Part 6
Αυτά 'πε, και 'ς ταις φούκταις του τα δέχθη και αυτού χάμου 'ς τα πόδια του, τ' απόθωσε 'ς τ' αχρείο του δισάκκι. κ' έτρωγεν όσον ο αοιδός 'ς το μέγαρο ετραγούδα• και ο θείος έπαυεν αοιδός κ' είχε αποφάγει εκείνος, τότε οι μνηστήρες σήκωσαν βοή, και του Οδυσσέα 360 'ς το πλάγι ευρέθ' η Αθηνά και τον παρακινούσε να συμμαζόνη ολόγυρα χαψιαίς απ' τους μνηστήραις, να μάθη τίνες δίκαιοι και τίνες άνομ' ήσαν• και ουδέ μ' αυτό δεν έμελλε καν έναν να λυτρώση. άρχισε αυτός να διακονά δεξιά και 'ς τον καθέναν 365 το χέρι ετέντονε ως παληός να ήταν ψωμοζήτης. και απ' έλεος του έδιδαν, αλλ' είχαν απορία, και αντερωτιόνταν όλοι τους, ποιος είναι, πόθεν ήλθε.
Τότ' είπεν ο γιδοβοσκός Μελάνθιος προς εκείνους• «Ακούτε με, της θαυμαστής βασίλισσας μνηστήρες, 370 γι' αυτόν τον ξένον• ότι εγώ και πρότερα τον είδα• βεβαίως ο χοιροβοσκός εδώ τον ωδηγούσε• αλλά ποσώς δεν ξεύρω εγώ το γένος του πόθ' είναι».
Ο Αντίνοος τότε ωνείδισε σκληρά τον χοιροτρόφο• «Καλά γνωστέ χοιροβοσκέ, τι τούτον συ 'ς την πόλι 375 έφερες; δεν μας έφθαναν πλανήταις τόσοι και άλλοι ζητιάνοι βαρετώτατοι, των τραπεζών κατάραις; ή κλαίεσ' ότι ολίγοι εδώ σου τρώγουν του κυρίου τα πλούτη, κ' ηύρες απ' αλλού συ τούτον να καλέσης;»
Και προς αυτόν απάντησες, ω Εύμαιε χοιροτρόφε• 380 «Είσ' ευγενής, Αντίνοε, και όμως ορθά δεν λέγεις. και ποίος ζήτησ' απ' αλλού ποτέ να προσκαλέση ξένον, αν μ' ήναι χρήσιμος εις το κοινό τεχνίτης, άνθρωπος μάντης ή ιατρός, ή ξυλουργός, ή ακόμη ο θεολάλητος αοιδός, 'που τέρπει τραγουδώντας; 385 των θνητών μόνοι αυτοί 'ς της γης τα πέρατα καλούνται• αλλά πτωχόν, βάρος κακό, κανείς δεν θα καλέση. αλλ' ο κακοτροπώτερος συ των μνηστήρων είσαι 'ς όλους, αλλ' έξοχα 'ς εμέ, τους δούλους του Οδυσσέα. αλλ' αψηφώ σε παντελώς, αρκεί 'ς εμέ να ζήσουν 390 η Πηνελόπ' η φρόνιμη και ο θεϊκός υιός της».
Και ο συνετός Τηλέμαχος απάντησέ του κ' είπε• «Ησύχαζε, και, αν μ' αγαπάς, πολλά μη του απάντησης• ο Αντίνοος το 'χει μάθημα καθέναν να ερεθίζη με σκληρά λόγια, και 'ς αυτό κινεί και τους συντρόφους». 395
Είπε, κ' εκείνου ωμίλησε με λόγια πτερωμένα• «Καλά για μέν', Αντίνοε, πονείς ωσάν πατέρας, 'που 'πες από το μέγαρον ευθύς να φύγη ο ξένος, με βαρύ πρόσταγμα• ο θεός ποτέ να μη το κάμη• δος του απ' αυτά• δεν μου πονεί^ κ' εγώ το λέγω πρώτος. 400 μη την μητέρα μου 'ς αυτό φοβήσου ή καν τους δούλους, 'που ευρίσκονται 'ς τα δώματα του θείου Οδυσσέα. αλλ' εκείνο το νόημα συ 'ς την ψυχή δεν έχεις• ότι να φάγης προτιμάς παρ' άλλου συ να δώσης».
Την φωνή τότ' εσήκωσεν ο Αντίνοος και του 'πε• 405 «Τηλέμαχε, υψηλόλογε, ακράτητε, τι είπες! αν τόσο πάρη ο ξένος μας απ' όλους τους μνηστήραις, φεγγάρια τρί' από μακράν το σπίτι θα κυττάζη».
Και κάτω από την τράπεζαν άδειο σκαμνί σικόνει, 'που, ότ' έτρωγεν εστήριζε τα λαμπρά πόδια κείνος. 410 κ' οι επίλοιπ' όλοι του 'διδαν, και απ' άρτον και από κρέας γέμισαν το δισάκκι του• και, ως έμελλε να γύρη προς το κατώφλι, να γευθή των Αχαιών τα δώρα, εις τον Αντίνοον έμεινε και του 'πε• «Δόσε ω φίλε• των Αχαιών ο ύστερος δεν είσ', εξ εναντίας 415 η όψις σου η βασιλική μου δείχνει ότ' είσαι ο πρώτος. όθεν εσύ καλήτερα παρ' άλλος θε να δώσης ψωμί, κ' εγώ 'ς τα πέρατα της γης θα σε δοξάζω. ότι κ' εγώ πανευτυχής 'ς τον κόσμον ήμουν κ' είχα πάμπλουτο σπίτι και συχνά του πλανωμένου ανθρώπου, 420 όποιος και αν ήταν, έδιδα, και όποιαν και αν είχε ανάγκη. και δούλους είχ' αμέτρητους και άφθον' αυτά 'που κάμνουν να καλοζούν οι άνθρωποι και υπέρπλουτοι λογιούνται. αλλ' όλα μου τ' αφάνισεν η θέλησι του Δία. με πολυπλάνητους λησταίς μ' εκίνησε να υπάγω 425 'ς την Αίγυπτο, δρόμον μακρύν, όπως εκεί με χάση. τα ισόπλευρα καράβια μου 'ς του Αιγύπτου το ποτάμι έστησα• και τότ' έλεγα των ποθητών συντρόφων σιμά 'ς τα πλοία να σταθούν και αυτού να τα φυλάγουν, και πρόσκοποι ν' αποσταλούν 'ς ταις κορυφαίς τριγύρω. 430 κείνοι απ' αυθάδεια την ορμήν ακούσαν της ψυχής των, και τους ωραίους έβλαπταν αγρούς των Αιγυπτίων, παίρναν τα γυναικόπαιδα κ' εφόνευαν τους άνδραις. κ' ευθύς επήγε τ' άκουσμα 'ς την πόλι τους, κ' εκείνοι, άμα την βοήν άκουσαν, το χάραμμ' εφανήκαν• 435 και από πεζούς, απ' άλογα, και απ' του χαλκού την λάμψι όλ' η πεδιάδ' εγέμισε' και ο χαιρεβρόντης Δίας δείλιασε τους συντρόφους μου, και να σταθή κανένας δεν τόλμησ’, ότι αφανισμός μάς είχε ολούθε ζώσει. τότε πολλούς μου φόνευσαν μ' ακονισμένη λόγχη, 440 άλλους μου παίρναν ζωντανούς, ως δούλους να τους έχουν, κ' εμέ 'ς την Κύπρον έδωκαν, ως έτυχε, του ξένου του Ιακίδη Δμήτορα, της Κύπρου βασιλέα• κ' εκείθεν ήλθα τώρα εδώ πολύ βασανισμένος».
Του απήντησε ο Αντίνοος κ' εφώναξε• «Ποια μοίρα 445 τούτ' έστειλε το βάσανο, κακήν πληγή του δείπνου; μακράν απ' το τραπέζι μου, 'ς την μέση στάσ', όπ' είσαι, μη γρήγορ' εύρης Αίγυπτον άλλην πικρήν και Κύπρο, καθώς είσ' αδιάντροπος και αυθάδης ψωμοζήτης. με την αράδα 'ς όλους πας• και αφρόντισ' όλοι δίδουν• 450 ότι δεν έχουν κρατημόν ή λύπην, αν χαρίζουν από τα ξέν', αφού πολλά καθένας έχει εμπρός του».
Εσύρθηκε ο πολύγνωμος και απάντησ', ο Οδυσσέας• «Ωιμένα, με το κάλλος σου όμοιον τον νουν δεν είχες! αλάτι από το σπίτι σου πτωχός ας μη προσμένη, 455 αφού 'ς την ξένην τράπεζα καθήμενος αρνήθης, τόσα ενώ χαίρεσαι καλά, χαψιά κ' εμέ να δώσης».
Αυτά 'πε και ο Αντίνοος βαρύτερα εχολώθη, και άγρια κυττώντας είπε του με λόγια πτερωμένα• «Αχ! τώρα πλέον άβλαπτος μέσ' απ' το μέγαρό μας, 460 καθώς πιστεύω, δεν θα βγης, αφού και μας υβρίζεις».
Και, το υποπόδι αρπάζοντας, 'ς του ώμου δεξιού την άκρη τον κτύπησεν• εστάθη αυτός ως βράχος, και τ' ακόντι του Αντίνου δεν τον έσεισε ποσώς, αλλά σιωπώντας την κεφαλήν εκίνησε και ολέθρια μελετούσε• 465 εις το κατώφλι εγύρισε, τ' ολόγεμο δισάκκι καθίζοντας απόθωσε, και των μνηστήρων είπε• «Ακούτε με, της δοξαστής βασίλισσας μνηστήρες, να φανερώσω εγώ 'ς εσάς ό,τ' η ψυχή μου λέγει• όχι δεν έχ' ο άνθρωπος παράπον' ούτε λύπη, 470 αν κτυπηθή μαχόμενος να σώση το δικό του απ' αρπαγή, τα βώδια του ή τα λευκά του αρνία. αλλ' εμ' ο Αντίνοος κτύπησε για την σκληρήν κοιλία, 'που των θνητών κακά πολλά δίδ' η καταραμένη. αλλ' αν θεοί 'ναι των πτωχών, αν Εριννύες είναι, 475 ο χάρος τον Αντίνοον ας εύρη πριν του γάμου».
Του απάντησ' ο Αντίνοος• «Ήσυχα τρώγε, ω ξένε, καθήμενος, ή φύγε αλλού, μη, με την γλώσσα 'πώχεις, από το χέρι τραβηκτά ή από το πόδ' οι νέοι σε σύρουν εις τα δώματα και σ' απογδάρουν όλον». 480
Αυτά 'πε και αγανάκτησαν υπέρμετρα τότ' όλοι. και νέος είπε απότολμος• «Κακά 'καμες, χαμένε Αντίνοε, τον τρισάθλιον πλανήτην να κτυπήσης. και αν είναι κάποιος των θεών των ουρανοκατοίκων; με ξένους ομοιόνονται, πολλαίς μορφαίς αλλάζουν 485 οι αθάνατοι, και τριγυρνούν 'ς ταις χώραις των ανθρώπων, και την αυθάδεια τους θωρούν και την καλονομία».
Τούτα οι μνηστήρες έλεγαν, και αυτός αδιαφορούσε. το κτύπημα ο Τηλέμαχος μες την καρδιά του αισθάνθη, και όμως χάμου δεν έσταξε το δάκρυ, αλλά σιωπώντας 490 την κεφαλήν εκίνησε και ολέθρια μελετούσε. Last bookmark212
Και άμ' άκουσ' ότι εκτύπησαν 'ς το μέγαρον εκείνον η Πηνελόπ' η φρόνιμη, 'ς το μέσ' είπε των δούλων• «Όμοια και σένα ο τοξευτής ο Φοίβος να κτυπήση». κ' ευθύς τότε η κελλάρισσα της είπεν, η Ευρυνόμη• 495 «Αν πιάσουν η κατάραις μας, τότ' απ' αυτούς κανένας να ίδη την καλόθρονην Ηώ δεν θα προφθάση». και η Πηνελόπη η φρόνιμη 'ς εκείνην αποκρίθη• «Όλ' είν' εχθροί, μητέρα μου, αφού κακό μας θέλουν• αλλ' είν' ο Αντίνοος μάλιστα ταίρι του μαύρου χάρου• 500 'ς το δώμα ξένος δύστυχος, όπως τον βιάζ' η χρεία, γυρίζει και ψωμοζητεί, κ' ιδού του δώσαν όλοι οι άλλοι και τον φόρτωσαν με δώρα• εκείνος μόνος με το σκαμνί τον κτύπησε 'ς του ώμου δεξιού την άκρη».
Αυτά 'λεγεν ανάμεσα 'ς ταις δούλαις, καθημένη 505 'ς τον θάλαμόν της• κ' έτρωγεν ο θείος Οδυσσέας. και αυτή σιμά της κάλεσε τον θείο χοιροτρόφο• «Εύμαιε», τον είπεν, «αγαθέ, προσκάλεσε τον ξένον, εδώ να τον καλοδεχθώ και να τον ερωτήσω, αν κάπουθ' έμαθ' είδησι του αδάμαστου Οδυσσέα, 510 ή και αν τον είδε• ότ' εις πολλά μέρη θα βγήκε ο ξένος».
Και προς αυτήν απάντησες, ω Εύμαιε χοιροτρόφε• «Να σώπαιναν, βασίλισσα, προς χάριν σου οι μνηστήρες, θα ευφραινόσουν ακούοντας τι λέγει αυτό το χείλι. τον είχα 'ς την καλύβα μου τρεις 'μέραις και τρεις νύκταις• 515 τι 'ς εμέ πρώτα επρόσπεσε φευγάτος απ' το πλοίο, και όμως να ειπή δεν πρόφθασε τα πάθη τ' όλα εκείνος και ως θεοδίδακτος αοιδός ψάλλει χαριτωμένα εις τους ανθρώπους άσματα, και όλοι, προσηλωμένοι 'ς την όψι του, ακροάζονται με πόθο το τραγούδι, 520 όμοια και αυτός εμάγευεν εμέ 'ς τα μέγαρά μου. και λέγει ότ' είναι πατρικός ξένος του Οδυσσέα, και ότι 'ς την Κρήτη κατοικεί, του Μίνω την πατρίδα. κείθ' ήλθ' όπως τον κύλησε τον θλιβερόν η μοίρα, και βεβαιόνει ότ' άκουσεν ως προς τον Οδυσσέα 525 εδώ σιμά, 'ς την κάρπιμη των Θεσπρωτών την χώρα, 'που ζη και φέρνει θησαυρούς πολλούς εις την πατρίδα».
Και η Πηνελόπ' η φρόνιμη 'ς εκείνον αποκρίθη• «Πήγαινε, κράξε αυτόν εδώ, να τά 'πη όλα εμπρός μου. και ας παίζουν κείν', είτ' έμπροθεν 'ς την θύρα καθισμένοι 530 ή αυτού μέσα 'ς τα δώματα, αφού καλόκαρδ' είναι. ότι έχουν όλ' ανέγγικτα 'ς το σπίτι τ' αγαθά τους, τον σίτον, το γλυκό κρασί• τρέφονται μόν' οι δούλοι• κ' εκείνοι εδώ 'ς το σπίτι μας ολοκαιρής συχνάζουν, και βώδια σφάζοντας, αρνιά κ' ερίφια σαρκωμένα, 535 συντρώγουν και το φλογερό κρασί μας καταπίνουν, χαμένα, και όλα φθείρουν τα• ότι άνδρας δεν υπάρχει, ως ο Οδυσσέας άλλοτε, το σπίτι αυτό να σώση. αλλ' αν εις την πατρίδα του γυρίσ' ο Οδυσσέας, με τον υιόν του εκδίκησι της αδικιάς θα πάρη». 540
Αυτά 'πε, και ο Τηλέμαχος με κρότον επταρμίσθη, 'π' όλο το δώμα εβρόντησε• γέλασ' η Πηνελόπη, και προς τον Εύμαιον έλεγε με λόγια πτερωμένα• «Άμε, τον ξένον κάλεσε, και φέρε τον εμπρός μου• δεν είδες πώς πταρμίσθηκε 'ς τα λόγια 'που 'πα ο υιός μου; 545 δηλοί 'π' άσφαλτος θάνατος θε ναύρη τους μνηστήραις όλους• κανείς τον θάνατον, την μοίρα, δεν θα φύγη. και άλλο τι ακόμη θα σου ειπώ να το φυλάξη ο νους σου• αν τον γνωρίσω αληθινόν εις όσα μου διηγείται, θα τον ενδύσω μ' εύμορφη χλαμύδα και χιτώνα». 550
Και άμα τον λόγον άκουσε κινήθη ο χοιροτρόφος, σιμά του εστάθη κ' είπε του• «Ω ξένε μου πατέρα, η Πηνελόπ' η φρόνιμη σε προσκαλεί, η μητέρα του Τηλεμάχου, ότ' η ψυχή, και πικραμένη ως είναι, την βιάζει ως προς τον άνδρα της κάτι να σ' ερωτήση. 555 και, αν 'ς όσα ειπής σ' εύρη αληθή, χλαμύδα και χιτώνα θε να σ' ενδύση, και απ' αυτά μεγάλην έχεις χρεία• και την κοιλία δύνασαι γύρου ψωμοζητώντας να βόσκης, και όποιος βούλεται ψωμί θέλει σου δώση».
Του απάντησ' ο πολύπαθος ο θείος Οδυσσέας• 560 «Εύμαιε, τα πάντα παρευθύς μ' αλήθεια θα ιστορούσα της Πηνελόπης, συνετής του Ικαρίου κόρης• 'ς την δυστυχία σύντροφος τα πάθη αυτού γνωρίζω. αλλά το πλήθος των κακών μνηστήρων με φοβίζει, 'που την αυθάδεια σήκωσαν ως τ' ουρανού τον θόλο. 565 ότι και τώρα, οπότε αυτός, 'ς το δώμα ενώ γυρνούσα, μ' εκτύπησε, μ' επλήγωσε, χωρίς κακό να πράξω, βοηθός μ' ούτε ο Τηλέμαχος δεν έδραμεν ούτ' άλλος. της Πηνελόπης άρα ειπέ, πολλήν αν κ' έχη βία, να καρτερή 'ς τον θάλαμον ο ήλιος ως να δύση. 570 τότε ως προς την επιστροφήν ας μ' ερωτά του ανδρός της, και ας με καθίση αυτού 'ς την στιά• παληά ρούχα φοράω, καθώς το ηξεύρεις, τι 'ς εσέ πρώτον ικέτης ήλθα».
Και, άμα τον λόγον άκουσε, κινήθη ο χοιροτρόφος, και, το κατώφλι ως πέρασε, τον είπε η Πηνελόπη• 575 «Εύμαιε, δεν τον έφερες; τι σκέφθηκε ο πλανήτης; ή κάποιος τον ετρόμαξεν, ή κ' εντροπή τον πήρε μέσα 'ς το δώμα• είναι κακός ο εντροπαλός πλανήτης».
Και προς αυτήν απάντησες, ω Εύμαιε χοιροτρόφε• «Ορθά τα λέγει, και καθείς θα 'βαζε αυτό 'ς τον νουν του, 580 μη πάθη απ' την αποκοτιά των υβριστών μνηστήρων. και λέγει σου να καρτερής ο ήλιος ως να δύση. και σέ τούτο, βασίλισσα, καλήτερα συμφέρει, μόνη του ξένου να ομιλής, να τον ακούης μόνη».
Και η Πηνελόπ' η φρόνιμη απάντησέ του κ' είπε• 585 «Καλά του ξένου βλέπει ο νους τι να συμβή τυχαίνει• ότι το γένος των θνητών ανθρώπων άλλους άνδραις δεν έχει αυθάδεις, ως αυτούς, κ' εργάταις ανομίας».
Αυτά 'πε• τότ' εγύρισε 'ς το πλήθος των μνηστήρων, όλ' αφού της φανέρωσεν, ο θείος χοιροτρόφος. 590 κ' εσίμωσε την κεφαλή, μη τον ακούσουν άλλοι, του Τηλεμάχου, κ' έλεγε• «Θα υπάγω να φυλάξω τους χοίρους και όλα τ' άλλα εκεί, το βιο σου και το βιο μου• ως προς τα εδώ συ φρόντιζε, και πρώτ', αγαπητέ μου, τον εαυτό σου φύλαξε, και πρόσεχε μη πάθης• 595 ότι πολλοί των Αχαιών ολέθριαν έχουν γνώμη. αχ! να τους χάση ο βροντητής πριν μας εξολοθρεύσουν».
Και ο συνετός Τηλέμαχος απάντησέ του κ' είπε• «Πατέρα, ως είπες, θα γενή• συ φύγ' άμ' εσπερώση, και γύρισ' αύριο την αυγή, και σφακτά φέρε ωραία• 600 ως προς τα εδώ πρώτα οι θεοί κ' ύστερα εγώ φροντίζω».
Και 'ς το καλόξυστο σκαμνί κάθισε πάλι εκείνος• και 'ς το φαγί και εις το πιοτόν άμα η ψυχή του ευφράνθη, 'ς την χοιρομάνδρα εγύρισε και άφησε το παλάτι, όπ' ήσαν σύνδειπνοι πολλοί• κ' ετέρπονταν εκείνοι 605 εις το τραγούδι, 'ς τον χορόν, ότ' είχε η νύκτα φθάσει.
Ραψωδία Σ
Ήλθε αυτού πάγκοινος πτωχός, 'που ζήτευε 'ς την πόλιν Ιθάκη, για την λυσσερή κοιλιά του ξακουμένος, να πιή, να φάγη, αχόρταστος• και δύναμι δεν είχε ανδρείαν ούτε, αν και τρανός εφάνταζε 'ς την όψι. Αρναίον τον ωνόμασεν η σεβαστή μητέρα 5 εκ γενετής• αλλ' έκραζαν Ίρον αυτόν οι νέοι, ότι μηνύματ' έφερνεν, οπόταν τον προστάζαν. να διώξη απ' το παλάτι του τον Οδυσσέα 'κείνος ήλθε, και ωνείδιζεν αυτόν με λόγια πτερωμένα• «Φεύγ' απ' την θύρα, γέροντα, μη και σε ποδοσύρουν• 10 και δεν θωρείς πώς όλοι αυτοί 'ς εμένα βλεφαρίζουν για να σε σύρω; όμως εγώ το παίρνω 'ς εντροπή μου. αλλ' άστ', αν δεν επιθυμείς 'ς τα χέρια να πιασθούμε».
Μ' άγριο βλέμμα ο πολύγνωμος του απάντησε Οδυσσέας• «Άθλιε, κακό δεν σώκαμα, λόγον κακόν δε σου 'πα, 15 ούτε φθονώ σε και αν πολλά σου δώσουν• το κατώφλι τούτο χωρεί κ' εμάς τους δυο• και αν άλλος από ξένα πράγματα λάβη, μη φθονής• είσαι, θαρρώ, πλανήτης, ως είμ' εγώ, και απ' τους θεούς προσμένουμ' ευτυχίαις. και εις μάχη μη με προκαλής πολύ, μήπως θυμώσω, 20 και, αν κ' είμαι, γέρος, μ' αίματα το στήθος και τα χείλη σου βάψω• και ησυχώτερος θε να 'μεν' άμα λείψης αύριον• ότ' η όρεξι, θαρρώ, θα σου περάση άλλη φορά 'ς το μέγαρο να γύρης του Οδυσσέα».
Εχόλωσε και αντείπε του τότε ο πλανήτης Ίρος• 25 «Θε μου, 'γοργά 'που φλυαρεί, 'σαν καμινεύτρα γραία, τούτος ο χάφτης! ήθελα κακά να τον κτυπήσω και με τα δυο, και όλα 'ς την γη τα δόντια να του ρίξω, ωσάν της γρούνας, 'που χαλά χωράφι σιτοφόρο. τώρ' έλα ζώσου, όλοι μαζή να μας ιδούν και τούτοι 30 να κτυπηθούμε• και πώς συ με νέον θα παλαίσης;»
Με τέτοιον άγριον θυμόν, εις ταις υψηλαίς θύραις έμπροσθεν, κείνοι εμάλοναν, εις το ξυστό κατώφλι. τους άκουσεν η σεβαστή δύναμι του Αντινόου, μ' όρεξι χασκογέλασε και των μνηστήρων είπε• 35 «Ω φίλοι, ως τώρα θέαμα παρόμοιο δεν εστάθη• ξεφάντωσις, οπ' ο θεός εδώ μας έχει στείλει! 'ς τα χέρια θέλουν να πιασθούν ο ξένος με τον Ίρο• κ' εμείς να τους συμπλέξουμεν, ω φίλοι, ας μην αργούμε.
Είπε, και όλοι πετάχθηκαν γελώντας κ' εσταθήκαν 40 εις τους πτωχούς ολόγυρα τους κακοενδυμένους. και ο υιός του Ευπείθη Αντίνοος ανάμεσά τους είπε• «'Σ ό,τι θα ειπώ προσέξετε, μνηστήρες ανδρειωμένοι• εδώ 'ς την στιά γιδοκοιλιαίς στέκονται φυλαμμέναις, που μ' αίμα ταις γεμίσαμε και πάχος για τον δείπνο. 45 όποιος καλήτερος φανή, και νικηφόρος έβγη, ας σηκωθή και απ' ταις κοιλιαίς όποιαν του αρέση ας πάρη. κ' έπειτ' ας τρώγη πάντοτε μ' εμάς, ουδέ κανέναν άλλον θ' αφήσουμε πτωχόν 'ς εμάς να πλησιάση».
Αυτά 'π' ο Αντίνοος και άρεσε 'ς όλους εκείνου ο λόγος. 50 με δόλον ο πολύγνωμος τότ' είπεν Οδυσσέας• «Αγαπητοί, δεν γίνεται με νέον να παλαίση γέρος πολυβασάνιστος• αλλά με βιάζει τώρα, για να δαρθώ ο ταλαίπωρος, η πάγκακη κοιλία, αλλ' όλοι σεις ομόσετε 'ς εμένα φρικτόν όρκο, 55 βοηθός του Ίρου να μη βγη κανείς να με πατάξη άνομα, και αποκάτω του να με καταδαμάση».
Αυτά 'πε και όλοι ωρκίσθηκαν όπως αυτός ζητούσε. και άμα τον όρκον ώμοσαν κ' επρόφεράν τον όλον, είπ' ο ιερός Τηλέμαχος• «Αν ν' αποκρούσης κείνον, 60 ω ξένε, σπρώχνει σε η καρδιά κ' η ανδρική ψυχή σου, από τους άλλους Αχαιούς κανέναν μη φοβήσαι, τι θα παλαίση με πολλούς όποιος εσέ κτυπήση. ξένος μου είσαι• οι βασιλείς 'ς την γνώμη μου συντρέχουν, ο Αντίνοος και ο Ευρύμαχος, άνδρες και οι δυο με γνώσιν. 65
Είπε και όλοι εσυμφώνησαν• κ' έζωσεν ο Οδυσσέας τα κρυφά με τα ράκη του, κ' έδειξε τότε ωραία τρανά μεριά, κ' εφάνηκαν οι ώμ' οι πλατείς, τα στήθη, και οι δυνατοί βραχίονες• η Αθήν' ήλθε σιμά του και του ποιμένα των λαών ελάμπρυνε τα μέλη. 70 εθαύμασαν υπέρμετρα τότε οι μνηστήρες όλοι, κ' εστράφη κάποιος κ' έλεγε κυττώντας τον πλησίον• «Ο Ίρος Άιρος το κακό, 'που θέλησε, να πάθη• του γέρου τα παληόρουχα ιδές μερί, 'που κρύβαν!»
Αυτά 'πε κ' εταράχθηκε μέσα η καρδιά του Ίρου• 75 αλλά τον ζώσαν στανικώς οι δούλοι και τον φέραν, 'που του 'τρεμαν ολόβολα τα μέλη από τον φόβο. ο Αντίνοος τον ωνείδισε και του 'πε• «Α! να μη ζούσες, α! να μην είχες γεννηθή, καμαρωτό βουβάλι, αφού τούτον τον άνθρωπον φοβείσαι και τρομάζεις, 80 'που οι χρόνοι τον εσύντριψαν και τούτ' η συμφορά του. αλλά θα σ' είπω φανερά και ο λόγος μου θα γείνη• αν τούτος ανδρειότερος φανή και σε νικήση, για την στερηά σε ρίχνω ευθύς 'ς ολόμαυρο καράβι, 'ς τον βασιλέαν Έχετον, αδικητήν του κόσμου, 85 μύτη και αυτιά μ' αλύπητο μαχαίρι να σου κόψη, και τα κρυφά σου ανάσπαστα να δώση ωμά των σκύλων».
Είπε κ' εκείνος έτρεμε χειρότερα, ως τον φέραν αυτού 'ς την μέση• τότε οι δυο τα χέρι' ανασηκώσαν, κ' εσκέφθηκε ο πολύπαθος, ο θείος Οδυσσέας, 90 να τον κτυπήση ώστε νεκρός 'ς τον τόπο αυτού να πέση, ή μ' ένα γλυκύ κτύπημα να τον ξαπλώση χάμου, κ' ηύρηκε συμφερώτερο γλυκά να τον κτυπήση, μη τον νοήσουν οι Αχαιοί• και ως ανασηκωθήκαν 'ς τον δεξιόν ώμο κτύπησεν ο Ίρος, και ο Οδυσσέας 95 εις το ριζαύτι, κ' έσπασε μέσα τα κόκκαλ' όλα, και κόκκιν' αίμ' ανάβρυσεν ευθύς από το στόμα• χάμου με βόγγον έπεσεν, ελάκτισε το χώμα, έκρουσε ομού τα δόντια του, και οι θαυμαστοί μνηστήρες από τα γέλι' απέθαναν σηκόνοντας τα χέρια. 100 και μέσ' από το πρόθυρο τον έσυρ' ο Οδυσσέας απ' ένα πόδι ως την αυλή, 'ς την θύρα της αιθούσης, και 'ς της αυλής τον έγυρε το φράγμα να καθίση, ραβδί 'ς το χέρι του 'βαλε, κ' εφώναζεν εκείνου• «Κάθου αυτού τώρα, των σκυλιών και χοίρων να 'σαι διώκτης, 105 και όχι να ήσαι των πτωχών και ξένων επιστάτης, ελεεινέ, μήπως κακό χειρότερο απολαύσης».
Είπε, τ' αχρείο κρέμασε 'ς τον ώμο του δισάκκι ολότρυπο, κ' είχε χοντρό σχοινί να το βαστάη, και 'ς το κατώφλι εγύρισε κ' εκάθισε• κ' εκείνοι 110 γελώντας πάλιν έμπαιναν και τον περιχαιρόνταν• «Ο Δίας και όλ' οι αθάνατοι να σου χαρίσουν, ξένε, ό,τι πλειότερο ποθείς, ό,τ' η ψυχή σου θέλει, 'που τούτον τον αχόρταγον 'ς την πόλι να ζητεύη έπαυσες• ότι 'ς την στερηά θε να σταλή με πλοίο 115 'ς τον βασιλέαν Έχετον, αδικητήν του κόσμου». Είπαν, κ' εχάρη 'ς την ευχήν ο θείος Οδυσσέας. ο Αντίνοος τότε μιαν τρανή κοιλιά του 'βαλ' εμπρός του με πάχος κ' αίμα ολόγεμην• ο Αμφίνομος επήρε απ' το κανίστρι δυο ψωμιά και απόθωσέ τα εμπρός του, 120 και με ποτήρι ολόχρυσο τον χαιρετούσε κ' είπε• «Ξένε πατέρα, χαίρε μου• καλαίς να ιδής ημέραις καν εις το εξής• τώρα πολλά σε βασανίζουν πάθη».
Και απάντησε ο πολύγνωμος 'ς εκείνον Οδυσσέας• «Αμφίνομε, μου φαίνεσαι με γνώσι προικισμένος• 125 και του πατρός σου την καλήν την φήμην έχω ακούσει, πως μέγας ήταν και αγαθός ο Νίσος Δουλιχέας. υιός εκείνου λέγεσαι και άνδρας καλός ομοιάζεις• όθεν και λόγον θα σου ειπώ, να τον φυλάξη ο νους σου. απ' όλα εκείν', όσα 'ς την γη κινούνται και αναπνέουν, 130 του ανθρώπ' ουτιδανώτερο κανένα η γη δεν τρέφει• όσο τα ήπατα κρατούν, κ' οι αθάνατοι ευτυχίαις του δίδουν, λέγει ότι ποτέ κακό δεν θα τον εύρη• αλλ' ότε οι μάκαρες θεοί και λυπηρά του δώσουν, τότε και αθέλητα η καρδιά πάλι βαστά κ' εκείνα. 135 ότι ταιριάζει των θνητών ο νους με την ημέρα, οποίαν στέλνει των θεών και ανθρώπων ο πατέρας. ότι κ' εγώ πανευτυχής θε να 'μουν εις τον κόσμον, αλλά πολλ' άνομ' έπραξα, 'ς την δύναμί μου αυθάδης, θαρρώντας 'ς τον πατέρα μου και 'ς τους αυτάδελφούς μου. 140 όθεν κανένας τ' άδικο ποτέ να μη θελήση, αλλά τα δώρ' ας χαίρεται σιγά των αθανάτων• ως βλέπω εδώ πόσ' άνομα τολμούν τούτ' οι μνηστήρες, και καταλύουν τα κτήματα και την γυναίκα υβρίζουν του ανδρός, 'που από τους ποθητούς μακράν και απ 'την πατρίδα, 145 θαρρώ, δεν θα μείνη πολύ• κ' εγγύς είν'. αλλά σένα θεός αν πάρη σπίτι σου, να μην τον αντικρύσης, την ώρα, οπού 'ς την ποθητήν πατρίδα εκείνος θα 'λθη. ότι, άμα εδώ 'ς το μέγαρο πατήση, δεν πιστεύω αναίμακτα να χωρισθούν εκείνος και οι μνηστήρες». 150
Αυτά 'πε, και αφού σπόνδισε, το ευφραντικό κρασί του έπιε, και πάλι εγχείρισε του βασιληά την κούπα. τούτος 'ς το δώμα εβάδιζε με κεφαλήν σκυμμένην περίλυπος, ότι κακό προμάντευε η ψυχή του• τον χάρο αλλά δεν ξέφυγεν, ότι και αυτόν η Αθήνη 155 'ς του Τηλεμάχου υπόταξε το φονικό κοντάρι• και πάλ' ήλθε κ' εκάθισε 'ς τον θρόνον 'που 'χε αφήσει.
Τότε της έβαλε 'ς τον νουν η γλαυκομμάτ' Αθήνη, της Πηνελόπης φρόνιμης του Ικαρίου κόρης, εις τους μνηστήραις να φανή, 'ς τον πόθο τους αέρα 160 να δώση μεγαλήτερον, και σεβαστή να γείνη 'ς τον άνδρα της και τον υιόν, καλήτερ' από πρώτα. κ' έκαμε γέλοιον άκαιρο κ' είπε της Ευρυνόμης• «Θέλ' η ψυχή μου ό,τι ποτέ δεν θέλησ', Ευρυνόμη, εις τους μνηστήραις να φανώ, και ως είναι μισητοί μου• 165 και λόγον χρήσιμον να ειπώ τον τέκνου μου εποθούσα. να μη σιμόνη πάντοτε τους προπετείς μνηστήραις• εκείνοι λέγουν εύμορφα και ολέθρια κρύβει ο νους των».
Απάντησε η κελλάρισσα 'ς εκείνην, η Ευρυνόμη• «Τέκνον, ωμίλησες ορθά και λάθος δεν ευρίσκω• 170 άμε του τέκνου σου να ειπής τον λόγον, μην τον κρύψης, αφού λούσης το σώμα σου, την όψι σου αφού χρίσης, όχι μ' αυτό το πρόσωπο 'ς τα δάκρυα μαραμμένο• πήγαινε, και ατελεύτητα να κλαίης δεν συμφέρει, τώρα 'π' ο υιός σου ανδρώθηκε, 'που των θεών ευχόσουν 175 τόσο θερμά να τον ιδής τα γένεια να φυτρώση».
Και η Πηνελόπ' η φρόνιμη 'ς εκείνην αποκρίθη• «Αχ! Ευρυνόμη, αν και για μέ πονεί σε, μη μου λέγης να λούσω εγώ το σώμα μου, την όψι μου να χρίσω• οι ολυμποκάτοικοι θεοί τα κάλλη μου αφανίσαν. 180 απ' ότ' εκείνος έφυγε μέσα 'ς τα κοίλα πλοία. της Αυτονόης τώρα ειπέ και της Ιπποδαμείας, να 'λθουν 'ς εμέ, 'ς το μέγαρο σιμά μου να ταις έχω• ότι να υπάγω εντρέπομαι 'ς τους άνδραις μέσα μόνη».
Αυτά 'πε και το μέγαρον εδιάβηκεν η γραία. 185 να παραγγείλη ογλήγορα των γυναικών να φθάσουν.
Τότ' άλλο εφεύρεν η θεά, η γλαυκομμάτ' Αθήνη• ύπνον γλυκόν της έχυσε, και η κόρη του Ικαρίου πλάγιασε, αποκοιμήθηκε, κ' οι αρμοί της ελυθήκαν. εις τον κλιντήρα• και η θεά δώρ' άφθαρτα, η μεγάλη, 190 της έδιδ', ώστ' οι Αχαιοί να την περιθαυμάσουν. μ' αμβρόσιο χρίσμα ελάμπρυνε τ' ωραίο πρόσωπό της, μ' αυτό 'που η καλοστέφανη αλείφεται Αφροδίτη, όταν 'ς τον πρόσχαρο χορό θε να 'μπη των χαρίτων. την έκαμε υψηλότερη, τρανώτερη 'ς την όψι. 195 και από σχιστόν ελέφαντα λευκότερην ακόμη. και τούτ' άμ' εκάμ' η θεά, κείθ' έφυγε, η μεγάλη. έφθασαν απ' το μέγαρον η λευκοχέραις κόραις, και απ' την φωνή τους άφησεν αυτήν ο γλυκός ύπνος• έτριψε με τα χέρια της το πρόσωπό της κ' είπε• 200 «Ύπνος 'που μ' ηύρε μαλακός την αναστεναγμένη! μαλακόν θάνατον εδώ να μώδιδε η παρθένα Άρτεμις, να μη τήκεται 'ς τους θρήνους η ζωή μου, ενώ ποθώ ταις αρεταίς οπ' ήταν στολισμένος ο αγαπητός μου σύντροφος, των Αχαιών ο πρώτος». 205
Είπε και από τα υπέρλαμπρα τ' ανώγια αυτή κατέβη. μόνη όχι• δύο θεράπαιναις σιμά την συνωδεύαν• και ως έφθασεν η αταίριαστη γυναίκα εις τους μνηστήραις, της καλοκάμωτης σκεπής σιμά 'ς τον στύλο εστάθη 'ς την όψι αντισηκόνοντας τα μαλακά μαντήλια• 210 κ' εδώθε της θεράπαινα εστήθη και άλλη εκείθε. κ' εκείνοι ολιγοψύχησαν, και απ' έρωτα η ψυχή τους επιάσθη και όλοι ευχήθηκαν σιμά της να πλαγιάσουν. και αυτ' είπε 'ς τον Τηλέμαχον, τον ποθητόν υιόν της• «Σου 'φυγε ο νους, Τηλέμαχε• σκέψι ποσώς δεν έχεις• 215 παιδ' ήσουν και πλειότερα τεχνάσματ' είχε ο νους σου. και τώρ' ότ' εμεγάλωσες και παλληκάρι εγίνης, και όποιος ιδή τ' ανάστημα και την καλή θωριά σου, και αν δεν σε ξεύρη, θα σε ειπή γέννημ' ανδρός μεγάλου, ορθόν δεν έχεις πλειά τον νου, σκέψι δεν έχεις πλέον. 220 ιδού πώς εις το σπίτι μας το έργο κείνο επράχθη, 'π' άφησες να κακουργηθή τούτος εμπρός σου ο ξένος• πώς τώρ', αν εις την σκέπη μας τύχη να μένη ξένος, και απ' όμοια κακοποίησι σκληρή συμβή να πάθη; την εντροπή και τ' όνειδος συ θα 'χης απ' τον κόσμο». 225