Ομήρου Οδύσσεια Τόμος Β

Part 4

Chapter 4 92 words Public domain Markdown

Αυτά 'παν κείνοι κ' έφυγαν κ' εγέλασε η καρδιά μου πως τ' όνομά μου απάτησε κ' η αλάθευτή μου γνώσι. και ο Κύκλωπας εστέναζε, με πόνους και με οδύναις, 415 και ψηλαφώντας σήκωσε τον λίθον απ' την θύρα, και αυτού 'ς την θύρα κάθισεν απλόνοντας τα χέρια, κάποιον να πιάση, ως έβγαινε 'ς την μέση των προβάτων• πως θα 'μουν τόσο εγώ μωρός είχε 'ς τον νου του ελπίδα. και ωστόσο τον καλήτερον τρόπον εζήτα ο νους μου, 420 ναύρω απ' τον θάνατον φυγή της συντροφιάς κ' εμένα. και απείρους δόλους ύφαινα, τέχναις πολλαίς, ως πρέπει για την ζωή• τι συμφορά μεγάλ' ήταν κοντά μας. και ιδού ποια συμφερώτερη τότε μου εφάνη γνώμη. ήσαν αρνιά καλόθρεφτα, εύμορφα και μεγάλα, 425 'π' ως το γιοφύλλι εμαύριζε το δασερό μαλλί τους. σιγά με βούρλα τα 'δεσα καλόστριφτ', απ' εκείνα 'που τα 'χε στρώμα ο Κύκλωπας, τ' άνομο εκείνο τέρας• τριπλά, τριπλά• το μεσινόν έφερνεν έναν άνδρα, τα δυο 'ς το πλάγι εβάδιζαν κ' έσωζαν τους συντρόφους• 430 ώστ' έναν άνθρωπον τρι' αρνιά βαστούσαν και εις εκείνα κριάρ' είδα λαμπρότατο, κ' ευθύς από τα νώτα το 'πιασα εγώ, τυλίχθηκα 'ς την δασερή κοιλιά του, και από το πλούσιο του μαλλί πιασμένος με τα χέρια σφικτά κρατιούμουν, κ' έμενα μ' αδάμαστην καρδία. 435

Αυτού βαρυστενάζαμε πότε να φέξ' η ημέρα. εφάν' η ροδοδάκτυλη Ηώ του όρθρου κόρη, και της κοπής τ' αρσενικά να βόσκουν πεταχθήκαν, κ' εβέλαζαν ανάρμεκτα τα θηλυκά 'ς ταις μάνδραις, ότ' οι μαστοί τους έσκαζαν και ο κύριος σπαραγμένος 440 από τους πόνους έψαχνε ταις ράχαις των προβάτων όλων, ως στέκονταν ορθά, ουδ' ένοιωσε ο χαμένος 'που 'σαν δεμένοι 'ς ταις δασειαίς αγκάλαις των προβάτων. κ'έβγαινε απ' όλα υστερνό 'ςτην θύρα το κριάρι, αγκουσεμένο απ'το μαλλί κ'εμέ τον δολοπλόκον. 445 εμάλαζέ το ο δυνατός Πολύφημος και του 'πε• «καλό κριάρι, απ' τ' άντρο πώς μου 'βγήκες των προβάτων ύστερος; και δεν έμενες ως τώρα οπίσω απ' τ' άλλα, αλλά συ πρώτος έκοβες τ' άνθη απαλά της χλόης μακροπατώντας, κ' έφθανες ο πρώτος 'ς τα ποτάμια, 450 και πρώτος ήσουν πρόθυμος 'ς την μάνδρα να γυρίσης, το εσπέρας• τώρ' είσ' ύστερος• τω όντι, του κυρίου ποθείς το μάτι, 'πώσβυσε κακούργος με συντρόφους κακούς, αφού με κέρασμα τα λογικά μου επήρε, ο Ουδένας, 'που απ' τον συντριμμό, θαρρώ, δεν θα λυτρώση. 455 και αν ήσουν σύμφωνος μ' εμέ, και ομίλημ' αποκτούσες, να ειπής που κείνος κρύβεται από την δύναμί μου, θα 'βλεπες τότε σκορπιστά 'ς το σπήλαιο τα μυαλά του 'ς την γη σκασμένα, και άνεσι θα 'λάμβανε η ψυχή μου των κακών, όσα μώδωσεν ο ουτιδανός Ουδένας». 460

Είπε και απόλυσεν ευθύς να έβγη το κριάρι• και άμ' από τ' άντρο εβγήκαμε και απ' της αυλής τον γύρο, απ' το κριάρι ελύθηκα κ' έλυσα τους συντρόφους. και από τ' αρνιά τα παχουλά λιγνόποδα με βία εκρυφοπαίρναμε πολλά τριγύρω, ως 'που 'ς το πλοίο 465 εφθάσαμεν• εχάρηκαν οι σύντροφοι ως μας είδαν, όσους δεν πήρε ο θάνατος• τους άλλους εθρηνούσαν. αλλ' εγώ κείνων ένευα τα κλάυματα να παύσουν. κ' είπα τα ωραία πρόβατα, 'που ήσαν πολλά, 'ς το πλοίο ευθύς να ρίξουν και γοργά να σχίσουν τα πελάγη. 470 και παρευθύς μπήκαν αυτοί και αραδικώς καθίσαν, και την λευκή την θάλασσα με τα κουπιά βροντούσαν. αλλ' ότ' είμασθ' εις διάστημα, 'π' ανθρώπου βοή φθάνει, λόγους εγώ 'ς τον Κύκλωπα υβριστικούς τότ' είπα• «Κύκλωπα, δεν σου μέλλονταν να 'ναι δειλός ο άνδρας, 475 οπ' άγρια τόσο του 'φαγες 'ς το σπήλαιο τους συντρόφους• αλλά να σ' εύρουν έμελλον τα κακουργήματά σου• σκληρέ, πώφαγες άφοβα 'ς την σκέπη σου τους ξένους, κ' η οργή σ' επήρε του Διός και όλων των αθανάτων».

Είπα, και τότ' εχόλιασε χειρότερα η ψυχή του, 480 και απ' όρος μέγα κορυφήν ξεκόλλησε και πέρα του καραβιού την έρριξεν εμπρός 'ς την μαύρην πλώρη, εγγύς, ώστ' εκοντόφθασε 'ς του πηδαλιού την άκρα• και η θάλασσα εταράχθηκεν ως εποντίσθη ο βράχος. ήλθε το κύμα κ' έφερεν οπίσω τα καράβι 485 απ τ' ανοικτά και προς την γη τ' ανάγκασε να φθάση. κ' εγώ παρέξω τ' άμπωσα μ' ένα μακρύ κοντάρι, και τους συντρόφους 'ς τα κουπιά πρόσταξα ευθύς να πέσουν, να φύγουμε τον όλεθρο, και με την κεφαλήν μου τους ένευα• κ' ερρίχθηκαν αυτοί κ' έλαμναν όλοι. 490 αλλ' ότε διάστημα διπλό πήραμε της θαλάσσης τον Κύκλωπα προσφώνησα και τότε, αν και τριγύρω δεν μ' άφιναν οι σύντροφοι με λόγια μελωμένα• «άνθρωπον άγριον, δύστυχε, τι θέλεις κ' ερεθίζεις; είδες πετριά 'ς την θάλασσα, 'που γύρισε το πλοίο 495 κατά την γην, ώστ' είπαμε 'που αυτού θ' αφανισθούμε. και αν άκουε τότε να ομιλή κάποιον ή να φωνάζη, ταις κεφαλαίς μας θα 'σπανε και τ' άρμενα του πλοίου, με κάποιο μάρμαρο σκληρό• τόσο μακρυ' ακοντίζει».

Είπαν, αλλά δεν έπειθαν την ανδρική ψυχή μου, 500 αλλά πάλι του ωμίλησα με σπλάχνα μανιωμένα• «Κύκλωπ', αν κάποιος των θνητών ανθρώπων σ' ερωτήση η άσχημη πώς έγεινεν η τύφλα του οφθαλμού σου, ειπέ τους ότι ο πορθητής σ' ετύφλωσ' Οδυσσέας Λαερτιάδης, κάτοικος της πετρωτής Ιθάκης». 505

Αυτά 'πα και στενάζοντας μου απάντησεν εκείνος• «ωιμένα, ιδές πώς παλαιά ρήματα θεία μ' ηύραν• ήτο εδώ μάντις άλλοτε, άνδρας καλός, μεγάλος, ο Ευρυμίδης Τήλεμος, 'ς την μαντικήν ο πρώτος, 'που εγέρασε μαντεύοντας 'ς την μέση των Κυκλώπων• 510 τούτα όλα εκείνος μώλεγε 'που θα γενούν μια μέρα, ότι θα χάσω εγώ το φως από τον Οδυσσέα. αλλ' άνδρας ότι θάρχονταν πάντότ' εγώ θαρρούσα τρανός, καλός, με δύναμι μεγάλην ενδυμένος• τώρα μικρό, και ουτιδανόν, αδύναμο ανθρωπάκι 515 με το κρασί μ' εδάμασε κ' έπειτα ετύφλωσέ με. αλλ', Οδυσσέα, σίμωσε, να σε φιλοξενήσω, και να σου κάμω προβοδόν τον μέγαν κοσμοσείστη• ότ' είμ' εκείνου εγώ παιδί• πατέρας μου καυχιέται• κ' εμέ θα γιάνη, αν θέλη, αυτός ουδέ κανένας άλλος 520 των μακαρίων των θεών ή των θνητών ανθρώπων».

Είπε κ' εγώ του απάντησα• «άμποτε να ημπορούσα να σου αφαιρέσω την ζωή, και αμέσως να σε στείλω του Άδη μες την κατοικιά, καθώς τον οφθαλμό σου να γιάνη δεν θα δυνηθή και αυτός ο κοσμοσείστης». 525

Είπα, κ' εκείνος εύχονταν 'ς τον μέγαν Ποσειδώνα, 'ς τον αστροφόρον ουρανόν απλόνοντας τα χέρια• «ω Ποσειδώνα, εισάκου με, γεωφόρε μαυροχήτη• αν είμ' υιός σου αληθινά, πατέρα, μην αφήσης ο Οδυσσηάς ο πορθητής 'ς σπίτι του να φθάση 530 Λαερτιάδης, κάτοικος της πετρωτής Ιθάκης• αλλ' αν το θέλ' η μοίρα του να ιδή τους ποθητούς του, το σπίτι το καλόκτιστο, και την γλυκειά πατρίδα, ας κακοφθάση αργά πολύ και από συντρόφους έρμος, με ξένην πλώρη, και κακά 'ς το σπίτι μέσα ναύρη». 535

Ευχήθη τούτα και άκουσεν αυτόν ο μαυροχήτης. τότε πολύ τρανώτερον εσήκωσ' άλλον βράχο, σφενδονιστά τον έσπρωξε με αμέτρητην ανδρεία, κ' εκείνον έρριξ' όπισθε του μαυροπλώρου πλοίου, 'που το πηδάλι εκόντευσε να εγγίξη, και απ' τον βράχο 540 όλη εταράχθ' η θάλασσα, και άμπωσ' εμπρός το κύμα το πλοίο, και τ' ανάγκασεν εις την στερηά να φθάση. και όταν 'ς την νήσο φθάσαμε, 'που τα καλοστρωμένα καράβια τ' άλλα ήσαν μαζή, και οι σύντροφοι τριγύρω καθήμενοι αυτού κλαίοντας εμάς επεριμέναν, 545 'ς τον άμμο επάνω εσύραμε κ' εστήσαμε το πλοίο, κ' εμείς κατόπι εβγήκαμε 'ς την άκρα της θαλάσσης, του Κύκλωπα τα πρόβατα εφέραμ' απ' το πλοίο, κ' ίσια τα μοιρασθήκαμε να μη κλαυθή κανένας. και ως εμοιράζονταν τ' αρνιά, 'ς έμενα το κριάρι 550 έδωσαν δώρο οι σύντροφοι• το 'σφαξα εγώ 'ς τον άμμο του μαυρονέφελου Διός, οπ' όλων βασιλεύει, και τα μεριά του πρόσφερα' κ' εκείνος 'ς την θυσία δεν πρόσεχε, αλλ' εσπούδαζε το πώς να χαθούν όλοι οι ποθητοί μου σύντροφοι και τα καλά καράβια. 555

Αυτού τότ' εκαθόμασθεν, ολήμερά ως το δείλι μ' άφθονο κρέας, με κρασί γλυκό φαγοποτώντας. και ο ήλιος άμ' εβύθισε, κ' ήλθε κατόπ' η νύκτα, ν' αναπαυθούμ' επέσαμε 'ς την άκρα της θαλάσσης, εφάν' η ροδοδάκτυλη Ηώ του όρθρου κόρη, 560 και τότε των συντρόφων μου παράγγειλα 'ς τα πλοία νάμπουν και τα πρυμόσχοινα να λύσουν κείνοι εμπήκαν, εις ταις σανίδαις κάθισαν με τάξι αραδιασμένοι, και την λευκή την θάλασσα με τα κουπιά βροντούσαν. θλιμμένοι επλέαμεν εμπρός, μακράν από τον χάρο 565 πρόθυμ', αλλά των ποθητών συντρόφων στερημένοι.

Ραψωδία Κ

Σ' την Αιολία φθάσαμε την νήσο, 'που εκατοίκα ο Ιπποτάδης Αίολος, των αθανάτων φίλος• πλωτό νησί, και ασύντριφτον ολόγυρα έχει τείχος χάλκινο, και πατόκορφα γλυστρή πέτρ' αναιβαίνει. και δώδεκ' είχε αυτός παιδιά 'ς το σπίτι γεννημένα, 5 έξι κοράσια, και ανθηρά τ' άλλ' έξι παλληκάρια. εις γάμον αυτός ένωσε τ' αγόρια με ταις κόραις, και απ' τον πατέρ' αχώριστοι και απ' την χρηστήν μητέρα συμποσιάζουν, και φαγιά μύρια ποτέ δεν λείπουν. και κρότους έχουν κ' ευωδιαίς η αυλή και όλο τα δώμα 10 ολήμερα, και ολονυκτής με ταις σεμναίς συμβίαις κοιμούντ' εκείν' εις τάπηταις και εις τορνευμέναις κλίναις. 'ς την πόλιν αυτών ήλθαμε και εις τα λαμπρά παλάτια, ολόκληρο μ' εξένιζε φεγγάρι, και, ως μ' ερώτα, ένα προς ένα τώλεγα με τάξι εγώ, την Τροία, 15 και τ' άρμενα των Αχαιών και την επιστροφή τους. αλλ' ότ' εζήτησα κ' εγώ να με ξεπροβοδήση, πρόθυμος το προβάδισμα μού ετοίμασεν εκείνος• έκδαρε βώδι εννηάχρονο και μώδωοε τ' ασκί του, κ' έδεσε μέσα ταις ορμαίς των ηχηρών ανέμων, 20 τι των ανέμων φύλακα τον έκαμε ο Κρονίδης, όποιον εκείνος βουληθή να πάυ' ή να σηκόνη. με λαμπρό σύρμα το 'δεσε 'ς του καραβιού το βάθος, ολάργυρο, μη κάπουθεν άχνη περάση ολίγη. κ' εμ' έστειλε του Ζέφυρου το πνεύμα να οδηγάη 25 εμάς και τα καράβια μας• αλλά να το τελειώση δεν έμελλε• εχαθήκαμεν από την αγνωσιά μας.

Ημέραις εννηά πλέαμεν, άκοπα νύκτα ημέρα, και την δεκάτην άρχιζε να φαίνεται η πατρίδα, κ' εβλέπαμ' ήδη ταις φωτιαίς όπ' έκαιαν οι ποιμένες. 30 'ς ύπνο τότ' έπεσα γλυκόν, σβυμμένος απ' τον κόπο, τι κανενός δεν άφησα, αλλ' απ' αρχής κρατούσα τον πόδα, όπως ταχύτερα φθάσουμε 'ς την πατρίδα. άρχισαν να συνομιλούν ωστόσο οι σύντροφοί μου• 'πώφερνα σπίτι ενόμιζαν ασήμι και χρυσάφι, 35 'που έμενα τάχ' ο Αίολος εχάρισ' ο γενναίος. και κάποιος προς τον σύντροφο σιμά του εστράφη κ' είπε• «Θε μου, πώς είναι αγαπητός παντού και δοξασμένος τούτος εις όποιαν χώραν πα, και εις όποιο μέρος φθάνη. και λάφυρα πολύτιμα και πλήθια από την Τροία 40 φέρνει, κ' εμείς 'που εκάμαμε μ' αυτόν τον ίδιο δρόμο μ' αδειανά χέρια γέρνουμε 'ς την ποθητήν πατρίδα. και τούτα τώρ' ο Αίολος του εδώρησε γι' αγάπη• αλλ' έρχεσθ' εδώ γλήγορα τι να είναι αυτά να ιδούμε, πόσο χρυσάφι μες τ' ασκί και πόσο υπάρχει ασήμι». 45

Είπαν και η κακή νίκησεν η γνώμη των συντρόφων. το λύσαν, και όλοι εξ' ώρμησαν οι άνεμοι κ' επήρε αυτούς ο ανεμοστρόβιλος μακράν απ' την πατρίδα εις τα πελάγη, κ' έκλαιαν• τινάχθηκ' απ' τον ύπνο, και μες την ακριμάτιστη ψυχή μου εγώ μετρούσα 50 ή από την πλώρη να ριχτώ και να σβυσθώ 'ς το κύμα, ή να υποφέρω αμίλητα και εις την ζωή να μείνω. είπα να μείνω 'ς την ζωή και μέσα εις το καράβι κειτόμουν ολοσκέπαστος• και η τρικυμιά τα πλοία 'ς το Αιόλιο γύρισε νησί, και οι σύντροφοι εστενάζαν. 55

Βγήκαμε τότε και νερόν επήραμε από βρύσι, και οι σύντροφοι εγευμάτισαν προς τα γοργά καράβια. και το φαγί και το πιοτόν άμ' ευφρανθήκαμ' όλοι, κίνησα με τον κήρυκα και μ' έναν των συντρόφων προς τα εύμορφα τα δώματα του Αιόλου, και τον ηύρα 60 'πώτρωγε με την σύντροφο και μ' όλα τα παιδιά του. και άμα εις το δώμα εφθάσαμε, 'ς της θύρας το κατώφλι καθίζαμεν εθαύμαζαν εκείνοι κ' ερωτούσαν «πώς ήλθες; ποια μοίρα κακή σ' ευρήκεν, Οδυσσέα; πρόθυμα εμείς σ' εστείλαμε 'ς την ποθητήν πατρίδα 65 να φθάσης, εις το δώμα σου, και όπου η ψυχή σου θέλει».

Αυτά 'παν• τότε απάντησα με την καρδιά θλιμμένη• «μ' έβλαψαν σύντροφοι κακοί και ολέθριος ύπνος άμα• αλλ' έχετε την δύναμι και σώσετέ με, ω φίλοι».

Με τέτοια λόγια θέλησα να τους καταπραΰνω. 70 εκείνοι έμειναν άφωνοι, και απάντησε ο πατέρας• «γκρεμίσου ευθύς απ' το νησί, όνειδος των ανθρώπων. τι κρίμα τώχω να δεχθώ ή να ξεπροβοδήσω άνδρα, 'που οι μάκαρες θεοί μισούν και κατατρέχουν• γκρεμίσου, αφού 'δω σ' έστειλεν η οργή των αθανάτων». 75 είπε και μ' έδιωξεν ευθύς, κ'εγώ βαρειά βογγούσα.

Εκείθ' επλέαμεν εμπρός, με την ψυχή θλιμμένη. κ' οι άνδρες όλοι εδείλιαζαν βαρειά λαμνοκοπώντας, χαμένα, ότι δεν φαίνονταν η επιστροφή μας πλέον. και ημέραις έξι πλέοντας άκοπα, την εβδόμη 80 'ς την υψηλήν εφθάσαμεν ακρόπολι του Λάμου Λαιστρυγονιά Τηλέπυλην, όπου βοσκός, 'που μπαίνει, βοσκόν, 'που βγαίνει, χαιρετά και τούτος του απαντάει. άνθρωπος άυπνος ουτού μισθούς θα 'παιρνε δύο, τον έναν βώδια βόσκοντας, αρνιά λευκά τον άλλον, 85 τι έχουν τους δρόμους των εγγύς η νύκτ' αυτού και η 'μέρα. 'ς τον εύμορφον εμπήκαμε λιμένα, 'που από βράχους κλειέται υψηλούς ολόγυρα 'ς το 'να και 'ς τ' άλλο πλάγι, και άκραις ξεβγαίνουν πετακταίς αντίκρ' η μια της άλλης 'ς την θάλασσα, κ' έχει στενό το στόμα του ο λιμένας. 90 εκεί μέσ' όλοι ωδήγησαν τα ισόπλευρα καράβια. και τούτα μέσα εδέθηκαν εις τον βαθύ λιμένα, σύνεγγυς όλα, ότι ποτέ δεν φούσκονε αυτού κύμα ούτε μεγάλο, ούτε μικρό, αλλ' άσπρη έχει γαλήνη• εγώ μόνος εκράτησα έξω το μαύρο πλοίο 95 αυτού 'ς την άκρα, κ' έδεσα 'ς τον βράχο το σχοινί του. και ανέβηκα κ' εστάθηκα εις κορυφήν πετρώδη, και ούτ' έργα εφαίνονταν βωδιών αυτού και ούτ' έργ' ανθρώπων. τον καπνό μόνον βλέπαμε, 'που από την γην επήδα. τότε συντρόφους έστειλα να υπάγουν και να μάθουν 100 ποιοι σιτοφάγοι άνθρωποι 'ς την γην εκείνην ήσαν, δυο διαλεκτούς, και κήρυκα μ' αυτούς έσμιξα τρίτον. τον δρόμον ακολούθησαν εκείνοι, όπου τ' αμάξια τα ξύλ' άπ' τα υψηλά βουνά 'ς την πόλιν καταιβάζαν, και άντεσαν νέαν, πώπαιρνε νερόν εμπρός 'ς την πόλι 105 του Αντιφάτη, βασιληά των Λαιστρυγόνων, κόρη. κατέβ' η νέα 'ς την λαμπρή πηγή, την Αρτακία, ότι απ' εκείνην έφερναν όλοι νερό 'ς την πόλι. την επλησίασαν αυτοί, της μίλησαν, κ' ερώταν ποιος είν' εκείνων βασιληάς, και ποιους εξουσιάζει. 110 και η κόρη ευθύς τους έδειξε το δώμα του πατρός της. εις το παλάτι ως έφθασαν την σύντροφόν του ευρήκαν, 'που ως κορφοβούν' ήτο υψηλή, και τους επήρε φρίκη. έκραξε από την σύνοδον τον άνδρα της εκείνη, τον Αντιφάτην, οπού ευθύς να τους χαλάση εσκέφθη. 115 άρπαξε αμέσως κ' έφαγεν τον έναν των συντρόφων• οι άλλοι δυο πετάχθηκαν και 'ς τα καράβια φθάσαν. και αυτός 'ς την πόλι σήκωσε βοή, και οι Λαιστρυγόνες, ως άκουσαν, οι δυνατοί κείθε κ' εδώθ' ερχόνταν άπειροι, και δεν ώμοιαζαν ανδρών αλλά Γιγάντων. 120 και με πέτραις αβάστακταις των βράχων απ' ταις άκραις κτυπούσαν και άρχισε κακός εις τα καράβια κρότος, οι άνδρες ως φονεύονταν κ' εσπώνταν τα καράβια. και ως ψάρια τους καμάκιζαν και, άθλιο φαγί, τους παίρναν. και αυτούς ενώ ξολόθρευαν εις τον βαθύ λιμένα, 125 απ' το πλευρό μου έσυρα το ακονητό σπαθί μου κ' έκοψα τα πρυμόσχοινα του μαυροπλώρου πλοίου• και τους συντρόφους πρόσταξα να πέσουν 'ς τα κουπία να φύγουμε απ' τον όλεθρο, κ' εκείνοι τρομασμένοι όλοι ενταυτώ με τα κουπιά την θάλασσαν ταράξαν. 130 κ' ευφρόσυνα εις το πέλαγος έφυγε από τους βράχους τους κρεμαστούς το πλοίο μου• τ' άλλ' όλ' αυτού χαθήκαν.

Θλιμμένοι επλέαμεν εμπρός, μακράν από τον χάρο πρόθυμ', αλλά των ποθητών συντρόφων στερημένοι. και 'ς την Αιαία φθάσαμε την νήσο, 'που εκατοίκα 135 η Κίρκ' η καλοπλέξουδη, δεινή θεά, φωνούσα, του κακοβούλου αυτάδελφη του Αιήτη• και τους δύο Ήλιος ο κοσμοφωτιστής εγέννησε και η Πέρση, εκείνη, 'που του Ωκεανού πάλ' ήταν θυγατέρα. και αυτού 'ς την άκρη αράξαμε σιγά σιγά το πλοίο 140 μέσα εις λιμέν' ακίνδυνον θεός μας ωδηγούσε. βγήκαμ' αυτού κ' εμείναμε δυο 'μέραις και δυο νύκταις, και την καρδιά μας έτρωγεν η μέριμνα και ο κόπος. αλλ' ότε η καλοπλέξουδη Ηώ την τρίτη ημέρα έφερε, το κοντάρι μου και το μαχαίρι επήρα, 145 και απ' το καράβι ογλήγορα 'ς αγνάντιο βγήκ' επάνω, έργα θνητών ίσως ιδώ και την φωνήν ακούσω• ανέβηκα κ' εστάθηκα εις κορυφή πετρώδη, και απ' την ευρύχωρη την γη καπνός μου εφανερώθη, της Κίρκης εις τα μέγαρα, 'ς τα πυκνωμένα δάση. 150 και αμέσως εγώ μέτρησα 'ς τα βάθη της ψυχής μου, τον μαύρον άμ' είδα καπνόν, να υπάγω εκεί να μάθω. κ' εύρηκα συμφερώτερο να καταιβώ εγώ πρώτα 'ς το πλοίο μου, 'ς της θάλασσας την άκρα, και αφού δώσω το γεύμα εις τους συντρόφους μου, να στείλω αυτούς να μάθουν. 155 αλλ' όταν εις το ισόπλευρο καράβ' είχα σιμώσει, των θεών κάποιος τότ' εμέ τον έρμον ελυπήθη, κ' ελάφ' υψηλοκέρατο μεγάλο αυτού 'ς τον δρόμο μώστειλε, οπού 'ς τον ποταμόν απ' την βοσκή του λόγγου να ποτισθή κατέβαινεν ο ήλιος το 'χε ανάψει. 160 κει, 'πώβγαινε, το κτύπησα 'ς το ραχοκόκκαλό του, και απ' τ' άλλο μέρος πέρασε το χάλκινο κοντάρι. χάμου βογγώντας έπεσε, κ' επέταξε η πνοή του• επάτησά το κ' έσυρα το χάλκινο κοντάρι μέσ' από την λαβωματιά, και απόθωσά το χάμου. 165 και αφού γύρωθε ανέσπασα και βούρλα και λυγέρια, κ' έπλεξα όσο μιαν ορυιά σχοινί καλοστριμμένο απ' τα δυο μέρη, κ' έδεσα του τέρατος τα πόδια, το 'φερνα κατατράχηλα, κ' επήγαινα 'ς το πλοίο, 'ς τ' ακόντι στηριζόμενος• τέτοιο θεριό μεγάλο 170 να φέρω δεν θα δύνομουν 'ς τον ώμο μ' ένα χέρι. εμπρός 'ς το πλοίο το 'ριξα• κ' εσήκωσα τους φίλους, καθέναν πλησιάζοντας με λόγια μελωμένα• «ω φίλοι, αν και περίλυποι, δεν θέλει καταιβούμε 'ς τον Άδη, πριν έλθη για μας η ώρα του θανάτου. 175 αλλ' όσο βρώσι και πιοτό δεν λείπουν 'ς το καράβι, ας θυμηθούμε το φαγί, να μη μας φθείρ' η πείνα».

Οι λόγοι μου τους έπεισαν, κ' ευθύς ξεσκεπασθήκαν, και αυτού 'ς την άκρη βγαίνοντας της άτρυγης θαλάσσης, το ελάφι εκείνο θαύμαζαν, θεόρατο θερίο• 180 και αφού το καλό θέαμα θωρώντας ευφρανθήκαν, χερονιφθήκαν κ' έκαμαν λαμπρότατο τραπέζι.

Αυτού τότ' εκαθόμασθεν, ολήμερα ως το δείλι μ' άφθονο κρέας, με κρασί γλυκό, φαγοποτώντας. και ο ήλιος άμ' εβύθισε κ' ήλθε κατόπ' η νύκτα, 185 αναπαυθήκαμεν εμείς 'ς την άκρα της θαλάσσης. εφάν' η ροδοδάκτυλη Ηώ του όρθρου κόρη, κ' έκαμα εγώ συνάθροισι και μέσα εις όλους είπα• «ω σύντροφοί μου αγαπητοί και λυπημένοι, ακούτε• που είν' η αυγή δεν ξεύρουμε και που το σκότος είναι, 190 το μέρος όπου ο φωτιστής ο ήλιος βασιλεύει, κ' εκείν' όπου σηκόνεται• πλην ας σκεφθούμε τώρα κάποι' αν υπάρχει μηχανή• κ' εγώ δεν την ευρίσκω. ότι απ' αγνάντιο πετρωτόν εγώ την νήσον είδα, 'που ωσάν στεφάνι απέραντος την περιζώνει ο πόντος. 195 κείτεται η νήσος χαμηλή, και μες την μέση εκείνης είδα καπνόν ανάμεσα 'ς τα πυκνωμένα δάση».

Κ' εκείνοι εκαρδιοκόπηκαν, τα έργα ως ενθυμούνταν, 'που ο Λαιστρυγόνας έπραξεν ο άγριος Αντιφάτης, κ' η αμάλακτη του Κύκλωπα καρδιά του ανθρωποφάγου. 200 σφικτά να κλαίουν άρχισαν, δάκρυα πικρά να χύνουν, αλλά δεν είχαν όφελος απ' το παράπονό τους. κ' εγώ απ' αυτούς ισάριθμαις εμόρφωσα δυο τάξες και δυο τους έβαλ' αρχηγούς• της μιας την αρχηγία εγώ 'λαβα, ο θεόμορφος Ευρύλοχος της άλλης• 205 εις χάλκινο περίκρανο τινάξαμε τους κλήρους, και του Ευρυλόχου εβγήκ' ευθύς ο κλήρος του γενναίου. κίνησε αυτός με εικοσιδυό συντρόφους, 'π' όλοι εκλαίαν, κ' εμείς, 'που οπίσω εμέναμεν, εκλαίαμ' ως εκείνοι. ηύραν εις τόπον ανοικτόν, 'ς της λαγκαδιάς την μέση, 210 ωραία μαρμαρόκτιστα τα μέγαρα της Κίρκης. και λύκους είδαν ορεινούς τριγύρω και λεοντάρια, οπού με κακά βότανα τα 'χε μαγεύσει εκείνη. ουδ' ώρμησαν επάνω τους, αλλ' όλοι εσηκωθήκαν, και τους επεριχαίρονταν με ταις μακρυαίς ουραίς των. 215 και ως από γεύμ' ότ' έρχεται, με την ουράν οι σκύλοι τον κύριον περιχαίρονται, γλυκάδια καρτερώντας, όμοια τους περιχαίρονταν οι λέοντες και οι λύκοι. τρόμαξαν κείνοι βλέποντας τα φοβερά θερία, και 'ς της καλόκομης θεάς τα πρόθυρα εσταθήκαν. 220 και άκουαν την Κίρκη μέσαθεν, 'που γλυκοτραγουδούσε, και άφθαρτον ύφαινε πανί, μέγα, λαμπρόν, ως είναι όλα τα έργα των θεών, ψιλά, χαριτωμένα. τότε ο Πολίτης ο αρχηγός, απ' όλους τους συντρόφους ο φίλος μου ο πιστότερος, 'ς αυτούς άρχισε κ' είπε• 225 «κάποια κει μέσα, φίλοι μου, πανί μεγάλο υφαίνει και τραγουδά γλυκύτατα, 'που ηχολογάει το δώμα, είτε θεά 'ναι, είτε θνητή• και ας κράξουμε ν' ακούση».

Είπε, κ' εκείνοι εφώναξαν σφικτά και την εκράξαν. και αυτή πετάχθη και άνοιξε ταις φωτοβόλαις θύραις, 230 και τους καλούσε• αστόχαστα κατόπι επήγαν όλοι• έμειν' οπίσ' ο Ευρύλοχος, ότι εδοκήθη απάτην. και μέσ' αυτή τους οδηγεί, εις θρόνους τους καθίζει, και τους ζυμόνει μ' άλευρα τυρί και ξανθό μέλι με κρασί Πράμνειο• κ' έσμιγεν εις το φαγί βοτάνια 235 φθοροποιά, να λησμονούν καθόλου την πατρίδα. και ως το 'δωσε και το 'πιαν, τους κτύπησεν εκείνη με ραβδί 'που 'χε, κ' έκλεισεν αυτούς 'ς ταις χειρομάνδραις. κ' εκείνοι χοίρων κεφαλαίς, φωνή, και τρίχαις είχαν, και όλο το σώμ', αλλ' έμεινεν ο νους ως ήταν πρώτα. 240

Εκεί 'ς ταις μάνδραις έκλαιαν, και αυτών έρριξε η Κίρκη να φάγουν πρινοβάλανα, ακράνια, βαλανίδια, εκείνα, οπ' όλα είναι τροφή των χαμοκοίτων χοίρων. κ' έγυρ' ευθύς ο Ευρύλοχος 'ς το μελανό καράβι, να ειπή την μαύρη συμφορά, 'που τους συντρόφους ηύρε. 245 και ο πόνος ως τον έπνιγε, να βγάλη από τα χείλη λόγο δεν εκατόρθονε• τα μάτια του εγεμίζαν δάκρυα, και μόνον κλάμματα είχε η ψυχή του εμπρός της. αλλ' ότε όλοι ερωτήσαμεν εκείνον με απορία, τοτ' εδιηγήθη την φθορά των θλιβερών συντρόφων• 250 «'ς τα δάση, ως είπες, πήγαμε, λαμπρότατε Οδυσσέα, κ' ηύραμε μέγαρα λαμπρά και μαρμαροκτισμένα, εις τόπον ολοφάνερο, 'ς της λαγκαδιάς την μέση. κάποια κει μέσα, υφαίνοντας μέγα πανί, τραγούδα, είτε θεά 'ναι, είτε θνητή• κ' εκείνοι την φωνάξαν, 255 και αυτή πετάχθη και άνοιξε ταις φωτοβόλαις θύραις, και τους καλούσε• αστόχαστα κατόπι επήγαν όλοι. απάτην εδοκήθηκα κ' έμεινα οπίσω μόνος. κ' εκείνοι ανεμοκάηκαν όλοι μαζή και ουδ' ένας εφάνη πλειά, κ' έμεινα εγώ πολληώρα καρτερώντας». 260

Αυτά 'πε, και εις τους ώμους μου κρέμασα εγώ το ξίφος χάλκινο, ασημοκάρφωτο, μέγα, και ομού το τόξο, κ' εκείνον πάλι επρόσταξα τον δρόμο να μου δείξη. τα γόνατά μου αγκάλιασεν αυτός παρακαλώντας, και κλαίοντας μου ωμίλησε με λόγια πτερωμένα• 265 «άφες μ' εδώ, διόθρεφτε• κει πέρα μη με σύρης, τι δεν θα γύρης ούτε συ, το ηξεύρω, ούτε θα φέρης κανέναν των συντρόφων σου• πλην γλήγορα με τούτους ας φύγουμ', όσο είναι καιρός να φυλαχθούμε ακόμη».

Αυτά πε, κ' εγώ προς αυτόν απάντησα και είπα• 270 «κάθιζ', Ευρύλοχε, συ αυτού, να τρώγης και να πίνης, 'ς τον τόπο όπου ευρίσκεσαι, σιμά 'ς το μαύρο πλοίο• εγώ θα υπάγω• φοβερή με υποχρεόνει ανάγκη».

Και απ' το καράβι ανέβηκα κ' από το περιγιάλι. και ότ' έφθασα διαβαίνοντας την ιερή λαγκάδα, 275 σιμά 'ς της πολυβότανης Κίρκης το μέγα δώμα, τότε ο χρυσόρραβδος Ερμής, 'ς το δώμα ενώ κινούσα, εμπρός μου εφάνη ως άγουρος 'π' σκροφυτρόνει τρίχαις, κ' είναι ο καιρός 'που' φαίνεται της νειότης όλ' η χάρι• ήλθε, το χέρι μώσφιξεν, ωνόμασέ με κ' είπε• 280 «πάλιν, ω δύστυχε, πού πας 'ς τα όρη μέσα μόνος, του τόπου ανήξερος; κ' εδώ 'ς της Κίρκης τους κρυψιώναις τους στερεούς οι φίλοι σου 'σαν χοίρ' είναι κλεισμένοι• και αυτούς να λύσης συ θα πας κει μέσα• αλλά πιστεύω δεν θα γυρίσης, αλλ' αυτού θα μείνης 'που 'ναι οι άλλοι. 285 αλλ' από τέτοιον όλεθρον εγώ θα σε λυτρώσω• έμπα με τούτο το καλό βοτάνι, οπού σου δίδω, της Κίρκης μες τα δώματα, και αυτό θα σε φυλάξη. και όλα τα ολέθρια θα σου ειπώ σοφίσματα της Κίρκης• μίγμα θα φθειάση και εις αυτό βοτάνια θα σου ρίξη• 290 αλλά τα μάγια της εσέ να πιάσουν δεν θ' αφήση το βότανό μου το καλό• και μάθε τ' άλλ' ακόμη• άμ' έλθ' η Κίρκη με μακρύ ραβδί να σε κτυπήση, απ' το πλευρό σου σύρ' ευθύς τ' ακονητό σπαθί σου, 'ς την Κίρκη ρίξου ως άνθρωπος, 'που αίμα ορμά να χύση• 295 θα φοβηθή, και θα σου ειπή να κοιμηθής μαζή της• πρόσεχε τότε, της θεάς μην αρνηθής την κλίνη, τους φίλους σου όπως λύση αυτή και σε καλοξενίση• αλλά να ομόση ζήτησε θεών των μέγαν όρκο, ότι άλλο ενάντια σου κακό δεν θα σκεφθή κανένα, 300 μήπως ανδρειά και δύναμιν, ως γυμνωθής, σου πάρη».

Είπε, και ανέσπασε απ' την γη το βόταν' ο Αργοφόνος, μου το 'δωσε και μώδειξε το κάθε ιδίωμά του• η ρίζα του είναι ολόμαυρη, λευκόν ως γάλα τ' άνθος. μώλυ το λέγουν οι θεοί• κακά το ξεριζόνει 305 άνδρας θνητός• αλλ' ημπορούν οι αθάνατοι τα πάντα.