Part 6
Αυτά 'πε• συλλογίσθηκα, και της νεκρής μητρός μου να πιάσω τότε την ψυχήν ηθέλησα ο θλιμμένος• 205 και τρεις εχύθηκα φοραίς, να πιάσω αυτήν ποθώντας, και τρεις ωμοίωμα σκιάς ή ονείρου από τα χέρια μώφυγε• και βαρύτερος μ' εστενοχώρα ο πόνος, και προς αυτήν εφώναζα• «τι φεύγεις, ω μητέρα, εις την στιγμή, 'που προσπαθώ με πόθο να σε πιάσω, 210 όπως και οι δυο 'ς την κατοικιά του Άδη αγκαλιασμένοι του κρύου κλάυματος ομού την ηδονή χαρούμε. μην είναι τούτο φάντασμα, 'που η θεία Περσεφόνη μώστειλ', όπως η λύπη μου και οι στεναγμοί πληθύνουν;»
Αυτά 'πα, και μου απάντησεν η σεβαστή μητέρα• 215 «α! τέκνο μου, βαρυόμοιρε, ως άλλος δεν ευρέθη! δεν απατά σε του Διός η κόρ', η Περσεφόνη, αλλ' είναι αυτός εις τους θνητούς ο νόμος του θανάτου. ταις σάρκαις και τα κόκκαλα πλειά δεν κρατούν τα νεύρα, αλλ' εκείν' όλα η δύναμις της φλόγας αφανίζει, 220 μόλις τα λευκά κόκκαλα το πνεύμ' αφήση μόνα• και ως όνειρο η ψυχή πετά γυρνώντας 'ς τον αέρα. αλλά να ιδής πάλι το φως ξεκίνησε, και μάθε τούτ' όλα, της συντρόφου σου για να τα ειπής κατόπι».
Αυτά συνωμιλούσαμε• και ιδού, γυναικών πλήθος 225 έρχονταν, —ως ταις έστελνεν η θεία Περσεφόνη,— όσαις και αν ήσαν σύντροφοι και κόραις των ηρώων. κ' ενώ 'ς το αίμα ολόγυρα το μαύρο εσυναζόνταν, πώς να ερωτήσω καθεμιά 'ς τον νου μου εγώ ζητούσα. και απ' όλαις η καλήτερη τούτη μου εφάνη γνώμη• 230 απ' το πλευρό μου έσυρα το ακονητό σπαθί μου, και δεν ταις άφινα μαζή το μαύρ' αίμα να πίνουν• κ' έρχονταν τότε αραδικώς αυτού, και καθεμία το γένος της φανέρονε, καθώς την ερωτούσα.
Πρώτ' ήλθε απ' όλαις η Τυρώ, η καλογεννημένη, 235 'πώλεγε ότ' ήταν γέννημα του απταίστου Σαλμωνέα, και τον Κριθέα σύζυγον ότ' είχε τον Αιολίδη. άρεσε αυτής ο ποταμός, ο θείος Ενιπέας, των ποταμών, όπ' έχ' η γη, ο πλειά χαριτωμένος. 'ς την πρόσχαρη ακροποταμιάν εσύχναζεν η κόρη, 240 και ο γεωφόρος ο θεός ωμοιώθη του Ενιπέα, και σιμά της επλάγιασε 'ς του ποταμού το στόμα. το κύμα ως όρος θολωτόν εστάθη ολόγυρά τους, κ' έκρυψε τον αθάνατον, και την θνητήν γυναίκα. και αυτήν τότε αποκοίμισεν, αφού της παρθενίας 245 την ζώνην έλυσε, ο θεός• και ως έγειναν τα έργα τα ερωτικά, της έσφιξε το χέρι και της είπε• «χαίρε, γυνή, 'ς τ' αγκάλιασμα• 'ς την ώρα θα γεννήσης ωραία τέκνα• και άκαρπη ποτέ δεν είναι η κλίνη των αθανάτων• θρέψε τα και γλυκανάστησέ τα. 250 τώρα εις το δώμα πήγαινε, σώπα, μη μ' ονομάσης• και συ μάθ' ότι εγνώρισες τον σείστη Ποσειδώνα». είπε και μες την θάλασσαν, οπ' άφριζ', εβυθίσθη. και τον Πελία γέννησεν αυτή και τον Νηλέα και ο Δίας τους ετίμησε• βασίλευε ο Πελίας 255 εις την Ιωλκό πολύαρνος, ο άλλος εις την Πύλο. και η δοξαστή βασίλισσα κατόπιν του Κρηθέα άλλους εγέννησεν υιούς, τον Αίσονα, τον Φέρη, τον Αμυθάν' ανίκητον εις την ιππομαχία.
Κατόπιν είδα του Ασωπού την κόρην Αντιόπη, 260 'που, ως εκαυχόνταν, του Διός κοιμήθη 'ς ταις αγκάλαις• και τέκνα δυο γεννήθηκαν, ο Αμφίονας και ο Ζήθος• τον τόπο της επτάπυλης Θήβας έκτισαν πρώτοι, κ' επύργωσαν^ απύργωτην την απλωμένην Θήβα δεν δύνονταν να κατοικούν, όσην ανδρειά και αν είχαν. 265
Είδα και του Αμφιτρύωνα την σύντροφον Αλκμήνη, οπού τον λεοντόψυχον, άφοβον Ηρακλέα εγέννησε, αφού πλάγιασε 'ς την αγκαλιά του Δία. και του γενναίου Κρέοντα την κόρη την Μεγάρα, 'που νύμφην ο αδάμαστος την είχε Αμφιτρυωνίδης. 270
Του Οιδίπου η μάννα εφάνηκεν, η εύμορφη Επικάστη, 'που τυφλωμένη ανόμησε φρικτά με τον υιόν της. 'πώσφαξε τον πατέρα του και αυτήν γυναίκα επήρε. και τα γενόμενα οι θεοί 'ς τον κόσμο φανερώσαν, και αυτός με πάθη, 'ς την γλυκειά την Θήβα, των Καδμείων 275 βασίλευε, ως ηθέλησεν η οργή των αθανάτων. και αυτήν εδέχθη ο άσπλαχνος ο θυρωρός, ο Άδης• ότι, 'ς τον άκρον πόνο της, ψηλάθ' από την σκέπη κρεμάσθη με συρτοθηλειά, και άφησ' εκείνου πάθη αμέτρητ', όσα προξενούν η μητρικαίς κατάραις. 280
Εφάν' η Χλώρις έπειτα, 'που για τα εξαίσια κάλλη νύμφην επήρε, αφού 'δωσε πολλά δώρα, ο Νηλέας, κόρ' ύστερη του Αμφίονα Ιασίδη, του κυρίου του Ορχομενού των Μινυών βασίλισσα εις την Πύλο τέκνα λαμπρά του εγέννησεν η Χλώρις, τον Χρομίον, 285 τον άγριον Περικλύμενον, τον Νέστορα, και ακόμη την πολυθαύμαστη Πηρώ, πού την ζητούσαν όλοι απ' όλα τα περίχωρα• την έδιδ' ο Νηλέας 'ς όποιον τους ταύρους θα 'παιρνε του Ιφίκλου απ' την Φυλάκη και αυτ' ήσαν δυσκολόπαρτοι• και απ' όλους άγιος μάντης 290 ετόλμησε κ' εδέχθηκεν εκείθε να τους πάρη• αλλά τον άνδρα εσπέδισε μοίρα θεού βαρεία• κακά τον έζωσαν δεσμά και αγροτικοί βουκόλοι. αλλ' αφού οι μήνες διάβηκαν, και η 'μέραις ετελειώσαν, κ' έκλειεν ο χρόνος, κ' έρχονταν 'ς τον κύκλο τους η ώραις, 295 τον έλυσεν ο Ίφικλος, αφού την μοίραν είπεν όλην αυτός, και του Διός το θέλημα εγενόνταν.
Είδα την Λήδαν έπειτα, την νύμφη του Τυνδάρου, 'που του Τυνδάρου εγέννησε τα τέκνα τα γενναία, τον Κάστορα ιπποδαμαστή, τον πύκτη Πολυδεύκη, 300 'που και τους δύο ζωντανούς κατέχ' η γη γεννήτρα. αυτούς και κάτω από την γην ετίμησεν ο Δίας, πότε να ήναι ζωντανοί και πότε πεθαμένοι, καθένας την ημέρα του• και ωσάν θεοί τιμώνται.
Είδα την Ιφιμέδεια, γυναίκα του Αλωέα, 305 'πώλεγεν ότι επλάγιασε σιμά 'ς τον Ποσειδώνα, και δύο τέκνα γέννησε, κοντόχρονα, τον Ώτον, τον θείον, και τον ξακουστόν 'ς τον κόσμον Εφιάλτη• απ' όσους έθρεψεν η γη ψηλότερ' ήσαν 'κείνοι, κ' ύστερ' απ' τον Ωρίωνα, λαμπρότεροι 'ς το κάλλος. 310 ήσαν εννηάχρονα παιδιά κ' εννέα πήχαις είχαν πλάτος, αλλά το μάκρος τους έφθανε ορυιαίς εννέα• και τους θεούς φοβέριζαν ακόμη αυτοί να στήσουν μάχην φρικτήν 'ς τον Όλυμπο, πολέμου τρικυμία. την Όσσαν εις τον Όλυμπο, 'ς την Όσσα το δασώδες 315 Πήλιο να θέσουν ήθελαν, 'ς τον ουρανό να φθάσουν. και αν είχαν ζήσει ν' ανδρωθούν θα το 'χαν κατορθώσει• πλην του Διός και της Λητώς τους έσβυσεν ο γόνος, πριν κάτω από τους μήλιγγαις η τρίχαις τους ανθήσουν, και με τ' ωραίο χνούδι τους τα μάγουλα σκιάσουν. 320
Η Φαίδρα, η Πρόκνη εφάνηκαν κ' η εύμορφη Αριάδνη, κόρη του Μίνωα του φρικτού, 'που από την Κρήτη πέρα έπαιρνε νύμφην 'ς ταις ιεραίς Αθήναις ο Θησέας, αλλά, πριν κείνος την χαρή, την είχε μαρτυρήσει ο Διόνυσος, κ' η Άρτεμις την φόνευσε 'ς την Δία. 325
Η Μαίρα, και η Κλυμένη αυτού φανήκαν, κ' η Εριφίλη η μισητή, 'που επρόδωσε τον άνδρα για χρυσάφι. αλλ' όσαις είδα ομόκλιναις και κόραις των ηρώων, να ονομάσω αν ήθελα, δεν θα 'φθαν' όλ' η νύκτα. και να πλαγιάσω είναι καιρός, ή 'ς το ταχύ καράβι 330 με τους συντρόφους, ή κ' εδώ' για το προβάδισμά μου, πρώτα οι θεοί, κ' έπειτα σεις θα λάβετε φροντίδα».
Αυτά πε, και όλοι εσώπαιναν εις το ισκιωμένο δώμα, όπως τους εκυρίευσε του λόγου του η μαγεία. και πρώτη ωμίλησε εις αυτούς Αρήτ' η λευκοχέρα• 335 «Φαίακαις, πώς σας φαίνεται του ανθρώπου τούτου τώρα το κάλλος, το ανάστημα, και η ίσιαις μέσα φρέναις; ξένος μου είναι, αλλ' επειδή τιμήν εις όλους φέρει, μη να τον προβοδοτήσετε βιασθήτε, και απ' τα δώρα, 'που τα 'χει ανάγκην ο πτωχός, μην αφαιρείτ', ότ' είναι 340 κτήματα, χάρις 'ς τους θεούς, 'ς τα σπίτια μας περίσσα».
Ο ήρωας τότε ωμίλησεν Εχένηος ο γέρος, οπού 'ς τους χρόνους ήτο αυτός ο πρώτος των Φαιάκων• «Ω φίλοι, ό,τ' είπε η φρόνιμη βασίλισσα δεν είναι εναντίον εις την γνώμη μας, και σεις να το δεχθήτε. 345 και απ' τον Αλκίνοον κρέμεται η πράξι ομού και ο λόγος».
Και προς αυτόν απάντησεν ο Αλκίνοος και είπε• «Τούτος ο λόγος στερεός θα μείν', αν είν' αλήθεια 'που ζωντανός των ναυτικών Φαιάκων βασιλεύω. και ο ξένος, όσο και αν ποθεί να φθάση 'ς την πατρίδα, 350 ως αύριον να' χη υπομονή, τα δώρα ως να συνάξω, και όλοι για το προβάδισμα θα λάβουν την φροντίδα, οι άνδραις, κ' εγώ μάλιστα, 'πώχω την εξουσία».
'Σ αυτόν τότε ο πολύβουλος απάντησε Οδυσσέας• «Μεγάλε Αλκίνοα, 'ς τους λαούς λαμπρέ και αγαπημένε, 355 και αν χρόνο σεις ολόκληρο μου ελέγετε να μείνω, όπως με στείλετ' έπειτα με διαλεμμένα δώρα, άλλο δεν ήθελα κ' εγώ• πολύ θα μ' ωφελούσε με πλούτη περισσότερα να γύρω εις την πατρίδα• αλλά και σεβαστότερος, πλειά ποθητός, θε να 'μουν 360 'ς εκείνους 'που θα μ' έβλεπαν να φθάσω 'ς την Ιθάκη».
Και προς αυτόν απάντησεν ο Αλκίνοος• και είπε• «'Σ την όψι σου παντάπασι δεν δείχνεις, Οδυσσέα, απατητής και δολερός, καθώς πολλούς η μαύρη γη βόσκει απ' όλους τους θνητούς 'που 'ναι παντού σπαρμένοι, 365 και πλάθουν αυτοί ψεύματα, 'που δεν τα ξεχωρίζεις. σένα είναι ο λόγος εύμορφος και ο νους σου μέσα ωραίος, και προκομμένα, ωσάν αοιδός, μας έχεις ιστορήσει και τα δικά σου βάσανα κ' εκείνα των Αργείων. αλλά μ' αλήθεια λέγε μου, να μάθω, αν κάποιον είδες 370 των ισοθέων φίλων σου, όσοι μαζή σου επήγαν 'ς την Τροία, κ' εύρηκαν εκεί την ύστερή τους ώρα. τώρ' είναι η νύκτ' απέραντη• δεν ήλθ' η ώρ' ακόμη του ύπνου, και συ λέγε μου τα έργα οπ' ομοιάζουν θεία• κ' εδώ θα 'μεν' ατάραχος, όσο να φέξ' η ημέρα, 375 αν να ιστορήσης έστεργες τα πάθη σου 'ς εμένα».
'Σ αυτόν τότε ο πολύβουλος απάντησε Οδυσσέας• «Μεγάλε Αλκίνοε, 'ς τους λαούς λαμπρέ και αγαπημένε, πότε καιρός λόγων πολλών, πότε καιρός του ύπνου• αλλ' αν ποθείς, είμ' έτοιμος να σου ιστορήσω ακόμη 380 αλλ' απ' αυτά φρικτότερα, των φίλων μου τα πάθη, όσοι κατόπι εχαθήκαν• αυτοί 'που, αφού σωθήκαν από τον πολυστένακτον των Τρωαδιτών αγώνα, 'ς τα γονικά τους έχασε κακότροπη συμβία.
Και τοις ψυχαίς των γυναικών άμ' είχε διασκορπίσει 385 'ς την μια 'ς την άλλη την μεριάν η θεία Περσεφόνη, η ψυχή του Αγαμέμνονα του Ατρείδ' ήλθεν εμπρός μου θλιμμένη, και τριγύρω της συνάχθηκαν η άλλαις, όσαις μαζή του απέθαναν 'ς την κατοικιά του Αιγίσθου. κ' ευθύς μ' εγνώρισεν αυτός, το μαύρ' άμ' έπιεν αίμα• 390 σφικτά θρηνούσε, αστάλακτα τα δάκρυα του κυλούσαν, κ' ετέντονε τα χέρια του ζητώντας να με φθάση• αλλά δεν είχε δύναμιν, ανδρειά δεν είχε πλέον, όπως την είχε ζωντανός 'ς τα λυγερά του μέλη. άμα τον είδα εδάκρυσα κ' ερράισ' η καρδιά μου, 395 κ' ευθύς τον επροσφώνησα με λόγια πτερωμένα• «ω Αγαμέμνον' αρχηγέ, τρισένδοξε Ατρείδη, ποια μοίρα του ολοτέντωτου σ' εδάμασε θανάτου; μη σέ μες τα καράβια σου δάμασε ο Ποσειδώνας, σηκόνοντας αζήλευτην πνοήν κακών άνεμων, 400 ή εχθροί 'ς την γη σ' εχάλασαν, ενώ βώδια και αρνία καλόμαλλα τους έπαιρνες ή εμάχοσουν την πόλι να πάρης και τα θηλυκά να σύρης 'ς την δουλεία;»
Αυτά 'πα• ευθύς απάντησι μου έδωσεν εκείνος• «Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε Οδυσσέα, 405 ούτ' εμέ 'ς τα καράβια μου δάμασε ο Ποσειδώνας, σηκόνοντας αζήλευτην πνοήν κακών ανέμων, αλλ' ούτ' εχθροί μ' εχάλασαν 'ς την γην αλλά τον χάρο ο Αίγισθος μου ετοίμασε με την καταραμένη γυναίκα μου• 'ς το σπίτι του μ' εκάλεσεν εκείνος, 410 και, ως σφάζουν βώδι 'ς το παχνί, 'ς το γεύμα εμ' έχει σφάξει• έτσι εκακοθανάτηοα, και γύρω οι σύντροφοί μου σφάζοντο, ως γίνεται η σφαγή των λευκοδόντων χοίρων 'ς το σπίτι ανθρώπου υπέρπλουτου, μεγάλου, όπ' έχ' ή γάμους ή φαγοπότι φιλικόν ή επίσημο τραπέζι. 415 ήδη σου έτυχε να ιδής φόνους πολλών ανθρώπων, είτ' έπεσαν μονόμαχα, είτε εις μεγάλην μάχη• αλλά πολύ θα οδύροσουν αν έβλεπες εκείνα, πώς 'ς τον κρατήρα ολόγυρα, 'ς τα γεμιστά τραπέζια, κειτόμασθε, και 'ς τα αίματα τρικύμιζεν ο πάτος• 420 κ' έφριξα 'ς το ξεφωνητό της κόρης του Πριάμου, Κασσάνδρας, 'που την φόνευσε κοντά μου η Κλυταιμνήστρα η επίβουλη• κ' εγώ 'ς την γη με πετακταίς αγκάλαις σφαμμένος τότ' εβρόντησα, και μ' άφησεν η σκύλλα, ουδέ η καρδιά της έδωσεν, εκεί 'που ξεψυχούσα, 425 τα μάτια να μου πιάση καν, το στόμα να μου κλείση• όχι, φρικτό και αδιάντροπο 'ς την γην άλλο δεν είναι ως η γυναίκ', άμα 'ς τον νου παρόμοιαις πράξαις βάλη• ιδές πώς κείνη ωργάνισεν έργον αισχρό κ' εγίνη του ανδρός της φόνισσα• κ' εγώ θαρρούσα 'ς την πατρίδα 430 περίχαρα να με δεχθούν τα τέκνα μου και οι δούλοι• αλλά η σοφή 'ς τα πονηρά και αυτή κατεντροπιάσθη, και απόμεινεν η εντροπή 'ς των θηλυκών το γένος, και όταν κατόπιν ευρεθούν καλόπρακταις γυναίκαις».
Αυτά 'πε, και του απάντησα• «ωιμέ, πόσον ο Δίας 435 αρχήθεν εκατάτρεξε το γένος του Ατρέα με γυναικών βουλεύματα• ιδού, για την Ελένη χαθήκαν άπειροι απ' εμάς• και σένα η Κλυταιμνήστρα δόλον σου ετοίμαζε, μακράν ενώ 'λειπες 'ς τα ξένα».
Είπα, κ' ευθύς απάντησι μου έδωσεν εκείνος• 440 «όθεν και συ της γυναικός ποτέ μην ήσαι πράος, και αυτής μην όλα, όσα καλά γνωρίζεις, φανερώσης• λέγε της κάποια, και άλλ' αυτής να τα κρατής κρυμμένα. όμως απ' την γυναίκα σου συ φόνον μη φοβήσαι• παρά πολύ 'ναι συνετή, άπειραις χάραις έχει 445 η Πηνελόπ' η φρόνιμη, κόρη του Ικαρίου. νηόνυμφη την αφίναμε την ώρα, οπού μαζή σου εβγήκαμε εις τον πόλεμο, και 'ς τα βυζί 'χε βρέφος, 'που 'ς των αδρών τώρα, θαρρώ, τον αριθμό καθίζει. ο ευτυχής! θα τον ιδή γερνώντας ο πατέρας, 450 και τον πατέρα, ως πρέπει, αυτός θα σφίξη 'ς ταις αγκάλαις και τον υιόν μου εγώ να ιδώ δεν μ' άφησε η δική μου, τα μάτια μου να τον χαρούν, αλλ' έκοψέ με πρώτα. Και τ' άλλο τούτο θα σου ειπώ και βάλε το 'ς τον νου σου• Κρυφά και όχι ολοφάνερα 'ς την ποθητήν πατρίδα 455 ν' αράξης, ότι εχάθηκεν η πίστι απ' ταις γυναίκαις. και τώρα τούτο λέγε μου μ' αλήθεια, να το μάθω, αν 'που 'ναι ακόμη 'ς την ζωή για το παιδί μου ακούτε, είτ' είναι 'ς τον Ορχομενόν ή 'ς την αμμώδη Πύλο, ή 'ς τον Μενέλαο σιμά, 'ς την Σπάρτη την πλατεία• 460 τι ακόμ' η γη δεν σκέπασε τον θεϊκόν Ορέστη».
Αυτά 'πε, κ' εγώ προς αυτόν απάντησα και είπα• Ατρείδη, αυτά τι μ' ερωτάς; δεν ξεύρω αν ζη εκείνος ή απέθανε• κ' είναι κακό να λέγωνται τα μάταια».
Τέτοιαις ελέγαμε φρικταίς οι δυο μας ομιλίαις, 465 δάκρυα χύνοντας θερμά, 'ς την λύπη βυθισμένοι, τότε μου εφάνηκε η ψυχή του Αχιλληά Πηλείδη, και του Πατρόκλου ομού μ' αυτόν, και του άψεγου Αντιλόχου, και του Αίαντα, οπού 'ς την μορφή θα ενίκα και εις το σώμα τους Δαναούς, αν έλειπεν ο ασύγκριτος Πηλείδης. 470 ευθύς μ' εγνώρισε η ψυχή του γοργοπόδη Αιακίδη, και κλαίοντας μου ωμίΛησε με λόγια πτερωμένα• «Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε Οδυσσέα, τι άλλο φοβερώτερο θα επιχειρήση ο νους σου; 'ς τον Άδη πώς κατέβηκες, 'που οικούν οι πεθαμένοι, 475 άνοα φαντάσματα θνητών, 'πώχει αναπαύσει ο χάρος;»
Είπε, κ' εγώ του απάντησα• «Πηλείδη Αχιλλέα, των Αχαιών υπέρτατε, 'ς τον Τειρεσίαν ήλθα γνώμην να ειπή πώς θα 'φθανα 'ς την πετρωτήν Ιθάκη, τι 'ς άκραν γης Αχαϊκής δεν έχω φθάσει ακόμα, 480 και δέρνομαι ακατάπαυτα μακράν απ' την πατρίδα• αλλά, Πηλείδη, ωσάν εσέ μακάριος δεν ευρέθη ως τώρα κανείς άνθρωπος, ή θα ευρεθή κατόπι. σε ζωντανόν ωσάν θεόν δοξάζαμεν οι Αργείοι, και τώρα πάλι 'ς τους νεκρούς πολύς και μέγας είσαι• 485 όθεν ποσώς μη θλίβεσαι 'που απέθανες, Πηλείδη».
Αυτά 'πα, και μου απάντησε• «λαμπρότατε Οδυσσέα, μη θέλης για τον θάνατον να με παρηγορήσης• χωρικός να 'μουν ήθελα και να ξενοδουλεύω άνδρα πτωχόν, 'που κτήματα μεγάλα να μην έχη, 490 παρά εις όλους τους νεκρούς εγώ να βασιλεύω. αλλ' έλα για τον ένδοξον υιόν μου ειπέ μου τώρα, αν προμαχεί 'ς τον πόλεμον ή οπίσω μένει εκείνος• και ειπέ μου αν τίποτ' έμαθες για τον λαμπρόν Πηλέα, των Μυρμιδόνων των πολλών αν βασιλεύη ακόμη, 495 ή 'ς την Ελλάδα και εις την Φθιά δεν τον ψηφά κανένας, τώρα 'που χέρια του κρατεί και πόδια ομού το γήρας. ότι δεν του 'μαι εγώ βοηθός, άνω 'ς το φως του Ηλίου, τέτοιος ως ήμουν μιαν φοράν εις την πλατειά Τρωάδα, κ' έκοβα τ' άνθος των ανδρών, βοηθώντας τους Αργείους. 500 για 'λίγο αν τέτοιος πήγαινα 'ς το δώμα του πατρός μου, θα 'φερναν ανατρίχιασμα τ' ανίκητά μου χέρια 'ς αυτούς, 'που την βασιλική τιμή θε να του αρπάξουν».
Αυτά 'πε, κ' εγώ προς αυτόν απάντησα και είπα• «ποσώς δεν έχω είδησι του θαυμαστού Πηλέα• 505 αλλ' ως προς τον Νεοπτόλεμο, το ποθητό παιδί σου, όλην, ως θέλεις, απ' εμέ θα μάθης την αλήθεια. ότι εγώ κείνον έφερα με ισόπλευρο καράβι των ευκνημίδων Αχαιών 'ς το στράτευμα απ' την Σκύρο. και όταν συμβούλια γένονταν, 'ς τα τείχη εμπρός της Τροίας, 510 πάντότ' ωμίλειε πρώτ' αυτός, ουδ' έσφαλν' εις τους λόγους• μόνον ο ισόθεος Νέστορας ή εγώ τον ενικούσα. και τ' άρματα όταν άστραφταν 'ς τα τρωικά πεδία, κείνος δεν έμενε ποτέ 'ς το πλήθος και 'ς την τάξι, αλλά προέτρεχε πολύ με ατρόμητον ανδρεία, 515 και άνδραις εφόνευσε πολλούς 'ς τον φοβερόν αγώνα. και όσους αυτός εφόνευσε βοηθώντας τους Αργείους, δεν θα ημπορούσα εγώ να ειπώ• μόνον πως έχει σφάξει τον Τηλεφίδη Ευρύπυλο• και οι Κήτειοι σύντροφοί του σωρός σιμά του εσφάζονταν, εξ αφορμής των δώρων 520 οπ' έλαβε η μητέρα του• κ', ύστερ' από τον θείο τον Μέμνονα, ωραιότατον άνδρ' ως αυτόν δεν είδα. και όταν εκατεβαίναμεν, οι πρώτοι των Αργείων, 'ς τ' άλογο 'πώκαμ' ο Επειός, και εις όλ' είχα εξουσία, να κλειώ, ν' ανοίγω, ως ήθελα, τον στερεόν κρυψιώνα, 525 τότ' οι αρχηγοί των Δαναών, οι βασιλείς οι άλλοι, τα δάκρυα τους εσφόγγιζαν κ' οι αρμοί τους όλοι ετρέμαν, αλλά την όψι την καλήν εκείνου να χλωμιάνη δεν είδ', ή από τα μάγουλα τα δάκρυα να σφογγίζη• αλλά να ορμήση απ' τ' άλογο θερμά παρακαλούσε, 530 και όλο την χούφτα του σπαθιού και το βαρύ κοντάρι έψαχνε, κ' είχεν εις τον νου τον όλεθρον της Τροίας. αλλ' ότε κάτω ερρίξαμε τους πύργους του Πριάμου, εις το καράβι ανέβαινε με μέρος των λαφύρων, και ωραίο δώρο, αλάβωτος, τι δεν τον είχε πάρει 535 λόγχη μακρόθ' ή από σιμά, καθώς συχνά συμβαίνει 'ς τον πόλεμο, 'που ανάμικτα λυσσομανά ο Άρης»
Αυτά 'πα, και τότε η ψυχή του γοργοπόδη Αιακίδη μακροπατώντας έσχιζε τ' ασφοδελό λιβάδι χαρά γεμάτη όπ' άκουσε την δόξα του παιδιού του. 540
Κ' η άλλαις έμεναν εκεί ψυχαίς των πεθαμένων περίλυπαις, και η καθεμιά τον πόνο της μ' ερώτα, μόνη του Αίαντα η ψυχή, του Τελαμωνιάδη, έστεκε ανάμερα πολύ• την χόλιαζεν η νίκη, 'που 'ς τα καράβια νίκησα 'ς την κρίσι των αρμάτων 545 του Αχιλλέα, 'που η σεπτή μητέρα του είχε στήσει, και Τρωαδίταις έκριναν και η Παλλάδ' Αθήνη. για τέτοιο κέρδος άμποτε να μην είχα νικήσει! αφού για κείνα εσκέπασεν η γη παρόμοιον άνδρα, τον Αίαντα, 'που εις την μορφήν θα ενίκα και εις τα έργα 550 τους Δαναούς, αν έλειπεν ο ασύγκριτος Πηλείδης. «Αίαντα Τελαμώνιε — του 'πα γλυκομιλώντας — ουδέ νεκρός δεν έμελλες το πάθος ν' αστοχήσης, 'πώχεις 'ς εμέ για τ' άρματα τα τρισκαταραμένα; Αχ! οι θεοί φθοροποιά τα έκαμαν των Αργείων. 555 πύργος τους ήσουν σ' έχασαν και οι Αχαιοί σε κλαίμε ολοκαιρής ως κλαίουμε τον θείον Αχιλλέα. κ' αίτιος δεν είναι του κακού κανείς αλλ' είν' ο Δίας, 'που φοβερά των Δαναών το λογχοφόρον πλήθος, ωργίσθη, και σέν' έδωκε την μοίρα του θανάτου. 560 αλλ' έλα, κύριε, σίμωσε, τους λόγους μου να πάρης, και την οργή σου δάμασε 'ς το στήθος το γενναίο».
Εις τούτ' απάντησιν αυτός δεν έδιδε, αλλ' επήγε 'ς το Έρεβος με ταις ψυχαίς των άλλων πεθαμένων, και όμως θα ωμίλειε προς εμέ, όσην χολήν και αν είχε, 565 ή εγώ θα ωμίλεια προς αυτόν, αλλ' η καρδιά μ' εκίνα να ίδω ακόμη ταις ψυχαίς των άλλων πεθαμένων.
Είδα τον Μίνω, του Διός λαμπρόν υιόν, 'που εκράτει σκήπτρο χρυσό κ' εκάθονταν κριτής των πεθαμένων, όπ' άλλοι ορθοί τριγύρω του και άλλοι καθισμένοι 570 'ς του Άδη το πλατύπυλο το δώμα εδικαζόνταν.
Είδα και τον θεόρατον Ωρίωνα κατόπι ν' ανακατόνη τα θεριά 'ς τ' ασφοδελό λιβάδι, κείνα, 'που εις όρη απάτητα φονεύσ' είχεν εκείνος• και ρόπαλον ολόχαλκον ασύντριφτο κρατούσε. 575
Τον Τιτυόν, γόνον της Γης της δοξασμένης, είδα, οπού 'ς το χώμα εκείτονταν κ' εσκέπαζ' εννηά πλέθρα• δυο γύπαις τον παράστεκαν, του σχίζαν και του τρώγαν το σκώτι, και τα χέρια του δεν τους απομακραίναν• ότ' είχε σύρει την Λητώ, σεπτήν φίλην του Δία, 580 προς την Πυθώνα ως διάβαινε την πάντερπνη Πανόπη.
Κατόπ' είδα τον Τάνταλον, φρικτά βασανισμένον, ορθόν 'ς την λίμνη• τώγγιζεν εκείνη το πηγούνι• εδίψα, αλλά δεν πρόφθανε να πάρη καν ρανίδα• λαίμαργα ως έσκυφτε να πιή ο γέρος, εχανόνταν 585 το νερό κάτω ρουφηκτά, και γύρω του εις τα πόδια γη μαύρη εφανερόνονταν φρυμμένη από την μοίρα. και υψηλά δένδρα επάνωθε κρεμούσαν τον καρπό τους• απιδιαίς ήσαν, ροϊδιαίς, λαμπρόκαρπαις μηλέαις. και με συκιαίς γλυκόκαρπαις εληαίς θυμό γεμάταις. 590 και όσαις εξάμονε φοραίς ο γέρος να ταις πιάση. ταις έπαιρνεν ο άνεμος 'ς το σκιοφόρα νέφη.
Ακόμ' είδα τον Σίσυφον, φρικτά βασανισμένον• λίθον αυτός θεόρατον και με τα δυο βαστούσε• τα πόδια 'ς την γην στύλονε, τον λίθον με τα χέρια 595 άμπωθεν άνω εις το βουνό, και ότι έμελλ' απ' την άκρη να τον κυλήση αντίπερα, τον γύριζε το βάρος, κ' εξανακύλ' αδιάντροπος 'ς το σιάδι οπίσ' ο λίθος. και πάλι αυτός τον άμπωθε μ' αγώνα, κ' έσταζ' ίδρω το σώμα, και απ' την κεφαλή του ανέβαινεν η σκόνη. 600
Είδα έπειτα τον Ηρακλή, — το φάντασμα του μόνον• εις τα συμπόσια τέρπεται θεών των αθανάτων αυτός, και την καλόφτερνην την Ήβην έχει νύμφην, 'που του Διός εγέννησεν η χρυσοσάνδαλ' Ήρα. ωσάν πετούμενα οι νεκροί τριγύρω του αλαλάζαν 605 και τρομασμένοι εσκόρπιζαν• μαύρος 'σαν μαύρην νύκτα το τόξον είχε αυτός γυμνό, και εις την χορδή το βέλος, και αγριοκυττώντας φαίνονταν πως πάντοτε τοξεύει. τρομακτικός του έζωνε το στήθος τελαμώνας, χρυσός, κ' επάνω θαύματα 'ς αυτόν ήσαν φθειασμένα, 610 αρκούδαις, αγριόχοιροι, φλογόμματα λεοντάρια, πόλεμοι, μάχαις, αίματα, πολλαίς σφαγαίς ανθρώπων. ας παύση να φιλοτεχνή κατόπιν ο τεχνίτης, 'που εφεύρηκε 'ς την τέχνη του παρόμοιον τελαμώνα. ότι μ' αντίκρυσεν αυτός, μ' εγνώρισεν αμέσως, 615 και κλαίοντας μου ωμίλησε με λόγια πτερωμένα• «Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε Οδυσσέα, σέρνεις, α! δύστυχε, και συ διεστραμμένην μοίρα, 'σαν κείνην 'πώφερνα κ' εγώ 'ς τον Ήλιον αποκάτω. ναι, του Κρονίδ' ήμουν υιός, αλλ' είχ' άπειρα πάθη, 620 ότ' ήμουν δούλος 'ς άνθρωπον πολύ κατώτερόν μου. κ' εκείνος μ' επιφόρτιζε πολύ βαρείς αγώναις• και μια φορά 'δω μ' έστειλε τον σκύλο να του φέρω, ότι άλλον δεν εφεύρισκε για με σκληρόν αγώνα• και το θεριόν αναίβασα του Άδη από τα βάθη, 625 όπως μ' ωδήγησεν ο Ερμής και η γλαυκομμάτ' Αθήνη».
Αυτά 'πε, κ' έστρεψεν ευθύς 'ς την κατοικιά του Άδη• εγώ 'ς τον τόπον έμενα, μην κάποιος έλθη ακόμη, εκείνων, οπού απέθαναν το πάλαι, ανδρών ηρώων. και τους αρχαίους θα 'βλεπα τους άνδραις, 'που εποθούσα, 630 τέκνα τρισένδοξα θεών, Πειρίθοον και Θησέα. αλλ' άπειρα εσυνάζονταν των πεθαμένων πλήθη, με αλαλαγμόν αμίλητον αχνός μ' επήρε φόβος, μην της Γοργώς την κεφαλή, τέρας φρικτό, μου στείλη του Άδη από την κατοικιάν η θεία Περσεφόνη. 635 'ς το πλοίο τότ' εκίνησα και των συντρόφων είπα, να 'μπουν και τα πρυμόσχοινα να λύσουν• ανεβήκαν αυτοί κ' ευθύς εκάθισαν και το καράβι εκύλα 'ς τον ποταμόν Ωκεανόν, ως το 'φερνε το ρεύμα, με τα κουπιά, και το 'σπρωξε πρύμος κατόπι ωραίος. 640
Ραψωδία Μ
Τον ποταμόν Ωκεανόν άμ' άφησε το πλοίο, κ' έφθασε μεσοπέλαγα 'ς την νήσο την Αιαία, 'που 'ναι της ορθογέννητης Ηώς η κατοικία, και οι φωτεινοί χορότοποι, και ο Ήλιος πρωτολάμπει, 'ς τον άμμο επάνω εσύραμε κ' εστήσαμε το πλοίο, 5 εις τ' ακρογιάλι εβγήκαμε, και, αφού πήραμ' ολίγον ύπνον, επεριμέναμεν η άφθαρτ' Ηώ να φέξη.
Εφάν' η ροδοδάκτυλη Ηώ του όρθρου κόρη, κ' έστειλα τους συντρόφους μου 'ς τα δώματα της Κίρκης, του νεκρωμένου Ελπήνορα το λείψανο να πάρουν. 10 και αφού κορμούς εκόψαμε, 'ς τ' ακρότατο ακρογιάλι τον θάπταμε περίλυποι, κ' έρρεε θερμό το δάκρυ. και άμα ο νεκρός και του νεκρού τ' άρματα ομού καήκαν, μνήμα του εσηκώσαμε, θέσαμ' επάνω στήλη. κ' ίσιον εστήσαμε κουπί 'ς την κορυφή του τάφου. 15
Τούτα ενώ κάμναμεν εμείς, δεν ξέφυγε της Κίρκης ότι απ' τον Άδη εφθάσαμεν, αλλ' ήλθ' ευτρεπισμένη αμέσως• και η θεράπαιναις σιμά της 'φέρναν άρτο, κρέατα πλήθια και κρασί κόκκινο και φλογώδες. εστάθ' η ασύγκριτη θεά 'ς την μέση μας και είπε• 20 «άνδραις σκληροί, 'που ζωντανοί κατέβητε 'ς τον Άδη• διθάνατοι• μονόφορα οι άλλοι θνητοί πεθαίνουν. τώρα φαγί, τώρα κρασί, χαρήτ' εδ' ολημέρα, και θέλει ξεκινήσετε η αυγούλ' άμα ροδίση. τον δρόμο θα σας δείξω εγώ, και θα προειπώ τα πάντα, 25 μη λάχη και από επίβουλη διεστραμμένη γνώμη, 'ς το πέλαγος ή 'ς την στερηά, μέγα κακό σας εύρη».
Αυτά 'πε, κ' εκατάπεισε την ανδρική ψυχή μας. και τότε αυτού καθόμασθεν, ολημέρα ως το δείλι μ' άφθονο κρέας, με κρασί γλυκό, φαγοποτώντας. 30 και ο ήλιος άμ' εβύθισε κ' ήλθε κατόπ' η νύκτα, εις τα πρυμόσχοινα σιμά οι άλλοι αναπαυθήκαν• μέν' απ' το χέρι πήρε αυτή μακράν απ' τους συντρόφους, εκάθισέ με, πλάγιασε κοντά μου, και μ' ερώτα• κ' εγώ της εξιστόρησα τα πάντα ένα προς ένα. 35 προς εμέ τότε ωμίλησεν η Κίρκ' η σεβασμία• 'τούτα όπως τα 'πες έγειναν ό,τι θα ειπώ συ τώρα άκου, και πάλι ένας θεός θα σου τα υπενθυμίση.