθάδεις 170 'ς το ξένο σπίτι, κ' εντροπής μέρος ποσώς δεν έχουν».

Τους λόγους τούτους έλεγαν εκείνοι ανάμεσόν τους. ωστόσο και ο γιδοβοσκός Μελάνθιος ήλθε κ' είχε δύο βοσκούς κατόπι του, 'που ωδήγαν διαλεμμένα ερίφι' απ' όλαις ταις κοπαίς να φάγουν οι μνηστήρες. 175 εις την βροντερήν αίθουσα τα έδεσε αποκάτω και αυτός πικρά προσφώνησεν ευθύς τον Οδυσσέα· «Ξένε, 'ς το δώμ' ακόμη εδώ θε να μας βασανίζης, ολόγυρα ζητεύοντας, κ' εδώθε δεν θα φύγης; την φορά ταύτην άσφαλτο δεν θέλει χωρισθούμε 180 πριν συγκρουσθούν οι γρόνθοι μας· ότ' είσ' αισχρός ζητιάνος· κ' είναι και αλλού των Αχαιών τραπέζια, να πηγαίνης».

Αυτά 'πε και ο πολύγνωμος εσώπαινε Οδυσσέας, αλλ' έσεισε την κεφαλή και ολέθρια μελετούσε.

Και τρίτος ο Φιλοίτιος, άρχος ανδρών, τότ' ήλθε, 185 κ' έφερνε στείραν δάμαλην κ' ερίφια των μνηστήρων. απ' την αντίκρυ στερεά τους πέρασαν περάταις, 'που κροβοδούν κάθ' άνθρωπον οπόταν τους ζητήση. εις την βροντερήν αίθουσα τα έδεσε αποκάτω κ' επήγε 'ς τον χοιροβοσκό σιμά και τον ερώτα· 190 «Χοιροβοσκέ, ποιος είν' αυτός ο ξένος, 'που τώρ' ήλθε εις το παλάτι μας; και ποιών ανδρών καυχάτ' ότ' είναι γέννημ' αυτός; ποιαν γενεάν και ποιαν έχει πατρίδα; ο άμοιρος! και φαίνεται 'ς την όψι βασιλέας. αλλ' αφανίζουν οι θεοί τους περιπλανωμένους, 195 όταν τους κλώσουν συμφοραίς, και βασιλείς αν είναι».

Είπε, τον επλησίασε και τον εκαλοδέχθη με την δεξιά, και του 'λεγε με λόγια πτερωμένα· «Πατέρα ω ξένε, χαίρε μου· καλαίς να ιδής ημέραις καν εις το εξής· τώρα πολλά σε βασανίζουν πάθη. 200 πάτερα Δία, ποιος θεός ολέθριος είν' ως είσαι; αφού τους γέννησες εσύ, τους άνδραις δεν λυπείσαι και τους βυθίζεις 'ς άμετρη φρικτή ταλαιπωρία. ίδρωσα ως σ' είδα, εδάκρυσα, ενώ τον Οδυσσέα αμέσως ενθυμήθηκα, διότι, θαρρώ, και κείνος 205 μ' όμοια ράκη επάνω του 'ς τον κόσμο παραδέρνει, αν είναι ακόμη 'ς την ζωή, του ηλιού το φως αν βλέπει· και αν εις τον Άδη ευρίσκεται, αχ! ορφανόν μ' αφήκε ο ισόθεος Οδυσσέας μου, 'που νέον ταις δαμάλαις να επιστατήσω μ' έβαλε 'ς την γη των Κεφαλλήνων· 210 γίνονται τώρ' αμέτρηταις, ουδέ βοσκός πότ' είδε τόσον η πλατυμέτωπαις δαμάλαις να πληθύνουν. και προσταγμένος φέρνω ταις να ταις χαρούν οι ξένοι, 'που το παιδί 'ς το σπίτι του δεν σέβονται, ουδέ τρέμουν την θείαν δίκην, ότι αυτοί να μοιρασθούν ζητούσι 215 του βασιλέα τα καλά τον πολυεξωρισμένου. και μες τα βάθη της ψυχής τούτο γυρίζει ο νους μου πολύ συχνά· μέγα κακόν, ενώ σώζετ' υιός του, να φύγω, να ξενιτευθώ, μαζή με ταις δαμάλαις· αλλά πάλι χειρότερο, να μένω αυτού ταις ξέναις 220 δαμάλαις να φυλάσσω εγώ με πόνο της ψυχής μου. θα 'χα προσφύγει από καιρόν εις μέγαν βασιλέα άλλον, ότ' είναι αβάστακτα κείνα οπού βλέπω πλέον· αλλ' ακόμη τον άμοιρον στοχάζομ', ίσως έλθη κάπουθε, και 'ς τα δώματα σκορπίση τους μνηστήραις». 225

'Σ εκείνον ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας· «Βουκόλε, αφ' ούτε ανόητος ούτε αγενής συ δείχνεις, κ' εγώ βλέπ' ότ' η σύνεσις ταις φρέναις σου φωτίζει, άκου τι λέγω και φρικτόν όρκον ομόνω ακόμη· μάρτυς μου ο Δίας ύψιστος, το ξενικό τραπέζι 230 και η γωνία, 'πώφθασα, του άπταιστου Οδυσσέα, συ δω θα ήσαι και άσφαλτα θα φθάσ' ο Οδυσσέας, και με τα μάτια σου θα ιδής, αν θέλης, τους μνηστήραις, 'που ηγεμονεύουν τώρα εδώ, να πέφτουν σκοτωμένοι».

'Σ εκείνον τότε απάντησεν ο άνδρας ο βουκόλος· 235 «Α! ξένε, να τελείονεν ό,τ' είπες ο Κρονίδης! θα 'βλεπες πώς μ' ακολουθούν τα χέρια μου τ' ανδρεία».

Και ομοίως 'ς όλους τους θεούς ο Εύμαιος ευχήθη να φθάση ο πολύνοος 'ς το δώμα του Οδυσσέας.

Τους λόγους τούτους έλεγαν εκείνοι ανάμεσόν τους. 240 του Τηλεμάχου αφανισμόν ωστόσον οι μνηστήρες έπλεκαν· αλλ' αριστερό πουλί 'ς αυτούς εφάνη, υψηλοπέτης αετός, 'που εκράτει περιστέραν. τους είπε τότ' ο Αμφίνομος^ «Δεν θέλει ορθοποδήση, ω φίλοι, ό,τι ωργανίσαμε, του Τηλεμάχου ο φόνος· 245 αλλά τώρ' ας φροντίσουμε να ετοιμασθή το γεύμα».

Είπε, κ' εις όλους άρεσεν ο λόγος του Αμφινόμου. και άμ' έφθασαν 'ς τα δώματα του θείου Οδυσσέα, εις ταις καθήκλαις. 'ς τα θρονιά, ταις χλαίναις αποθέσαν· κ' έσφαζαν κείνοι αρνιά τρανά κ' ερίφια σαρκωμένα, 250 χοίρους θρεφτούς και δάμαλην και, αφού τα σπλάχνα ψήσαν, τα μοίραζαν και το κρασί συγκέρναν 'ς τους κρατήραις. ο χοιροτρόφος έδιδε τριγύρω τα ποτήρια, τον σίτον ο Φιλοίτιος, ο άρχος των ανθρώπων, μέσα 'ς τα ωραία κάνιστρα· κ' εκέρνα ο Μελανθέας· 255 και άπλωσαν κείνοι 'ς τα έτοιμα φαγιά 'που εμπρός τους είχαν.

Και δίβουλα ο Τηλέμαχος εκεί τον Οδυσσέα έσταινε μες το μέγαρο το στερεό, πλησίον 'ς το πέτρινο κατώφλιον, αφού μικρό τραπέζι του 'θεσε και άπρεπο σκαμνί, κ' έβαλ' εμπρός του σπλάχνα. 260 και με κρασί του γέμισε χρυσό ποτήρι κ' είπε· «Μες τους μνηστήραις άφοβα συ κάθησαι και πίνε· και απ' εμπαιγμούς και από κτυπιαίς εγώ θα σε φυλάξω, ότι δεν είναι του κοινού το σπίτι τούτο, αλλ' είναι του Οδυσσέα και 'ς εμέ το 'χει αποκτήσει εκείνος· 265 και σεις από τους υβρισμούς απέχετε, ω μνηστήρες, και από τα χέρια, μη συμβή πικρή φιλονεικία».

Αυτά 'πε, και όλοι δάγκασαν τα χείλη τους εκείνοι, θαύμαζαν τον Τηλέμαχο με θάρρος πώς ωμίλει. και ο υιός του Ευπείθη Αντίνοος ανάμεσά τους είπε. 270 «Αν και πικρός είν' Αχαιοί, του Τηλεμάχου ο λόγος, ας τον δεχθούμε· ωμίλησε με τρομερή φοβέρα· το στόμα θα του κλείαμεν, αν είχε αφήσει ο Δίας, 'ς τα μέγαρά του, αν και υψηλά σηκόνει την φωνή του».

Αυτά 'πεν ο Αντίνοος, και αδιαφορούσ' εκείνος. 275 και από την πόλι 'ς το πυκνό του μακροβόλου Φοίβου δάσος έφερναν κήρυκες την θείαν εκατόμβη, 'ς των κομοφόρων Αχαιών τα συναγμένα πλήθη.

Και αυτοί τα επάνω κρέατα ψημέν' αφού σηκώσαν μερίδαις κάμαν και άρχιζαν το θαυμαστό τραπέζι· 280 τότ' οι υπηρέταις έθεσαν μερίδα του Οδυσσέα όσην και κείνοι ελάμβαναν, ως είχε παραγγείλει ο περιπόθητος υιός του θείου Οδυσσέα.

Αλλ' η Αθηνά δεν άφινε τους ανδρικούς μνηστήραις απ' τους πικρούς ονειδισμούς να παύσουν, όπως κάμη 285 του Οδυσσέα πλειά βαθειά να 'μπη 'ς τα σπλάχνα ο πόνος. και άνδρας, 'που αγάπα τ' άδικα, μες τους μνηστήραις ήταν· Κτήσιπτος ωνομάζονταν, 'ς την Σάμη κατοικούσε· εις τα περίσσια πλούτη του θαρρώντας, την γυναίκα του Οδυσσέα μνήστευε του πολυεξωρισμένου. 290 εκείνος τότε ωμίλησε των υβριστών μνηστήρων· «'Σ ό,τι θα ειπώ προσέξετε, μνηστήρες ανδρειωμένοι· ίσην μερίδ' απόλαυσεν ο ξένος, ως αρμόζει· καλό δεν είν' ή δίκαιον να στερηθούν οι ξένοι του Τηλεμάχου, οπ' έρχονται 'ς το δώμα τούτο ικέταις. 295 αλλ' ας του δώσω χάρισμα κ' εγώ, να το προσφέρη και αυτός εις την λουτράρισσαν, ή 'ς άλλην απ' ταις δούλαις 'που ευρίσκονται 'ς τα δώματα του θείου Οδυσσέα».

Είπε και πόδι βωδινόν άρπαξε απ' το καλάθι και το 'ριξε· την κεφαλή γλυκόγυρ' ο Οδυσσέας 300 να το ξεφύγη, κ' έβγαλε πικρόγελο η ψυχή του· ήλθεν αυτό κ' εκτύπησε τον στερεωμένον τοίχο. ωνείδισ' ο Τηλέμαχος τον Κτήσιππο και του 'πε· «Το πράγμ' ως ήλθε, Κτήσιππε, να χαίρετ' η ψυχή σου· τον ξένον δεν επίτυχες, ότι εφυλάχθη μόνος· 305 άλλως μ' ακόντι κοφτερό θα σ' άνοιγα τα σπλάχνα· τότε ο πατέρας σου ταφή θα ετοίμαζε αντί γάμου δω μέσα· και μη κάμετε 'ς το σπίτι μου ασχημίαις· ότ' ήδη ο νους μου αισθάνεται, διακρίνει το καθένα, και το καλό και το κακό, και πλειά παιδί δεν είμαι. 310 βλέπουμε, και υποφέρουμε να σφάζονται τ' αρνία και τα κρασί να πίνεται, να δαπανάται ο σίτος· ότ' είν' έργον βαρύτατον ένας πολλούς να διώξη. αλλά να παύσετε 'ς τα εξής σκληρά να μ' αδικήτε· και αν να με θανατώσετε σας σπρώχν' ήδ' η ψυχή σας, 315 το 'θελα εγώ καλήτερα, καλλιάχω ν' αποθάνω, παρά να βλέπ' ολοκαιρίς τόσ' έργα εντροπιασμένα, να υβρίζουν, να κακοποιούν τους ξένους, και ταις δούλαις μέσα 'ς τα ωραία δώματα ξεντροπιαστά να σέρνουν».

Αυτά 'πε, και όλοι εσίγησαν, άφωνοι έμειναν όλοι· 320 και αργότερ' ο Αγέλαος Δαμαστορίδης είπε· «Ω φίλοι, οπόταν ειπωθή λόγος ορθός δεν πρέπει ενάντια να λογομαχή κανείς και να θυμόνη. τον ξένον μην υβρίζετε, μήτε κανέναν άλλον των δούλων εις τα δώματα του θείου Οδυσσέα. 325 και λόγον εγώ θά 'λεγα γλυκόν του Τηλεμάχου, και της μητρός του, αν έστεργαν να τον δεχθούν και οι δύο. όσον ελπίδ' απόμενε 'ς τα βάθη της ψυχής σας 'ς το σπίτι του ο πολύνοος να φθάση Οδυσσέας, καλώς τον περιεμένετε, και ακόμη τους μνηστήραις 330 'ς τα δώματ' είχετ', επειδή τούτο σας ωφελούσε, αν 'ς την πατρίδα εγύριζεν από τα ξένα εκείνος· αλλ' είναι τώρα φανερό 'που δεν θα γύρη πλέον· αλλά συ την μητέρα σου συμβούλευε να πάρη, κείνον οπ' είναι ανώτερος και πλειότερα χαρίζει, 335 εσύ να χαίρεσ' ήσυχος τα πλούτη του πατρός σου όλα, και κείνη του άλλου ανδρός το σπίτι να προσέχη».

Και ο συνετός Τηλέμαχος· «Αγέλαε, μα τον Δία και μα τα πάθη του πατρός, 'που πέρ' απ' την Ιθάκη περιπλανάτ' ή χάθηκε, τον γάμο της μητρός μου 340 δεν αναβάλλω εγώ ποσώς, αλλ' άνδρ' όποιον θελήση να πάρη την παρακινώ, και άπειρα δίδω δώρα· να την προστάξω εντρέπομαι, χωρίς να το θελήση, να φύγη από το μέγαρο· τούτο θεός μη δώση».