Part 1
Produced by Sophia Canoni, book provided by Iason Konstantinidis
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. A few corrections on typing mistakes have been included within brackets.
Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Μερικές τυπογραφικές διορθώσεις σημειώνονται με [].
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΙΑΚ. ΠΟΛΥΛΑ ΤΟΜΟΣ Γ' ΡΑΨΩΔΙΑ Ν - Σ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ
Ραψωδία Ν
Αυτά 'πε και όλοι εσώπαιναν μες το ισκιωμένο δώμα όπως τους εκυρίευσε του λόγου του η μαγεία• τότε 'ς αυτόν απάντησεν ο Αλκίνοος και του 'πε• «Αφού 'λθες 'ς το χαλκόστρωτο παλάτι μου, Οδυσσέα, θαρρώ 'που δεν θα πλανηθής οπίσω εις το ταξείδι, 5 και, ως τώρ' αν και πολλά 'παθες, θα φθάσης 'ς την πατρίδα. τώρα εις καθέναν από σας, ιδού τι παραγγέλλω, 'ς το δώμα μ' όσοι ολοκαιρίς το εξαίρετο κρασί μου το σπιθοβόλο πίνετε, και τον αοιδόν ακούτε. έχει μες το καλόξυστο κιβώτιον ήδη ο ξένος 10 τα ενδύματα, το τεχνικό χρυσάφι και όλα τ' άλλα χαρίσματ', όσα εδώ 'φεραν οι πρώτοι των Φαιάκων. κ' ελάτε, μέγαν τρίποδα και λέβητ' ας του δώση καθείς μας• τα συνάζουμε μετέπειτ' απ' τον δήμο• τ' είναι βαρύ με βλάβη σου μόνος να κάμνης δώρο». 15
Αυτά 'π' ο Αλκίνοος και αρεστός 'ς όλους εφάνη ο λόγος. τότε εις το σπίτι του καθείς επήγε να πλαγιάση. εφάν' η ροδοδάκτυλη Ηώ, του όρθρου κόρη, και το γενναίο χάλκωμα μες το καράβι εφέραν• και ο σεβαστός Αλκίνοος κατέβη και με τάξι 20 τα 'θεσε κάτω απ' τα ζυγά, μη κάποιος των συντρόφων εμπόδιο τα 'χη, όταν με ορμή θε να κουπηλατήσουν• κ' εκείνοι επήγαν να χαρούν το γεύμα 'ς τ' Αλκινόου• και αυτός βώδι τους έσφαξε, θυσίαν του Κρονίδη, του μαυρονέφελου Διός, όπ' όλων βασιλεύει. 25 και αφού καήκαν τα μεριά, 'ς το θαυμαστό τραπέζι ευφραίνονταν και ανάμεσα έψαλν' αοιδός ο θείος, λαοτίμητος Δημόδοκος• ωστόσ' ο Οδυσσέας 'ς τον ήλιο, 'πώλαμπ', έστρεφε συχνά την κεφαλήν του, πότε να δύση, απ' τον καϋμό να φθάσ' εις την πατρίδα• 30 και ως είναι ο δείπνος ποθητός 'ς αυτόν 'πώχει ολημέρα δυο βώδια μαύρα οπού τραβούν τρανό 'ς το νειάμ' αλέτρι• με χαρά βλέπει αυτός του ηλιού την λάμψιν οπού σβυέται, και ως για τον δείπνο ξεκινά τα γόνατα τού τρέμουν• παρόμοια χάρηκ' ο Οδυσσηάς ο ήλιος άμ' εσβύσθη• 35 και των Φαιάκων είπ' ευθύς κ' εξόχως του Αλκινόου• «Μεγάλε Αλκίνοε, 'ς τους λαούς λαμπρέ και αγαπημένε, τώρ' άμα κάμετε σπονδαίς, εμένα εις την πατρίδα άβλαπτον αποστείλετε και χαίρετε και ατοί σας. ότ' ήδη ετελειωθήκαν όσά 'θελε η ψυχή μου, 40 προβόδισμα και αγαπητά δώρα, να τα ευλογήσουν οι ουρανοκάτοικοι θεοί, και ναύ'ρω εις την πατρίδα την άψεγη γυναίκα μου, και όλους τους ποθητούς μου• και σεις, οπού δω μένετε, χαρά των γυναικών σας να ήσθε και των τέκνων σας, κ' οι αθάνατοι ας σας δώσουν 45 κάθε καλό και συμφορά κοινή να μη σας εύρη».
Αυτά 'πε και όλοι εδέχθηκαν τον λόγον του και είπαν ο ξένος να προβοδηθή, ότ' είχε ορθά μιλήσει• και ο Αλκίνοος προς τον κήρυκα• «Ποντόνοε, συγκέρνα εις τον κρατήρα το κρασί και μέρασέ το εις όλους, 50 όπως, αφού κάμουμ' ευχαίς προς τον πατέρα Δία, τον ξένον προβοδήσουμε 'ς την γη την πατρική του».
Είπε και το γλυκύτατο κρασί συγκέρνα εκείνος, και εις όλους γύρω εμέρασε• κ' εκείθ' όπου καθίζαν των μακαρίων των θεών εσπόνδισαν εκείνοι• 55 μόνος τότ' εσηκώθηκεν ο θείος Οδυσσέας και δίκουπον επρόσφερε ποτήρι της Αρήτης, κ' εκείνην επροσφώνησε με λόγια πτερωμένα• «Χαίρε μου, ω βασίλισσα, ολοζωής, ως νά 'λθη το γήρας και ο θάνατος, οπ' όλους περιμένουν• 60 αναχωρώ τώρα και συ 'ς το σπίτι τούτο χαίρου τα τέκνα, τον λαόν και τον Αλκίνοον βασιλέα».
Και το κατώφλι διάβηκεν ο θείος Οδυσσέας• του 'στειλ' ο Αλκίνοος οδηγόν τον κήρυκα έμπροσθέν του, προς το καράβι το γοργό 'ς την άκρα της θαλάσσης• 65 άλλαις τρεις δούλαις σύγχρονα του προβοδούσ' η Αρήτη• το φόρεμα το καθαρόν η μια και τον χιτώνα, η άλλη το καλόφθειαστο κιβώτιον εβαστούσε, και το κρασί το κόκκινο με ταις τροφαίς η τρίτη• και άμα το πλοίον έφθασε 'ς την άκρα της θαλάσσης, 70 οι ξακουσμένοι προβοδοί μες το βαθύ καράβι τα φαγητά και το πιοτόν επήραν κ' εφυλάξαν• και του Οδυσσέα τάπητα έστρωσαν και σινδόνι 'ς του πλοίου το κατάστρωμα, για να γλυκοκοιμάται, 'ς την πρύμη• τότ' ανέβηκε κ' επλάγιασεν εκείνος 75 ήσυχα• και αυτοί 'κάθισαν με τάξι 'ς ταις σανίδαις, και από τον λίθον έλυσαν τον τρύπιον τα σχοινία• κ' ενώ το σώμα γέρνοντας την άρμη αυτοί σκορπούσαν, ύπνος κατέβαινε βαρύς εις τα ματόφυλλά του, βαθύς πολύ, γλυκός πολύ, παρόμοιος του θανάτου• 80 και όπως τετράσειρ' άλογα βαρβάτα και ανδρειωμένα, καθώς τα πλήχτ' η μάστιγα, χύνονται ομού 'ς το σιάδι, και ανάερα σηκόνονται και πολύν δρόμον σχίζουν, του καραβιού σηκόνονταν και η πρύμη, και το κύμα οπίσω μαύρο εμάνιζε της φλοισβερής θαλάσσης. 85 κ' έτρεχε κείνο ανέμποδα 'π' ουδέ το κιρκινέλι, το πλειά γοργόπτερο πουλί, δεν ήθελε το φθάσει• με τόσην ορμήν έσχιζε το κύμα της θαλάσσης, κ' έφερνεν άνδρα 'π' ώμοιαζε 'ς τον νου των αθανάτων, 'που αφού παθήματ' άπειρα αισθάνθηκ' η ψυχή του, 90 πολλά 'ς ταις μάχαις των ανδρών και 'ς τα φρικτά πελάγη, τότε εκοιμώνταν ήσυχος και όσά 'παθ' ελησμόνει.
Ως βγήκε τ' άστρ' ολόλαμπρο, 'πώρχετ' εκείνο πρώτο το φως της ορθρογέννητης Ηώς να προμηνύση, 'ς την νήσο τότε πλέοντας εσίμονε το πλοίο. 95 λιμάν' είναι του Φόρκυνα, του πελαγήσιου γέρου, εις την Ιθάκη, και 'ς αυτό δυο βγαίνουν ακρωτήρια απόκρημνα, 'ς το έμβασμα του λιμανιού γυρμένα, και των ανέμων των σφοδρών κρατούν το μέγα κύμα απ' έξω• αλλά 'ς τον κόλπο του απρόσδεκτα ησυχάζουν 100 τα πλοία τα καλόστρωτα, 'ς τ' άρασμ' οπόταν φθάσουν• και εις του λιμιώνα την κορφήν εληά μακρόφυλλ' είναι, σιμά της αεροχρώματη σπηληά χαριτωμένη• τόπος είν' άγιος των νυμφών 'που λέγονται Ναϊάδες. και εις τ' άντρον είναι πέτρινοι κρατήραις και λαγήναις, 105 και την τροφήν η μέλισσαις 'ς εκείνα θησαυρίζουν• μέσα και λίθινοι αργαλειοί μακρύτατοι, οπού η νύμφαις πανιά θαλασσογάλαζα, θαύμ' αν τα ιδής, υφαίνουν• και βρύσαις μέσ' αστείρευταις και υπάρχουν θύραις δύο• μια προς βορράν, όθε ημπορούν θνητοί να καταιβαίνουν, 110 η άλλ' είναι θεώτερη, προς Νότο και απ' εκείνη θνητοί δεν έρχονται, αλλ' οδός των αθανάτων είναι.
Αυτού, 'που 'γνώριζαν και πριν την θέσι, 'κείνοι εμβήκαν• και 'ς την στερηάν ανέβηκεν ως το μισό σκαρί του, το πλοίον, όπως το 'σπρωχναν με ορμήν οι κουπηλάταις• 115 και απ' το καράβι το καλόν εις την στερηάν εβγήκαν, και βαστακτά σηκόνοντας πρώτα τον Οδυσσέα, μ' όλον τον λαμπρόν τάπητα και το λινό σινδόνι, 'ς την αμμουδιά τον έθεσαν γλυκαποκοιμημένον• τα κτήματ' έπειτ' έβγαλαν, 'που οι Φαίακες του 'δώσαν, 120 καθώς η Αθήνη ευδόκησε, να πάρη 'ς την πατρίδα• και όλα σωρό τ' απόθωσαν εις της εληάς την ρίζα, έξω απ' τον δρόμο, μη πριν ή ξυπνήσ' ο Οδυσσέας έλθη διαβάτης άνθρωπος κ' εκείνον αδικήση• κ' εκείνοι οπίσω εγύριζαν. αλλ' είχε ο κοσμοσείστης 125 'ς τον νου του όσα εφοβέρισε τον θείον Οδυσσέα απ' την αρχή, και του Διός την γνώμην ερευνούσε•
«Δία πατέρ', απέναντι θεών των αθανάτων δεν θα 'μαι πλέον έντιμος, αφού καταφρονεί με γένος θνητών, οι Φαίακες, αν κ' είναι απόγονοί μου• 130 έλεγα 'ς την πατρίδα του πως θα 'φθαν' ο Οδυσσέας, όμως αφού πάθη πολλά• και κάποτε να φθάση, άμα συ το υποσχέθηκες, ποσώς δεν του αφαιρούσα. και ιδού, κείνοι τον πέρασαν γλυκαποκοιμημένον με γοργό πλοίο, κ' έθεσαν αυτόν εις την Ιθάκη, 135 μ' άπειρα δώρα, χάλκωμα, υφάσματα, χρυσάφι, 'που τόσα δεν θα λάμβανε λαχνόν από την Τροία, άβλαπτος αν εγύριζε με μέρος των λαφύρων».
Και ο Δίας κείνου απάντησεν ο νεφελοσυνάκτης• «Ωιμέ, λόγον 'που πρόφερες, μεγάλε κοσμοσείστη! 140 δεν σ' αψηφούν οι αθάνατοι• και ποίος θα τολμήση να υβρίση παλαιότατον θεόν και εις όλους πρώτον! και, αν τύχη κάποιος των θνητών 'ς την δύναμί του αυθάδης να σ' αψηφά, συ δύνασαι να εκδικηθής κατόπι• ενέργησε όπως βούλεσαι και ως ήθελε η ψυχή σου». 145
Και προς αυτόν απάντησεν ο σείστης Ποσειδώνας• «Ευθύς, ω μαυρονέφελε, ως λέγεις θα ενεργούσα, αλλ' αποφεύγω πάντοτε μ' ευλάβεια τον θυμό σου. και τώρα θέλω τώμορφο καράβι των Φαιάκων, ως γέρνει από προβόδισμα, 'ς τα σκοτεινά πελάγη 150 να κρούσω και την πόλι τους μ' όρος τρανό να κλείσω, όπως ξεμάθουν 'ς το εξής να προβοδούν ανθρώπους».
Και ο Δίας κείνου απάντησεν ο νεφελοσυνάκτης• «Ω φίλε, αυτό 'ς την γνώμη μου καλήτερο εγώ κρίνω, άμ' απ' την πόλιν ο λαός ξανοίξη το καράβι 155 να εμβαίνη, αυτού σιμά ς' την γη, συ να το κάμης λίθον, να ομοιάζη πλοίον πάντοτε, θαύμα να το 'χουν όλοι οι άνθρωποι, και την πόλιν τους μ' όρος τρανό να κλείσης».
Και τούτο ευθύς άμ' άκουσεν ο σείστης Ποσειδώνας προς την Σχερίαν κίνησε, την χώραν των Φαιάκων, 160 κ' έμενε αυτού• κ' ήδη σιμά με ορμή πολλή το πλοίο έφθανε• το πλησίασεν ευθύς ο κοσμοσείστης, με την παλάμη το 'κρουσε κ' έγειν' εκείνο λίθος, και ως εις τα βάθη ερρίζωσε• και αυτός απομακρύνθη.
Κ' έλεγαν λόγους πτερωτούς εκείνοι μεταξύ τους 165 οι Φαίακες μακρύκουποι 'ς την θάλασσ' ακουσμένοι• και κάποιος τον πλησίον τον κυττώντας είπε• «ω Θε μου, ποιος σπέδισε 'ς την θάλασσα τ' ογλήγορο καράβι, εις την πατρίδα ως έφθανε; κ' ήδη εφαινόνταν όλο».
Αυτά 'πε, και ό,τι εγίνηκεν εκείνοι δεν ηξεύραν. 170 και ωμίλησ' ο Αλκίνοος 'ς εκείνους μέσα κ' είπε• «Ωιμέ, τα θεία ρήματα μ' ευρίσκουν του πατρός μου• έλεγεν ότι εφθόνεσεν εμάς ο Ποσειδώνας, 'που 'ς την πατρίδ' ακίνδυνα ξεπροβοδούμεν όλους, κ' έναν καιρό πανεύμορφο καράβι των Φαιάκων 175 ως γέρνει από προβόδισμα, 'ς τα σκοτεινά πελάγη θα κρούση και την πόλι μας μ' όρος τρανό θα κλείση• τούτά 'πε ο γέρος, και όλ' αυτά τώρα λαμβάνουν τέλος• και τώρα ελάτε, ό,τι θα ειπώ να το δεχθούμεν όλοι• μη προβοδήστε 'ς το εξής θνητόν, όταν προσφύγη 180 'ς την πόλι μας• και ας σφάξουμεν ευθύς του Ποσειδώνα δώδεκα ταύρους εκλεκτούς, ίσως μας ελεήση και μ' όρος υψηλότατο την πόλι μας δεν κλείση». είπε και αυτοί φοβήθηκαν κ' ετοίμασαν τους ταύρους.
Εκεί τότε προσεύχονταν του σείστη Ποσειδώνα 185 οι αρχηγοί κ' οι άρχοντες του δήμου των Φαιάκων, ολόρθοι γύρω εις τον βωμό• και ο θείος Οδυσσέας οπού εκοιμάτο εξύπνησε 'ς την γη την πατρική του, ουδέ ποσώς την γνώρισεν ο πολυεξωρισμένος, ότ' η διογέννητη Αθηνά τον έζωσε με ομίχλη, 190 να μείνη αγνώριστος, και αυτή να τον διδάξ' εις όλα, μη τον γνωρίσ' η σύντροφος, οι φίλοι και οι πολίταις, πριν όλα τ' αδικήματα πλερώσουν οι μνηστήρες• όθεν τα πάντ' αλλοειδή φαινόνταν του κυρίου, τα μονοπάτια τα μακρυά, τα ευρύχωρα λιμάνια, 195 τα δένδρα τα ολοφούντωτα και οι βράχοι ολόγυρά του• πετάχθη, εστάθη, εκύτταξε την γη την πατρική του• κ' έβγαλε μέγαν στεναγμό, και με ταις απαλάμαις τα δυο μεριά του κτύπησε και με παράπον' είπε• «Ωιμέ, πού πάλιν έφθασα και εις ποιών ανθρώπων μέρος; 200 μήπως είν' άνθρωποι υβρισταίς, άγριοι και όχι δίκαιοι, ήτε φιλόξενοι και αυτών θεόφοβ' είναι η γνώμη; πού φέρω αυτούς τους θησαυρούς, και ατός μου πού πλανώμαι; ας είχαν μείν' οι θησαυροί 'ς την νήσο των Φαιάκων, κ' εγώ 'ς άλλον θα πρόσφευγα μεγάλον βασιλέα, 205 'που θα μ' εφιλοξένιζε και θα μ' επροβοδούσε• τώρα ούτε πού να θέσω αυτά γνωρίζω, αλλ' ούτε πάλι θα μείνουν 'κεί 'που ευρίσκονται, μην κάποιος μου τ' αρπάξη. ωιμένα, εις όλα φρόνιμοι και δίκαιοι δεν ήσαν, ως τώρα φαίνετ', οι αρχηγοί και άρχοντες των Φαιάκων, 210 'που μ' έφεραν εις άλλην γη• και αυτ' είπαν να με φέρουν 'ς την ηλιακήν Ιθάκη μου και αθέτησαν τον λόγο. να τιμωρήση αυτούς ευθύς ο ικετήσιος Δίας, 'π' άνωθε βλέπει τους θνητούς και τιμωρεί τον πταίστη• αλλ' ας ιδώ τους θησαυρούς, να τους καλομετρήσω, 215 μήπως μου πήραν φεύγοντας κάτι 'ς το κοίλο πλοίο».
Αυτά 'πε και τους τρίποδαις μετρούσε τους ωραίους, τους λέβηταις, τα ενδύματα λαμπρά και το χρυσάφι, και τίποτε δεν του 'λειπεν• αλλ' έκλαιε για την γη του την πατρική, κ' εσέρνονταν της φλοισβερής θαλάσσης 220 'ς την άκρη αναστενάζοντας• κ' ήλθ' η Αθηνά σιμά του, κ' εφάνη νέος 'ς το κορμί, προβάτων επιστάτης, ωσάν τα βασιλόπαιδα τρυφερομορφωμένος• διπλή φλοκάταν εύμορφη 'ς τους ώμους της εφόρει, 'ς τα λαμπρά πόδια σάνδαλα, και ακόντ' είχε 'ς τα χέρια. 225 άμα την είδ' εχάρηκε και προς αυτήν επήγε ο Οδυσσέας κ' είπε αυτής με λόγια πτερωμένα• «Ω φίλε, αφού πρώτ' ηύρα σε 'ς τα μέρη τούτα, χαίρε• μη με δεχθής κακόγνωμα, αλλά τους θησαυρούς μου σώσε μου αυτούς, σώσε κ' εμέ• και ιδού 'ς τα ποθητά σου 230 γόνατα πέφτω και ως θεόν, ως βλέπεις, σε δοξάζω. και τούτο τώρα λέγε μου μ' αλήθεια, να το μάθω• ποια γη 'ναι τούτη; ποιος λαός; ποιο γένος είναι ανθρώπων; κάποιο μην είναι απ' τα νησιά τα ηλιοφωτισμένα, ή άκρ' ηπείρου καρπερής 'ς την θάλασσα γυρμένη;» 235
Τότε η θεά του απάντησεν η γλαυκομμάτ' Αθήνη• «Ω ξέν', ήτ' είσ' ανόητος ήτ' έρχεσαι από πέρα, αν ερωτάς γι' αυτήν την γη• και όμως αυτή δεν είναι, όσο την έχεις, άγνωστη• πολλότατοι την ξεύρουν• την ξεύρουν και όσοι κατοικούν προς της αυγής τα μέρη 240 κ' εκείνοι 'πώχουν έμπροσθεν του σκότους τον αέρα• δεν είναι αλογοβόσκητη, νήσος πετρώδης είναι• αλλ' ούτε πάλι πάμπτωχη, αν και όχι εκτεταμένη• σιτάρι' αμέτρητα γεννά, κρασί γεννά ο τόπος• συχνά την βρέχουν η βροχαίς και την ραντίζ' η δρόσος• 245 γίδια και βώδια τρέφονται καλά 'ς την χλωρασιά της, και κάθε δένδρου ζωογονούν τ' αστείρετα νερά της• όθεν η Ιθάκη ακούσθηκεν, ω ξένε, και 'ς την Τροία, 'που από την γην Αχαϊκή τόσον απέχει, ως λέγουν».
Αυτά 'πε• και αναγάλλιασεν ο θείος Οδυσσέας 250 κ' εχάρηκε ο πολύπαθος την γη την πατρική του, ως την φανέρωσ' η Αθηνά, του αιγιδοφόρου η κόρη• και προς αυτήν ωμίλησεν, αλλ' όχι την αλήθεια, και να κρατήση επρόφθασε τον λόγον εις τα χείλη, πάντοτε νουν ευρετικόν 'ς τα στήθη ανακινώντας• 255 «Για την Ιθάκην άκουσα και 'ς την πλατεία Κρήτη, απόπερ' απ' τα πέλαγα• τώρ' ήλθα εγώ με τούτους τους θησαυρούς και αφήνοντας των τέκνων μου άλλα τόσα έφυγα επειδή φόνευσα υιόν του Ιδομενέα, τον γοργοπόδη Ορσίλοχο, 'που 'ς την πλατεία Κρήτη 260 όλους ενίκα τρέχοντας τους σιτοφάγους άνδραις, τι να στερήση εμ' ήθελε των Τρωικών λαφύρων όλων, 'που τόσα υπόφερα για κείνα 'ς την ψυχή μου, και εις τους πολέμους των ανδρών και 'ς τα φρικτά πελάγη• ότι οπαδός δεν έστεργα να γείνω του πατρός του 265 εις την Τρωάδ', αλλ' αρχηγός άλλων συντρόφων ήμουν• καρτέρι μ' έναν σύντροφο του 'στησα εγγύς του δρόμου, και απ' τους αγρούς ως έρχονταν τον κτύπησα μ' ακόντι• μαύρ' ήταν νύκτα σκοτεινή, και άνθρωπος δεν μας είδε κανένας, ώστε την ζωήν αγνώριστος του επήρα• 270 και αφού τον εθανάτωσα, κατέβηκα εις το πλοίο, και ικέτης εγώ πρόσπεσα των δοξαστών Φοινίκων, και δώρα πολυπόθητα τους έδωκα ζητώντας 'ς το πλοίο τους να με δεχθούν, 'ς την Πύλο να μ' αφήσουν, ή 'ς την αγίαν Ήλιδα, όπ' οι Επειοί δεσπόζουν• 275 αλλά κείθεν η δύναμις τους έσπρωξε του ανέμου, κ' επείσμοναν δεν ήθελαν ποσώς να μ' απατήσουν• κ' εκείθε παραδέρνοντας εφθάσαμ' εδώ νύκτα• λάμνοντας προχωρήσαμε με κόπο 'ς τον λιμένα• για δείπνο δεν εφρόντισε κανείς, αν κ' ήταν χρεία, 280 αλλ' απ' το πλοίο βγήκαμε και αυτού πλαγιάσαμ' όλοι• εις ύπνον έπεσα γλυκόν, σβυμμένος απ' τον κόπο• από το πλοίον έβγαλαν τους θησαυρούς μου εκείνοι, αυτού σιμά 'που επλάγιαζα 'ς τον άμμο τους εθέσαν, κ' ευθύς προς την καλόκτιστη κίνησαν Σιδονία, 285 κ' εγώ μόνος απόμεινα με την ψυχή θλιμμένη».
Αυτά 'πε• χαμογέλασεν η γλαυκομμάτ' Αθήνη, με το χέρι τον χάιδευσε, και 'ς την μορφήν εφάνη γυνή μεγάλη και καλή, 'ς έργα λαμπρά τεχνίτρα, κ' εκείνον επροσφώνησε με λόγια πτερωμένα• 290 «Πανούργος και παμπόνηρος θα' ν' όποιος σε περάση, 'ς τα μύρια τεχνάσματα, θεός και αν τύχη εκείνος• σκληρέ, 'ς τον νου πολύμορφε, ακούραστε εις τους δόλους, ουδέ 'ς την γην σου εν ώ πατείς τα ψεύδη θ' αθετήσης, και όλα τα λόγια τα πλαστά, 'που απ' το βυζί σ' αρέσουν• 295 αλλά τούτ' ας τ' αφήσουμεν• σοφ' είμασθε και οι δύο• συ πρώτος είσαι των θνητών 'ς την σκέψι και 'ς τους λόγους, και πάλι εγώ μες τους θεούς 'ς τον νου και 'ς την σοφία φημίζομαι• δεν γνώρισες συ την Παλλάδ' Αθήνη την θυγατέρα τον Διός, 'που εις όλα σου τα πάθη 300 σου παραστέκω πάντοτε και σε περιφυλάγω, κ' έφερα εγώ τους Φαίακαις να σ' αγαπήσουν όλοι• και τώρα πάλιν ήλθα εδώ, να βουλευθούμε αντάμα, να κρύψω και τους θησαυρούς, 'που, ως είχε ο νους μου ορίσει, οι Φαίακες σου χάρισαν να φέρης 'ς την πατρίδα, 305 και πόσα πάθη σπίτι σου σώχει φυλάξ' η μοίρα, να σου προειπώ• κάμε καρδιά να τα υπομείνης όλα• μηδ' εις κανένα εξηγηθής, είτε γυναίκα είτ' άνδρα, ότι απ' τα ξένα εγύρισες• και απ' τους αυθάδεις άνδραις όσα και αν πάθης, σώπαινε, και υπόφερε τον πόνο». 310
Κ' εκείνης ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας• «Δύσκολα σε, θεά, θνητός γνωρίζει αν σ' απαντήση, όσον και αν έχη νόημα• τι κάθε σχήμα παίρνεις• τούτο γνωρίζω εγώ καλά, 'που μ' αγαπούσες πρώτα, όσ' οι Αχαιοί τον πόλεμο κρατούσαμε εις την Τροία. 315 αλλ' αφού κάτω ερρίξαμε τους πύργους του Πριάμου, κ' εφύγαμε, κ' εσκόρπισε τους Αχαιούς η μοίρα, πλέον, ω κόρη του Διός, δεν σ' είδα, ή να πατήσης σ' ενόησα 'ς το πλοίο μου, για να με προφυλάξης, αλλ' άπαυτα επαράδερνα με την καρδιά καμμένη, 320 ως ότου από την συμφοράν οι αθάνατοι μ' ελύσαν• πλην των Φαιάκων 'ς την λαμπρήν πατρίδ' ότε η φωνή σου μ' εμψύχωσε, και συ, θεά, μ' ωδήγησες 'ς την πόλι• και τώρα σε παρακαλώ, 'ς τ' όνομα του πατρός σου— τι δεν πιστεύω να 'φθασα 'ς την ηλιακήν Ιθάκη, 325 αλλά πλανώμαι εις άλλην γη• θαρρώ 'που μ' αναπαίζεις, και όσα μου λέγεις πλάθονται τον νου μου να πλανέσης— ειπέ μου αν είμαι αληθινά 'ς την ποθητήν πατρίδα».
Τότε η θεά του απάντησεν η γλαυκομμάτ' Αθήνη• «'Σ τα στήθη σου το νόημα πάντοτε μένει εκείνο• 330 για τούτο εγώ δεν δύναμαι τον δύστυχον εσένα ν' αφήσ', ότ' είσαι φρόνιμος, σοφός και ανοικτομμάτης• καθ' άλλος απ' την ξενιτειάν άμ' ήλθε θα εζητούσε την σύντροφο και τα παιδιά 'ς το σπίτι ν' αγκαλιάση• και σε δεν μέλει παντελώς να μάθης, να ερωτήσης, 335 πλην θέλεις την γυναίκα σου να δοκιμάσης πρώτα, 'που μένει σπίτι κ' έρημη, χωρίς παρηγορία, τα ημερονύκτια δαπανά 'ς τα κλάυματα η θλιμμένη• κ' εγώ 'ς τον νου δεν έλαβα ποτέ μου αμφιβολία ότι θα φθάσης, έρημος απ' όλους τους συντρόφους• 340 αλλά προς τον πατράδελφον εγώ τον Ποσειδώνα ν' αντιφερθώ δεν θέλησα, 'π' άσπονδο σώχε μίσος αφού το φως αφαίρεσες του ποθητού παιδιού του• αλλ' ας σου δείξω, να πεισθής, τον τόπο της Ιθάκης. Ιδού, του γέρου Φόρκυνα τούτ' είναι το λιμάνι• 345 τούτ' η μακρόφυλλ' είν' εληά 'ς την άκρη του λιμιώνα• σιμά της αεροχρώματη σπηληά χαριτωμένη• τόπος είν' άγιος των νυμφών, 'που λέγονται Ναϊάδες• τ' άντρον ιδού το θολωτόν, αυτ' όπου εσυνειθούσες πολλαίς να δίδης των νυμφών καλόδεκταις θυσίαις• τ' όρος, ιδού, το Νήριτον, όλο ενδυμένο δάση». 350
Είπ', έλυσε την καταχνιά κ' εφάνη ο τόπος όλος• ευφράνθη 'ς την πατρίδα του ο θείος Οδυσσέας, κ' εφίλησε ο πολύπαθος την γην την σιτοδώρα, και προσευχήθη των νυμφών με χέρια σηκωμένα• 355 «Νύμφαις Ναϊάδες, του Διός ω κόραις, εγώ πλέον να σας ιδώ δεν έλπιζα• τώρα μ' ευχαίς γλυκείαις χαίρετε, και θα λάβετε 'ς το εξής και δώρα ως πρώτα, αν δώσ' η κόρη του Διός, η νικηφόρ' Αθήνη, ζωή 'ς εμέ και προκοπή του αγαπητού παιδιού μου». 360
Τότε η θεά του απάντησεν η γλαυκομμάτ' Αθήνη• «Θάρρου• ως προς τούτα παντελώς ο νους σου ας μη φροντίση• μόνον εδώ τους θησαυρούς 'ς τα βάθη του άντρου θείου ας αποθέσουμεν ευθύς, να τα 'χης φυλαγμένα• έπειτα πώς θα ευοδωθούν τα πράγματ' ας σκεφθούμε». 365
Είπε, 'ς τ' αεροχρώματο σπήλαιον εισήλθ' η Αθήνη, κ' ερεύνα τους κρυψιώναις του• κ' έφερν' ο Οδυσσέας όλα σιμά της, το σκληρό χάλκωμα, το χρυσάφι, και τα λαμπρά φορέματα, 'που οι Φαίακες του δώσαν• και αφού καλά τ' απόθεσε, 'ς τ' άντρου την θύρα λίθον 370 έθεσ' η Αθήνη, του Διός του αιγιδοφόρου η κόρη• 'ς την ρίζα τότ' εκάθισαν της ιερής ελαίας και όλεθρον εσχεδίαζαν των αυθαδών μνηστήρων• κ' η θεά πρώτη ωμίλησεν η γλαυκομμάτ' Αθήνη• «Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε Οδυσσέα, 375 το πώς τους αδιάντροπους μνηστήραις να κτυπήσης σκέψου• τρεις χρόνους κυβερνούν 'ς το σπίτι σου και θέλουν την θεϊκή σου σύντροφο με δώρα ν' αποκτήσουν• κ' εκείνη μέσα οδύρεται για την επιστροφή σου, όμως ελπίδα, υπόσχεσιν εις τον καθέναν δίδει 380 με τα μηνύματ', αλλ' ο νους καθ' άλλο μέσα τρέφει».
Σ' αυτήν τότε ο πολύγνωμος απάντησ' Οδυσσέας• «Ω Θε μ', ως ο Αγαμέμνονας, ο μέγας Ατρείδης, κ' εγώ 'μελλα 'ς το σπίτι μου να κακοθανατίσω, αν συ, θεά, δεν μώλεγες τα πάντ' ένα προς ένα• 385 και τώρα πλέξε μου βουλή, να τιμωρήσω εκείνους• στήσου 'ς το πλάγι μου, ω Θεά, κ' εγκάρδιωσέ με ως όταν τα ολόλαμπρα πυργώματα χαλούσαμε της Τροίας• αν όμοια μου παράστεκες με ζέσι, ω γλαυκομμάτα, θα 'μουν καλός να κτυπηθώ και μ' άνδραις τριακόσιους, 390 μαζή σου, σεβαστή θεά, 'ς την χάρι σου θαρρώντας».
Τότε η θεά του απάντησεν η γλαυκομμάτ' Αθήνη• «Σιμά θα μ' έχης και πολύ, στιγμή δεν θα σε χάσω, όταν αρχίσ' ο αγώνας μας• και τότε θαρρώ 'π' άνδρες πολλοί θα βάψουν μ' αίματα και με μυαλά το χώμα, 395 απ' τους μνηστήραις 'που το βιο σου καταφθείρουν τώρα• και ιδού, θα σε κάμ' άγνωστον εις όλους τους ανθρώπους• θα σου ζαρώσω το κορμί το λυγιστόν, ωραίο• της κεφαλής τα ολόξανθα μαλλιά θα σου αφανίσω, και θα σ' ενδύσω φόρεμα, να σε συγχαίνωντ' όλοι• 400 τα μάτια, 'πώλαμπαν προτού, θαμπά θα καταστήσω, αχρείος ώστε τα [να] φανής εις τους μνηστήραις όλους, 'ς την σύντροφον και εις το παιδί, όπ' άφησες 'ς το σπίτι• και πρώτ' απ' όλα συ θα πας να ευρής τον χοιροτρόφο, 'που επιστατεί τους χοίρους σου και 'ς την καρδιά του σ' έχει, 405 και οπού το τέκνο σου αγαπά και την χρηστή συμβία• θα τον ευρής όχι μακράν των χοίρων, οπού βόσκουν, όπ' είναι η κορακόπετρα κ' η Αρέθουσ' είναι η βρύσι• βαλάνια τρώγουν νόστιμα και νερό μαύρο πίνουν, αυτά 'που αυξαίνουν το λαμπρό το πάχος εις τους χοίρους• 410 κάθισ' εκεί σιμά 'ς αυτόν και κάθε πράγμ' ερώτα, έως ου 'ς την καλλιγύναικα την Σπάρτη εγώ να φθάσω, να κράξω τον Τηλέμαχο τον ποθητόν υιόν σου, οπού 'ς την Λακεδαίμονα, 'ς το δώμα του Ατρείδη, ν' ακούση αν κάπου ακόμη ζης εβγήκεν, Οδυσσέα». 415
Σ' αυτήν τότε ο πολύγνωμος απάντησ' Οδυσσέας• «Τι δεν του το 'πες συ, θεά, 'π όλα γνωρίζει ο νους σου; ή θέλησες πλανώμενος και αυτός εις τα πελάγη να παραδέρνη και το βιο να του χαλούν οι ξένοι;»
Τότε η θεά του απάντησεν η γλαυκομμάτ' Αθήνη• 420 «Γι' αυτόν μη τόσο ανησυχής εγώ τον ωδηγούσα• εκεί να υπάγη κ' εύμορφη να λάβη εκείνος φήμη κόπον δεν έχει αυτός εκεί κανέναν, αλλά μένει 'ς άπειρ' ανάμεσα καλά, 'ς τα δώματα του Ατρείδη• τώχουν καρτέρι αληθινά με το καράβ' οι νέοι, 425 όπως του πάρουν την ζωή πριν φθάσ' εις την πατρίδα• δύσκολο το 'χω• και, θαρρώ, το χώμα θ' αγκαλιάση πολλούς μνηστήραις, απ' αυτούς οπού το βιο σου φθείρουν».
Αυτά 'πε και μ' ένα ραβδί τον έγγιξεν η Αθήνη, και το κορμί του ζάρωσε το λυγιστόν, ωραίο• 430 την ξανθήν κόμην έρριξεν ολόβολα τα μέλη με δέρμα του εσκέπασεν ανθρώπου γηραλέου• τους οφθαλμούς του θάμπωσε 'που τόσο αστράφταν πρώτα, και άλλο αποφόρι του 'βαλε παμπάλαιο, και χιτώνα, κουρελιασμένα, λιγδερά, και μαυροκαπνισμένα, 435 κ' επάνω δέρμα ελάφινο μακρύ και μαδημένο• και του 'δωκ' ένα ρόπαλο κ' ένα δισάκκι αχρείο, ολότρυπο, κ' είχε σχοινί χοντρό να το κρεμάη.
Αυτά 'παν κ' εχωρισθήκαν να εύρη επήγ' εκείνη 'ς την θείαν Λακεδαίμονα το τέκνο του Οδυσσέα. 440
Ραψωδία Ξ
Και απ' τον λιμέν' ανέβη αυτός το άγριο μονοπάτι εις όρ', εις δάση, όπ' η Αθηνά του 'πε ότι μένει ο θείος χοιροβοσκός, 'που εγκαρδιακά το βιο του συντηρούσε, απ' όσους δούλους έλαβεν ο θείος Οδυσσέας.
'Σ τον πρόδομο καθήμενον τον ηύρ', όπου κτισμένην 5 'ς ανοικτό μέρος υψηλήν είχεν αυλήν μεγάλην, καλήν, και γύρω ελεύθερην αυτήν ο χοιροτρόφος, ο κύριός του ενώ 'λειπε, των χοίρων είχε κτίσει, εκείνος, και όχ' η δέσποινα ή ο γέρος ο Λαέρτης, με συρταίς πέτραις, κ' έφραξε μ' αγραπιδιαίς τριγύρω• 10 και πάλους έστησ' έξωθε πολλούς και απ' τα δύο μέρη, πυκνούς, αφού καλά 'κοψε του δρυού την μαύρη φλούδα. και χοιρομάνδραις δώδεκα μες της αυλής τον γύρο έφθειασεν όλαις σύνεγγυς• και εις καθεμιά κλεισμέναις ευρίσκονταν πεντήκοντα χαμόκοιταις γουρούναις, 15 μητέραις• κ' έξω απ' τα μανδριά τ' αρσενικά κοιμώνταν, αλλ' ολιγώτερα πολύ• ότ' οι μνηστήρες θείοι τα δαπανούσαν, επειδή τ' ολόπαχο θρεφτάρι έστελνε καθημερινά 'ς αυτούς ο χοιροτρόφος. και τότ' εσώζοντο απ' αυτούς όλοι τριακόσοι εξήντα• 20 σιμά τους σκύλοι ωσάν θεριά τέσσαρες επλαγιάζαν, 'π' ανάθρεψε ο χοιροβοσκός, ο άρχος των ανθρώπων. κ' εκείνος εις τα πόδια του προσάρμοζε πεδούλια, κόβοντας δέρμα βώδινο, 'που 'χε λαμπρό το θώρι• οι αλλ' είχαν πάγει εδώ κ' εκεί με ταις κοπαίς των χοίρων, 25 οι τρεις, αλλά τον τέταρτον 'ς την πόλιν είχε στείλει μ' ένα θρεφτάρι στανικώς των αυθαδών μνηστήρων, όπως το σφάξουν κ' ευφρανθή 'ς τα κρέατα η ψυχή τους.