Ομήρου Οδύσσεια Τόμος Β

Part 3

Chapter 3 96 words Public domain Markdown

Τούτα έψαλνεν ο ξακουστός αοιδός, και ο Οδυσσέας έλυονε, και τα δάκρυα 'ς τα μάγουλα του ερρέαν. και ως κλαίοντας τον άνδρα της γυνή περιλαμβάνει, 'πώπεσ' εμπρός 'ς τα τείχη του και εις τους λαούς να σώση την πόλι και τα τέκνα του απ' την κακήν ημέρα, 525 και, ως βλέπει αυτόν οπού σπαρνά 'ς το ψυχομάχημά του, αυτή ριμμένη επάνω του θρηνολογεί, κ' εκείνοι την ράχη και τους ώμους της κτυπώντας με τ' ακόντι, την σέρνουν εις τα βάσανα, 'ς τα πάθη της δουλείας, και αυτής ο πόνος ο πικρός τα μάγουλα μαραίνει• 530 όμοια τότ' έρρεαν πικρά τα δάκρυα του Οδυσσέα. και όλων των άλλων έμεναν τα δάκρυα του κρυμμένα• μόνος τον εκατάλαβεν ο Αλκίνοος, 'που καθόνταν σιμά του, και τον άκουσε να βαρυαναστενάζη• και εις τους ναυτικούς Φαίακαις ευθύς εκείνος είπε• 535 «Ακούσετ', όλ' οι αρχηγοί και άρχοντες των Φαιάκων• ν' αφήσ' ήδη ο Δημόδοκος την ηχηρήν κιθάρα, ότι μ' αυτά, 'που τραγουδεί, δεν καλοαρέσ' εις όλους• 'ς το δείπνο αφού καθίσαμε και άρχισ' ο αοιδός ο θείος, απ' το πικρό παράπονο δεν έχει παύσει ο ξένος• 540 πόνος μεγάλος την καρδιά, θαρρώ, του καταθλίβει. άρα να μείν' ο αοιδός, όπως χαρή και ο ξένος μ' εμάς, 'που τον ξενίζουμε, και τούτο θέλ' η τάξι. όλα γι' αγάπην έγειναν του σεβασμίου ξένου, προβάδισμα, χαρίσματα, 'που τον φιλοδωρούμε. ότ' είναι ως άλλος αδελφός ο ξένος και ο ικέτης 545 του ανδρός, όπ' έχει 'ς την καρδιάν αίσθησι καν ολίγη. όθεν και συ μην προσπαθής με τέχνη να μας κρύψης ό,τι ερωτώ σε• είναι καλό να μας το φανερώσης. τ' όνομα ειπέ, 'που σ' έκραζαν εκεί πέρα οι γονείς σου, 550 κ' οι άλλοι εκεί 'ς την πόλι σου, και οι γείτονες τριγύρω. ότι ανονόμαστος κανείς δεν είναι των ανθρώπων, 'ς τον κόσμον άμα γεννηθή, μικρός είν' είτε μέγας, αλλ' όλων, άμα ιδούν το φως, το βγάζουν οι γονείς τους. και ειπέ μου την πατρίδα σου, τον δήμο, και την πόλι, 555 όπως τα πλοία στρέφοντας εκεί την νόησί τους σε φέρουν• ότ' οι Φαίακες δεν έχουν κυβερνήταις, ούτε πηδάλια αυτά βαστούν, ως έχουν τ' άλλα πλοία• αλλά την γνώμην εννοούν, τα φρένα των ανθρώπων. ταις χώραις, τους παχείς αγρούς της οικουμένης όλης 560 γνωρίζουν, και της θάλασσας περνούν το μέγα στόμα γοργότατα, 'ς την καταχνιά, 'ς την συννεφιά κρυμμένα, ουδέ ποτέ τους να χαθούν ή να βλαφθούν φοβούνται. μόνον τούτ' άκουσ' άλλοτε, 'πώλεγεν ο πατέρας Ναυσίθοος, ότι εφθόνεσεν εμάς ο Ποσειδώνας, 565 'που 'ς την πατρίδ' ακίνδυνα ξεπροβοδούμεν όλους• ότι ο θεός έν' εύμορφο καράβι των Φαιάκων, ως γέρνει από προβάδισμα ποτέ, 'ς το μαύρο κύμα, θα κρούση και την πόλι μας μ' όρος θα κλείση μέγα• τούτά 'πε ο γέρος, και ο θεός ή θέλει τα ενεργήση, 570 ή μένουν ανενέργητα, καθώς αρέσει εκείνου. αλλ' έλα τώρα θέλησε σωστά να μου αναφέρης τα μέρη όπου πλανήθηκες, τους τόπους όπου εβγήκες, ταις χώραις ταις καλόκτισταις κ' εκείνων τους κατοίκους, και όσοι απ' αυτούς ήσαν κακοί, άγριοι και όχι δίκαιοι, 575 και όσοι φιλόξενοι και αυτών θεόφοβ' ήτο η γνώμη. και ειπέ τι τόσ' οδύρεσαι οπόταν των Αργείων των Δαναών το πάθημα ακούσης και του Ιλίου. κείνο το έκαμαν οι θεοί, κ' έκλωσαν των ανθρώπων όλεθρον μέγαν, να το ειπούν κ' οι απόγονοι τραγούδι. 580 μη συγγενής σου έπεσε 'ς τα τείχη εμπρός του Ιλίου, άξιος, γαμβρός, ή πενθερός; στενότατ' είναι τούτοι, κατόπι από το αίμα μας και από την γενεά μας. ή κάποιος σύντροφος λαμπρός, εγκαρδιακός σου φίλος, έπεσε; ότι 'ς την γνώμη μου κατώτερος δεν είναι 585 απ' αδελφόν φίλος με νου και γνώσι προικισμένος».

Ραψωδία I

Τότε ο πολύγνωμος 'ς αυτόν απάντησε Οδυσσέας• «Μεγάλε Αλκίνοε, 'ς τους λαούς λαμπρέ και αγαπημένε, τω όντι τούτο είν' εύμορφο, τέτοιον αοιδόν ν' ακούης, ως είναι αυτός, 'που των θεών εις την φωνήν ομοιάζει. ότι δεν βλέπω 'ς την ζωή τερπνότερ' άλλο τέλος, 5 παρ' όταν όλος ο λαός 'ς την ευφροσύνη πλέει, και τον αοιδόν 'ς τα δώματα ακούν οι καλεσμένοι αραδικώς καθήμενοι, με τράπεζαις γεμάταις τον άρτον και τα κρέατα, και απ' τον κρατήρα παίρνει ο κεραστής κρασί γλυκό και 'ς τα ποτήρια χύνει• 10 απ' όλα τ' ωραιότερον ότ' είναι αυτό λογιάζω. αλλά τα πολυστένακτα κακά μου να ερευνήσης σου 'πε η ψυχή σου, όπως εγώ βαρύτερα στενάζω. τώρα τι πρώτο, τ' ύστερον εγώ να σου ιστορίσω; ότ' οι επουράνιοι θεοί κακά πολλά μου δώσαν. 15 και πρώτα θα ειπώ τ' όνομα, όπως και σεις ακόμη το μάθετε, και όπως εγώ, τον χάρο αν ξεφύγω, φίλος σας μένω ξενικός, και πέρ' αν κατοικάω. εγώ 'μαι ο δολομήχανος Λαερτιάδης Οδυσσέας, και από την γη 'ς τους ουρανούς η δόξα μου έχει φθάσει. 20 και κατοικώ την ηλιακήν Ιθάκη, 'π' όρος έχει μεγάλο κινησίφυλλο, το Νήριτο, και γύρω νησιά πολλά, και σύνεγγυς το 'να με τ' άλλο, υπάρχουν, Δουλίχιο, Σάμη, Ζάκυνθος η πολυδενδρωμένη• κείνη 'ς το πέλαο χαμηλή βαθειά την δύσι βλέπει, 25 και όλαις η άλλαις χωριστά προς της αυγής τα μέρη• πετρώδης, αλλ' ανδρών καλή βυζάστρα• κ' εγώ άλλο πράγμα δεν δύναμαι να ιδώ γλυκότερο απ' την γην μου. και ιδές, μ' εκράτ' η Καλυψώ, σεπτή θεά, μεγάλη, 'ς τα κοίλα σπήλαια, και άνδρας της επόθει να της ήμαι• 30 όμοια και η Κίρκη εκράτει με, η δολερή Αιαία, 'ς τα μέγαρά της, και άνδρας της επόθει να της ήμαι• αλλά ποτέ δεν έπεισαν 'ς τα στήθη την ψυχή μου. αχ! τίποτε γλυκότερο δεν έχει απ' την πατρίδα και απ' τους γονείς ο άνθρωπος, και σπίτι ευτυχισμένο 35 εις ξένην γην αν κατοικεί μακράν απ' τους γονείς του. τώρ' άκουσε το θλιβερό ταξείδι, 'που εις εμένα, ως απ' την Τροίαν έγερνα, διώρισεν ο Δίας.

Απ' το Ίλιο μ' έφερ' άνεμος 'ς την άκραν των Κικόνων, την Ίσμαρο• κ' εξέκαμα την πόλι και τους άνδραις• Και όσαις γυναίκαις πήραμε και πλούτη από την πόλι, 40 ίσια τα μοιρασθήκαμε να μη κλαυθή κανένας. και τότ' εγώ να φύγουμεν εκείθ' ευθύς με βία παρακινούσα, αλλ' οι μωροί ν' ακούσουν δεν ήθελαν. και αυτού πίνονταν άδολο κρασί πολύ, κ' εσφάζαν 45 εις τ' ακρογιάλι αρνιά πολλά και στριφοπόδα βώδια. πήγαν ωστόσο οι Κίκονες τους Κίκοναις να κράξουν, γείτοναις, 'που πλειότεροι και ανδρειότεροι απ' εκείνους εκατοικούσαν 'ς την στερηά, και απ' τ' άλογα εγνωρίζαν να πολεμούν, ή και πεζοί, αν το 'θελεν η ανάγκη. 50 τόσ' ήλθαν, όσ' η άνοιξι φύλλα φυτρόνει και άνθη, πρωί• τότ' ήλθε του Διός μοίρα κακή κοντά μας των δύστυχων, όπ' έμελλε πολλά να φέρη πάθη. την μάχη στήσαν και άρχισαν προς τα γοργά καράβια, και απ' τα δυο μέρη ερρίχνονταν τα χάλκινα κοντάρια. 55 και όσ' ήτο αυγή και τ' άγιο φως αύξαινε της ημέρας, προς τους πολλούς τον πόλεμον κρατούσαμεν οι ολίγοι• αλλ' άμ' ο ήλιος έγερνεν, όταν τα βώδια λυώνται, τους Αχαιούς εσύντριψαν οι Κίκονες κ' εσπρώξαν. έξι ανδρειωμένοι σύντροφοι μέσ' από κάθε πλοίο 60 χάθηκαν και απ' τον θάνατον σωθήκαμεν οι άλλοι. θλιμμένοι εμπρός επλέαμεν, μακράν από τον χάρο πρόθυμ', αλλά των ποθητών συντρόφων στερημένοι. αλλά δεν μου ξεκίνησαν τα ισόμετρα καράβια, πριν τρεις φωνάξουμε φοραίς τους άμοιρους συντρόφους, 65 όσους 'ς τον κάμπον έστρωσαν τ' ακόντια των Κικόνων. και ο Δίας μας εσήκωσεν ο νεφελοσυνάκτης ζάλην φρικτήν απ' τον Βορηά, κ' ετύλιξε 'ς τα νέφη πόντον και γην, κ' εχύθηκεν απ' τον αιθέρα νύκτα• κ' έτρεχαν επικέφαλα, και τα πανιά τους όλα 70 έσχισεν, ετετάρτιασεν η δύναμι του ανέμου, κάτω τα εσύραμεν ευθύς, μη μας καταποντίσουν, και λάμνοντας εφέραμεν εις την στερηά τα πλοία. ασάλευτοι αυτού μείναμε δυο 'μέραις και δυο νύκταις, και την καρδιά μας έτρωγεν η μέριμνα και ο κόπος. 75 η τρίτη ως έλαμψεν αυγή, τα κάτασπρα πανία εις τα κατάρτια απλώσαμε, καθίσαμε και ωδήγαν τα πλοία μας ο άνεμος ομού και οι κυβερνήταις. και άβλαπτος τότε θα' φθανα 'ς την ποθητήν πατρίδα, αλλ' ως τον Μαληά γύριζα, το κύμα και το ρεύμα 80 και ο Βορηάς πολύ μακράν μ' έδιωξαν των Κυθήρων. κατόπιν άνεμοι κακοί μ' έδερναν εννηά 'μέραις, 'ς την ιχθυοφόρα θάλασσαν ήλθαμε την δεκάτη των Λωτοφάγων εις την γη, 'πώχουν τροφή τους άνθη. 'ς την γην εβγήκαμε, νερό επήραμε από βρύσι, 85 και οι σύντροφοι εγευμάτισαν προς τα γοργά καράβια. και το φαγί και το πιοτό άμα ευφρανθήκαμ' όλοι, τότε συντρόφους έστειλα, να υπάγουν και να μάθουν ποιοι σιτοφάγοι άνθρωποι 'ς την γην εκείνην ήσαν, δύο διαλεκτούς, και κήρυκα μ' αυτούς έσμιξα τρίτον. 90 επήγαν κ' επλησίασαν τους Λωτοφάγους άνδραις, και τούτοι των συντρόφων μας κακό δεν μελετούσαν κανένα, αλλά τους έδωσαν λωτό να δοκιμάσουν. και άμα εγευόνταν τον καρπό, 'που ήταν γλυκός 'σαν μέλι, να γύρουν πλειά δεν έστεργαν, ουδ' είδησι να φέρουν. 95 αλλά να μένουν ήθελαν σιμά των Λωτοφάγων, λωτό να τρώγουν, την γλυκειά πατρίδα λησμονώντας. εις τα καράβια εγώ με βια τους γύρισα κ' εκλαίαν, και εις τα ζυγ' αποκάτωθε τους έσυρα δεμένους. ν' αναιβούν τότ' επρόσταξα των άλλων των συντρόφων 100 'ς τα γοργά πλοία με σπουδή, μη κάποιος απ' εκείνους φάγη λωτό, και την γλυκειά πατρίδα λησμονήση. εμπήκαν, αραδιάσθηκαν εις τα σανίδια κείνοι, και την λευκή την θάλασσα με τα κουπιά βροντούσαν.

Εκείθ' επλέαμεν εμπρός με την ψυχή θλιμμένη. 105 και των Κυκλώπων εις την γη, των υβριστών, ανόμων, εφθάσαμε, οπού 'ς των θεών την δύναμι θαρρώντας, ούτε φυτό φυτεύουσιν, ούτε πότ' αλατρεύουν, αλλ' άσπαρτ', αναλάτρευτα, τα πάντα εκεί φυτρόνουν, σίτοι, κριθάρια, και άμπελοι, και δίδει κρασί πλήθος 110 ο μεγαστάφυλος καρπός, καθώς τον βρέχει ο Δίας. βουλών δεν έχουν αγοραίς, και νόμους δεν γνωρίζουν, αλλά ταις άκραις κατοικούν βουνών υψηλοτάτων εις βαθειά σπήλαια, και καθείς 'ς την σύντροφο, 'ς τα τέκνα είναι κριτής, ουδέποτε προσέχει προς τον άλλον. 115

Άγριον απλόνεται νησί παρέξω απ' τον λιμένα, ούτε σιμά, και ούτε μακράν της χώρας των Κυκλώπων, σύδενδρο, και αγριόγιδα 'ς εκείνο μέσα βόσκουν, αμέτρητα• ότι πάτημα δεν τα εμποδίζει ανθρώπων, ουδέ κει μπαίνουν κυνηγοί, 'που συνηθούν 'ς τα δάση 120 να δέρνωνται, αναβαίνοντας ράχαις και κορφοβούνια. ποίμνια δεν το σκεπάζουσι, και αλέτρια δεν το σχίζουν, αλλ' άσπαρτο, αναλάτρευτο, και ολόρφανο απ' ανθρώπους ολοκαιρής, είναι βοσκή 'ς τα γίδια 'που βελάζουν. τι πλοία κοκκινόπλωρα οι Κύκλωπες δεν έχουν, 125 ούτ' έχουν πλοίων ξυλουργούς, 'που εκείνων θα εμορφόναν καλόστρωτα πλεούμενα, χρήσιμα να 'ναι εις όλα, 'ς ταις πολιτείαις φθάνοντας, ως τους ανθρώπους βλέπεις το πέλαο να συχνοπερνούν απ' το 'να εις τ' άλλο μέρος• και αυτοί θα τους εσύσταιναν καλόκτιστην την νήσο. 130 κακή δεν είναι• θα 'φερνε κάθε καρπό 'ς την ώρα, ότι της λευκής θάλασσας 'ς την άκρη τα λειβάδια υγρά θωρείς και μαλακά• και άφθαρτ' αμπέλια θα 'χε• και για τ' αλέτρ' είναι ομαλή• τον σίτο 'ς τον καιρό του βαθειά πολύ θα εθέριζαν, ότ' είναι η γη παχεία. 135 κ' έχει λιμέν' ακίνδυνον, οπού σχοινιά δεν θέλει, είτε να ρίχνουν άγκυραν, είτε να δένουν πρύμη, αλλ' αραγμένοι προς την γη να μένουν, ως 'που οι ναύταις να ξεκινήσουν πρόθυμα, άμα φυσήση πρύμος. και εις του λιμένα την κορφή νερό καθάριο ρέει, 140 άντρο αποκάτω μια πηγή, και ολόγυρα έχει λεύκαις. αυτού εμπαίναμε• θεός κάποιος μας οδηγούσε, 'ς το σκότος μέσα της νυκτός, 'π' αθώρητα ήσαν όλα. ότι καταχνιά κύκλονε τα πλοία, και η σελήνη δεν έφεγγε απ' τον ουρανό και νέφη την εκρύβαν. 145 και το νησί δεν ξάνοιξε κανείς μας με τα μάτια, ουδέ τα μακρυά κύματα 'ς την γην όπως κυλούσαν είδαμε, πριν τα πλοία μας 'ς την άκρα προσαράξουν. και άμ' άραξαν, εσύραμε κατ' όλα τα πανιά τους, 'ς την γην εβγήκαμε κ' εμείς, και, αφού πήραμ' ολίγον 150 ύπνον, επεριμέναμεν η άφθαρτ' Ηώ να φέξη.

Εφάν' η ροδοδάκτυλη Ηώ του όρθρου κόρη, και το νησί θαυμάζοντας γερνούσαμε άνω, κάτω. και η νύμφαις, κόραις του Διός, απ' τα όρη ξεκινήσαν τα γίδια, ναύρουν έτοιμο το γεύμα οι σύντροφοί μου. 155 τα τόξ' αμέσως τα κυρτά και τα μακρυν' ακόντια απ' το καράβι πήραμε, και, εις τρεις βαλμένοι τάξεις, ρίχναμε, κ' έδωσε ο θεός ευφραντικό κυνήγι. μ' ακολουθούσαν δώδεκα πλοία, και εις το καθένα εννέα γίδες έμειναν, αφού μου δώσαν δέκα. 160 αυτού τότ' εκαθόμασθε, ολημέρα ως το δείλι μ' άφθονο κρέας, με κρασί γλυκό φαγοποτώντας. ότι το κόκκινο κρασί δεν είχε λείψει ακόμη 'ς τα πλοία, τ' είχαμε ο καθείς γεμίσει ταις λαγήναις, την ιερή 'σαν πήραμε την πόλι των Κικόνων. 165 και των Κυκλώπων βλέπαμε την γη, 'που ήταν πλησίον, και τον καπνό, και την φωνήν αυτών και των προβάτων. και ο ήλιος άμα εβύθισε κ' ήλθε κατόπ' η νύκτα, εμείς αναπαυθήκαμε 'ς την άκρα της θαλάσσης. εφάν' η ροδοδάκτυλη Ηώ του όρθρου κόρη, 170 κ' έκαμα εγώ συνάθροισι και μέσα εις όλους είπα• «σεις οι άλλοι φίλοι σύντροφοι, να μείνετ' εδώ τώρα• εγώ με τα καράβι μου και με τους ιδικούς μου συντρόφους θέλα πάω να ιδώ να μάθω τίνες είναι οι άνθρωποι τούτοι, είναι υβρισταίς, άγριοι και όχι δίκαιοι, 175 ή τε φιλόξενοι και αυτών θεόφοβ' είναι η γνώμη».

Και εις το καράβι ανέβηκα και των συντρόφων είπα να λύσουν τα πρυμόσχοινα και ν' αναιβούν• κ' εκείνοι εμπήκαν και αραδιάσθηκαν ευθύς εις ταις σανίδαις, και την λευκή την θάλσσα με τα κουπιά βροντούσαν. 180 και ότε εις τον τόπο φθάσαμεν, οπού μακράν δεν ήταν, εις άκραν σπήλαιον είδαμε, 'ς το χείλος της θαλάσσης, υψηλό, δαφνοσκέπαστο κει μέσα εξενυκτούσαν κοπάδια, γιδοπρόβατα πολλά, και αυλήν τριγύρω υψηλήν είχεν εις χωσταίς πέτραις βαθειά κτισμένην, 185 κ' υψηλοφούντωτα ιδρυά, πεύκ' υψηλοί, την φράζαν. άνδρας θεόρατος αυτού ξενύκταε, 'που βοσκούσε τα ποίμνια μόνος ξέμακρα, ουδ' έσμιγε με άλλους, αλλ' έτρεφεν ανάμερα κάθε ανομιά 'ς τον νου του. τι θαύμα ήταν θεόρατον, ουδέ των σιτοφάγων 190 ώμοιαζε ανδρών, αλλ' ώμοιαζεν ως κορυφή λογγώδης, 'που υψόνεται ολομόναχη 'ς την μέση απ' άλλα όρη.

Και αφού τους άλλους πρόσταξα αγαπητούς συντρόφους σιμά 'ς το πλοίο να σταθούν και αυτού να το φυλάγουν, διάλεξα δώδεκ' απ' αυτούς κ' εκίνησα μαζή τους. 195 κ' είχ' ασκί τράγινο, γλυκό μαύρο κρασί γεμάτο• μου τόχε δώσει ο Μάρωνας, ο γόνος του Ευανθέα ιερέας του Απόλλωνα, προστάτη της Ισμάρου. με τον υιόν τον σώσαμε και με την σύντροφόν του, φοβούμενοι, ότι εγκάτοικος 'ς το δάσος αυτός ήταν 200 του Φοίβου Απόλλωνα, και αυτός λαμπρά μου 'δωσε δώρα. επτά μου 'δωσε τάλαντα, έργα χρυσά και ωραία, κ' έναν κρατήρα ολάργυρο• και δώδεκα λαγήναις άδολο γέμισε κρασί, γλυκό, πιοτόν ουράνιο, 'που δεν το γνώριζε κανείς 'ς το σπίτι του υπηρέτης, 205 ούτε θεράπαιν', αλλ' αυτός και η πολυαγαπημένη γυνή του και η κελλάρισσα το ήξευρε μόνη μία• και ότ' έβαζε το κόκκινο γλυκό κρασί να πίνουν, εις μέτρα νερό δώδεκα έχυν' ένα ποτήρι, και απ' ευωδιάν ανέκφραστη τριόντιζε ο κρατήρας• 210 κανείς τότε δεν θα 'στεργε το κέρασμα ν' αφήση. μέγαλο ασκί πήρ' απ' αυτό και τρόφιμα εις δισάκκι, ότι απ' αρχής εμάντευσεν η ανδρική ψυχή μου 'π' άνδρας ζωσμένος δύναμιν μεγάλην θα 'λθη εμπρός μου, άγριος, 'που δεν θα εγνώριζε δίκαια ποσώς ή νόμους. 215

Ήλθαμ' εις τ' άντρ' ογλήγορα και μέσ' αυτός δεν ήταν, αλλ' έβοσκεν εις ταις βοσκαίς τα σαρκωμέν' αρνιά του. και ως φθάσαμ' εκυττάζαμεν όσά 'χε μέσα τ' άντρο• τα τυροβόλια γεμιστά, και η μάνδρες στοιβασμέναις αρνιά κ' ερίφια• κ' είχε τα ξεχωριστά κλεισμένα, 220 τα πρώιμ' αλλού, τα δεύτερα αλλού, και αλλού τα τρίτα. και όλα επλημμύριζαν ορό, και κάδοι και σκαφίδες, τ' αγγεία τα καλόφθειαστα, 'π' άρμεγε αυτός το γάλα. τότε με λόγια οι σύντροφοι θερμά μ' επαρακάλουν, απ' τα τυριά να πάρουμε και φεύγοντας με βία 225 αρνιά κ' ερίφια γλήγορα να σύρουμ' απ' ταις μάνδραις 'ς το πλοίο μας, και τα πικρά να σχίσουμε πελάγη. να 'χα δεχθή την γνώμη τους! αλλ' είχε βάλει ο νους μου κείνον να ιδώ και ξενικά να μου χαρίση δώρα• και αχ, να φανή δεν έμελλε τερπνός εις τους συντρόφους! 230

Και αφού φωτιάν ανάψαμε κ' εκάμαμε θυσία, εφάγαμ' από τα τυριά, κ' εκείνον καρτερώντας καθόμασθε• ήλθε απ' την βοσκή, και από φρυγμένα ξύλα έφερνε βάρος φοβερό, να τα 'χη για τον δείπνο• και εις τ' άντρο μέσα ως το 'ριξε φρικτόν σήκωσε βρόντο• 235 τρέμοντας εσυρθήκαμε 'ς του άντρου μες τα βάθη. τα παχειά πρόβατ' έμπασε 'ς το ευρύχωρο το σπήλαιο. όλα όσα εκείνος άρμεγε, τ' αρσενικ' άφησ' έξω, τράγους, κριάρια, 'ς τον βαθύ τον γύρο της αυλής του. κ' ευθύς εσήκωσ' έβαλε θυρόπετρα μεγάλη 240 βαρειά πολύ, 'που από την γη να σείουν δεν θ' αρκούσαν είκοσι δυο τετράκυκλα καλοφθειασμέν' αμάξια. με τέτοιον βράχον άμετρον έφραξ' αυτός την θύρα. και άρμεγε αυτού καθήμενος γίδαις και προβατίναις με τάξι, κ' έπειτ' έβαζε της καθεμιάς τ' αρνί της. 245 και αφού 'χε πήξει το μισό από το λευκό γάλα, τα εμάζευσε και το 'θεσεν εις τα πλεκτά καλάθια• και τ' άλλο μισό 'πώμεινε το 'βαλε μες τ'αγγεία, έτοιμο για τον δείπνο του, να παίρνη και να πίνη. και άμ' όλα εκείνος βιαστικά τα έργα του είχε κάμει, 250 την στιά ξανάναφτε, κ' εμάς κυττώντας είπε• «ω ξένοι, ποιοι είσθε; πόθεν πλέετε τους δρόμους της θαλάσσης; να εμπορευθήτ' εβγήκετε, ή του κακού πλανάσθε 'ς τα πέλαγα ως οι πειραταίς; πλανώνται αυτοί και φέρουν, την ζωή τους κινδυνεύοντας, βλάβη των αλλοφύλων». 255

Αυτά πε• και η καρδία μας εκόπη από τον τρόμο• ότι βαρύ 'χε μούγκρισμα, κ' εκείνος ήταν τέρας• αλλ' όμως εγώ απάντησα ευθύς 'ς το ερώτημα του• «εμείς πλανώμενοι Αχαιοί ήλθαμε από την Τροία, ως οι άνεμοι στην άβυσσο μας σπρώξαν της θαλάσσης 260 εις δρόμους άλλους πάντοτε μακράν απ' την πατρίδα• τούτα διώρισε η βουλή και η θέλησι του Δία. στρατιώταις του Αγαμέμνονα καυχόμασθε, τον Ατρείδη, 'που τώρα η δόξα του αντηχεί 'ς τα πέρατα τον κόσμου, την πόλιν αφού ερήμωσε την δυνατήν και πλήθη 265 πολλών εξέκαμε λαών κ' εμείς εδώ φθασμένοι 'ς τα γόνατα σου πέφτουμε, να μας φιλοξενήσης, ή άλλο να δώσης χάρισμα, ως συνηθούν των ξένων. σέβου, ω μεγάλε, τους θεούς• ικέταις σου μας έχεις• των ξένων και των ικετών εκδικητής ο Δίας 270 ο ξένιος, 'που τους ιερούς τους ξένους συνοδεύει».

Είπα, και μ' άσπλαχνη καρδιά μου αντείπ' ευθύς εκείνος• «ω ξένε, ή τ' είσαι ανόητος, ή τ' έρχεσ' από πέρα, 'που να φοβώμαι τους θεούς ή να ψηφώ μου λέγεις• δεν ψηφούν, όχ', οι Κύκλωπες τον Δί' αιγιδοφόρο 275 ουδέ τους μάκαραις θεούς• είμασθ' ανώτεροί τους• ουδ' από φόβο του Διός εσένα ή τους συντρόφους εγώ ποτέ θα λυπηθώ, αν δεν το θέλω ατός μου• αλλά το καλοκάμωτο που άραξες καράβι, εις κάποιαν άκραν ή σιμά; λέγε μου, να το μάθω». 280

Αυτά 'πε δοκιμάζοντας, αλλά δεν απατιόνταν ο νους μου ο πολυπόθητος και αντείπα εγώ με δόλο• «το πλοίο μου εσύντριψεν ο σείστης Ποσειδώνας, κατάβραχ' όπως το 'σπρωξε 'ς κάποια της γης σας άκρα, και άνεμος από την θάλασσα φυσώντας μου το 'πήρε, 285 κ' εγώ με τούτους ξέφυγα την υστερνή μου ώρα».

Αυτά 'πα, και ο σκληρόψυχος ποσώς δεν απαντούσε• αλλ' ετινάχθη και άπλωσε τα χέρια 'ς τους συντρόφους, άρπαξε δυο κ' έκρουσ' αυτούς 'ς την γην ωσάν σκυλάκια, κ' ερρέαν χάμου τα μυαλά κ' ενότιζαν το χώμα. 290 και αφού τους εκομμάτιασεν ετοίμαζε τον δείπνο. κ' έτρωγε• ως λειόντας ορεινός, χωρίς τα ουδέν ν' αφήση, εντόσθια, σάρκαις, κόκκαλα, κ' ερούφα τα μελούδια• κ' εμείς 'ς τον Δία κλαίοντας σηκόναμε τα χέρια, βλέποντας έργ' απάνθρωπα, και ο νους μας απορούσε. 295 και αφού γέμισ' ο Κύκλωπας την τρίσβαθη κοιλία, ανθρώπου κρέας τρώγοντας, πίνοντας γάλ' ακράτο, κείτονταν 'ς τ' άντρο τεντωτός 'ς την μέση των προβάτων. κ' είπε η γενναία μου ψυχή το ακονητό σπαθί μου να ξεγυμνώσω επάνω του, 'ς το στήθος να το εμπήξω 300 εκεί, 'που το διάφραγμα σκεπάζει το συκώτι. αλλ' ήλθεν άλλος στοχασμός και μου άλλαξε την γνώμη• ότι κ' εμείς θα ευρίσκαμε τον θάνατο μαζή του, ότι δεν θάμαστε αρκετοί απ' την υψηλή θύρα τον βράχο να κινήσουμε βαρύν, οπού 'χε βάλει. 305 και αυτού βαρυστενάζαμε πότε να φέξ' η ημέρα• και ως φάν' η ροδοδάκτυλη Ηώ, πάλιν εκείνος έκαμνε στιά και ταις καλαίς άρμεγε προβατίναις με τάξι, κ' έπειτ' έβαζε της καθεμιάς τ' αρνί της. και άμ' όλα εκείνος βιαστικά τα εργα του είχε κάμει, 310 άρπαξε πάλι δυο μαζή κ' ετοίμασε το γεύμα. χορτάτος έπειτ' έβγαλε τα πρόβατ' από τ' άντρο, αφού τον βράχον εύκολα εσήκωσε απ' την θύρα και τον ξανάβαλ' έπειτα, ως σκέπασμα εις φαρέτρα. και ωδήγα με σουριγματιαίς τα πρόβατα εις τα όρη 315 ο Κύκλωπας• κ' εγώ 'μένα και ολέθριαις είχα γνώμαις, να εκδικηθώ, κ' η Αθηνά την δόξα να μου δώση• και ιδού ποια συμφερώτερη τότε μου εφάνη γνώμη• 'ς την μάνδρα μέγα ρόπαλο του Κύκλωπα ήταν χάμου, χλωρόν, ελάινο, και είχε το κόψει να το φοράη 320 όταν φρυγή• και ως το είδαμε κατάρτι μας εφάνη αρμόδιο για εικοσίκουπο καράβι πισσωμένο, απ' τα πλατειά φορτωτικά, 'που σχίζουν τα πελάγη• 'ς το μάκρος τόσο εφαίνονταν και τόσον εις το πλάτος. το επήρα και όσο μιαν ορυιάν έκοψα εγώ του ξύλου, 325 και των συντρόφων το 'δωσα και να το ξύσουν είπα. κείνοι καλά το εγλύστρωσαν• και σουβλερό 'ς την άκρη το 'καμα εγώ και με σπουδή το επύρονα εις την φλόγα• τ' απόθωσ' έπειτ' εύμορφα και το 'κρυψα 'ς την κόπρο, 'που ήταν χυμένη αμέτρητη μες τ' άντρο απ' άκρ' εις άκρη. 330 κ' είπα λαχνόν οι σύντροφοι να ρίξουν, ποιος θα τύχη μ' εμέ να υψώση τον λοστό, μ' ανδρειά να τον εμπήξη, άμα γλυκαποκοιμηθή, 'ς του Κύκλωπα το μάτι. κ' έλαχαν κείνοι, 'που 'θελα, ως να 'σαν διαλεκτοί μου, τέσσαρες, κ' εμετρήθηκα πέμπτος εγώ μ' εκείνους. 335 κ' ήλθε με τα καλόμαλλα πρόβατ' αυτός το βράδι• τα σαρκωμένα πρόβατα έμπασε μέσα 'ς τ' άντρο όλα, και 'ς τον αυλόγυρο δεν άφησε κανένα• ή μόνος κάτι ενόησεν ή πρόσταγμ' ήταν θείο. κ' εσήκωσ' ευθύς κ' έβαλε τον βράχον εις την θύρα. 340 και άρμεγε αυτός καθήμενος τα πρόβατα, ταις γίδαις, με τάξιν, κ' έβαζ' έπειτα της καθεμιάς τ' αρνί της. και άμ' όλα εκείνος βιαστικά τα έργα του είχε κάμει, άρπαξε πάλι δυο μαζή κ' ετοίμασε τον δείπνο. και τότ' εγώ τον Κύκλωπα πλησίασα και του 'πα, 345 μ' ένα καυκί 'ς τα χέρια μου, μαύρο κρασί γεμάτο• «Κύκλωπα, λάβε, πιε κρασί, 'π' ανθρώπινο έχεις φάγει κρέας, να ιδής 'ς το πλοίο μου πιοτό 'που 'χα κρυμμένο• κ' εγώ σου το 'φερα σπονδήν, ίσως εμ' ελεήσης, και εις την πατρίδα στείλης με• ά! συ φρικτά μανίζεις. 350 άσπλαχνε, πώς άλλος θα 'λθή να σε σιμώση πλέον, απ' όπου υπάρχουν άνθρωποι, τόσ' άνομ' αφού πράζεις;»

Αυτά 'πα, και το επήρε αυτός, το ρούφηξε κ' ευφράνθη 'ς το γευτικώτατο πιοτό, και άλλο μου εζήτ' ακόμη• «δος μου και πάλιν πρόθυμα, και αμέσως τ' όνομά σου 355 ειπέ, να λάβης χάρισμα, 'που να χαρή η ψυχή σου. ότι κ' εδώ γεννά κρασί πολύ και των Κυκλώπων ο μεγαστάφυλος καρπός, όπως τον βρέχει ο Δίας• αλλ' αμβροσίας στάλαγμα και νέκταρος τούτ' είναι».

Αυτά 'πε• και το φλογερό κρασί του 'δωσα πάλι• 360 και τρεις του εγέμισα φοραίς, τρεις τ' άδειασε ο χαμένος. και ως το κρασί κυρίευσε του Κύκλωπα ταις φρέναις, τότε τον επροσφώνησα με λόγια πτερωμένα• «Κύκλωπα, το ένδοξ' όνομα, 'που μ' ερωτάς, σου λέγω• και, ως υποσχέθηκες, εσύ θα με φιλοδωρήσης. 365 Ουδένας ονομάζομαι, εμέ λέγουν Ουδένα η μάννα και ο πατέρας μου και ο κάθε γνώριμός μου».

Είπα, και μ' άσπλαχνη καρδιά μου αντείπ' ευθύς εκείνος• «και τον Ουδέναν ύστερον θα φάγω απ' τους συντρόφους• τους άλλους όλους πρότερα• ιδού ποιο θα 'χης δώρο». 370

Αυτά 'πε, κ' εξαπλώθηκε• τ' ανάσκελα πεσμένος τον παχύν σβέρκον έγυρε 'ς το πλάγι• ωστόσ' ο ύπνος τον έπιανε ο πανδαμαστής• και απ' το λαρύγγι εβγαίναν κρασί και ανθρώπιναις χαψιαίς, 'ς την μέθη του ως εξέρνα• και τον λοστό τότ' έχωσα 'ς την αναμμένη στάκτη 375 να πυρωθή, κ' εμψύχονα με λόγους τους συντρόφους όλους, μη κάποιος απ' αυτούς δειλιάση και μου φύγη• αλλ' ότ' ο ελάινος λοστός αστράφτοντας εφάνη ότι θ' ανάψη, αν και χλωρός, απ' την φωτιά τον πήρα εγώ σιμά, κ' εστέκονταν τριγύρω οι σύντροφοί μου• 380 αλλά την τόλμην έπνευσε 'ς εμάς δύναμις θεία. κ' εκείνοι ως πήραν τον λοστό τον σουβλερό, 'ς το μάτι τον έμπηξαν, και πάλι εγώ τον άμπωθ' απ' επάνω, τον έστρεφα ως ο ξυλουργός τρυπά δοκάρι πλοίου με τρύπαν', οπού με λουρί δεμένο από δυο μέρη 385 άλλοι αποκάτω το κινούν, κ' εκείν' όλο γυρίζει• 'ς το μάτι εκείνου όμοια κ' εμείς το πυρωμένο ξύλο γυρίζαμε και τον δαυλόν περίβρεχε το αίμα. και όπως η κόρη εκαίονταν ο αχνός καψάλισ' όλα, βλέφαρα, φρύδια, και 'ς τα πυρ κροτούσαν μέσα η ρίζαις. 390 και ως ότε σκέπαρν' ο χαλκηάς ή και τρανήν αξίνα βυθίζεις το ψυχρό νερό, κ' εκείνη αχολογάει, και βάφεται, 'που η δύναμις αύτ' είναι του σιδήρου• όμοια τριγύρω εις τον δαυλόν έσιζε αυτού το μάτι. κ' έβγαλε μούγκρισμα φρικτό, που εβρόντα γύρ' ο βράχος, 395 κ' εμείς φύγαμε τρέμοντας, και από το μάτι εκείνος έσυρεν έξω το δαυλί 'ς αίμα πολύ βαμμένο. από σιμά του το 'ριξε μακράν, χερομανώντας, και μεγαλόφων' έκραξε τους Κύκλωπαις, οπού 'χαν κατοικιά μέσα 'ς ταις σπηλιαίς, ς' τ'ανεμισμένα όρη. 400 άκουσαν κείνοι την βοή, κ' εδώθ' εκείθ' ερχόνταν, και γύρω εις τ' άντρο εστέκονταν, και τι τον θλίβει ερώταν• «τι σε λυπεί, Πολύφημε, και τόσην βοή σέρνεις, 'ς την νύκτα την αθάνατη και κόβεις μας τον ύπνο; μη τάχα κάποιος των θνητών τα πρόβατα σου αρπάζει; 405 ή μη φονεύει κάποιος σέ με δόλον ή με βία;»

Και ο δυνατός Πολύφημος απ' τ' άντρον είπ' «ο Ουδένας, αγαπητοί, φονεύει με, με δόλο, ουδέ με βία».

Κ' εκείνοι ευθύς του απάντησαν με λόγια πτερωμένα• αλλ' αν μηδ' ένας σ' ενοχλεί κ' είσαι αυτού μέσα μόνος, 410 πληγή του παντοδυνάμου Διός γιατρειά δεν έχει• αλλ' εύχου εις τον πατέρα σου τον μέγαν Ποσειδώνα».