Part 2
Είδαν οι σκύλ' οι αλυκτικοί ξάφνου τον Οδυσσέα• του χύθηκαν γαυγίζοντας• τότε με γνώσι χάμου 30 κάθισε αυτός και του 'πεσε το ρόπαλο απ' το χέρι. τότ' άσχημα θα πάθαινε 'ς την θύρα της αυλής του, αλλ' ώρμησε γοργότατα κατόπι ο χοιροτρόφος 'ς τα πρόθυρο, και του 'πεσε το δέρμ' από το χέρι• και με φοβέραις τα σκυλιά και με πυκνά λιθάρια 35 εσκόρπισε, και ωμίλησε κατόπι του κυρίου• «Αχ! απ' ολίγο, γέροντα, σ' αφάνιζαν οι σκύλοι έξαφνα, και όνειδος πολύ θε να 'χα εξ αφορμής σου. και άλλα οι θεοί παθήματα και στεναγμούς μου δώσαν• κύριον ισόθεον είχα εγώ, και ολοκαιρίς τον κλαίω 40 εδώ, και εις άλλους κουναρώ τα ολόπαχα θρεφτάρια, αυτοί να τρώγουν, και τροφής ωστόσο στερημένος εις πολιτείαις δέρνεται ανθρώπων αλλοφώνων κείνος, αν ήναι 'ς την ζωή, του ήλιου το φως αν βλέπη. αλλ' ακολούθα, γέροντα, να πάμε εις την καλύβα, 45 και άμ' ευφρανθής εις το φαγί και εις το κρασί, κατόπι οπόθεν είσαι να μου ειπής και όσά 'χεις παθημένα».
Είπε, και τον ωδήγησεν ο θείος χοιροτρόφος εις την καλύβα, και κλαδιά δασειά για να καθίση έστρωσε και τα εσκέπασε μ' αγριογιδιού τομάρι, 50 μέγα, πολύτριχο, δασύ, 'που το 'χε στρώμα εκείνος. εχάρ' όπως τον δέχθηκε και του 'πεν ο Οδυσσέας• «Ο Δίας και όλ' οι αθάνατοι να σου χαρίσουν, ξένε, αφού με καλοδέχθηκες, ό,τι η καρδιά σου θέλει». Και προς αυτόν απάντησεν ο Εύμαιος χοιροτρόφος• 55 «Και αν από σε μικρότερος έλθη, δεν πρέπει, ω ξένε, τον ξένον να μη σεβασθώ• του Διός είναι οι ξένοι και οι πτωχοί όλοι• ολιγοστό και αγαπητό το δώρο δίδουμ' εμείς• επειδή αυτός των δούλων είναι ο νόμος, να τρέμουν όταν κυβερνούν οι άρχοντες οι νέοι• 60 ότ' οι θεοί τον γυρισμόν του ανδρός εκείνου εφράξαν, 'που θα με αγάπα εγκαρδιακά και θάμ' είχε προικίσει με όσα ο κύριος πρόθυμα τον δούλο του ανταμείβει, με σπίτι, με καλόμορφη γυναίκα και με κτήμα, αν κείνου ευλόγησε ο θεός το έργο και τους κόπους, 65 όπως κ' εμένα ευλόγησε το έργο αυτό 'που κάμνω. όθε, αν ο κύριος γέραζεν εδώ, χαρά ς' εμένα• και τώρα εχάθη^ αχ! ήθελα το γένος της Ελένης να 'χε χαθή, που εθέρισε πολλαίς ζωαίς ανδρείων• ότι και αυτός εκδικητής του αδικημένου Ατρείδη 70 'ς το εύιππον Ίλιον ώρμησε τους Τρώαις να κτυπήση».
Είπε και με την ζώστρα του συσφίγγει τον χιτώνα, προς τα μανδριά πορεύεται, 'που εκλειούσαν χοίρων πλήθη, σηκόνει δύο, σφάζει τους κ' ευθύς τους καψαλίζει, και αφού καλά τους λιάνισε 'ς ταις σούβλαις τους περνάει, 75 και άμα τα κρέατ' έψησε τα φέρει του Οδυσσέα, ζεστά ζεστά μες τα σουβλιά, κ' επάνω τ' αλευρόνει, και εις καυκί μέσα συγκερνά κρασί γλυκύ σαν μέλι, και αντικρυνά του κάθεται και τον παρακινάει• «Ω ξένε, τρώγε απ' το φαγί το χοίρινο, των δούλων, 80 και τα θρεφτάρια ολόπαχα τα ευφραίνονται οι μνηστήρες, 'π' ούτ' έλεος έχουν 'ς την ψυχήν ούτε της δίκης φόβο• πλην τ' άνομ' έργα οι μάκαρες θεοί δεν αγαπούσι, αλλά τα δίκαια και χρηστά τιμούν των θνητών έργα. και οπόταν άνδρες άρπαγαις, κακόπρακτοι, πατήσουν 85 εις ξένον τόπον και εις αυτούς λάφυρα δώση ο Δίας, άμα φορτώσουν, σπουδακτά γυρίζουν 'ς την πατρίδα, ότι κ' εκείνων εις τον νου της δίκης πέφτει τρόμος. πλην τούτοι κάπως θα 'μαθαν, θεού φωνή τους είπε, το τέλος του, αφού δίκαια δεν θέλουν να μνηστεύουν, 90 ουδέ να γύρουν σπίτι τους, αλλ' ήσυχα του φθείρουν δυναστικώς τα πλούτη του χωρίς να τα λυπούνται. τι κάθε ημέρα του Διός, όσαις και αν έχη ο χρόνος, ένα ποτέ δεν σφάζουσι σφακτόν ή δύο μόνα• και άφθονα βγάζουν το κρασί και το ρουφούν οι αυθάδεις. 95 ότ' είχε βιόν αμίλητον, όσον δεν είχεν άλλος ήρωας 'ς την μαύρη στερεάν, αλλ' ούτε 'ς την Ιθάκη. κ' είκοσι ανδρών ολόκληρα και αν ενωθούν τα πλούτη τόσα δεν είναι• τώρα εγώ να σου τ' απαριθμήσω• δώδεκ' αγέλαις 'ς την στερηά, τόσαις κοπαίς προβάτων, 100 και τόσαις χοίρων, και γιδιών τόσα πλατειά κοπάδια, του βόσκουν ξένοι μισθωτοί ποιμένες και δικοί του. κ' εδώ 'ς την άκρην ύστερη γιδιών πλατειά κοπάδια ένδεκα βόσκουν, και άνθρωποι καλοί τα επιστατούσι. καθένας πάντοτε απ' αυτούς καθημερνά τους φέρει 105 από τα ερίφια τα παχειά το εξαίρετο, το πρώτο. κ' εγώ πάλ' είμαι φύλακας των χοίρων οπού βλέπεις, και το θρεφτάρι το καλό διαλέγω και τους στέλνω».
Είπε• κ' εκείνος έτρωγε κρέατα κ' ερουφούσε κρασί κ' εσώπα, αλλ' όλεθρον φύτευε των μνηστήρων. 110 και άμ' έφαγε κ' ευφράνθηκεν, ο άλλος το ποτήρι, εκείν' όπ' έπινεν αυτός, όλο κρασί γεμάτο, του πρόσφερε• χαρούμενος το δέχθηκεν εκείνος• κ' ευθύς τον επροσφώνησε με λόγια πτερωμένα• «Ω φίλε, ποιος σ' αγόρασε με την δική τ' ουσία, 115 'που τόσην είχε δύναμι, και τόσα πλούτη, ως λέγεις, και 'πώπεσεν εκδικητής κ' εκείνος του Ατρείδη; ειπέ τον, και αν εγνώρισα τον άνδρα, θα νοήσω, οι αθάνατοι γνωρίζουσιν αν θα 'φερν' αγγελία οπού τον είδα• ότ' εις πολλά μέρη επεριπλανήθην». 120
Και απάντησε ο χοιροβοσκός, ο άρχος των ανθρώπων• «Γέρε, όποιος ξένος άνθρωπος γι' αυτόν φέρη αγγελία, ούτε η γυναίκα τ' ούτε ο υιός πίστι δεν δίδουν πλέον. αλλά πλανήταις άνθρωποι, βοήθειαν όπως λάβουν, ανώφελα ψευδολογούν και την αλήθεια κρύβουν. 125 και όποιος περιπλανώμενος εις την Ιθάκη φθάση 'ς την δέσποινά μου ερχόμενος λόγια πλαστά προσφέρει, κ' εκείνη τον φιλοξενεί και όλα ζητεί να μάθη, και, ως κλαίγει, από τα βλέφαρα τα δάκρυα της σταλάζουν, ως γυνή κάμνει, 'πώχασε τον άνδρα της 'ς τα ξένα. 130 και συ θε να 'σουν πρόθυμος, γέρε, να φθειάσης μύθον, ίσως χλαμύδα να ενδυθής σου δίδαν και χιτώνα• εκείνου ωστόσο τα γοργά τα όρνεα και οι σκύλοι τα κόκκαλα θα του 'γδαραν, όπ' άψυχ' απομείναν• ή ψάρια τον κατάφαγαν 'ς την θάλασσα, κ' εκείνου 135 άμμος πολύς τα κόκκαλα σκεπάζει 'ς ακρογιάλι. κείνος εχάθη τώρ' αυτού, και εις όλους μένει ο πόνος τους φίλους κ' έξοχα 'ς εμέ• ότι άλλον δεν θε ναύρω κύριον καλόν ωσάν αυτόν, 'ς όποια και αν φθάσω μέρη, ούδ' αν γυρίσω εις του πατρός και της μητρός μου πάλι 140 το σπίτι, οπού γεννήθηκα κ' εκείνοι μ' αναστήσαν. ουδέ γι' αυτούς ως απ' αρχής οδύρομαι, αν και θέλω να τους ιδούν τα μάτια μου 'ς την γη την πατρική μου• αλλά με παίρνει του Οδυσσηά, 'π' άφαντος είναι, ο πόθος. και αυτόν, ω ξέν', εντρέπομαι, και αν λείπει, να ονομάζω, 145 ότι με αγάπα ολόψυχα, πολύ για μέ πονούσε• αλλ' αδελφόν μου εγκαρδιακόν τον λέγω και μακρόθεν».
Του απάντησε ο πολύπαθος ο θείος Οδυσσέας• «Ω φίλε, αφού παντάπασι να το δεχθής δεν θέλεις, και λέγεις 'που δεν θα 'λθη πλειά, και άπιστος μένει ο νους σου, 150 εγώ δεν θα ομιλήσω απλώς, αλλά σου λέγω μ' όρκο, ο Οδυσσέας έρχεται• και για τα συγχαρίκια, ευθύς άμα 'ς το σπίτι του πατήση πάλι εκείνος, θα με σκεπάσης μ' εύμορφη χλαμίδα και χιτώνα. πρότερον όμως, χρειαστός αν κ' είμαι, δεν τα θέλω• 155 ότι όσο μου 'ναι μισηταίς του Άδ' η μαύραις πύλαις, τόσο μισώ τον άνθρωπο 'που ψεύδεται από χρεία. μάρτυς μου ο Δίας ύψιστος, το ξενικό τραπέζι, και η γωνιά, 'που ευρίσκομαι, του άπταιστου Οδυσσέα, ότι όλα ταύτα θα συμβούν καθώς τα λέγω τώρα. 160 ο Οδυσσέας έρχεται, τούτος πριν κλείση ο χρόνος• τούτος ο μήνας άμ' εβγή και άμα πατήσ' ο άλλος, θα φθάση εκείνος σπίτι του και αυτούς θα τιμωρήση, 'που υβρίζουν την γυναίκα του και τον λαμπρόν υιόν του».
Και προς αυτόν απάντησες, ω Εύμαιε χοιροτρόφε• 165 «Γέρε, γι' αυτήν την είδησιν ούτε θα λάβης δώρο, ούτ' ο Οδυσσέας θα 'λθη πλειά 'ς το σπίτι του, αλλά πίνε ήσυχα, και άλλο ας εύρουμε να ειπούμε και 'ς τον νου μου τούτα μη φέρης, επειδή μου σχίζεται η καρδία, τον κύριόν μου τον καλόν οπόταν μου ενθυμίζουν. 170 αλλά τώρ' ας αφήσουμε τον όρκο, κ' είθε να 'λθη ο Οδυσσέας, ως ποθώ κ' εγώ και η Πηνελόπη, και ο θείος ο Τηλέμαχος και ο γέρος ο Λαέρτης, και πάλ' εις θλίψαις μ' έβαλεν ο γόνος του Οδυσσέα Τηλέμαχος, 'π', ως τρυφερό βλαστάρι αφού τον θρέψαν 175 οι αθάνατοι, και να φανή 'ς τους άνδραις είχα ελπίδα ως ο πατέρας του λαμπρός 'ς το σώμα και 'ς το κάλλος, κάποιος θεός ή και θνητός το λογικό του επήρε• 'ς την θείαν Πύλο βγήκε αυτός να μάθη του πατρός του άκουσμα, και τον καρτερούν οι θαυμαστοί μνηστήρες, 180 ως γέρνει 'ς την πατρίδα του, όπως το θείον γένος και του Αρκεισίου τ' όνομα σβυσθούν απ' την Ιθάκη. πλην τώρ' ας τον αφήσουμεν, εκείν' είτε τον πιάσουν, ή φύγη, και το χέρι του γι' αυτόν σηκώση ο Δίας. άλλ' έλα, γέροντ', όλα σου 'ς εμέ να ειπής τα πάθη• 185 και τούτο ειπέ μου καθαρά, μ' αλήθεια να το μάθω, ποιος είσαι; πόθεν έρχεσαι; που η πόλις κ' οι γονείς σου; με ποιο καράβι εδώ 'φθασες; με ποιον τρόπον οι ναύταις εις την Ιθάκη σ' έφεραν, και ποιοι καυχώνταν 'που 'ναι; ότι εδώ πέρα συ πεζός δεν έφθασες πιστεύω». 190
Τότε ο πολύγνωμος 'ς αυτόν απάντησε Οδυσσέας• «Κ' εγώ μ' αλήθεια θα σου ειπώ τούτ' όλ' όσ' ερωτάς με• και ας είχαμε για κάμποσον καιρόν τροφήν ωραία, γλυκό κρασί, καθήμενοι κ' οι δύο 'ς την καλύβα, φαγοποτώντας ήσυχα, και 'ς τα έργα να 'ναι οι άλλοι, 195 τότ' άκοπα θε να 'λεγα και ολόκληρον τον χρόνον, και ούτε καλά θα πρόφθανα, τα πάθη της ψυχής μου, όσ' από θείαν θέλησιν όλα μαζή μ' ευρήκαν.
Το γένος έχω απ' το νησί το ευρύχωρο της Κρήτης, υιός ανθρώπου υπέρπλουτου• και άλλους πολλούς 'ς το σπίτι 200 γέννησ' υιούς και ανάθρεψεν η νόμιμη συμβία• εμ' άλλη μάννα γέννησε δούλη αγαπητική του, αλλ' ίσια με τα νόμιμα παιδιά του μ' ετιμούσε ο Υλακίδης Κάστορας, κ' εκείνου γόνος είμαι, όπ' ως θεόν τον δόξαζε 'ς την Κρήτη ο κόσμος όλος, 205 ότ' είχε πλούτ', είχ' ευτυχιά και τέκνα επαινεμμένα• αλλά 'ς τον Άδη ο θάνατος εκείνον αφού πήρε, τα μεγαλόψυχα παιδιά το βιο του εμοιρασθήκαν, με τους λαχνούς, όπ' έρριξαν εκείνοι ανάμεσόν τους• αλλ' εις εμέ μέρος μικρόν έδωσαν κ' ένα σπίτι. 210 κ' εγώ γυναίκ' από γονείς επήρα ευτυχισμένους, εις την ανδρειά μου ως έπρεπεν ότι κακός δεν ήμουν ουδέ φυγόμαχος• αλλά τώρα μ' αφήκαν όλα• όμως και από την καλαμιά, 'που βλέπεις, θα νοήσης ποιος ήμουν πριν τα βάσανα και η λύπαις με θερίσουν. 215 τόλμην ο Άρης κ' η Αθηνά μου χάρισαν και ρώμη, 'που τους ανδρείους έσπανε• και ότ' έπαιρνα μαζή μου εκλεκτούς άνδραις, κ' έστηνα κακό του εχθρού καρτέρι, τον θάνατον δεν έβλεπε ποτ' η καρδιά μου εμπρός της, και με την λόγχη εχύνομουν πρώτος πολύ, κ' εκτύπουν 220 τον εχθρόν, αν όσον εγώ δεν ήτο ανεμοπόδης. αυτός ήμουν 'ς τον πόλεμο• τα έργα του αγρού μισούσα και του σπιτιού την μέριμνα, 'που λαμπρά τέκνα τρέφει. κ' είχα τον πόθο πάντοτε 'ς τα κουποφόρα πλοία, 'ς ταις μάχαις, 'ς τα καλόξυστα τ' ακόντια και 'ς τα βέλη, 225 όλα κακά, 'που προξενούν 'ς άλλους ανθρώπους φρίκη• αλλ' ό,τι μώβαλε ο θεός 'ς τον νου, κείνο αγαπούσα• ότι 'ς αλλ' έργ' αρέσκεται τούτος και 'ς άλλα εκείνος. τι πριν ακόμ' οι Αχαιοί πατήσουν εις την Τροία, εννηά στρατήγησα φοραίς και με γοργά καράβια 230 εις μέρη ξένα επέρασα, και των πολλών λαφύρων έπαιρνα μέρος εκλεκτό, και μώδινεν ο κλήρος πάλιν πολλά• και ογλήγορα το σπίτι μου επλουτίσθη, και φοβερός και σεβαστός εγίνηκα εις τους Κρήταις• αλλ' ότ' εσκέφθη ο βροντητής το επάρατο ταξείδι, 235 'που τόσαις έσβυσε ζωαίς, τότε ο λαός της Κρήτης πρόσταξ' εμέ και τον λαμπρόν αντάμα Ιδομενέα, των πλοίων επί κεφαλής να ορμήσουμε εις την Τροία• τότε η βοή μας έβιασε του τόπου να δεχθούμε• και ότ' ήλθε ο χρόνος δέκατος του φοβερού πολέμου 240 πήραμε τ' Αχαιόπα[ι]δα την πόλι του Πριάμου, και εις την πατρίδα ως πλέαμε μας σκόρπισεν η μοίρα. κ' εμέ του αμοίρου συμφοραίς σοφίσθη τότε ο Δίας• τι μόνον μήνα εχάρηκα την ποθητή συμβία, τα τέκνα και τα πλούτη μου• κατόπιν η ψυχή μου 245 μ' επαρακίνα ογλήγορα καράβια ν' αρματώσω, και με συντρόφους εκλεκτούς 'ς την Αίγυπτο να πλεύσω• εννέα πλοί' αρμάτωσα, κ' ήλθε ο λαός με ζήλο• κ' ημέραις έξι ολόκληραις έτρωγαν οι καλοί μου σύντροφοι, και πολλά σφακτά τους έδιδα δικά μου, 250 και να προσφέρουν των θεών και να χαρούν κ' εκείνοι. την έβδομη ανεβήκαμε, και απ' την πλατεία Κρήτη επλέαμεν, ως ο Βορηάς σφοδρός, λαμπρός εφύσα, ως με το ρεύμα κυλητά• καράβι δεν μου εβλάφθη κανέν', αλλ' εκαθόμασθεν γεροί φαιδροί 'ς τα πλοία, 255 και τα ωδηγούσ' ο άνεμος ομού και οι κυβερνήταις. την πέμπτ' ημέρα 'ς το βαθύ του Αιγύπτου το ποτάμι φθάσαμε, και 'ς το ρεύμα του τα κυρτωμένα πλοία έστησα• και τότ' έλεγα των ποθητών συντρόφων σιμά 'ς τα πλοία να σταθούν και αυτού να τα φυλάγουν, 260 και πρόσκοποι ν' αποσταλούν 'ς ταις κορυφαίς τριγύρου• κείνοι απ' αυθάδεια την ορμήν άκουσαν της ψυχής των, και τους ωραίους έβλαπταν αγρούς των Αιγυπτίων, παίρναν τα γυναικόπαιδα, κ' εφόνευαν τους άνδραις. κ' ευθύς εβγήκε τ' άκουσμα 'ς την πόλι τους, κ' εκείνοι, 265 άμα την βοήν άκουσαν, το χάραμμα εφανήκαν, και από πεζούς απ' άλογα και απ' του χαλκού την λάμψι όλ' η πεδιάδα γέμισε• και ο χαιρεβρόντης Δίας δείλιασε τους συντρόφους μου, και να σταθή κανένας δεν τόλμησ', ότι αφανισμός μάς είχε ολούθε ζώσει. 270 τότε πολλούς μου φόνευσαν μ' ακονισμένη λόγχη, άλλους μου παίρναν ζωντανούς, ως δούλους να τους έχουν. αλλά 'ς εμέ το νόημα τούτ' έπλασεν ο Δίας• (άχ! είθε αυτού 'ς την Αίγυπτο να μ' είχε σβύσ' η μοίρα, ότι κατόπι άλλο κακό με καρτερούσε ακόμα). 275 την περικεφαλαία μου και την ασπίδα χάμου έθεσα και τ' ακόντι μου, κ' επήγα εμπρός 'ς τ' αμάξι του βασιληά, τα γόνατα τού φίλησα, κ' εκείνος μ' ελέησε, μ' εφύλαξε, μ' εκάθισε 'ς τ' αμάξι, και μ' έπαιρνε 'ς το σπίτι του 'ς τα δάκρυά μου πνιμμένον• 280 και άνδρες μ' ακόντια πάμπολλοι χύνονταν ωργισμένοι να με φονεύσουν, αλλ' αυτός μακράν τους εκρατούσε, φοβούμενος μη του Διός την όργητα κινήση, του ξενικού, 'που μάλιστα μισεί την ανομία. έμεν' αυτού χρόνους επτά, και από τους Αιγυπτίους 285 πολλά τότ' εθησαύρισα, ότι μου δίδαν όλοι• αλλ' ότε ο χρόνος όκτατος 'ς τον κύκλο του μ' ευρήκε, τότ' ήλθε κάποιος Φοίνικας, σοφός εις την απάτη, πλάνος, πανούργος, 'που πολλούς ανθρώπους είχε βλάψει. εκείνος με κατάφερε να πάμε 'ς την Φοινίκη, 290 όπ' είχε και τα σπίτια του και όλα τα υπάρχοντά του. αυτού χρόνον ολόκληρον έμεινα εγώ μαζή του• αλλ' αφού οι μήνες διάβηκαν και η 'μέραις ετελειόναν, κ' έκλειεν ο χρόνος, κ' έρχονταν 'ς τον κύκλο τους η ώραις, μ' επήρε 'ς το καράβι του να πάμε 'ς την Λιβύη, 295 ο δόλιος, τάχα το φορτιό να φέρω εγώ μαζή του, και με σκοπόν ως φθάση εκεί να μ' ακριβοπουλήση. εμπήκ', αν και τον νόησα, 'ς το πλοίο του εξ ανάγκης, και αυτό μεσοπελάγιζε με τον σφοδρό Βορέα πέραν της Κρήτης• και όλεθρο τους μελετούσε ο Δίας. 300 αλλ' ότε οπίσω αφίναμε την Κρήτη, και καμμία γη άλλη, μόνον ουρανός και θάλασσα εφαινόνταν, σύννεφο μαύρον έστησεν ο Δίας 'ς το καράβι επάνω, κ' εσκοτάδιασεν η θάλασσ' από κάτω. σύγχρονα ο Δίας βρόντησε, κεραύνωσε το πλοίο• 305 ολόβολο το ετίναξεν ο κεραυνός του Δία, και θειάφη όλο το γέμισε• 'ς την άρμη πέσαν όλοι, και 'ς το καράβι ολόγυρα, 'ς τα κύματα, ως κουρούναις. έπλεαν• θεία θέλησι τους πήρε την πατρίδα. αλλά 'ς εμέ τον άμοιρον ο ίδιος ο Κρονίδης 310 ένα κατάρτι απέραντο του μαυροπλώρου πλοίου 'ς τα χέρια μέσα μώβαλε, την συμφορά να φύγω• τ' αγκάλιασα, και μ' έπαιρναν μ' εκείν' η ανεμοζάλαις. εννηά 'μέραις εφέρνομουν και την δεκάτη νύκτα κύμα τρανό μ' εκύλησε 'ς των Θεσπρωτών την χώρα. 315 αυτού μ' εδέχθη ο βασιληάς ο Φείδωνας γενναία• ο υιός τ' ήλθε μ' εσήκωσε σβυμμένον απ' τον κόπο και από την πάχνη, μ' έφερε 'ς το πατρικό παλάτι, και με χλαμύδα μ' ένδυσεν εκείνος και χιτώνα.
Αυτού τότ' έλαβ' είδηοιν ω[ς] προς τον Οδυσσέα• 320 τον είχε αυτός, ως έλεγεν, εγκαρδιακά ξενίσει, όταν αυτούθε διάβαινε να γύρη 'ς την πατρίδα. και μώδειξ' όσα κτήματα εσύναξ' ο Οσ[δ]υσσέας, πολυεργασμένο σίδερο, χάλκωμα και χρυσάφι, 'που αρκούσαν και την δέκατη να θρέψουν γενεά του• 325 θησαυρούς τόσους είχε αυτός 'ς τα σπίτια του κυρίου. και 'ς την Δωδώνην έλεγεν ότ' είχε αυτός περάσει, απ' του θεού το υψηλό δρυ το θέλημα του Δία ν' ακούση, αν ολοφάνερα ή απόκρυφα θα γύρη, τόσους αφού 'λειψε καιρούς, εις την παχειάν Ιθάκη. 330 κ' ενώ 'ς το σπίτι εσπόνδιζεν, ώμοσε αυτός εμπρός μου ότι το πλοίο ρίχθηκε και οι σύντροφοι έτοιμ' ήσαν, 'που κείνον θα οδηγήσουσι 'ς την ποθητήν πατρίδα. αλλ' έστειλ' εμέ πρότερον• τι Θεσπρωτών καράβι έτυχε για τη κάρπιμο Δουλίχιο να κινήση. 335 'ς τον βασιληά τον Άκαστο πιστά να μ' οδηγήσουν τους είπε, αλλ' εβουλεύθηκαν αυτοί κακό 'ς εμένα, όπως μεγάλη συμφορά και πάλι μ' απαντήση. και ότε απ' την γην ευρίσκονταν μακράν πολύ το πλοίο, εκείνοι ευθύς μ' ωργάνιζαν την δουλικήν ημέρα• 340 απ'την χλαμύδα μ' έγδυσαν αυτοί και απ' τον χιτώνα, και άλλο αποφόρι μ' ένδυσαν παμπάλαιο και χιτώνα, κουρελιασμένη φορεσιά καθώς την βλέπεις τώρα• και προς το εσπέρας έφθασαν'ς την ηλιακήν Ιθάκη. και με σχοινί καλόπλεκτον αυτοί σφικτά μ' εδέσαν 345 'ς το πλοίο το καλόστρωτο, και 'ς την στερηάν εβγήκαν ογλήγορα κ' εδείπνησαν 'ς την άκρα της θαλάσσης. αλλά τον κόμπον εύκολα οι αθάνατοι μου λύσαν, κ' εσκέπασα την κεφαλήν εγώ με τ' αποφόρι, απ' το πηδάλι εσύρθηκα, 'ς την θάλασσα το στήθος 350 απόθωσα, και με τα δυο τα χέρια κολυμπώντας 'ς την γην ογλήγορ' έφθασα και ανάμερ' απ' εκείνους. και ανέβηκα εις πολύανθο δάσος κ' εκεί κρυμμένος έμενα, και αυτοί γύριζαν και βαρυαναστενάζαν. αλλά δεν έκριναν καλόν παρέκει να ερευνήσουν, 355 και πάλι οπίσω εβάδισαν προς το βαθύ καράβι. ιδού το χέρι των θεών πώς μ' έκρυψεν ακόπως, και εις την αυλή μ' ωδήγησεν ανδρός φρονιμωτάτου• ότι να ήμαι εις την ζωήν η μοίρα θέλει ακόμη».
Και προς αυτόν απάντησες, ω Εύμαιε χοιροτρόφε• 360 «Άμοιρε ξένε, μ' έθλιψαν τα παραδάρματά σου, ένα προς ένα ως τα 'λεγες' μόνον απ' όλα μύθος μου φάνηκε όσ' ανέφερες ως προς τον Οδυσσέα. καϋμένε, τι να ψεύδεσαι; δεν έχω απ' άλλους χρεία να μάθω αν 'ς την πατρίδα του θα γύρη ο κύριός μου. 365 αχ! όλ' οι αθάνατοι από μιας, το ηξεύρω, τον μισήσαν, και να σβυσθή δεν θέλησαν 'ς ταις φάλαγγαις των Τρώων, ή, αφού 'πλεξε τον πόλεμον, εις ποθηταίς αγκάλαις. τάφον τότ' οι Παναχαιοί θα σήκοναν εκείνου, και δόξαν θα 'παιρνε λαμπρή ν' αφήση του παιδιού του. 370 και τώρ' η Άρπυιαις άδοξα τον πήραν κ' εγώ μένω 'ς την χοιρομάνδραν έρημος• ουδέ ποτέ 'ς την πόλι πηγαίνω, εξ' αν η φρόνιμη καλή με Πηνελόπη να υπάγ', οπόταν κάπουθε της έρχεται αγγελία• οι άλλοι 'ς τον ξένον κάθονται σιμά, και όλα εξετάζουν, 375 και αυτοί, 'που κλαιν τον κύριον 'που τόσο αργεί 'ς τα ξένα, και όσοι γελούν και απλέρωτα το βιο του καταλύουν• αλλ' εγώ πλειά δεν ερωτώ κανέναν, απ' την ώρα 'π άνδρας με απάτησε Αιτωλός, που 'χε ανθρωποφονήσει, και αφού πολύ πλανήθηκεν εις την καλύβα μ' ήλθε, 380 και αδελφικά τον δέχθηκα• κ' έλεγε ότι τον είδε 'ς του Ιδομενέα τα δώματα, ς' την Κρήτη, να διορθόνη τα συντριμμένα πλοία του• κ' έλεγε οπού το θέρος θα φθάσ' ή το φθινόπωρο, τα πλούτη φορτωμένος, με τους λαμπρούς συντρόφους του• και συ, θλιμμένε γέρε, 385 η μοίρ' αφού 'δω σ' έφερε, με ψεύδη μη θελήσης να μου κερδίσης την καρδιά• και όχι για τούτο θα 'χης το σέβας, την αγάπη μου, αλλ' επειδή τρομάζω τον ξένιον Δία και πολύ τα πάθη σου λυπούν με».
'Σ αυτόν τότε ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας• 390 «Αχ! από μιας είν' άπιστη 'ς τα στήθη σου η καρδία• εις τα χαμένα ωρκίσθηκα και δεν σε καταπείθω. ρήτραν λοιπόν ας κάμουμε• και μάρτυρες ας ήναι οι αθάνατοι όλοι επάνω μας, οι κάτοικοι του Ολύμπου. 'ς το δώμα τούτο αν αληθώς γυρίση ο κύριος σου, 395 χλαμύδα τότε δόσε μου να βάλω και χιτώνα, και 'ς το Δουλίχιο στείλε με, κει 'που η καρδιά μου θέλει• και αν φανώ ψεύστης και ποσώς δεν γύρη ο κύριός σου, τους δούλους βάλε από υψηλήν κορφή να με γκρεμίσουν, όπως τρομάξη άλλος πτωχός 'ς το εξής να σ' απατήση». 400
Και προς αυτόν απάντησεν ο θείος χοιροτρόφος• «Ξένε, θα μ' έχουν ένδοξον πολύ κ' επαινεμμένον και τώρα και μετέπειτα τα γένη των ανθρώπων, αν, αφού 'ς την καλύβα μου σ' έχω φιλοξενήσει, μ' άπονο χέρι εθέριζα την ποθητή ζωή σου. 405 με ποια καρδιά θα πρόσφερνα κατόπι ευχαίς του Δία! αλλά του δείπνου είναι καιρός• οι σύντροφοι να εμπαίναν γλήγορα, ο δείπνος ο καλός να γείνη 'ς την καλύβα».
Κ' ενώ 'μιλούσαν, έφθαναν οι χοίροι και οι βοσκοί τους• τους έκλεισαν να κοιμηθούν 'ς τα μαθημένα μέρη, 410 και φοβερός έβγαινε αχός των χοίρων 'που εμανδρίζαν. και τους συντρόφους πρόσταξεν ο θείος χειροτρόφος• «Διαλέξετε και φέρετε τον κάλλιον απ' τους χοίρους, του ξένου, 'που 'λθε από μακρυά, γι' αγάπη να τον σφάξω, και θα καλοπεράσουμε κ' εμείς, 'που ολοκαιρής μας 415 κακοπαθούμεν αφορμής των λευκοδόντων χοίρων, και απλέρωτα τον κόπο μας τον καταφθείρουν άλλοι».
Αυτά' πε και ξύλα 'σχισε με την σκληρήν αξίνα• χοίρον αυτοί παχύτατον, πεντάχρονον, εφέραν εις την γωνίστρα• τους θεούς ο δίκαιος χοιροτρόφος 420 δεν λησμονούσε• αλλ' έρριξε της κεφαλής του χοίρου ταις τρίχαις απαρχή 'ς το πυρ• και των θεών ευχόνταν 'ς το σπίτι του ο πολύνοος να φθάσ' ο Οδυσσέας. του δένδρου έπειτ' απόκομμα, 'π' ως έσχιζ' είχε αφήσει, σήκωσε και τον κτύπησε, και ο χοίρος ενεκρώθη• 425 οι άλλοι τον σφάξαν κ' έκοψαν, αφού τον καψαλίσαν, και από τα μέλη όλ' απαρχαίς επήρε ο χοιροτρόφος, και εις το κνισάρι τα 'βαλεν ωμά• κατόπιν όλα επάνωθε τ' αλεύρωσε και τα 'ριξε 'ς την φλόγα• και τ' άλλα εκείνοι ελιάνισαν, τα σούβλισαν και ωραία 430 τα ψήσαν, τα ξεσούβλισαν και όλα μαζή τα φέραν εις τα κρεατοσάνιδα• και άρχισε ο χοιροτρόφος οπού τα δίκαια γνώριζεν, ορθός να τα μεράζη. 'ς επτά μέρη τα χώρισε• μ' ευχαίς επρόσφερ' ένα των Νυμφών άμα και του Ερμή, 'που γέννησεν η Μαία• 435 τ' άλλα εις καθέναν μέρασεν• αλλά τον Οδυσσέα με ολόκληρην ετίμησε την νεφραμιά του χοίρου, και την ψυχήν εφαίδρυνε με τούτο του κυρίου. τότε ο πολύγνωμος 'ς αυτόν ωμίλησ' Οδυσσέας• «Ως σ' αγαπώ να σ' αγαπά, φίλε, ο πατέρας Δίας, 440 αφού τον άμοιρον εμέ τιμάς με τέτοια δώρα».
Κ' Εύμαιε, συ του απάντησες• «Τρώγε, θαυμάσιε ξένε, και τούτα χαίρου τα καλά• και ο θεός δίδει το 'να, αρνείται τ' άλλ', ως βούλεται, ότ' ημπορεί τα πάντα».
Αυτά 'πε και ταις απαρχαίς θεών των αιωνίων 445 έκαυσε, και αφού σπόνδισεν έβαλε το ποτήρι γεμάτο από λαμπρό κρασί 'ς τα χέρια του Οδυσσέα του πορθητή, που κάθονταν σιμά 'ς το μερτικό του. τά[ο]ν άρτον ο Μεσαύλιος τους μέραζε, οπού δούλον απ' τους Ταφίους είχε τον ο Εύμαιος αποκτήσει, 450 ο κύριός του εν ώ 'λειπε, με κτήματα δικά του, μόνος του και όχ' η δέσποινα ή ο γέρος ο Λαέρτης. και άπλωσαν κείνοι 'ς τα έτοιμα φαγιά 'που ' χαν εμπρός τους. και του φαγιού και του πιοτού την όρεξι αφού σβύσαν, κ' εσήκωσ' ο Μεσαύλιος τον άρτον, χορτασμένοι 455 απ' άρτον και από κρέατα, κινούνταν να πλαγιάσουν.
Άφεγγ' η νύκτ' ήλθε κακή, και όλ' έβρεχεν ο Δίας, και πάντοτ' υγρός Ζέφυρος ολονυκτής εφύσα. τότε ομιλώντας τον βοσκόν δοκίμαζ' ο Οδυσσέας, αν, όπως τον αγάπησε, θα του 'διδε μιαν χλαίνα 460 δική του, ή καν θα πρόσταζε εις έναν των συντρόφων• «Εύμαιε, και σεις ολόγυρα οι άλλοι, ακούσατέ με• λόγον θα ειπώ περήφανον τι το κρασί με σπρώχνει, 'που και τον γνωστικώτερον τρελλαίνει, και κινάει να ψάλνη, να γελοκοπά, και να πηδοχορεύη, 465 και γεννά λόγον 'π' άλεκτος άμποτε να 'χε μείνει. αλλ', αφού το ξεστόμισα δεν θα το κρύψω πλέον. αχ! την νεότη να' χα εγώ και όσην τότ' είχ' ανδρεία, ότε καρτέρι, εστήναμε 'ς την Τροίαν αποκάτω. ο Ατρείδης ο Μενέλαος και ο θείος Οδυσσέας 470 εστρατηγούσαν και αρχηγόν επήραν εμέ τρίτον. και ότε 'ς την πόλι φθάσαμε και 'ς το υψηλό της τείχος, αυτού τριγύρω 'ς τα πυκνά χαμόδενδρα, ς' του βάλτου ταις καλαμιαίς, κειτόμαστε, ς' τα όπλα μας κρυμμένοι. και η νύκτα, αυτού μας εύρηκεν, ως έπεσε ο Βορέας, 475 κακή, με πάγο, κ' έρριχνε χιόνι, ως την πάχνη κρύο, ώστε κρουστάλλι ολόγυρα κολλούσε εις ταις ασπίδαις. και όλ' είχαν τους χιτώναις τους οι άλλοι και ταις χλαίναις, και αναπαυόνταν ήσυχοι κάτω από ταις ασπίδαις. αλλ' εγώ των συντρόφων μου την χλαίνα μ' είχ' αφήσει, 480 ο αστόχαστος, όπ' έλεγα 'που δεν θα ξεπαγιάσω• μόνον το ζώσμα το λαμπρό και την ασπίδα επήρα. αλλά 'ς το τρίτο της νυκτός μέρος, 'που τ' άστρα κλίνουν, με τον αγκώνα εκίνησα εγώ τον Οδυσσέα, 'που 'χα σιμά μου• προσοχή μου 'δωκ' ευθύς εκείνος• 485 «Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε Οδυσσέα, νεκρόν 'ς ολίγο θα με ιδής• τι με νικά το κρύο. χλαίναν δεν έχω• και ο θεός μ' εγέλασε να μείνω με τον χιτώνα• τώρα πλειά πώς θα σωθώ δεν βλέπω». και εν ώ 'λεγα, τον στοχασμόν τούτον 'ς το νου του ευρήκε 490 αυτός, όπ' ήταν θαυμαστός 'ς την σκέψι και 'ς την μάχη• και με λεπτότατη φωνή μου είπε• «σίγα τώρα, μη κάποιος των Αχαιών σ' ακούση»• και κατόπι εις τον αγκώνα στήριξε την κεφαλή του κ' είπε• «ω φίλοι, ακούτ'• ο όνειρος 'ς τον ύπνο μου 'λθε ο θείος• 495 από τα πλοία βγήκαμε μακράν πολύ• και ας πάη κάποιος του Αγαμέμνονα να ειπή του πολεμάρχου, στράτευμα περισσότερον να στείλη απ' τα καράβια». Είπε, κ' ευθύς ο Θόαντας σηκώθ' ο Ανδραιμονίδης, και την πορφυρή χλαίνα του πετώντας, εις τα πλοία 500 έτρεξε• κ' εγώ πρόσχαρος μέσα 'ς το φόρεμά του πλάγιαζα, κ' η χρυσόθρηνη Ηώ 'ς τον κόσμο εφάνη• τώρ' αχ! την νειότη να' χα εγώ και όσην τότ' είχ' ανδρεία, και 'ς τα μανδριά θα μώδινε κάποιος βοσκός μιαν χλαίνα, γι' αγάπη και για σεβασμόν προς άνδρα επαινεμμένον• 505 αλλ' αψηφούν με, ότι θωρούν 'που 'μαι κακοενδυμένος».