Part 1
Produced by Sophia Canoni, book provided by Iason Konstantinidis
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. A few corrections on typing mistakes have been included within brackets.
Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Μερικές τυπογραφικές διορθώσεις σημειώνονται με [].
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΙΑΚ. ΠΟΛΥΛΑ
ΤΟΜΟΣ Δ' ΡΑΨΩΔΙΑ Τ-Ω
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ
Ραψωδία Τ
Αλλ' έμενε 'ς το μέγαρον ο θείος Οδυσσέας, και των μνηστήρων όλεθρο να εύρη εζήτα ο νους του με την Αθήνη, κ' είπ' ευθύς γοργά του Τηλεμάχου· «Ανάγκ' είναι, Τηλέμαχε, να θέσης τ' άρματ' όλα μέσα· κατόπι πλάνεσε με λόγια τους μνηστήραις, 5 όταν, ενώ τ' αναζητούν, για κείνα σ' εξετάσουν· θα ειπής· τα πήρ' απ' τον καπνόν, ότι δεν ήσαν πλέον ως ο Οδυσσέας τ' άφινε πριν πάγη 'ς την Τρωάδα, και, ως 'πώφθαν' άχνα της φωτιάς, την πρώτη λάμψι χάσαν· και άλλο τι μεγαλήτερο θεός 'ς τον νου μου βάζει· 10 μήπως σας φέρ' εις έριδα, και κτυπηθήτε, η μέθη, και το τραπέζι ατιμασθή με αίμα κ' η μνηστεία· 'ς τον εαυτό του ο σίδηρος σέρνει τον άνδρα μόνος».
Αυτά 'πε· και άκουσ' ο υιός τον ποθητόν πατέρα, και την βυζάστρα κάλεσεν Ευρύκλεια και της είπε· 15 «Ταις κόραις, μάννα, κράτει μου 'ς τα μέγαρ', ως να θέσω τα πατρικά μου τ' άρματα 'ς τον θάλαμο, τα ωραία· μου τ' αφανίζ' όλα ο καπνός 'ς το σπίτι αμελημένα, αφού λείπει ο πατέρας μου· κ' εγώ μικρός τότ' ήμουν· θα τα φυλάξω τώρα εκεί 'που λάμπα δεν θα φθάση». 20
Η Ευρύκλεια τότε απάντησεν η αγαπητή βυζάστρα· «Άμποτ', υιέ μου, ν' άρχιζες με πόθο και με γνώσι το σπίτι να επιμεληθής και να τηράς το βιο σου. αλλά ποια τώρα θα 'λθ', ειπέ, κοντά σου φως να φέρη; και η δούλαις, 'που θα σού 'φεγγαν, να βγουν δεν ταις αφίνεις». 25
Και ο συνετός Τηλέμαχος εκείνης αποκρίθη· «Τούτος ο ξένος· ότι αργός δεν συγχωρώ να μένη 'ς το σπίτι μ' όποιος τρέφεται και από τα ξέν' αν ήλθε».
Αυτά 'πε κείνος, και άπτερος 'ς αυτήν ειπώθη ο λόγος, και τα θυρόφυλλ' έκλεισε των υψηλών μεγάρων. 30 τότ' ο Οδυσσέας και ο λαμπρός υιός του κινηθήκαν, κ' έφερναν μέσα κόρυθαις, ομφαλωταίς ασπίδαις, μυτεραίς λόγχαις· κ' έμπροσθε χρυσόν κρατούσε λύχνον κ' εμόρφον' ωραιότατο φως η Παλλάδ' Αθήνη. τότ' είπεν ο Τηλέμαχος έξαφνα του πατρός του· 35 «Θαύμ' είναι αυτό, πατέρα μου, μέγα, 'που βλέπ' εμπρός μου· οι τοίχοι, τα μεσόστυλα τα ωραία, των μεγάρων, τα πατερά τα ελάτινα, κ' οι στύλοι οπ' αναβαίνουν, 'ς τα μάτια μ' όλα φανερά φλογώδη λάμψιν έχουν· είν' εδώ κάποιος των θεών των ουρανοκατοίκων». 40
Σ' εκείνον ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας· «Σίγα, τον νουν σου κράτησε, μηδέ ποσώς ερώτα· τούτος ο τρόπος των θεών κατοίκων του Ολύμπου· αλλ' άμε συ ν' αναπαυθής, και αυτού θα μείνω μόνος, 'ς ταις δούλαις, 'ς την μητέρα σου, και άλλην να δώσω αιτία· 45 θα μ' εξετάση 'ς όλ' αυτή μες το παράπονό της».
Αυτά 'πε· και ο Τηλέμαχος, 'ς την λάμψι των λαμπάδων, πέρασ' από το μέγαρο 'ς τον θάλαμο, 'ς το μέρος όπ' εκοιμάτ' ότ' έρχονταν 'ς αυτόν ο γλυκός ύπνος· πλάγιασε αυτού, την άφθαρτην Ηώ να περιμένη. 50 αλλ' έμενε 'ς το μέγαρον ο θείος Οδυσσέας, και όλεθρο με την Αθηνά ζητούσε των μνηστήρων. Απ' τον κοιτώνα η φρόνιμη τότ' ήλθε Πηνελόπη· την Άρτεμιν ή την χρυσήν ωμοίαζε Αφροδίτη· κ' ευθύς 'ς το πλάγι της φωτιάς της θέσαν το θρονί της, 55 'που τορνευτό μ' ελέφαντα και ασήμ' είχε ποιήσει ο τεχνουργός Ικμάλιος, και του 'συρε υποπόδι 'ς εκείνο αρμόδιο, και προβειά το σκέπαζε μεγάλη· 'ς εκείνο τότε η φρόνιμη καθόνταν Πηνελόπη· ήλθαν από το μέγαρον η λευκοχέραις κόραις, 60 κ' ευθύς σηκόναν τ' άφθονο φαγί και τα τραπέζια και τα ποτήρια, 'πώπιναν οι απόκοτοι μνηστήρες· και απ' τους φανούς κάτ' έρριξαν το πυρ κ' έθεσαν άλλα επάνω τους ξύλα πολλά, να δίδουν φως και ζέστη. τον Οδυσσέ' η Μελανθώ τότε αποπήρε πάλι· 65 «Την νύκτ' ακόμα, ξέν', εδώ θε να μας βασανίζης, 'ς το σπίτι ν' αναστρέφεσαι, ταις κόραις να ματιάζης; 'ς τον δρόμον έβγ', ελεεινέ, και αρκεί σ' ό,τ' έχεις φάγει, ή θα σε βιάσω με δαυλιαίς να πεταχθής 'ς τον δρόμο».
Μ' άγριο βλέμμα ο πολύγνωμος της είπεν Οδυσσέας· 70 «Με πάθος τόσο, απάνθρωπη, γιατί με κατατρέχεις; μη τάχ' ότ' είμαι ανάλειπτος και κακοενδυμένος, και 'ς το κοινό ψωμοζητώ, καθώς με βιάζ' η χρεία; αύτ' είν' η όψι των πτωχών των περιπλανωμένων. ότι κ' εγώ πανευτυχής 'ς τον κόσμον ήμουν κ' είχα 75 πάμπλουτο σπίτι, και συχνά του πλανωμένου ανθρώπου, όποιος και αν ήταν, έδιδα, και όποιαν και αν είχε ανάγκη· και δούλους είχ' αμέτρητους και άφθον' αυτά 'που κάμνουν να καλοζούν οι άνθρωποι, και υπέρπλουτοι λογιούνται· αλλ' όλα μου τ' αφάνισεν η θέλησις του Δία. 80 όθεν και συ σκέψου, ω γυνή, μή ποτε χάσης όλην την λάμψιν, οπ' ανάμεσα 'ς ταις δούλαις σε στολίζει, η δέσποινά σου αν σ' οργισθή και σε κακοποιήση, ή φθάσ', όπως ελπίζεται, ο θείος Οδυσσέας· κ' εάν εχάθη, ως λέγετε, και δεν θα φθάση πλέον, 85 ανάθρεψεν ο Απόλλωνας, ιδού, τον μονουιόν του Τηλέμαχον και αν ανομεί 'ς το σπίτι του καμμία των γυναικών, το βλέπει αυτός, και πλειά παιδί δεν είναι».
Αυτά 'πε, και τον άκουσε μακρόθε η Πηνελόπη η φρόνιμη, και ωνείδισε την δούλα και της είπε· 90 «Σε βλέπω, σκύλ' αδιάντροπη, ν' αυθαδιάζης πράξι, 'που θα σφογγίσης έπειτα συ με την κεφαλή σου· ότι καλώς το γνώριζες, είχες ακούσει ότ' είπα πως 'ς τα ιδικά μου μέγαρα τον ξένον να εξετάσω έμελλα ως προς τον άνδρα μου, ενώ με φθείρ' η λύπη». 95
Είπε και την κελλάρισσα προσφώνησ' Ευρυνόμη· «Φέρ', Ευρυνόμη, εδώ θρονί με την προβειά στρωμένο, ο ξένος να καθίση αυτού, λόγον να ειπή, ν' ακούση λόγον και κείνος απ' εμέ, και θα τον εξετάσω»·
Είπε, και πρόθυμ' έφερε κ' έστησ' ευθύς εκείνη 100 λαμπρήν καθήκλα, και προβειά της έστρωσεν επάνω· εκάθισε ο πολύπαθος ο θείος Οδυσσέας, κ' η Πηνελόπ' η φρόνιμη τότ' άρχισε να λέγη· «Ω ξένε, το εξής εγώ θα σ' ερωτήσω πρώτη· ποιος είσαι; ποιο το γένος σου; που η πόλις και οι γονείς σου;» 105
Εκείνης ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας· «'Σ της γης τα πέρατα, ω γυνή, σέ ποιος θνητός θα ψέγη; ότι 'ς τον μέγαν ουρανόν η φήμη σ' έχει φθάσει· ομοίαν φήμην άπταιστος λαμβάνει βασιλέας, αν κυβερνά θεόφοβα λαόν πολύν και ανδρείον, 110 εις όλα δίκαιος· και η γη σιτοφορεί, τα δένδρα γέμουν καρπούς, τα πρόβατα καλογεννούν, και πλήθος ψάρια γεννά το πέλαγος, απ' την χαριτωμένη την βασιλεία, κ' ευτυχούν τα πλήθη 'ς την σκιά του. όθεν τώρα 'ς το σπίτι σου 'ς ό,τι άλλο εξέταζέ με, 115 αλλά μη την πατρίδα μου, το γένος μου, ερωτήσης μήπως η πολυστένακτη ψυχή μου πλημμυρήση από πικραίς ενθύμησαις, και μέσα εις σπίτι ξένο δεν πρέπει εγώ να μύρωμαι και να βαρυστενάζω· και άνθρωπος ατελεύτητα να κλαίη δεν συμφέρει· 120 μη κάποια δούλα σου, ή και συ, θυμώση και νομίση ότι 'ς τα δάκρυα πνίγομαι βαρύς από την μέθη».
Κ' η Πηνελόπ' η φρόνιμη 'ς εκείνον αποκρίθη· «Ω ξέν', όλα τα δώρα μου, το κάλλος και το σώμα οι αθάνατοι μου αφάνισαν απ' ότε 'ς την Τρωάδα 125 με τους Αργείους έπλευσεν ο άνδρας μου Οδυσσέας. αχ! την ζωή μου αν έρχονταν να θεραπεύη εκείνος και η δόξα μου θε ν' αύξαινε και θα σαν όλα ωραία· τώρ' έχω λύπη· τι πολλά μώδωσε πάθ' η μοίρα· ότι όσ' υπάρχουν δυνατοί 'ς τα νησιά γύρω, οι πρώτοι 130 του Δουλιχιού, της Σάμης και της σύδενδρης Ζακύνθου, κ' εκείνοι οπού 'ς την ηλιακήν Ιθάκη κατοικούσι, εμέ την άθελη ζητούν και όλο το σπίτι φθείρουν όθεν 'ς τους ξένους προσοχήν ή 'ς τους ικέταις πλέον δεν δίδ', ούτε 'ς τους κήρυκαις, τους λειτουργούς του δήμου, 135 αλλά μου τήκει την καρδιάν ο πόθος του Οδυσσέα. κείνοι τον γάμον βιάζουσι κ' εγώ τους πλέκω δόλους· και πρώτα μ' έμπνευσε θεός, πανί μέγ' αφού στήσω 'ς το δώμα μου, λεπτότατο και απέραντο να υφαίνω ύφασμα· κ' ευθύς έπειτα 'ς εκείνους είπα· «Ω νέοι 140 μνηστήρες μου, αφού απέθανεν ο θείος Οδυσσέας, τον γάμον μη μου βιάζετε, σταθήτ' ως ν' αποκάμω το ύφασμ' αυτό, τα γνέματα να μη μου παν χαμένα, του Λαέρτ' ήρωα σάβανο, για τον καιρό, 'που η μαύρη μοίρα του τεντοπλάγιαστου θανάτου θα τον πάρη, 145 των Αχαιίδων μην καμμιά 'ς τον τόπο μ' ονειδίση, αν κείτεται ασαβάνωτος αυτός 'που πλούσιος ήταν. αυτά 'πα κ' εκατάπεισα την ανδρικήν ψυχή τους· και το πανί τότ' ύφαινα, το απέραντο, ολημέρα, και νύκτα το ξεΰφαινα 'ς την λάμψι των λαμπάδων. 150 όθεν από τους Αχαιούς εκρύφθηκα με απάτη τρεις χρόνους· αλλ' ότ' έφεραν τον τέταρτον η ώραις, ως τα φεγγάρια χάνονταν κ' η 'μέραις επληθύναν, η δούλαις, σκύλαις άσπλαχναις, με πρόδωσαν, κ' εκείνοι μ' ευρήκαν και μ' ονειδισμούς πικρούς μ' εφοβερίσαν. 155 ιδού πώς το τελείωσα βιασμένη απ' την ανάγκη. τώρα του γάμου αποφυγή δεν είν' ούτ' άλλο ευρίσκω τέχνασμα· και να υπανδρευθώ με σπρώχνουν οι γονείς μου· και το παιδί μου αγανακτεί 'που τρώγουν το βιο του· έχ' ήδη γνώσι, ανδρώθηκε, κ' είν' άξιος να προσέχη 160 το σπίτι, ως πρέπ' εις άνθρωπον πώχει λαμπρύνει ο Δίας. και όμως 'ς εμέ το γένος σου θα ειπής, οπόθεν είσαι· το δρυ τ' αρχαιομίλητο δεν σ' έβγαλ' ούτ' η πέτρα».
Εκείνης ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας· «Του Λαερτιάδη σεβαστή γυναίκα του Οδυσσέα, 165 την γενεά να μ' ερωτάς δεν θέλει παύσης πλέον· θα σου την είπω, αν και μ' αυτό ταις λύπαις μου θ' αυξήσης. του ανθρώπου ο τρόπος είναι αυτός, οπότε απ' την πατρίδα τόσους καιρούς είναι μακράν, όσο εγώ λείπω τώρα, και εις πολλαίς χώραις των θνητών θλιμμένος παραδέρνω. 170 και όμως εκείνο θα σου ειπώ, 'που μ' ερωτάς να μάθης. υπάρχει γη καταμεσής του σκοτεινού πελάγου, η Κρήτη, ωραία, κάρπιμη, περίβρεκτη, και μέσα είν' άνθρωποι αναρίθμητοι και πόλες ενενήντα. και γλώσσαις είν' όσοι λαοί· γένη Αχαιών ο τόπος 175 και Αυτοκρήτων ψυχερών μέσ' έχει και Κυδώνων και Δωριέων τριγενών και Πελασγών των θείων· κ' είν' η Κνωσός, πόλις τρανή, 'που ο Μίνως, του μεγάλου του Δία συνομιλητής, βασίλευ' έτη εννέα, του θείου Δευκαλίωνα πατέρας, του πατρός μου, 180 'που εμέ και τον πολέμαρχον γέννησ' Ιδομενέα. 'ς την Ίλιον ακολούθησεν εκείνος τους Ατρείδαις με τα κυρτά καράβια του· εμ' Αίθωνα ονομάζουν· εγώ νεώτερος, αυτός καλήτερος και πρώτος. τότ' είδα εγώ κ' εξένισα εκεί τον Οδυσσέα· 185 σφοδρός τον έσπρωξ' άνεμος 'ς την Κρήτη απ' τον Μαλέα προς την Τρωάδ' ως έπλεε· 'ς τον Αμνισόν, εις τ' άντρο της Ειλειθυίας άραξε, 'ς τα δύσκολα λιμάνια, και μόλις αυτού ξύφυγεν απ' ταις ανεμοζάλαις. 'ς την πόλι ανέβη, ερώτησε πού είν' ο Ιδομενέας, 190 ο σεβαστός του, ως έλεγε, και αγαπητός του ξένος· αλλ' ήσαν ήδη δέκ' αυγαίς ή ένδεκ' αφού κείνος είχε κινήσει με κυρτά καράβια προς την Τροία. 'ς το δώμα μου τον πήρα εγώ κ' εκαλοξένισά τον, ως είχε απ' όλα τα καλά το σπίτι μου αφθονία· 195 και αλεύρια, φλογερό κρασί, και βώδια της θυσίας απ' το κοινόν εσύναξα κ' εχάρισά τα εκείνου, μ' όλη την συνοδία του να ευφραίνεται η ψυχή του. δώδεκα ημέραις οι Αχαιοί πρόσμεναν τότε οι θείοι· μέγας τους έκλειε Βορηάς, και ουδέ 'ς την γη να μείνουν 200 τους άφινε· κάποιος θεός εχθρός τον είχε στείλει· 'ς ταις δεκατρείς, άμ' έπεσεν, εκείνοι εξεκινήσαν».
Έλεγε ψεύματα πολλά, και αλήθειαις ωμοιάζαν· και ως άκουε τα δάκρυα της ρέαν κ' η θωριά της έλυονε· και ως εις τα υψηλά βουνά λυόνει το χιόνι, 205 'που αφού το ρίξη ο Ζέφυρος ο Εύρος τ' αναλύει, και ως λυόνει εκείνο οι ποταμοί πληθένουν ενώ ρέουν, όμοια τα ωραία μάγουλα 'ς τα δάκρυα της ελυόναν, ως έκλαιε τον άνδρα της καθήμενον σιμά της· και κείνος την γυναίκα του, 'που εθρήνει, εσυμπονούσε· 210 αλλ' ως κέρατ' ή σίδερο τα μάτι' ασάλευτ' ήσαν, 'ς τα βλέφαρ' ως αφάνιζε τα δάκρυα του με τέχνη. και αφού 'ς τον πολυδάκρυτον θρήνον εκείνη ευφράνθη, πάλι 'ς αυτόν απάντησεν, ωμίλησέ του κ' είπε· «Αλήθεια, ξένε, τώρα σε, θαρρώ, θα δοκιμάσω, 215 εάν εκεί τον άνδρα μου με τους λαμπρούς συντρόφους εξένισες 'ς το σπίτι σου τωόντι, ως τώρα λέγεις, ειπέ μου ποια φορέματα το σώμα του εφορούσε, και αυτόν και τους συντρόφους του παράστησε μ' ως ήσαν».
Εκείνης ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας· 220 «Πράγμ' είναι δύσκολ', ω γυνή, να σου τον παραστήσω, αφού καιροί μας χώρισαν, κ' ήδ' είν' είκοσι χρόνοι απ' ότε κείνος άφησε την γη την πατρική μου. αλλ' όμως θα σου τον ειπώ 'ς τον νου μ' ως αναφαίνει. πορφυρήν χλαίναν δασερήν ο θείος Οδυσσέας 225 διπλήν εφόρει με χρυσήν περόνην, 'που 'χε δύο αυλούς διδύμους, κ' έμπροσθε τεχνούργημ' ήταν θείο· σκύλος ζαρκάδι παρδαλό 'ς τα εμπροσθινά του εκράτει κ' εκύττα το 'που σπάραζε· και αυτό θαύμαζαν όλοι πώς, ενώ πλάσθηκαν χρυσοί, κυττά και πνίγει ο σκύλος 230 το ζάρκαδο, και αυτό σπαρνά τα πόδια, να του φύγη. χιτών' ακόμη του είδα εγώ λαμπρότατον 'ς το σώμα, κ' εγυάλιζ' ως εις το ξερό κρεμμύδι επάνω η φλούδα· τόσ' ήταν κείνος μαλακός κ' είχε του ηλιού την λάμψι· γυναίκες τον εθαύμασαν πολλαίς οπού τον είδαν. 235 και εις άλλο ακόμα πρόσεχε· δεν ξεύρ' αν ο Οδυσσέας είχεν από το σπίτι του τα ενδύματα, 'που εφόρει, ή φίλος αν τα χάρισεν, ότ' έμβαινε 'ς το πλοίο, ή ξένος· ότι αγάπησαν πολλοί τον Οδυσσέα, επειδή μες τους Αχαιούς ολίγους είχε ομοίους. 240 κ' εγώ ξίφος ολόχαλκο και πορφυρήν χλαμύδα διπλήν ωραίαν του 'δωκα, και μακρυόν χιτώνα, και ως τ' εύμορφο καράβι του με σέβας τον επήρα. τον ακολούθα κήρυκας ολίγο ανώτερός του 'ς την ηλικίαν ως και αυτόν θα σου τον παραστήσω· 245 καμπούρης, μελαψός, σγουρός, κ' είχ' όνομα Ευρυβάτης· και αυτόν απ' τους συντρόφους του τιμούσ' ο Οδυσσέας εξόχως, ότι εταίριαζε μ' αυτόν εκείνου η γνώμη».
Είπε, και αυτή πλειότερον πόθον του θρήνου αισθάνθη, άμα της είπε ασάλευτα γνωρίσματ' ο Οδυσσέας. 250 και, αφού 'ς τον πολυδάκρυτον θρήνον εκείνη ευφράνθη, πάλι 'ς αυτόν απάντησεν, ωμίλησέ του και είπε· «Ω ξέν', είχες την λύπη μου και πριν, αλλ' από τώρα αγαπητός και σεβαστός 'ς το σπίτι μου συ θα 'σαι· τα ενδύματ', ως τ' ανάφερες, μ' αυτά τα χέρια πήρα 255 κ' εδίπλωσ' απ' τον θάλαμο, και την λαμπρήν περόνην εκάρφωσα, καλλώπισμα να έχη αυτός, 'που οπίσω δεν θα 'λθη, αχ! να τον δεχθώ, 'ς την ποθητήν πατρίδα· μοίρα 'ς το πλοίον έφερε κακή τον Οδυσσέα, την Κακοΐλιον να ιδή την τρισκαταραμένην». 260
Εκείνης ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας· «Του Λαερτιάδη ω σεβαστή γυναίκα του Οδυσσέα, μη φθείρης την καλή σου ειδή, μη την καρδιά σου λυόνης τον σύντροφό σου κλαίοντας· πλην δεν σε κατακρίνω· κ' εάν κάθ' άλλη οδύρεται, τον άνδρα της αν χάση, 265 'που τέκν' απόλαυσε απ' αυτόν, εσύ πώς να μην κλαίης τον Οδυσσέα, 'πώμοιαζε με τους θεούς, ως λέγουν; αλλά παύσε τα δάκρυα, τους λόγους μου ν' ακούσης· θέλει ομιλήσω αληθινά χωρίς το ουδέν να κρύψω, είδησι της επιστροφής πως έχω του Οδυσσέα, 270 'που ζη σιμά, 'ς των Θεσπρωτών την κάρπιμη την χώρα, και πολλούς φέρει θησαυρούς 'που απ' το κοινό συνάζει· αλλ' έχασε 'ς τα σκοτεινά πελάγη τους συντρόφους με το καράβι, ως έπλεεν από την Θρινακία, ότι 'ς αυτόν ωργίσθηκαν ο Ήλιος και ο Δίας 275 αφού τα βώδια φόνευσαν εκείνου οι σύντροφοί του· κείνοι 'ς τον πολυτάραχον πόντον χαθήκαν όλοι, και αυτόν, 'που επάνω ανέβηκε 'ς του πλοίου την καρίνα, τα κύματ' έβγαλαν 'ς την γη των θεογενών Φαιάκων, οπ' ως θεόν τον τίμησαν και τον φιλοδωρήσαν, 280 και να τον στείλουν άβλαπτον ήθελαν 'ς την πατρίδα. και από καιρό θα 'ταν εδώ φθασμένος ο Οδυσσέας, αλλ' όμως συμφερώτερο του φάνη 'ς πολλά μέρη της γης γυρνώντας πράγματα πολλά να θησαυρίζη. τόσο πολλά τεχνάσματα γνωρίζ' ο Οδυσσέας, 285 ουδέ θνητός ευρίσκεται να μετρηθή μ' εκείνον. αυτά μου είπε ο Φείδωνας, οπ' είναι βασιλέας των Θεσπρωτών, και ως σπόνδιζε 'ς το σπίτι ωρκίσθη εμπρός μου 'που το καράβ' είχε ριχθή κ' οι σύντροφοι έτοιμ' ήσαν, 'που κείνον θα οδηγήσουσι 'ς την ποθητήν πατρίδα. 290 αλλ' έπεμψε μέ πρότερα, τι Θεσπρωτών καράβι έτυχε για το κάρπιμο Δουλίχιο να κινήση. και μου 'δειξ' όσους θησαυρούς εσύναξ' ο Οδυσσέας, 'που αρκούσαν και την δέκατη να θρέψουν γενεά του· θησαυρούς τόσους είχε αυτός 'ς τα σπίτια του κυρίου. 295 και 'ς την Δωδώνην έλεγεν ότ' είχε αυτός περάσει απ' του θεού το υψηλό δρυ το θέλημα του Δία ν' ακούση, αν ολοφάνερα ή μυστικά θα γύρη, τόσους αφού 'λειψε καιρούς, 'ς την ποθητήν πατρίδα. ιδού πώς κείνος σώζεται, κ' ήδη θα φθάση κ' είναι 300 πολύ σιμά, και δεν αργεί να ιδή τους ποθητούς του και την πατρίδα· και άκουσε τον όρκο 'που σου δίδω· μάρτυς μου ο Δίας, των θεών ο εξαίσιος και πρώτος, και η γωνία, πώφθασα, του άπταιστου Οδυσσέα, πως όλα τούτα θα συμβούν καθώς τα λέγω τώρα· 305 ο Οδυσσέας έρχεται τούτος πριν κλείσ' ο χρόνος, τούτος ο μήνας άμ' εβγή και άμα πατήσ' ο άλλος».
Κ' η Πηνελόπ' η φρόνιμη 'ς εκείνον αποκρίθη· «Τούτος ο λόγος άμποτε τέλος να λάβη, ω ξένε, και τότε την αγάπη μου θα γνώριζες και δώρα 310 τόσο πολλά, 'π' όποιος σε ιδή θε να σε μακαρίζη. αλλ' άκουσ' ό,τι αλάθευτα προαισθάνεται η ψυχή μου· ούτ' ο Οδυσσέας θα 'λθη πλειά, προβόδισμ' ούτε θαύρης, ότι οδηγοί 'ς το σπίτι μας τέτοιοι δεν είναι πλέον, ως ο Οδυσσέας ικανός, αν ποτ' εζούσ', εφάνη, 315 να δέχωνται, να προβοδούν τους σεβασμίους ξένους. τώρα τον ξένον νίψετε, θεράπαιναις, και κλίνην στρώσετε με λαμπρότατα παπλώματα και χλαίναις, γλυκείαν να 'χη ανάπαυσιν ως 'που να λάμψ' η 'μέρα, και αύριο θα τον λούσετε και χρίσετε άμα φέξη, 320 όπως με τον Τηλέμαχο 'ς την τράπεζαν καθίση, 'ς το μέγαρο· δεν θα χαρούν με τούτ' όσοι μνηστήρες τούτον λυπούν θανάσιμα, και ουδέ 'ς το εξής θα κάμουν τίποτ' απ' όσα βούλονται, και αν τρομερά θυμώσουν. και πώς συ, ξένε, ως προς εμέ θα μάθης αν των άλλων 325 των γυναικών ανώτερη 'ς τον νου, 'ς την γνώσιν, είμαι, αν άλουστος, κακένδυτος, 'ς τα μέγαρα καθίσης 'ς την τράπεζα; και των θνητών η ημέραις είν ολίγαις. άρ' όποιος δείχνετ' άπονος και άπονην γνώμην έχει, οι άνθρωποι όλοι, ενόσω ζη, κακά του καταριώνται, 330 και απεθαμένον φοβερά τον ονειδίζουν όλοι· αλλ' όποιος δείχνετ' άψεγος και άψεγην γνώμην έχει, την δόξαν του 'τα πέρατα της γης οι ξένοι απλόνουν, και μύρι' ανθρώπων στόματα καλόν τον ονομάζουν».
Εκείνης ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας· 335 «Του Λαερτιάδη σεβαστή γυναίκα του Οδυσσέα, έχω μισήσει και λαμπρά παπλώματα και χλαίναις, αφού της Κρήτης άφησα τα χιονισμένα όρη, κ' εβγήκα με μακρύκουπο καράβι 'ς τα πελάγη. τώρ' ας πλαγιάσω, 'ς άυπναις νυκτιαίς συνειθισμένος· 340 επειδή νύκταις πέρασα πολλαίς 'ς αχρεία κλίνη, ως να 'λθη της καθ[λ]όθρονης Ηώς η λάμψ' η θεία ουδέ το ποδονίψιμο τώρα η καρδιά μου θέλει· ουδέ καμμιά των γυναικών το πόδι μου θα εγγίξη απ' όσαις εις το δώμα σου τώρ' έχεις υπηρέτραις, 345 ειμή κάποια γερόντισσα, χρηστή γυναίκ', αν είναι, 'που 'ς την καρδιά της να 'παθεν όσ' έχω παθημένα· εκείνης δεν θα εμπόδιζα τα πόδια μου να εγγίξη».
Κ' η Πηνελόπ' η φρόνιμη 'ς εκείνον αποκρίθη· «Ακριβέ ξένε —ότι κανείς των ξένων από πέρα 350 συνετός τόσο και ακριβός 'ς το δώμα μου δεν ήλθε, τόσ' είναι σύνεσις πολλή και σκέψις 'ς ό,τι λέγεις,— τώρ' έχω εγώ γερόντισσαν, γνώσιν και νουν γεμάτην, αυτήν, 'που γλυκανάστησε τον άμοιρον εκείνον, και απ' της μητρός του την κοιλιά τα χέρια της τον πιάσαν· 355 αυτή, και ας είναι αδύναμη, τα πόδια θα σου νίψη. Ευρύκλεια φρονιμώτατη, σήκω και του άρχοντά σου νίψε τον συνομήλικον και τώρ' ο Οδυσσέας 'ς τα πόδια και 'ς τα χέρια με τούτον όμοιος είναι, ότ' οι θνητοί 'ς ταις συμφοραίς ογρήγορα γεράζουν». 360
Αυτά 'πε και το πρόσωπον εσκέπασεν η γραία, κ' έβγαλε δάκρυα θερμά και με παράπον' είπε· «Ωιμέ, τέκνο, απελπίσθηκα για σε· σ' ωργίσθη ο Δίας ως δεν ωργίσθη άλλον θνητόν, θεόφοβος αν κ' ήσουν· ότι κανείς απ' τους θνητούς του χαιρεβρόντη Δία 365 παχειά μεριά δεν έκαψε κ' εξαίσιαις εκατόμβαις, όσαις εσύ του πρόσφερες, ευχόμενος να λάβης γήρας καλόν και τον λαμπρόν υιόν σου ν' αναστήσης· και τώρα την επιστροφή μόνον εσέν' αρνήθη. και κείνον, αχ! 'ς την ξενιτειάν η δούλαις θ' αναπαίζαν, 370 ότ' επατούσ' ο άμοιρος ς' τα σπίτια των μεγάλων, ως αναπαίζουν τώρα σέ τούταις η σκύλαις όλαις. των μιαρών τους υβρισμούς μισείς και να σε νίψουν δεν στέργεις, ώστ' επρόσταξεν εμέ, 'που πρόθυμ' είμαι, η Πηνελόπ' η φρόνιμη του Ικαρίου κόρη. 375 τα πόδια θα σου νίψω εγώ χάριν της Πηνελόπης και χάριν σου, ότι ξύπνησαν 'ς τα βάθη της ψυχής μου πόνοι πολλοί· και πρόσεχε 'ς αυτό που θα προφέρω· πολλ' ήλθαν ήδη ξένοι εδώ ταλαίπωροι, αλλ' ακόμη άνδρα δεν είδα εγώ ποτέ να ομοιάζη του Οδυσσέα, 380 ως εις το σώμα, 'ς την φωνή, 'ς τα πόδια, συ του ομοιάζεις».
Εκείνης ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας· «Ω γραία, τούτ' ομολογούν, εμέ και αυτόν όσ' είδαν, ότι ομοιότητ' έχουμε πολλήν εμείς οι δύο, καθώς και συ το νόησες με καλήν βλέψι κ' είπες». 385
Είπε, κ' η γραία λέβητα, λαμπρόν ποδολουτήρα, επήρε, κ' έβαλε πολύ ψυχρό νερό, κατόπι ζεστό· κείνος εκάθιζε μακράν απ' την γωνίστρα, και προς το σκότος στράφη ευθύς, ότι του εμπήκε φόβος μη κείνη, ενώ τον έψαχνε, το λάβωμα γνωρίση 390 και γνωσθούν όλα· εσίμωσεν η γρηά 'ς τον κύριόν της κ' ενόησ', ως τον ένιβε, το λάβωμ', οπού χοίρος με λευκό δόντι του 'καμε 'ς τον Παρνασό, 'που νέος εβγήκε τον Αυτόλυκο να ιδή, και τους υιούς του, μητρικόν πάππον του λαμπρόν, 'ς τον όρκο, 'ς την απάτη, 395 πρώτον απ' όλους τους θνητούς· τον είχ' ο Ερμής προικίσει, επειδή του 'καιεν αρνιών καλά μεριά κ' ερίφων, και κείνος τον συνώδευε βοηθός παντού και φίλος. επέρασεν ο Αυτόλυκος 'ς την κάρπιμην Ιθάκη, και νεογέννητ' εύρηκε παιδί της θυγατρός του. 400 'ς τα γόνατά του το 'θεσεν, άμ' είχε αποδειπνήσει, η Ευρύκλεια, και τον έκραξε κατ' όνομα και του 'πε· «Αυτόλυκ', εύρες όνομα συ τώρ' ό, τι θα βάλης εις του παιδιού σου το παιδί το πολυαγαπημένο». Απάντησεν ο Αυτόλυκος· «Κόρη μου και γαμβρέ μου, 405 τ' όνομα τούτ', οπού θα ειπώ, βάλετε του παιδιού σας· εγώ', που τώρ' εδώ 'φθασα, συχναίς έδωσα οδύναις πολλών ανδρών και γυναικών 'ς την γη την πολυθρέπτρα· άρα Οδυσσέας όνομα να λάβη απ' ταις οδύναις· και οπόταν άνδρας έλθη αυτός 'ς το μέγα της μητρός του 410 παλάτι, εκεί 'ς τον Παρνασόν, οπ' είναι οι θησαυροί μου, θα λάβη μέρος, και φαιδρόν θα τον ξεπροβοδήσω».
Όθεν να λάβη τα λαμπρά χαρίσματ' ο Οδυσσέας ανέβη εκεί· και με χαραίς ο Αυτόλυκος τον δέχθη, και του Αυτολύκου τα παιδιά· κ' η μάννα της μητρός του 415 η Αμφιθέα, κλείοντας αυτόν 'ς την αγκαλιά της την κεφαλή του φίλησε και τα λαμπρά του μάτια. και τα γενναία του παιδιά το γεύμα να ετοιμάσουν παράγγειλεν ο Αυτόλυκος' κ' υπάκουσαν εκείνοι, και βώδι ευθύς πεντάχρονον, αρσενικόν, εφέραν, 420 το γδάραν, το συγύρισαν, και, αφού το τεταρτιάσαν, με τέχνη το ελιάνισαν, το πέρασαν 'ς ταις σούβλαις, και, αφού το ψήσαν εύμορφα, χώρισαν ταις μερίδαις. κατόπι τρώγαν κ' έπιναν ολήμερ' ως το δείλι, και απ' το τραπέζ' ισόμοιρο καρδιά δεν εστερήθη. 425 και ο ήλιος άμ' εβύθισε κ' ήλθε κατόπ' η νύκτα, επλάγιασαν να κοιμηθούν κ' εχάρηκαν τον ύπνο. εφάν' η ροδοδάκτυλη Ηώ του όρθρου κόρη και του Αυτολύκου τα παιδιά και οι σκύλοι ξεκινήσαν εις το κυνήγι και μ' αυτούς ο θείος Οδυσσέας. 430 το υψηλόν όρος πάτησαν του Παρνασού δασώδες, και 'ς τ' ανεμώδη 'πίλακκα δεν άργησαν να φθάσουν. κ' ενώ την γην ο ήλιος κτυπούσ' ως εσηκώθη απ' τον βαθύν Ωκεανό, 'που σιγανά κυλάει, 'ς το δάσος μπήκαν οι οδηγοί, κ' εμπρός τους ερευνώντας 435 τα ίχν' οι σκύλοι βάδιζαν, και οπίσω του Αυτολύκου ακολουθούσαν τα παιδιά, και ο θείος Οδυσσέας κοντά 'ς τους σκύλους κ' έσειε μακρόσκιο κοντάρι. και μέγας χοίρος κείτονταν 'ς το βάθος πυκνού λόγγου· κει μέσ' ούτ' άνεμοι φυσούν με την υγρή πνοή τους, 440 ούτε του ήλιου πότ' έφθασαν οι φωτειναίς ακτίναις, ούτε βροχή πότ' έσπασε, τόσο πυκνός ο λόγγος ήταν, και φύλλα ευρίσκονταν σωρός αυτού χυμένα. και, ως άκουσε ποδοβολή σκύλων και ανδρών, 'που ερχόνταν, εμπρός τους στάθη από σιμά μέσ' άπ' τον λόγγ' ο χοίρος, 445 όλαις ταις τρίχαις ώρθωσε και ως πυρ τα μάτια καίαν. απ' όλους πρώτος χύθηκεν επάνω τ' ο Οδυσσέας, την λόγχη ανασηκόνοντας με το βαρύ του χέρι να τον πληγώση· πρόλαβε να του τραβήση ο χοίρος 'ς τον γόν' επάν' ως ώρμησε ξυστά, και σάρκα επήρε 450 πολλήν το δόντι σχίζοντας, το κόκκαλο δεν ηύρε. 'ς τον δεξιόν ώμο λάβωσε τον χοίρον ο Οδυσσέας κ' εβγήκ' η άκρη της λαμπρής λόγχης 'ς τ' αντίκρυ μέρος. χάμου βροντώντας έπεσε κ' επέταξ' η πνοή του. κείνον επιμελήθηκαν τα τέκνα του Αυτολύκου, 455 και την πληγή του άπταιστου του θείου Οδυσσέα καλόδεσαν και μ' επωδή το μαύρο παύσαν αίμα, κ' έφθασαν εις τα δώματα του αγαπητού πατρός των. τότ' ο Αυτόλυκος και ομού τα τέκνα του Αυτολύκου, αφού καλά τον έγιαναν και τον φιλοδωρήσαν, 460 φαδροί φαιδρόν τον έστειλαν 'ς την ποθητήν Ιθάκη. 'ς τον γυρισμό του χάρηκαν οι σεβαστοί γονείς του, και πώς το λάβωμ' έλαβε να μάθουν ερωτούσαν· και αυτός τους εξιστόρησε πώς 'ς το κυνήγι χοίρος με λευκό δόντι ελάβωσεν αυτόν, οπότ' ανέβη 465 'ς τον Παρνασό, με τους υιούς αντάμα του Αυτολύκου.