Ομήρου Οδύσσεια Τόμος Β

Part 5

Chapter 5 93 words Public domain Markdown

Και από το σύδενδρο νησί 'ς ταις κορυφαίς του Ολύμπου ο Ερμής ανέβη ευθύς, κ' εγώ της Κίρκης προς το δώμα κίνησα, και η καρδία μου πολλήν είχε μαυρίλα. της καλοπλέξουδης θεάς εστάθηκα εις την θύρα• 310 έσυρα τότ' εγώ φωνή και μ' άκουσεν εκείνη• ευθύς πετάχθη και άνοιξε ταις φωτοβόλαις θύραις, και μ' εκαλούσε• ανήσυχος κατόπι της επήγα• 'ς αργυροκάρφωτο θρονί μ' εκάθισεν εκείνη• ήταν ωραίο, τεχνικό, κ' είχε υποπόδι κάτω• 315 μίγμα εις ποτήρι ολόχρυσο μου ετοίμασε να πίω, κ' έρριξε μέσα βότανα και ολέθρια μελετούσε. και άμ' όλο το 'πια και ποσώς τα μάγια δεν μ' επιάσαν, μ' ένα ραβδί μ' εκτύπησεν, ωνόμασέ με κ' είπε• «'ς την χοιρομάνδρ' άμε και συ, ζάψε με τους συντρόφους». 320 είπε, κ' εγώ ξεγύμνωσα τ' ακονητό σπαθί μου 'ς την Κίρκη επάν', ως άνθρωπος 'που αίμα ορμά να χύση• φωνάζει εκείνη και σκυφτή σφίγγει τα γόνατά μου, και κλαίοντας με προσφωνεί με λόγια πτερωμένα• «ποιος είσαι; πόθε; η πόλι σου πού είναι και οι γονείς σου; 325 πώς έπιες και δεν σ' έπιασαν τα βότανά μου τούτα! και αυτά τα βότανα κανείς θνητός δεν υποφέρει, άμα τα πιη και του διαβούν των οδοντιών το φράγμα• πλην συ 'ς τα στήθη μέσα κλείς αμάλακτην καρδία. συ 'σαι άσφαλτα ο πολύτροπος εκείνος Οδυσσέας, 330 'που πάντοτε ο χρυσσόρραβδος μου πρόλεγε Αργοφόνος ότι απ' την Τροία γέρνοντας έμελλ' εδώ ν' αράξη. αλλά το ξίφος θήκιασε, και εις την δική μας κλίνη έλ' ας πλαγιάσουμε μαζή, αν θέλης μεταξύ μας η κλίνη και τ' εγκάλιασμα κάθε υποψιά να σβύσουν». 335

Αυτά 'πε, κ' εγώ προς αυτήν απάντησα και είπα• «ω Κίρκη, πώς εσύ ζητείς εγώ να σου 'μαι πράος, 'που τους συντρόφους μώκαμες 'ς τα μέγαρά σου χοίρους, κ' εμέ κρατώντας τώρα εδώ με προσκαλείς με δόλο 'ς τον θάλαμό σου, ν' αναιβώ την ιδική σου κλίνη, 340 όπως ανδρειά και δύναμιν, ως γυμνωθώ, μου πάρης. ουδέ ποτέ θ' αναιβώ εγώ την ιδική σου κλίνη, αν μη θελήσης, ω θεά, να ομόσης μέγαν όρκο, ότι άλλο ενάντια μου κακό δεν θα σκεφθής κανένα».

Είπα, κ' εκείνη ωρκίσθηκεν όπως εγώ ζητούσα. 345 και αφού τον όρκον ώμοσε και αυτόν επρόφερ' όλον, 'ς της Κίρκης τότε ανέβηκα την ζηλεμμένην κλίνη.

Ωστόσον η θεράπαιναις 'ς το σπίτι όλα ετοιμάζαν, τέσσεραις, 'πώχει ακούρασταις 'ς τα μέγαρα υπηρέτραις• των πηγών είναι, των δασών, εκείναις θυγατέραις, 350 και των αγίων ποταμών, 'που εις τα πελάγη ρέουν. τούτη με πεύκια πορφυρά, πανεύμορφα, τους θρόνους έστρων', επάνω εις τα λινά λευκότατα σινδόνια• η άλλη 'ς τους θρόνους έμπροσθεν ολάργυρα τραπέζια έσυρνε, κ' έβαζε εις αυτά χρυσόπλεκτα κανίστρια• 355 συγκέρνα η τρίτη το κρασί 'ς ολάργυρον κρατήρα, γλυκ' ως το μέλι, και χρυσά εμοίραζε ποτήρια• και φέρν' η τέταρτη νερό και ανάφτει πολλήν φλόγα κάτω από μέγαν τρίποδα με λέβητα οπού λάμπει• κ' εκείνη ως το είδε 'πώβραζε, μ' εμβάζ' εις τον λουτήρα, 360 νερό παίρνει απ' τον τρίποδα τον μέγαν και μου χύνει, ως το γλυκοσυγκέρασε, 'ς την κεφαλή, 'ς τους ώμους, ως 'πώδιωξ' απ'τα μέλη μου τον καρδιοφθόρον κόπο. και άμ' έλουσέ με κ' έχρισε με το παχύ το λάδι, και ωραίαν χλαίνην μ' ένδυσεν η κόρη και χιτώνα, 365 'ς το δώμα ευθύς μ' ωδήγησε, κ' εκάθισέ με εις θρόνον, αργυροκάρφωτον, λαμπρόν, κ' είχε υποπόδι κάτω. και νίψιμο η θεράπαινα φέρνει και από προχύτην χύνει εύμορφον, ολόχρυσον, 'ς ολάργυρη λεκάνη, για να νιφθώ• κ' ένα ξυστό τραπέζι βάζει εμπρός μου. 370 και η σεβαστή κελλάρισσα τον άρτον παραθέτει, και απ' όσα φύλαγε φαγιά προσφέρει μου περίσσα. και ανώφελα μ' ανάγκαζε να φάγω• εγώ καθόμουν μ' άλλα 'ς τον νου, και όλο κακά προέβλεπε η ψυχή μου.

Και ως μ' είδεν ότι εκάθομουν η Κίρκη, και τα χέρια 375 εις το φαγί δεν άπλονα, και μαύρην λύπην είχα, μ' εσίμωσε και ωμίλησε με λόγια πτερωμένα• «πώς κάθεσαι ωσάν άφωνος και τρώγεις την καρδιά σου, και ουδέ φαγί, και ουδέ πιοτόν, εγγίζεις, Οδυσσέα; δόλους πάλ' υποπτεύεσαι, και όμως, αφού τον όρκο 380 τον τρομερόν σού επρόφερα, δεν έχεις να φοβήσαι». Αυτά 'πε, κ' εγώ προς αυτήν απάντησα και είπα• «ω Κίρκη, και ποιος είν' αυτός, 'π' ανθρωπινά 'χει σπλάχνα, και θα τον άφινε η καρδιά φαγί να δοκιμάση, πριν λύση τους συντρόφους του και τους θωρήση εμπρός του; 385 αλλ' αν ολόψυχα ποθείς να φάγω και να πίω, λύσε, να ιδούν τα μάτια μου τους ποθητούς συντρόφους».

Είπα, και από το μέγαρον η Κίρκη εξήλθε κ' είχε ραβδί 'ςτο χέρι, και άνοιξεν ευθύς την χοιρομάνδρα, κ' έβγαλε αυτούς όπ' ώμοιζαν εννηάχρονα θρεφτάρια. 390 εμπρός της 'κείνοι εσταθήκαν και αραδικώς η Κίρκη μ' άλειμμ' απ' άλλο βότανο τους έχριζε περνώντας. κ' ερρέαν απ' τα μέλη τους η τρίχαις, οπού πρώτα είχε γεννήσει της θεάς το φθαρτικό βοτάνι• κ' έγειναν πάλιν άνθρωποι, 'ς την νηότη και 'ς την χάρι, 395 'ς το κάλλος και 'ς τ' ανάστημα, καλήτεροι απ' ό,τ' ήσαν. μ' εγνώρισαν, μ' αγκάλιασαν και αγάλι αγάλ' εις όλους τα δάκρυα γλυκανάβρυζαν, και από τα κλάυματά τους το δώμα εβρόντα• και η θεά μ' εμάς εσυμπονούσε. ήλθε σιμά μου η θαυμαστή θεά και τούτα μου 'πε• 400 «Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε Οδυσσέα, τώρ' άμε προς τ' ογλήγορο καράβι, 'ς τ' ακρογιάλι, και πρώτα σύρετε εις την γη το πλοίο και φυλάξτε εις ταις σπηλιαίς τα κτήματα και τ' άρμενά σας όλα• κ' έπειτα στρέψε φέροντας μαζή σου τους συντρόφους». 405

Αυτά 'πε, και τα εδέχθηκεν η ανδρική ψυχή μου, κ' εκίνησα προς το γοργό καράβι, 'ς τ' ακρογιάλι, και αυτού 'ς το πλοίον εύρηκα τους ποθητούς συντρόφους, 'που ήσαν απαρηγόρητοι και άπαυτα δάκρυα χύναν. και ωσάν οι μόσχ' οι μανδριστοί, την ώρα οπού γυρίζουν 410 απ' το γρασίδ' εις την αυλή χορτάταις η αγελάδαις, όλοι μαζή ταις προϋπαντούν πηδώντας, ώστε η μάνδραις δεν τους κρατούν, και ολόγυρα εις ταις μητέραις τρέχουν μουγκρίζοντας• όμοια και αυτοί, ως μ' είδαν έμπροσθέν τους, εχύθηκαν δακρύζοντας• κ' εφάν' εις την καρδιά τους 415 εις την πατρίδα ως να 'φθασαν, 'ς την πετρωτήν Ιθάκη, 'ς την γην όπου εγεννήθηκαν, 'ς την γην 'που ανατραφήκαν, και κλαίοντας μου ωμίλησαν• «για την επιστροφή σου, διόθρεφτ', εχαρήκαμεν, όσ' ήθελε χαρούμε εις την Ιθάκη αν φθάναμε, 'ς την ποθητήν πατρίδα. 420 πλην τώρα ειπέ μας την φθορά των άλλων των συντρόφων».

Κ' εγώ με λόγια μαλακά 'ς εκείνους απαντούσα• «το πλοίο πρώτ' ας σύρουμε 'ς την γη, και τ' άρμεν' όλα 'ς τα σπήλαια μέσ' ας θέσουμε, και ομού τα υπάρχοντά μας, κ' εσείς μαζή μου να 'λθετε μ' ασπούδα ετοιμασθήτε, 425 'ς της Κίρκης τ' άγια δώματα να ιδήτε τους συντρόφους, οπ' άκοπα φαγοποτούν, ότι έχουν αφθονία».

Είπα, κ' εκείν' υπάκουσαν 'ς τους λόγους μου, αλλά μόνος ο Ευρύλοχος μου αντίσκοφτε την γνώμη των συντρόφων, κ' εκείνους επροσφώνησε με λόγια πτερωμένα• 430 «άθλιοι, πού πάτε; τρέχετε με πόθο 'ς την φθορά σας, της Κίρκης εις το μέγαρο; κ' εκείνη 'ς εμάς όλους χοίρων θα δώση ευθύς μορφήν ή λύκων ή λεόντων, να της φυλάμε στανικώς το υπέρλαμπρο παλάτι, ως έπραξεν ο Κύκλωπας, 'ς την μάνδρα τον ότ' εμπήκαν 435 οι σύντροφοί μας και μ' αυτούς ο αυθάδης Οδυσσέας• ότι από την μωρία του κ' εκείνοι αφανισθήκαν».

Αυτά 'πε, κ' εγώ σκέφθηκα μες της ψυχής τα βάθη, το μακρύ ξίφος σύροντας απ' το παχύ μερί μου, να κόψω αυτού την κεφαλή 'ς το χώμα να κυλήση, 440 αν και στενόν μου συγγενή τον είχα, αλλά μ' εκράτουν εδώθ' εκείθε οι σύντροφοι με λόγια μελωμένα• «τούτον ας τον αφήσουμε, διογέννητε, αν προστάζεις, να μένη 'ς την ακρογιαλιά και να φυλά το πλοίο• κ' εμάς εις τ' άγια δώματα οδήγα συ της Κίρκης». 445

Και απ' το καράβι ανέβηκαν και από το περιγιάλι, ουδ' έμεινεν ο Ευρύλοχος εις το καράβι, αλλ' ήλθε κατόπιν, ότι ετρόμαξε 'ς την φοβερήν οργή μου. και τους άλλους συντρόφους μου 'ς το δώμα της η Κίρκη έλουσε ωστόσον εύμορφα κ' έχρισε με το λάδι, και τους εφόρεσε κρουσταίς χλαμύδαις και χιτώναις• 450 και όλους καλά τους ηύραμε 'ς τα μέγαρα 'που ετρώγαν και άμα ο καθείς αντίκρυσε κ' εγνώρισε τον άλλον, έκλαιαν, αναστέναζαν, 'που όλο το δώμα εβρόντα. ήλθε σιμά μου η θαυμαστή θεά και τούτα μου 'πε• 455 «Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε Οδυσσέα, τους θρήνους πλέον παύσετε• κ' εγώ καλά γνωρίζω και εις το ιχθυοφόρο πέλαγος πόσα 'χετε υποφέρει, και εις την γην πάλι πόσοι εχθροί σας έχουν αδικήσει, ήσυχα τώρα το φαγί και το κρασί χαρήτε, 460 όσο ψυχή να λάβετε και πάλιν εις τα στήθη, ως ότε πρωταφήσατε την ποθητήν πατρίδα, την πετρωτήν Ιθάκη σας• τώρ' άψυχοι, θλιμμένοι, της πλάνης σας ταις συμφοραίς θυμείσθε, και η ψυχή σας, απ' τα πολλά παθήματα, δεν δέχετ' ευφροσύνη». 465

Είπε κ' εκαταπείσθηκεν η ανδρική ψυχή μας. και τότε αυτού καθόμασθεν, ολόκληρον τον χρόνο, μ' άφθονο κρέας, με κρασί γλυκό, φαγοποτώντας. αλλά 'ς τον κύκλο των καιρών ότ' έκλεισεν ο χρόνος, οι μήνες ως εδιάβαιναν, και η 'μέραις μεγαλώσαν, 470 παράμερα μ' εκάλεσαν οι σύντροφοι και μου 'παν• «καϋμένε, την πατρίδα σου να θυμηθής είν' ώρα, αν να σωθής η μοίρα σου το θέλει και να φθάσης 'ς το σπίτι το καλόκτιστο, 'ς την γη την πατρική σου».

Αυτά 'παν, κ' εκατάπεισαν την ανδρική ψυχή μου. 475 και τότε αυτού καθόμασθεν, ολημέρα ως το δείλι μ' άφθονο κρέας, με κρασί γλυκό, φαγοποτώντας. και ο ήλιος άμ' εβύθισε κ' ήλθε κατόπι' η νύκτα, εις τα ισκιωμένα μέγαρα επλάγιασαν εκείνοι• 'ς της Κίρκης εγώ ανέβηκα την ζηλεμμένην κλίνη, 480 και της θεάς τα γόνατα αγκάλιασα ως ικέτης. μ' άκουεν εκείνη• κ' έλεγα με λόγια πτερωμένα• «ω Κίρκη, την υπόσχεσι, 'που επήρες, τέλειωσε μου• εις την πατρίδα στείλε με• το θέλ' ήδ' η ψυχή μου, τη θέλουν όλ' οι σύντροφοι, 'που την καρδιά μου τρώγουν, 485 τριγύρω μου οδυρόμενοι, την ώρα οπού συ λείπεις».

Και η θαυμαστή θεά 'ς εμέ• «πολύτεχνε Οδυσσέα, να μένετε εις το σπίτι μου πλεια δεν σας αναγκάζω• αλλ' όμως άλλο πρότερα θα κάμετε ταξείδι, 'ς του Άδη και της άσπονδης αντάμα Περσεφόνης 490 την κατοικιά να φθάσετε, να μάθετε την μοίρα απ' την ψυχή του παλαιού Θηβαίου Τειρεσία, μάντη τυφλού, 'που ολόκληραις έχει και αυτού ταις φρέναις• εκείνου μόνου απ' τους νεκρούς έδωσε η Περσεφόνη γνώσιν και νουν• ωσάν σκιαίς οι άλλοι τριγυρίζουν». 495

Τούτα μου είπε, και η καρδιά 'ς τα στήθη μου ερραΐσθη, και έκλαια καθήμενος 'ς την κλίνη και η ψυχή μου να ζήση πλειά δεν ήθελε, να ιδή το φως του ηλίου. αλλ' άμ' αυτού κυλιούμενος εχόρτασα το κλάμμα, το στόμα πάλιν άνοιξα κ' εκείνης απαντούσα• 500 ω Κίρκη, ποιος θα 'ναι οδηγός εις τούτο το ταξείδι; 'ς τον Άδη ακόμη πλέοντας κανείς δεν έχει φθάσει».

Είπα, και η θαυμαστή θεά μου απάντησεν αμέσως• «Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε Οδυσσέα, εις το καράβι σου οδηγόν καθόλου μη ζητήσης• 505 άμα τεντώσης τα λευκά πανιά 'ς τ' ορθό κατάρτι, κάθου• φυσώντας ο Βορηάς θα σου οδηγά το πλοίο. αλλ' άμα τον Ωκεανό διαβής με το καράβι, άγριαν θα ιδής ακρογιαλιά, και της Περσεφονείας τα δάση, λεύκαις υψηλαίς, χασόκαρπες ιτέαις. 510 εις τον βαθύ Ωκεανό την πλώρη αυτού να στήσης, και συ 'ς του Άδη κίνησε τ' αραχνιασμένο δώμα, όπου ο Πυριφλεγέθοντας 'ς του Αχέροντα το κύμα, και ο Κώκυτος, 'που της Στυγός απόκομμ' είναι, ρέουν• πέτρ' είναι, όπου βαρύκτυπα τα δυο ποτάμια σμίγουν. 515 και ως φθάσης, ήρωα, κει σιμά 'ς το μέρος, 'που σου λέγω, λάκκο μιαν πήχη σκάψ' ευθύς του μάκρου και του πλάτου, και χύσε γύρω αυτού χοαίς όλων των πεθαμένων• και αφού βάλης μελίκρατο, γλυκό κρασί κατόπι, τρίτα νερό, και μ' άλευρα λευκά τα πασπαλίσης, 520 'ς ταις άδειαις κάραις των νεκρών εύχου θερμά, και τάξου δαμάλα στείρα διαλεκτή να σφάξης άμα φθάσης εις την Ιθάκη, και πυράν πολύδωρη να κάψης, και να προσφέρης χωριστόν αρνί του Τειρεσία, ΟΜΗΡΟΥ κατάμαυρο, 'που δεύτερο δεν θα 'χη το κοπάδι. 525 και άμα ικετεύσης τάνδοξα των πεθαμένων πλήθη, κριάρι σφάξε, ολόμαυρη κοντά του προβατίνα, και στρέψε τα 'ς το έρεβος• συ γύρε αλλού την όψι προς ταις ροαίς του ποταμού• και τότε αυτού θε να 'λθουν να σ' εύρουν αναρίθμηταις ψυχαίς απεθαμένων. 530 και κάμε τους συντρόφους σου να γδάρουν και να κάψουν τ' αρνιά ριμμένα, ως τα 'σφαξε το αλύπητο μαχαίρι, κ' έπειτα ευχαίς των δυο θεών ειπήτε, εις τον ανδρείον τον Άδη και εις την άσπονδην αντάμα Περσεφόνη. και συ το ξίφος γύμνωσε, κάθου και μην αφίνης 535 ταις άδειαις κάραις των νεκρών καθόλου να σιμώσουν 'ς το αίμα, πριν συμβουλευθής εσύ τον Τειρεσία. ο μάντης θα 'λθη ευθύς εκεί να σ' εύρη, ω πολεμάρχε• αυτός τον δρόμο θα σου ειπή, του ταξειδιού τα μέτρα, και πώς, το πέλαο σχίζοντας, θα φθάσης 'ς την πατρίδα». 540

Αυτά 'πε, και χρυσόθρονη Ηώ 'ς τον κόσμο εφάνη• κ' εμένα εκείνη εφόρεσε χιτώνα και χλαμύδα• μανδύαν λαμπροΰφαντον μέγαν ενδύθ' η νύμφη χαριτωμένον και λεπτόν, κ' εζώσθη ακόμη ωραίο χρυσό ζωνάρι, κ' έβαλε 'ς την κεφαλήν καλύπτρα. 545 τα δώματα εγώ διάβηκα και τους συντρόφους ηύρα, και τους κεντούσ' από σιμά με λόγια μελωμένα• «πάψτε το γλυκανάσασμα του ύπνου, αγαπητοί μου• ας πάμε• η Κίρκ' η σεβαστή μ' εδίδαξε τον δρόμο». είπα, κ' εκαταπείσθηκεν η ανδρική ψυχή τους. 550

Αλλ' ουδ' εκείθεν άβλαπτους επήρα τους συντρόφους• ήταν κάποιος Ελπήνορας, νεώτατος• ανδρείαν πολλήν δεν είχε, αλλ' ούτε νουν ανάμερ' απ' τους άλλους 'ς τ' άγια της Κίρκης δώματα μού πήγε να πλαγιάση, ποθώντας το κατάψυχο, της μέθης εις την ζάλη. 555 και άμα το κίνημ' άκουσε, τον κρότο των συντρόφων, ξάφνου εσηκώθη και ποσώς δεν ενθυμήθη πάλι απ' την υψηλήν κλίμακα να καταιβή, 'π' ανέβη• αλλ' απ' την σκέπην έπεσε κατάντικρα, κ' εκόπη ο τράχηλός του, και η ψυχή ροβόλησε 'ς τον Άδη. 560

Και ως ήλθαν όλοι, ωμίλησα 'ς την μέση εκείνων κ' είπα• «θαρρείτε ότι 'ς τα σπίτια μας, 'ς την ποθητήν πατρίδα, θα πάμε• αλλ' άλλο διώρισε 'ς εμάς ταξείδ' η Κίρκη, 'ς τον Άδη και 'ς την άσπονδην αντάμα Περσεφόνη, να ερωτηθούμε την ψυχή του μάντη Τειρεσία». 565

Αυτά 'πα, και η καρδία τους 'ς τα λόγια μου ερραΐσθη, και αυτού καθίσαν, έκλαιαν• ανέσπααν τα μαλλιά τους, αλλ' όφελος δεν έφερναν τα κλάμματα και οι θρήνοι.

Και ως φθάσαμε κατάγιαλα προς το γοργό καράβι, δάκρυα χύνοντας θερμά, 'ς την λύπη βυθισμένοι, 570 'ς το πλοίον ήλθε κ' έδεσεν η Κίρκη ένα κριάρι και προβατίνα ολόμαυρη, κ' εύκολ' απ' έμπροσθέν μας εδιάβηκεν αγνώριστη• ποιος δύναται να βλέπη θεάν, αν εις τον δρόμο του να φαίνεται δεν θέλει;

Ραψωδία Λ

Και εις το καράβι ως φθάσαμε κάτω 'ς το περιγιάλι, πρώτα εις την θεία θάλασσα σύραμε το καράβι, έπειτα μέσα εστήσαμε κατάρτι και πανία, κ' εφέραμε τα πρόβατα• κατόπι εμπήκαμ' όλοι, δάκρυα χύνοντας θερμά, 'ς την λύπη βυθισμένοι• 5 και οπίσω απ' το μαυρόπλωρο καράβι έστειλε πρύμον, 'που φούσκον' όλα τα πανιά, φίλον λαμπρόν, η Κίρκη, δεινή θεά, καλόκομη, όπ' έχει ανθρώπου γλώσσα. και τ' άρμεν' αφού σιάσαμε, καθόμασθε, και ωδήγα το πλοίο μας ο άνεμος ομού και ο κυβερνήτης, 10 και μ' ολοτέντωτα πανιά αρμένιζ' ολημέρα. και ο ήλιος ως βασίλευε και ισκιάζαν όλ' οι δρόμοι, 'ς τον βαθύν ήλθ' Ωκεανόν, όπ' άκρ' είναι του κόσμου. η πόλις είναι και ο λαός εκεί των Κιμμερίων• νέφος πυκνό και σκοτεινόν ολούθε τους σκεπάζει, 15 ουδέ ποτέ κυττάζει αυτούς ο ακτινοβόλος Ήλιος, 'ς τον αστροφόρον ουρανόν ούτ' όταν αναιβαίνη, ούτ' όταν κλίνη προς την γην από τα ουράνια μέρη• αλλά τους άμοιρους θνητούς μαύρη πλακόνει νύκτα. 'ς το μέρος τούτο αράξαμε και παίρνοντας τ' αρνία 20 βγήκαμε, και του Ωκεανού το ρεύμ' ακολουθώντας ωδεύαμε ως 'που εφθάσαμε 'ς την θέσι 'που 'πε η Κίρκη.

Και ο Περιμήδης τα σφακτά και ο Ευρύλοχος βαστούσαν• και απ' το πλευρό μου έσυρα το ακόνητό μου ξίφος, λάκκο μιαν πήχην έσκαψα του μάκρου και του πλάτου, 25 κ' έχυσα γύρω αυτού χοαίς όλων των πεθαμένων. και ως έβαλα μελίκρατο, κρασί γλυκό, και τρίτα νερό, και τα πασπάλισα με λευκ' αλεύρι επάνω, ταις άδειαις κάραις των νεκρών θερμά παρακαλώντας, να σφάξω ετάχθηκα εκλεκτήν και στείραν αγελάδα, 30 ως φθάσω εις την Ιθάκη μου, και μιαν πυρά να κάψω πολύδωρην, και χωριστόν αρνί του Τειρεσία να θυσιάσω, ολόμαυρο, του κοπαδιού το πρώτο. και αφού με τάμματα, μ' ευχαίς θερμαίς, τους πεθαμένους ξιλέωσα, πήρα τ' αρνιά και τα 'σφαξα 'ς τον λάκκο, 35 κ' έρρεε το αίμα ολόμαυρο• και ιδές, εσυναζόνταν των πεθαμένων η αμυχαίς του ερέβους απ' τα βάθη, νέαις και νέοι, γέροντες πολύπαθοι μ' εκείνους, και ομού παρθέναις τρυφεραίς με νεόλυπην καρδία, και άνδρες πολλοί, 'που τρύπησαν η χαλκοφόραις λόγχαις 40 'ς την μάχη, κ' είχαν τ' άρματα 'ς το αίμ' όλο βαμμένα. εδώθ' εκείθεν άπειροι 'ς τον λάκκο γύρω ερχόνταν μ' αλαλαγμόν αμίλητον αχνός μ' επήρε φόβος, τότ' είπα των συντρόφων μου να γδάρουν και να κάψουν τ' αρνιά, ριμμένα ως τα 'σφαξε το αλύπητο μαχαίρι, 45 κ' έπειτα ευχαίς των δυο θεών να ειπούν, εις τον ανδρείον τον Άδη και 'ς την άσπονδην αντάμα Περσεφόνη, και το σπαθί μου εγύμνωσα και δεν εσυγχωρούσα ταις άδειαις κάραις των νεκρών καθόλου να σιμώσουν 'ς το αίμα, πριν ερωτηθώ τον μάντη Τειρεσία. 50

Και του συντρόφου μου η ψυχή, του Ελπήνορα, ήλθε πρώτη• ότι δεν είχε αυτός ταφή 'ς της γης τα σπλάχν' ακόμη. το σώμ' αφήσαμεν εμείς 'ς τα μέγαρα της Κίρκης, άκλαυτον, άθαπτο, επειδή μας έβιαζ' άλλη ανάγκη. άμα τον είδα εδάκρυσα κ' επόνεσε η ψυχή μου, 55 κ' ευθύς τον επροσφώνησα με λόγια πτερωμένα• «Ελπήνορα, πώς έφθασες εις τ' άττεγγο σκοτάδι; πεζός συ πρόλαβες εμέ, 'που με καράβι ερχόμουν».

Αυτά 'πα' εστέναξε βαθειά και μ' απαντούσ' εκείνος• «Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε Οδυσσέα, 60 οργή θεού και τ' άμετρο κρασί μ' εξολοθρεύσαν. λησμόνησ', αφού πλάγιασα 'ς το μέγαρο της Κίρκης, απ' την υψηλήν κλίμακα να καταιβώ, 'π' ανέβην• αλλ' απ' την σκέπην έπεσα κατάντικρα, κ' εκόπη ο τράχηλός μου, και η ψυχή ροβόλησε εις τον Άδη. 65 και αχ! να σου ζήσουν οι ακριβοί, 'που ο κόσμος έχει ακόμη, η σύντροφός σου και ο γονειός, που σ' έχει θρέψει βρέφος, και ο μόνος σου Τηλέμαχος, πώχεις 'ς το σπίτι αφήσει,— τι ξεύρ' ότι γυρίζοντας εδώθε, από τον Άδη, θ' αράξης το καράβι σου 'ς την νήσο την Αιαία,— 70 όταν κει φθάσης, έχε με 'ς τον νου σου, ω βασιλέα• να μη μ' αφήσης άθαπτον και αδάκρυτον οπίσω φεύγοντας, μη σου γείνω εγώ θείας οργής αιτία. αλλ' έπαρε και κάψε με μαζή με τ' άρματά μου, κ' εμένα μνήμα σήκωσε σιμά 'ς τ' αφράτο κύμα, 75 να 'ναι γνωστός και εις τους εξής του αμοίρου εμένα ο τάφος. κάμε μου τούτα, και κουπί 'ς το μνήμα επάνω στήσε κείνο, 'που ζώντας έλαμνα μαζή με τους συντρόφους».

Αυτά 'πε, και του απάντησα• «τούτα όλα θα σου κάμω, όσα μου λέγεις, άμοιρε, 'ς όλα θα δώσω τέλος». 80

Τέτοιαις ελέγαμε φρικταίς οι δυο μας ομιλίαις• εδώθ' εγώ το ξίφος μου 'ς το αίμα επάνω εκράτουν, κείθε πολλά του φίλου μου το φάντασμα ωμιλούσε.

Της πεθαμένης μου μητρός τότε η ψυχή μου εφάνη, η Αντίκλεια, κόρη του υψηλού 'ς το φρόνημ' Αυτολύκου• 85 την είχ' αφήσει 'ς την ζωή, κινώντας για την Τροία. άμα την είδα εδάκρυσα, κ' ερράισ' η καρδιά μου, αλλ' όμως δεν την άφινα πρώτη να πλησιάση 'ς το αίμα, πριν ερωτηθώ τον Μάντη Τειρεσία.

Κ' ήλθε η ψυχή του παλαιού Θηβαίου Τειρεσία• 90 σκήπτρο κρατούσε ολόχρυσο• μ' εγνώρισε και μου 'πε• «Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε Οδυσσέα, ει πάλιν, ω ταλαίπωρε, από το φως του ηλίου ήλθες να ίδης τους νεκρούς, τον άτερπνο τον κόσμο; σύρου απ' τον λάκκο, το σπαθί βάστα μακρυά, να πίω 95 από το αίμα, να σου ειπώ κατόπι την αλήθεια».

Αυτά' πε, κ' εγώ σύρθηκα κ' έχωσα εις το θηκάρι τ' αργυροκάρφωτο σπαθί, και άμ' έπιε το μαύρ' αίμα ο άψεγος μάντης είπε μου• «γυρεύεις την γλυκεία εις την πατρίδα επιστροφή, λαμπρότατε Οδυσσέα. 100 θα σ' εμποδίση ένας θεός• κακά θε να ξεφύγης του κοσμοσείστη, 'π' άσπονδο μίσος για σένα τρέφει, αφού το φως αφαίρεσες του αγαπητού παιδιού του. πολλά θα πάθετε κακά, και όμως θα φθάστε ακόμα, αρκεί να θέλης χαλινό να βάλης της καρδιάς σου, 105 και των συντρόφων, το καλό καράβι σου άμ' αράξης. το μαύρο κύμ' αφίνοντας, 'ς την νήσο Θρινακία, κ' ευρήτ' εκεί τα πρόβατα να βόσκουν και η δαμάλαις του Ηλιού, 'που όλ' άνωθε τηρά και όλ' άνωθεν ακούει. και αν δεν τα εγγίξης κ' εννοιασθής για την επιστροφή σου, 110 τότε, και αν πάθετε πολλά, θα φθάστε εις την Ιθάκη• αλλ' αν τα βλάψης, όλεθρο προβλέπω εις το καράβι και εις τους συντρόφους• και αν σωθής μόνος εσύ, θα φθάσης αργά και κακώς έχοντας, και από συντρόφους έρμος. με ξένο πλοίο, και θαυρής 'ς το σπίτι δυστυχίαις. 115 άνδραις απόκοτοι το βιο σου τρώγουν, και με δώρα την θεϊκή σου σύντροφο ζητεί καθείς να πάρη• αλλ' άμα φθάσης, φοβερά θα εκδικηθής εκείνους. και αφού μέσα 'ς το σπίτι σου χαλάσης τους μνηστήραις, είτε με δόλο ή φανερά, μ' ακονισμένη λόγχη, 120 έπαρε δρόμο, φέροντας ίσιο κοπί μαζή σου, όσο να φθάσης 'ς τους θνητούς, 'που θάλασσα δεν ξεύρουν, και οπού δεν τρώγουν φαγητό με άλατ' αρτυμένο• ούτε τα κοκκινόπλωρα καράβια αυτοί γνωρίζουν, ούτε τα ίσια κουπιά, 'που 'ναι πτερά των πλοίων. 125 και άκου σημάδι φανερό, 'που δεν θα σου ξεφύγη• 'ς τον δρόμον άμ' απαντηθή με σέν' άλλος οδίτης, και ειπή 'ς τον λαμπρόν ώμο σου πώς έχεις λιχνιστήρι, ευθύς το ίσιο κουπί στήσε εις την γη και κάμε του Ποσειδώνα βασιληά καλόδεκταις θυσίαις• 130 κριάρι, ταύρον σφάξε του και χοίρον αναβάτη• και γύρε εις την πατρίδα σου, κ' ιεραίς κάμ' εκατόμβαις των αθανάτων, 'πώχουσι των ουρανών τους θόλους, με την σειρά του καθενός• και θάνατος θα σ' εύρη έξω απ' την θάλασσα ελαφρός, και θα σε σβύση αγάλι 135 μες τα λαμπρά γεράματα• και ωστόσ' ολόγυρά σου θα 'ναι μακάριος ο λαός• σου είπα την αλήθεια».

Είπε, κ' εγώ του απάντησα• «τούτα όλα, ω Τειρεσία, τ' αποφάσισαν οι θεοί• πλην τώρα δίδαξέ με να μάθω αυτό 'που σ' ερωτώ• 'κεί πέρα της μητρός μου 140 την ψυχή βλέπω, και βουβή μένει σιμά 'ς το αίμα, και τον υιόν της δεν τολμά 'ς τα μάτια να κυττάξη, ούτε καν λόγο να του ειπή• συ, κύριε, δίδαξέ με αυτή πώς θ' αναγνώριζεν εμένα ότ' είμ' εκείνος».

Είπα, κ' ευθύς μου απάντησεν ο μάντης Τειρεσίας• 145 «εύκολος θα 'ναι ο λόγος μου και βάλε τον 'ς τον νου σου• όποιον αφήσης των νεκρών 'ς το αίμα να σιμώση, κείνος αλήθειαις θα σου ειπή• και εις όποιον το εμποδίσης, εκείνον πάραυτα θα ιδής να φύγη απ' έμπροσθέν σου».

Έπαυσε, κ' εκατέβηκε του θείου Τειρεσία 150 'ς τον Άδη πάλιν η ψυχή, αφού την μοίραν είπε. εγώ 'ς τον τόπον έμενα, κ' εσίμωσε η μητέρα• το μαύρον αίμα ερούφησε κ' ευθύς εγνώρισέ με, και κλαίοντας μου ωμίλησεν «εις τ' άφεγγο σκοτάδι πώς εκατέβης, τέκνο μου, συ ζωντανός ακόμα; 155 και δύσκολο 'ναι ζωντανοί να ιδούν τούτα 'δω κάτω, τ' είναι 'ς την μέση απέραντα και φοβερά ποτάμια, και πρώτος ο Ωκεανός, 'που δεν μπορεί κανένας, χωρίς καράβι στερεό, πεζός να τον περάση. τάχ' απ' την Τροίαν έφθασες εδώ με τους συντρόφους, 160 αφού πολλά πλανήθηκες; και ακόμη 'ς την Ιθάκη δεν ήλθες, και την σύντροφο 'ς τα γονικά δεν είδες»;

Αυτά 'πε, κ' εγώ προς αυτήν απάντησα και είπα• «μητέρα, ανάγκη μ' έφερε 'ς τον Άδη να ερωτήσω την μοίραν απ' τον παλαιόν Θηβαίον Τειρεσία• 165 τι 'ς άκραν γης Αχαϊκής δεν έχω φθάσει ακόμη, και δέρνομαι ακατάπαυτα μακράν απ' την πατρίδα, απ' την στιγμήν 'που ως οπαδός του δοξασμένου Ατρείδη να πολεμήσω επέρασα 'ς την εύιππην Τρωάδα. τώρα εις εμέ φανέρωσε, μ' αλήθεια λέγε, ποία 170 μοίρα του τεντοπλάγιαστου θανάτου σ' έχει σβύσει• ήταν αρρώστια μακρυνή; μη σ' εύρεν η τοξεύτρα Άρτεμις και σ' ενέκρωσε με τα λεπτά της βέλη; τι γίνεται ο πατέρας μου, και ο υιός οπ' έχω αφήσει; την εξουσία μου κρατούν, ή κάποιος των ηρώων 175 άλλος την έχει, και θαρρούν πως δεν θα γύρω πλέον; ειπέ μου και το φρόνημα, την γνώμη, της συντρόφου• με το παιδί μας μένει αυτή και κυβερνά το σπίτι, ή πρόκριτος των Αχαιών ήδη την πήρε νύμφη;»

Αυτά 'πα και μου απάντησεν η σεβαστή μητέρα• 180 «και με πολλήν υπομονή 'ς τα μέγαρα σου ακόμη εκείνη μένει, κ' έρημη, χωρίς παρηγορία, τα ημερονύκτια δαπανά 'ς τα κλάυματα η θλιμμένη. ούτε την εξουσία σου κανείς σου πήρε ως τώρα, αλλ' ήσυχα ο Τηλέμαχος έχει τα κλείσματά σου, 185 και εις τα συμπόσια τον τιμούν ως εις κριτήν αρμόζει, ότι καθένας τον καλεί• και ο γέρος σου ο πατέρας εις τον αγρό του κατοικεί, και ούτ' έρχεται 'ς την πόλι, ούτ' έχει κλίναις με λαμπρά παπλώματα στρωμέναις• πλην τον χειμώνα σπίτι του κοιμάτ' όπου και οι δούλοι, 190 'ς την στάκτη, 'ς την γωνιά σιμά, κ' είναι κακενδυμένος• και άμ' έλθη ο θέρος και ο καλός καιρός του φθινοπώρου, 'ς το κάρπιμο κηπάρι του παντού τ' αμπελωμένο χαμηλαίς κλίναις έχει αυτός τα πεσημένα φύλλα• κείτεται αυτού και αδημονεί ποθώντας να γυρίσης, 195 κ' ενώ πληθαίνει ο πόνος του τα γέρα τον πλακόνουν. ότι απαράλλακτος καϋμός κ' εμ' έφερε 'ς τον τάφο• ούτε η καλότοξη θεά μ' ηύρε 'ς τα δώματά μου και μ' έσβυσεν, η Άρτεμις, με τα λεπτά της βέλη• αλλ' ούτε αρρώστια μ' εύρηκεν απ' όσαις καταλύουν 200 με μαρασμόν ελεεινό την ζήσι των ανθρώπων• αλλ' ο καϋμός σου, η φρόνησι, του ήθους σου η γλυκάδα, αυτά μου εκόψαν την ζωή, λαμπρότατε Οδυσσέα».