Ομήρου Οδύσσεια Τόμος Β

Part 7

Chapter 7 83 words Public domain Markdown

Και πρώτα εις το ταξείδι σου θα φθάσης 'ς ταις Σειρήναις, 'π' όλους μαγεύουν τους θνητούς, όσοι κοντά τους έλθουν. 40 όποιος σιμώση απ' αγνωσιά και ακούση των Σειρήνων τον ήχο, δεν θα τον ιδούν τα τρυφερά παιδιά του ολόχαρα, και η σύντροφος, να φθάσ' εις την πατρίδα. αλλά η Σειρήναις με γλυκύ τραγούδι τον μαγεύουν, 'ς την λιβάδια καθήμεναις' κ' είναι σωρός τριγύρω 45 κόκκαλ' ανδρών 'που σέπονται, και όλο το δέρμα ρέει. προσπέρασε ταις, και τ' αυτιά συ φράξε των συντρόφων με γλυκομάλακτο κερί, μήπως κανείς των άλλων ακούση• και αν εσύ ποθείς ν' ακούσης, ας σε δέσουν ολόρθον χεροπόδαρα 'ς του καταρτιού την ρίζα, 50 και των σχοινιών ταις κορυφαίς ας σφίξουν 'ς τον κορμό του, ηδονικά το λάλημα ν' ακούσης των Σειρήνων. και αν να σε λύσουν τους ζητείς θερμά και τους προστάζεις, πάντοτ' εκείνοι με δεσμά πλειότερ' ας σε σφίγγουν. αλλ' όταν το καράβι σου κείναις οπίσω αφήση, 55 'ς το εξής εγώ δεν θα σου ειπώ ρητώς από τους δύο ποιος μέλλει να 'ναι ο δρόμος σου• και ατός του ο νους σου ας κρίνη. θέλει σου δείξω τώρα εγώ το 'να και τ' άλλο μέρος.

Το' να έχει πέτραις κρεμασταίς, και προς αυταίς βροντάει μέγα το κύμα της γλαυκής 'ς την όψιν Αμφιτρίτης. 60 κείναις Πλαγκταίς οι μάκαρες θεοί ταις ονομάζουν, και ουδέ πουλί ταις προσπερνά, αλλ' ούδ ' η περιστέραις, οπού του Δία του πατρός την αμβροσία φέρουν• ως και απ' αυταίς κάθε φοράν η γλυστρή πέτρ' αρπάζει• αλλά να κλείσ' ο αριθμός στέλνει ο πατέρας άλλην. 65 θνητών καράβι αυτού ποτέ, αν ήλθε, δεν εσώθη• αλλά καραβοσάνιδα και ανδρών σώματα παίρνουν της θάλασσας τα κύματα και της φλογός η λύσσα. μόν' ένα κείθε πέρασε θαλασσοπόρο πλοίο, απ' τον Αιήτη πλέοντας, Αργώ η ξακουσμένη• 70 και αυτή θε να 'σπαε 'ς ταις τραναίς πέτραις, χωρίς το χέρι της Ήρας, 'που τον φίλο της τον Ιάσωνα ελυπήθη.

'Σ' τ' άλλο δυο βράχ' υψόνονται• τον ουρανόν εγγίζει ο ένας μ' άκρη σουβλερή, και συννεφιά τον ζώνει μαύρη και μένει ατάραχη, και εις την κορφήν εκείνη, 75 καλόκαιρο ή φθινόπωρο, ποτέ δεν ξαστερόνει. κει δεν θα εμπόρει ν' αναιβή θνητός ή να πατήση ποτέ κανένας, κ' είκοσι χέρια και πόδια αν είχε• ότ' είναι η πέτρα γλυστερή, 'σαν σκαλισμένος λίθος. σκοτεινόν άντρο ανοίγεται του βράχου μες την ζώνη 80 προς δύσιν, εις το έρεβος γυρμέν', όπου το πλοίο και σεις, θαρρώ, θα στρέψετε, λαμπρότατε Οδυσσέα. ουδέ γενναίος τοξευτής θα εμπόρει απ' το καράβι να φθάση με το βέλος του του άντρου βαθυού το στόμα. Κει μέσα η Σκύλλα κατοικεί και φοβερά γαυγίζει• 85 φωνούλαν έχει ωσάν μικρού νεογεννημένου σκύλου• αλλ' είναι αυτή τέρας κακόν• ουδέ θνητός κανένας ή αθάνατος θα χαίρονταν αν την εθεώρα εμπρός του. πόδια 'χει εκείνη δώδεκα και αμόρφωτα είναι όλα, έξι λαιμούς μακρύτατους, και μέσα εις τον καθέναν 90 μιαν κεφαλήν τρομακτικήν, όπ' έχει τρεις αράδαις δόντια πολλά, πυκνότατα, μαύρου μεστά θανάτου. και εις τ' άντρο ευρίσκεται η μισή κρυμμένη και από εκείνο το φοβερό το βάραθρο ταις κεφαλαίς προβάλλει, και αυτού ψαρεύει, ψάχνοντας ολόγυρα εις τον βράχο, 95 δελφίνια και σκυλόψαρα, και, αν τύχη, μέγα κήτος, 'π' άμετρα βόσκ' η βροντερή 'ς τα κύματ' Αμφιτρίτη. ναύτης δεν επαινέθηκε 'που εκείθε με το πλοίο χωρίς να πάθη εδιάβηκε• με κάθε κεφαλή της έναν απ' το μαυρόπλωρο καράβι αρπάζ' η Σκύλλα. 100 και τούτου χαμηλότερον θα ιδής τον άλλον βράχο• σιμά 'ναι, οπού θα ετόξευες απ' το 'να εις τ' άλλο μέρος• μεγάλην έχει αγριοσυκιά, πολύφυλλη, και κάτω την μαύρην άρμη αναρρουφά η Χάρυβδις η θεία. τι την ημέρα τρεις φοραίς ξερνά, και τρεις ρουφάει, 105 τρόμος! μη τύχης εσύ κει την ώρα οπού ρουφήση• ότι δεν θα σ' εφύλαγε και αυτός ο κοσμοσείστης. αλλά το πλοίο στρέψε συ της Σκύλλας προς τον βράχο γλήγορα, και προσπέρασε• προτίμα έξι συντρόφους να χάσης απ' το πλοίο σου παρ' όλους να τους κλάψης». 110

Αυτά 'πε, κ' εγώ προς αυτήν «θεά, συ δίδαξέ με, αν κάποιος τρόπος γίνεται κ' εκείνην να ξεφύγω την πάγκακη την Χάρυβδι, και πάλι ν' αντικρούσω την άλλην, όταν θα χυθή τους φίλους να μου αρπάξη».

Είπα, και η θαυμαστή θεά μου απάντησεν αμέσως• 115 «αγώναις και άρματα, ω σκληρέ, πάλ' η καρδιά σου θέλει• δεν θα τραβιέσαι ουδ' έμπροσθεν θεών των αθανάτων; κ' εκείνη δεν είναι θνητή, κακόν αθάνατό 'ναι, άγριο, φρικτόν, αμάχητον• αντίστασιν δεν έχει καμμίαν• το καλήτερο να φύγης απ' εμπρός της. 120 ότι αν, ως αρματόνεσαι, κοντοσταθής 'ς τον βράχο, φοβούμαι μην ορμήση αυτή και πάλι σε προφθάση, και μ' όσαις έχει κεφαλαίς τόσους αρπάξη ανθρώπους• αλλά με βια τραβάτ' εμπρός, και κράξτε την Κραταίαν, οπού την Σκύλλα γέννησε, πληγήν εις τους ανθρώπους• 125 και αυτή να χυθή δεύτερα δεν θέλει την αφήση.

'Σ της Θρινακίας το νησί θα φθάσης, όπου βόσκουν βώδια του Ηλίου πάμπολλα και σαρκωμέν' αρνία• βωδιών επτά κοπαίς, αρνιών επτά, κ' έχει πενήντα κάθε κοπή• και δεν γεννούν, αλλ' ούτε ολιγοστεύουν• 130 δυο νύμφαις καλοπλέξουδαις επιστατούν εκείνα, Φαέθουσα και Λαμπετιά, και θυγατέραις είναι του Ηλίου του Υπερίονα και της καλής Νεαίρας. ταις γέννησε και ανάστησεν η σεβαστή μητέρα, και εις το νησί ταις έβαλε να ζουν της Θρινακίας, 135 τα πατρικά τους πρόβατα και βώδια να φυλάγουν. και αν δεν τα εγγίζης κ' εννοιασθής για την επιστροφή σου, τότε, και αν πάθετε πολλά, θα φθάστε εις την Ιθάκη• αλλ' αν τα βλάψης, όλεθρο προβλέπω εις το καράβι και εις τους συντρόφους• και αν σωθής μόνος εσύ, θα φθάσης 140 αργά και κακώς έχοντας, και από συντρόφους έρμος».

Αυτά 'πε, και η χρυσόθρονη Ηώ 'ς τον κόσμο εφάνη• κ' εσύρθ' η ασύγκριτη θεά παράμεσα 'ς την νήσο. 'ς το πλοίο τότ' εκίνησα και των συντρόφων είπα να λύσουν τα πρυμόσχοινα και ν' αναιβούν κ' εκείνοι 145 εμπήκαν και αραδιάσθηκαν με τάξι 'ς ταις σανίδαις, και την λευκή την θάλασσα με τα κουπιά βροντούσαν. και οπίσω απ' το μαυρόπλωρο καράβι έστειλε πρύμον, 'που εφούσκον' όλα τα πανιά, φίλον λαμπρόν, η Κίρκη, δεινή θεά, καλόκομη, όπ' έχει ανθρώπου γλώσσα. 150 και τ' άρμεν' αφού σιάσαμε, καθόμασθε εις το πλοίο, και τ' ωδηγούσ' ο άνεμος ομού και ο κυβερνήτης. τότ' είπα με περίλυπην καρδιάν εις τους συντρόφους• καλό δεν είναι, αγαπητοί, ένας ή δύο μόνοι να ηξεύρουν τ' άγια ρήματα 'που η Κίρκη μου 'πε η θεία• 155 αλλά τα λέγω και εις εσάς, όπως γνωρίζοντάς τα πεθάνουμε ή ξεφύγουμε την μοίρα του θανάτου. και πρώτα μου παράγγειλε να φύγω των Σειρήνων την θεομίλητη φωνή και τ' ανθηρό λιβάδι• μου 'πε ν' ακούσω την φωνή μόνος εγώ• σεις τώρα 160 μ' άλυτα δέστε με δεσμά 'ς του καραβιού την ρίζα ορθόν, και σφίξτε των σχοινιών ταις άκραις 'ς τον κορμό του. και αν να με λύσετε ζητώ θερμά και σας προστάζω, σεις με πλειότερα δεσμά στενοχωρήσετέ με».

Κ' ενώ τούτα φανέρονα με τάξι των συντρόφων, 165 τ' ωραίο πλοίον έφθασε 'ς την νήσο των Σειρήνων ογλήγορ', όπως το 'σπρωχνε βοηθητικός ο πρύμος. έπεσ' ο άνεμος ευθύς και ανάνεμη γαλήνη έγεινε• θεία δύναμις εκοίμισε το κύμα. σηκώθηκαν οι σύντροφοι, και τα πανιά διπλώσαν, 170 κάτω 'ς το πλοίο τα 'θεσαν, και αράδα καθισμένοι με τα καλόξυστα κουπιά την θάλασσα λευκαίναν. κ' εγώ κεριού μέγαν τροχό μ' ακονητό μαχαίρι ελιάνισα, και το 'θλιβα με τ' ανδρικά μου χέρια• και τα κερί ζεσταίνονταν, ως τό βιαζ' η ανδρειά μου, 175 και ο Ήλιος ο Υπερίονας με την θερμή του ακτίνα. αραδικώς τότ' έφραξα τ' αυτία των συντρόφων• εκείνοι χεροπόδαρα μ' εδέσαν 'ς το κατάρτι ορθόν, κ' έστριψαν των σχοινιών ταις άκραις ς' τον κορμό του, και την λευκή την θάλασσαν έδερναν καθισμένοι. 180 και ότ' είμασθεν εις διάστημα, 'π ανθρώπου βοή φθάνει, 'ς αυταίς σιμά δεν ώρμησε χωρίς να το νοήσουν το γοργό πλοίο, και άρχισαν ψιλόφωνο τραγούδι• «ω καύχημα των Αχαιών, πολύμνητε Οδυσσέα, το πλοίο κράτησ', έλα εδώ, ν' ακούσης την φωνή μας• 185 ότι δεν πέρασε κανείς εδώθε με καράβι, χωρίς το γλυκολάλημα ν' ακούση της φωνής μας. ευφραίνεται και αναχωρεί με γνώσαις πλουτισμένος• τι ξεύρουμ' όσα εμόχθησαν εις την πλατειά Τρωάδα Τρώες και Αργείοι, των θεών ως ήθελεν η γνώμη. 190 και ό,τι συμβαίν' ηξεύρουμε 'ς την γη την πολυθρέπτρα».

Τούτα εγλυκοκελάιδισαν• ποθούσα εγώ ν' ακούω, κ' ένευα με τα βλέφαρα των φίλων να με λύσουν, κ' εκείνοι έπεσαν 'ς τα κουπιά και σφόδρα ελάμναν όλοι• ο Ευρύλοχος σηκώθηκεν ευθύς και ο Περιμήδης 195 και με δεσμά πλειότερα μ' εδέναν και μ' εσφίγγαν. και αφού ταις επροσπέρασαν, και αγάλι αγάλι εσβύσθη με των Σειρήνων την φωνή και το γλυκύ τραγούδι, το κερί τότε αφαίρεσαν οι αγαπητοί μου φίλοι, οπού τους άλειψα τ' αυτιά, και απ' τα δεσμά μ' ελύσαν. 200

Αλλ' ότε οπίσω αφήσαμε την νήσο των Σειρήνων, καπνό και κύμα είδα τρανό, και άκουσα μέγαν κτύπο• τρόμαξαν, και απ' τα χέρια τους έφυγαν τα κουπία, 'που εβρόντησαν 'ς την θάλασσα' και το καράβι εστάθη, τι πλειά δε τό' βιαζαν κουπιά και ανδρειωμένα χέρια. 205 κ' εγώ 'ς το πλοίο γύριζα και τους συντρόφους όλους από κοντά συμβούλευα με λόγια μελωμένα• «αγαπητοί μου, αμάθητοι δεν είμασθε από πάθη• το κακό τούτο, 'πώρχεται, χειρότερο δεν είναι απ' τ' άντρ', όπου του Κύκλωπα μας είχε κλείσ' η βία• 210 όμως κ' εκείθ' η αξία μου, ο νους και η φρονιμάδα, μας έσωσε, κ' έναν καιρό θα το ενθυμείσθ', ελπίζω. κ' ελάτε τώρα, ό,τι θα ειπώ να το δεχθούμεν όλοι• εσείς αυτού καθήμενοι με τα κουπιά κτυπάτε την αγριωμένην θάλασσαν, ίσως μας δώση ο Δίας 215 να φύγουμ' απ' τον όλεθρο, 'που εδώ μας παραστέκει. συ, κυβερνήτη, έχε τον νου 'ς αυτό, που σε προστάζω, επειδή συ 'σαι οπού κινείς του καραβιού το δοιάκι• έξω από τούτον τον καπνό και από το κύμα στρέφε το πλοίο, και όλο σίμονε 'ς τον βράχο, μη σου φύγη 220 μ' ορμή 'ς εκείνη την μεριά και εις συμφοραίς μας ρίξης».

Αυτά 'πα και όλ' υπάκουσαν και τότε ως προς την Σκύλλα, την αναπόφευκτη πληγή, λόγο 'ς αυτούς δεν είπα, μη φοβηθούν οι σύντροφοι, και απ' την κουπηλασία παύσουν, και μέσα μου ριχθούν 'ς του καραβιού τα βάθη. 225 τότ' άφησα το βαρετό παράγγελμα της Κίρκης, 'που να μη ζωσθώ τ' άρματα πολύ μώχε συστήσει, και την καλή μου αρματωσιά φόρεσα, και δυο λόγχαις μακρυαίς 'ς τα χέρια σφίγγοντας ανέβηκα εις την πλώρη, ότι απ' αυτού να πρωτοϊδώ θαρρούσα εγώ την Σκύλλα, 230 πετροθεριό, 'που μώφερνε καταστροφή των φίλων. και αυτήν να ιδώ δεν δύνουμουν• τα μάτια μου αποκάμαν ολόγυρα εξετάζοντας την σκοτεινώδη πέτρα.

Με θρήνους το κατάστενο διαβαίναμε οι θλιμμένοι• εδώθ' η Σκύλλα, και άντικρυς η Χάρυβδις η θεία 235 είχε τα πικρά κύματα φρικτά ξαναρουφήσει• και ότε τα εξέρνα, ως με πολλήν φωτιά βράζει κακκάβι, γουργούριζ' όλη ανάκατη, κ' η άχνη της πετιόνταν ανάερα 'ς ταις κορυφαίς του ενός και του άλλου βράχου. και ότε τα πικρά κύματα ξαναρουφούσε, πάλιν 240 ανάκατη όλη εφαίνονταν 'ς τα βάθη, κ' εβροντούσε ο βράχος όλος φοβερά, και η γη κάτω εφαινόνταν μαύρη 'ς τον άμμο• κ' έπαιρνεν αυτούς αχνή τρομάρα. κ' ενώ κυττάζαμεν αυτήν με φόβο του θανάτου, μ' άρπαξ' η Σκύλλ' απ' το βαθύ καράβι έξι συντρόφους, 245 οπού 'ς την δύναμι πολύ και 'ς τ' άρματα επρωτεύαν. και όπως το πλοίο γύρισα να ιδώ και τους συντρόφους, επάνω μ' ήδη νόησα τα πόδια και τα χέρια εκείνων, απ' ανάερα σηκόνονταν, κ' εμένα καλούσαν, ύστερη φορά, κατ' όνομα οι θλιμμένοι. 250 και απ' άκρη βράχου ως ο ψαράς μ' ένα μακρύ καλάμι, 'ς τα μικρά ψάρια δόλωμα προσφέροντας, βυθίζει το ταύρινο το κέρατο, και άμα το ψάρι πιάση ευθύς το ρίχν' εις την ξηρά, κ' εκείνο λακταρίζει• όμοι και αυτοί λαχτάριζαν 'ς τα βράχη αναιβασμένοι, 255 κ' εκεί, 'που αυτή τους έτρωγε 'ς την θύραν, εφωνάζαν, προς με τα χέρια απλώνοντας, 'ς του χάρου την οδύνη. άλλο, 'σαν κείνο, ελεεινό τα μάτια μου δεν είδαν, 'ς όσά 'παθα της θάλασσας τους δρόμους ερευνώντας.

Και αφού την φρικτή Χάρυβδι, την Σκύλλα, και ταις πέτραις, 260 φυγάμ', ευθύς εφθάσαμε 'ς τ' άγιο νησί του Ηλίου, οπού είν' η πλατυμέτωπαις ωραίαις αγελάδαις, και σαρκωμένα πρόβατα πολλά, κ' είναι δικά του. και ως ήμουν μεσοπέλαγα, μες το καράβι ακόμα, των αγελάδων άκουσα το μούγκρισμα μακρόθεν, 265 και των αρνιών το βέλασμα, 'που 'ς τα μανδριά γυρίζαν. και ό,τι είχε ειπεί θυμήθηκα ο μάντης Τειρεσίας, και η Κίρκη, 'που τόσο πολύ μώχε συστήσ', η Αιαία, να φύγω το νησί του Ηλιού, 'που τους θνητούς ευφραίνει. και τότ' εγώ περίλυπος προς τους συντρόφους είπα• 270 «'ς ό,τι θα ειπώ προσέξετε, πολύπαθοί μου φίλοι• να μάθετε τι πρόλεγεν ο μάντης Τειρεσίας, και η Κίρκη, 'που τόσο πολύ μώχε συστήσ', η Αιαία, να φύγω το νησί του Ηλιού, που τους θνητούς ευφραίνει. μέγα κακόν, ως έλεγεν, αυτού μας περιμένει. 275 αλλά παρέξω απ' το νησί στρέψετε το καράβι».

Αυτά 'πα, και εις τα στήθη τους ερράισ' η καρδία, κ' είπεν ο Ευρύλοχος πικρά• «σκληρός είσ' Οδυσσέα• σου περισσεύ' η δύναμις, ακούραστα 'χεις μέλη• σίδερο θα 'ναι η πλάσι σου, 'που, αγρύπνια αφού και κόπος 280 εδάμασαν τους φίλους σου, δεν τους αφίνεις τώρα 'ς την γη να βγουν και εις το νησί, που η θάλασσ' όλο ζώνει, τον δείπνο θα ετοιμάζαμε, και θα 'χαιρε η καρδιά μας• και συ να παραδέρνουμε την άγρια νύκτα θέλεις, πέρ' από τούτο το νησί, 'ς τα σκοτεινά πελάγη. 285 και η νύκταις μάλιστα γεννούν τους φοβερούς ανέμους, των καραβιών καταστροφή• τον χάρο που θα φύγης, την νύκτ' αν ξάφνου σηκωθή και σ' εύρη ανεμοζάλη, Νότος είτ' έλθ' ή Ζέφυρος, σφοδρότατος αέρας, 'που και εις το πείσμα των θεών συντρίβουν τα καράβια; 290 όθεν ας υπακούσουμε 'ς την μαύρη νύκτα τώρα• τον δείπνο θα ετοιμάσουμε προς το γοργό καράβι, και ως φέξη θα το ρίξουμεν εις τα πλατειά πελάγη»,

Αυτά 'πε, και όλοι εδέχθηκαν τους λόγους του Ευρυλόχου• τότ' ένοιωσα πως ο θεός ολέθριαν είχε γνώμη• 295 κ' εκείνον επροσφώνησα με λόγια πτερωμένα• «Ευρύλοχε, με βιάζετε, μόνος αφού 'μαι εμπρός σας• πλην ελάτ' όλοι, φοβερόν όρκον ομόσετέ μου, βωδιών αγέλη αν εύρουμεν ή μέγ' αρνιών κοπάδι, από κακή του τύφλωσι κανείς να μη φονεύση 300 βώδι κανένα ή πρόβατον, αλλ' ήσυχοι χαρήτε όσαις τροφαίς η αθάνατη μας έχει δώσ' η Κίρκη».

Είπα, κ' εκείνοι ωρκίσθηκαν ως είχα εγώ ζητήσει, και αφού τον όρκον ώμοσαν κ' ετέλειωσαν εκείνοι, τ' ωρηό καράβι αράξαμε μες τον βαθύ λιμένα, 305 'που 'χε σιμά γλυκό νερό• και οι σύντροφοί μου εβγήκαν έξω 'ς την γη, και τεχνικά τον δείπνον ετοιμάσαν, και του φαγιού και του πιοτού την όρεξι αφού σβύσαν, έκλαιαν ενθυμούμενοι τους ποθητούς συντρόφους, 'π' άρπαξ' η Σκύλλα κ' έφαγεν απ' το βαθύ καράβι• 310 κ' ύπνος τους έπιασε γλυκός εκεί, 'που ακόμη εκλαίαν, και μες το τρίτο της νυκτός μέρος, 'που τ' άστρα κλίνουν, άνεμον σήκωσε σφοδρόν ο αστραποφόρος Δίας, με φυσομάνισμα φρικτό, κ' ετύλιξε 'ς τα νέφη πόντον και γην, κ' εχύθηκεν απ' τον αιθέρα νύκτα. 315 και ως ήλθε η ροδοδάκτυλη Ηώ του όρθρου κόρη, εις άντρο μέσα εσύραμε κ' εστήσαμε το πλοίο• κ' ήσαν αυτού χορότοποι κ' έδραις Νυμφών ωραίαις. τότ' έκαμα συνάθροισι και μέσα εις όλους είπα• «ω φίλοι, αφού 'ς το πλοίο μας πιοτό και βρώσις είναι, 320 τα βώδι' αυτά μη εγγίξουμε, μη συμφορά μας εύρη. ότι δεινού θεού τ' αρνιά τούτά 'ναι και η δαμάλαις, του Ηλιού, 'που όλ' άνωθε τηρά και όλ' άνωθεν ακούει».

Αυτά 'πα, και τα εδέχθηκεν η ανδρική ψυχή τους. και όλον τον μήνα ακοίμητος Νότος εφύσα ουδ' άλλος 325 απ' τους ανέμους έπνεεν, Εύρος ειμή και Νότος. και όσο είχαν σίτον και κρασί κόκκινο οι σύντροφοι μου, τα βώδια δεν επείραξαν φοβούμενοι τον χάρο• αλλ' όταν όλαις η τροφαίς απ' το καράβι ελείψαν, και απ' την ανάγκη εγύριζαν κυνήγι αναζητώντας, 330 ψάρια, πουλιά, και ό,τ' εύρισκαν, με κύρτ' αγκίστρια πιάναν, η πείνα ως τους βασάνιζε• και τότε μέσα επήγα εις το νησί, να δεηθώ των αθανάτων, ίσως μου δείξη κάποιος των θεών του γυρισμού τον δρόμο. και αφού 'ς τα μέσα του νησιού, μακράν απ' τους συντρόφους, 335 εις μέρος ήλθ' απάνεμον, ενίφθηκα τα χέρια, κ' ευχήθην όλων των θεών των ολυμποκατοίκων• κ' εκείν' ύπνον γλυκύτατον 'ς τα βλέφαρά μου εχύσαν, κ' έκαμν' αρχή γνώμης κακής ο Ευρύλοχος 'ς τους άλλους• «'ς ό,τι θα ειπώ προσέξετε, πολύπαθοί μου φίλοι• 340 όλ' είναι οι θάνατοι πικροί των άμοιρων ανθρώπων, αλλ' ο πολύ φρικτότερος, της πείνας ν' αποθάνης• του Ηλίου ταις καλήτεραις ας σύρουμ' αγελάδαις, προς τους θεούς να σφάξουμε τους ουρανοκατοίκους. και αν 'ς την Ιθάκη φθάσουμε, την ποθητήν πατρίδα, 345 του Ηλίου του Υπερίονα κτίζουμ' ευθύς ωραίον ναόν, και μέσ' ατίμητα πολλά κρεμάμε δώρα. αλλ' αν για βώδια ορθόκερα χολιάση και θελήση το πλοίο να συντρίψη αυτός, κ' οι άλλοι θεοί το στέργουν, κάλλιο 'ς το κύμα χάσκοντας με μια να ξεψυχήσω, 350 παρά να τήκωμαι καιρούς εις ένα ερημονήσι».

Είπε, και όλοι εσυμφώνησαν οι άλλοι, κ' εν τω άμα του Ηλίου ταις καλήτεραις εσύραν αγελάδαις, εγγύθεν, ότι όχι μακράν του μαυροπλώρου πλοίου η ωραίαις πλατυμέτωπαις έβοσκαν αγελάδαις. 355 και ολόγυρα τους έκαμαν ευχαίς των αθανάτων, απ' το υψηλόκομον ιδρύ χλωρά μαδώντας φύλλα, ότι 'ς το πλοίο δεν είχαν ποσώς λευκό κριθάρι. και άμα ευχηθήκαν, κ' έσφαξαν κ' έγδαραν, τα μερία έκοψαν και τα εσκέπασαν 'με διπλωτό κνισάρι, 360 κ' επάνω αυτών ωμά 'βαλαν κομμάτια• και να χύσουν σπονδαίς εις τα καιόμενα σφαχτά κρασί δεν είχαν, και με νερό σπονδίζοντας όλα τα εντόσθια ψήναν. και αφού καήκαν τα μεριά κ' εγευθήκαν τα σπλάχνα, ελιάνισαν τα επίλοιπα και αμέσως τα εσουβλίσαν. 365 ο γλυκός ύπνος έφυγε τότε απ' τα βλέφαρά μου, κ' εκίνησα προς το γοργά καράβι 'ς τ' ακρογιάλι• αλλ' όταν εις το ισόπλευρο καράβ' είχα σιμώσει, ήλθε ο γλυκύτατος καπνός της λίπας προς εμένα, κ' εκλαύθηκα γογγύζοντας εμπρός των αθανάτων• 370 «Δία πατέρα, μάκαρες θεοί, 'που πάντοτ' είσθε, Αχ! για καλό δεν μ' έχετε 'ς ύπνο βαρύ βυθίσει• κ' εδώ, 'που εμέναν, έπραξαν έργο μεγάλο οι φίλοι».

'Σ τον Ήλιον η μακρόπεπλη εχύθη Λαμπετία μηνύτρα ότι του εσφάξαμεν εμείς ταις αγελάδες• 375 χολώθη εκείνος κ' έλεγεν εμπρός των αθανάτων• «Δία πατέρα, μάκαρες θεοί, 'που πάντοτ' είσθε, τους ασεβείς πατάξετε συντρόφους του Οδυσσέα, 'που μ' άρπαξαν και μώσφαξαν τα βώδια• και εις εκείνα χαιρόμουν ως ανέβαινα 'ς τον κάταστρον αιθέρα, 380 και ως πάλιν έγερνα εις την γην από τα ουράνια μέρη. και αν για τα βώδια πλερωμήν, ως πρέπει, δεν μου δώσουν, 'ς τον Άδη θε να καταιβώ και των νεκρών θα λάμπω».

Και ο Δίας του αποκρίθηκεν ο νεφελοσυνάκτης• «Ήλιε, συ λάμπε ως έλαμπες, εδώ των αθανάτων, 385 Και των ανθρώπων των θνητών 'ς την γη την σιτοδώρα• κ' εγώ το γοργό πλοίο τους τρίμματα ευθύς θα σχίσω με φλογοβόλον κεραυνό 'ς τα σκοτεινά πελάγη».

Τούτ' άκουσ' απ' την Καλυψώ, την λαμπρομάλλα νύμφη, κ' εκείνης τα 'πε, ως έλεγεν, ο γλήγορος Ερμείας. 390

Και εις το καράβι ως έφθασα κάτω 'ς το περιγιάλι, όλους ομού γλωσσόδερνα και χωριστά• και ο νους μας διόρθωσι δεν εύρισκεν• ήσαν νεκρά τα βώδια. τέρατα ευθύς οι αθάνατοι τους δείχναν• εσερνόνταν τα δέρματα, και εις τα σουβλιά τα κρέατ' εμουγκρίζαν, 395 ωμά, ψητά, και ωσάν βωδιών ακούετ' η φωνή τους.

Ημέραις έξι ολόκληραις οι σύντροφοι μου ετρώγαν από τα βώδια, 'πώκλεψαν, τα εξαίρετα του Ηλίου, αλλ' ότε ο Δίας έφερε την έβδομην ημέρα, έπεσε τότ' ο άνεμος, και δεν φυσομανούσε• 400 κ' εμείς το πλοίο ρίξαμε 'ς τα διάπλατα πελάγη, τεντόνοντας τα κάτασπρα πανιά 'ς τ' ορθό κατάρτι. αλλ' ότε οπίσω αφίναμε την νήσο, και καμμία γη άλλη, μόνον ουρανός και θάλασσα εφαινόνταν, σύννεφο μαύρο έστησεν ο Δίας 'ς το καράβι 405 επάνω, κ' εσκοτάδιασεν η θάλασσ' από κάτω• κ' έτρεχε το πλεούμενον, αλλ' όχι πολλήν ώρα, τι ογλήγορ' ήλθε ο Ζέφυρος σφικτά φυσομανώντας, κ' η ανεμοζάλη σύντριψε το 'να και τ' άλλο ξάρτι• και το κατάρτι εβρόντησεν οπίσω• τ' άρμενά του 410 'ς την γάστραν όλα εχυθήκαν, κ' εκείνο αυτού 'ς την πρύμη τον κυβερνήτη κτύπησε 'ς την κεφαλή, και άμ' όλα τώσπασε ομού τα κόκκαλα της κεφαλής• κ' εκείνος έπεσ', ως πέφτει ο βουτηκτής, 'ς το κύμα κ' ενεκρώθη• σύγχρονα ο Δίας βρόντησε, κεραύνωσε το πλοίο• 415 ολόβολο το ετίναξεν ο κεραυνός του Δία, και θειάφη όλο το γέμισεν• οι σύντροφοι μου επέσαν, και εις το καράβι ολόγυρα, 'ς τα κύματα, ως κουρούναις επλέαν• θεία θέλησι τους πήρε την πατρίδα. κ' εγώ 'ς το πλοίο γύριζα, ως ότου της καρίνας 420 τα πλευρά πήρε η τρικυμιά, κ' έπλεε γυμνή 'ς το κύμα. και το κατάρτι επάνω της εσύντριψε, αλλ' ακόμη ήτο από βωδοτόμαρο λουρί προσκολλημένο• μ' εκείνο αφού σφικτόδεσα κατάρτι και καρίνα, εκάθισα και μ' έπαιρνεν η λύσσα των ανέμων. έπαυσε τότε ο Ζέφυρος και δεν φυσομανούσε, 425 αλλ' ήλθε ο Νότος πετακτά, 'ς οδύναις να με ρίξη, την πάγκακη την Χάρυβδι και πάλι να μετρήσω. ολονυκτής εδέρνομουν, και ο ήλιος άμ' εφάνη 'ς την φρικτήν ήλθα Χάρυβδι, και ς' την κορφή της Σκύλλας• 430 και ως κείνη εξαναρούφησε την άρμην, επετάχθην 'ς την υψηλήν αγριοσυκιά, και αυτού 'σαν νυκτερίδα προσκόλλησ' όλο το κορμί• δεν είχα που να στήσω το πόδ' ή επάνω ν' αναιβώ• μακράν η ρίζαις ήσαν, και οι κλώνοι της εξέβγαιναν ανάεροι, μεγάλοι, 435 και κάτω εις την Χάρυβδι τον ίσκιο τους απλόναν. σφικτά κρατιόμουν, ως να ιδώ κατάρτι και καρίνα να μου ξεράση πάλι αυτή• κ' εστέναξα όσο να 'λθουν. και ότε ο κριτής την σύνοδο για να δειπνήση αφίνει, αφού πολλών ξεδιάλυσεν ανδρών φιλονεικίαις, 440 τα ξύλ' από την Χάρυβδι τότ' εφανερωθήκαν. τα χέρια τότε απόλυσα, τα πόδια, 'ς τον αέρα, 'ς το κύμα μέσα εβρόντησα παρέξω από τα ξύλα, κ' έλαμνα με τα χέρια μου 'ς εκείν' αποθωμένος. την Σκύλλα να ξαναϊδώ δεν άφησε ο πατέρας 445 θεών και ανθρώπων• άφευκτα θα μ'εύρισκεν ο χάρος.

Κείθ' εννηά 'μέραις δέρνομουν• και την δεκάτη νύκτα 'ς την Ωγυγίαν οι θεοί μ' εφέραν, οπού μένει η Καλυψώ καλόκομη, δεινή θεά, κ' εκείνη με αγάπα και μ' εξένιζεν• αυτά τι σου τα λέγω; 450 χθες ήδη 'ς το παλάτι σου τα ιστόριζα κ' εσένα και της σεπτής συντρόφου σου• και δεν μ' αρέσει εκείνα, 'που ένα προς έν' ανάφερα, να ξαναλέγω τώρα.

ΤΕΛΟΣ Β' ΤΟΜΟΥ