Part 2
Είπε, κ' επροπορεύθηκε, κ' εκείνοι ακολουθούσαν. και ο κήρυκας απ' το καρφί την ηχηρήν κιθάρα 105 κρεμά, και τον Δημόδοκον χεροδηγεί και φέρει από το δώμα εις την οδόν, 'που οι πρώτοι των Φαιάκων όλοι επορεύονταν, να ιδούν τους θαυμαστούς αγώναις. 'ς την αγοράν επήγαιναν και ακολουθούσε πλήθος άπειρον εσηκωθήκαν πολλοί και λαμπροί νέοι• 110 ο Ακρόναος, ο Ωκύαλος, πετάχθη, ο Ελατρέας, ο Ναυτηάς, ο Αγχίαλος, ο Πρύμνης, ο Ερετμέας, ο Αναβησίναος, ο Ποντηάς, ο Θόωνας, ο Πλώρης, ο Αμφίαλος, 'που ο Πολύναος γέννησε ο Τεκτονίδης, ο Ευρύαλος, οπ' ώμοιαζε τον ανδροφόνον Άρη, 115 και ο Ναυβολίδης 'ς την μορφήν ο πρώτος και 'ς το σώμα, ύστερ' απ' τον Λαοδάμαντα, της νειότης των Φαιάκων. και οι τρεις σηκώθηκαν υιοί του ασύγκριτου Αλκινόου, ο ισόθεος Κλυτόναος, ο Άλιος, και ο Λαοδάμας. και των ποδιών πρώτ' άρχισαν εκείνοι τον αγώνα• 120 από την στήλη τάνυσαν αντάμα την ορμή τους και οι τρεις, σκόνη σηκώνοντας, ως έσχιζαν το σιάδι. ο ασύγκριτος Κλυτόναος 'ς τα πόδια εφάνη πρώτος• και όσον 'ς το νειάμα διάστημα οργόνουν δυο μουλάρια, οπίσω εκείνους άφησε, κ' έφθασεν εις τα πλήθη. 125 εις το βαρύ το πάλαισμα κατόπι αγωνισθήκαν και νικητής ο Ευρύαλος εβγήκε των ανδρείων. ο Αμφίαλος 'ς το πήδημα καθ' άλλον υπερέβη. ο Ελατρηάς 'ς το δίσκευμα• και εις την γρονθομαχία ο Λαοδάμας, αγαθός υιός του Αλκινόου. 130
Και αφού με τ' αγωνίσματα όλων ο νους ευφράνθη, ο υιός του Αλκίνου προς αυτούς ωμίλησ', ο Λαοδάμας•
«Ω φίλοι, ας ερωτήσουμε τον ξένον αν γνωρίζει κάποιον αγώνα• ότι κακός 'ς την πλάσι αυτός δεν είναι• κνήμαις, μεριά, βραχίονες, και ο σβέρκος ο γενναίος 135 μεγάλην δείχνουν δύναμι, και νειότη δεν του λείπει• αλλά πολλά παθήματα τον έχουν συντριμμένον• ότι άλλο ωσάν την θάλασσα, θαρρώ δεν παραλύει τόσο κακά τον άνθρωπο, πολύ και αν είναι ανδρείος».
Και προς αυτόν ο Ευρύαλος απάντησε και του 'πε• 140 «Λαοδάμα, ο λόγος σου είναι ορθός• ο ίδιος άμε τώρα και καθαρά προσκάλεσε τον ξένον εις αγώνα».
Και τούτο άμ' άκουσε ο καλός υιός του Αλκινόου, 'ς την μέση τους επρόβαλε, κ' είπε 'ς τον Οδυσσέα• «Πατέρα ξένε, έλα και συ, κάποιον αγών', αν ξεύρης, 145 δοκίμασε, και φαίνεται 'που αγώναις θα γνωρίζης• ότι, όσο ζη, 'ς τον άνθρωπο δόξα είναι πρώτη εκείνο, 'που κατορθόνει των χειρών και των ποδιών του η ρώμη. έλ', αγωνίσου, αστόχησε τους πόνους της καρδιάς σου• και το προβάδισμα ποσώς μη φοβηθής ν' αργήση• 150 το πλοίον ήδη ερρίχθηκε, και οι σύντροφοι έτοιμ' είναι».
Τότε ο πολύγνωμος 'ς αυτόν απάντησε Οδυσσέας• «Λαοδάμ', αναγελώντας με τι με καλείτ' εις τούτα; φροντίδαις έχω εγώ 'ς τον νουν, όχι ποσώς αγώναις, 'που αφού τόσά 'παθα ο θλιφτός και τόσα έχω μοχθήσει, 155 'ς την σύνοδό σας κάθομαι, κ' εδώ τον βασιλέα και τον λαόν παρακαλώ να με ξεπροβοδήσουν».
Του απάντησεν ο Ευρύαλος, και αγνάντια ωνείδισέ τον• «Αλήθεια, δεν μου φαίνεσαι, ω ξένε, γυμνασμένος εις τα πολλ' αγωνίσματα, 'ς τον κόσμον όσα υπάρχουν, 160 αλλ' άνδρας, οπού με τρανό καράβι τριγυρίζει, ναυτών εμπόρων αρχηγός, και πάντοτ' είναι ο νους του εις το φορτίο, και άγρυπνο 'ς ταις πραγματειαίς το μάτι, και προς τα κέρδη τ' αρπακτά• και αγωνιστής δεν δείχνεις».
Με άγριο βλέμμα ο φρόνιμος του απάντησε Οδυσσέας• 165 «Ω ξένε, άτακτ' οι λόγοι σου, και βλέπ' ότ' είσαι αυθάδης, όλα εις όλους οι θεοί τα δώρα δεν χαρίζουν• την πλάσιν ούτε, ούτε τον νουν, ούτε την ευγλωττία. τούτος δεν έτυχ' εύμορφος, αλλ' ο θεός με κάλλη στολίζει κάθε λόγον του, κ' οι άνθρωποι αναβλέπουν 170 °ς εκείνον ευφραινόμενοι, 'που ασκόνταφτ' αγορεύει, με πράον ήθος, έξοχος 'ς τα συναγμένα πλήθη, και ωσάν θεόν, όταν περνά 'ς την πόλι, τον κυττάζουν. εκείνος πάλι των θεών 'ς το σώμα προσομοιάζει, αλλά δεν είναι οι λόγοι του με χάρι στολισμένοι. 175 και συ το σώμα έχεις λαμπρό, 'π' ουδέ θεάς θα εμπόρει να το μορφώση ανώτερο, και νουν ποσώς δεν έχεις. και την ψυχήν μου ετάραξες του στήθους μες τα βάθη, ότ' είπες λόγον άπρεπον• και αμάθητος αγώνων εγώ δεν είμ' ως φλυαρείς, αλλ' είχα τα πρωτεία, 180 ως ότου θάρρευα κ' εγώ 'ς τα χέρια και εις την νειότη. νικούν με τώρα η συμφοραίς και οι πόνοι, ότι έχω πάθει εις τους πολέμους άπειρα και εις τα φρικτά πελάγη. αλλ' όσον και αν κακόπαθα, θε να 'μπω εις τους αγώναις, ότι ο πικρός ο λόγος σου μ' έχει σφοδρά κεντήσει». 185
Είπ', επετάχθη αγύμνωτος κ' ευθύς άδραξε δίσκον, τρανόν, μεγάλον και πολύ βαρύτερον απ' όσους εδίσκευαν οι Φαίακες τότε αναμεταξύ τους. τον έστρεψε, τον έρριξεν απ' τ' ανδρικό του χέρι• βόυσε ο λίθος και εις την γην απ' την ορμή του εσκύψαν 190 οι Φαίακες μακρύκουποι 'ς την θάλασσα ακουσμένοι• και ο λίθος 'ς όλα επέταξεν επάνω τα σημεία, γοργ' απ' το χέρι τρέχοντας• με σχήμ' ανδρός η Αθήνη τα τέρματα εσημείωσε και εις αυτόν είπε• «Ω ξένε, τέτοιο σημάδι ψάχνοντας κ' ένας τυφλός διακρίνει• 195 με τα πολλά δεν έσμιξε και στέκει πολύ πρώτο• όθεν εσύ μην φοβηθής γι' αυτόν καν τον αγώνα• δεν το περνά, δεν φθάνει το κανένας των Φαιάκων».
Εχάρηκε ο πολύπαθος, ο θείος Οδυσσέας, ότι μέσα 'ς την σύνοδον άνθρωπον είδε φίλον• 200 και μ' ελαφρότερην καρδιά τότ' είπε των Φαιάκων• «Τούτον, ω νέοι, φθάσετε τώρα, κ' εγώ κατόπι και άλλον θα ρίξω είτ' ως αυτού, είτε παρέκει ακόμη, και από τους άλλους Φαίακαις όποιον βαστά η καρδιά του, τόσο αφού μ' εχολεύσετε, να δοκιμάση ας έλθη, 205 'ς το γρόνθισμα, 'ς το πάλαισμα, 'ς τα πόδια, 'ς ό,τι θέλει, απ' όλους όποιος δήποτε, αλλ' όχι ο Λαοδάμας• ότ' είνε τούτος ξένος μου• ποιος μάχεται με φίλον; ανόητος και ουτιδανός όποιος ζητεί μ' εκείνον, 'που τον ξενίζει σπίτι του, 'ς αγώναις να παλαίση 210 εις ξένον τόπο, και πολύ τον εαυτό του βλάπτει. τους άλλους όλους δέχομαι, δεν αψηφώ κανέναν• αλλά να μάθω θέλω αυτούς και να τους δοκιμάσω. τι 'ς όσα είναι αγωνίσματα κακός εγώ δεν είμαι• να ψάχνω ηξεύρω ολόγυρα το στιλβωμένο τόξο, 215 και πρώτος ρίχνοντας κτυπώ μες των εχθρών το πλήθος άνδρ' όποιον θέλω, και αν πολλοί κοντά μου παραστέκουν σύντροφοι, και τα τόξα τους εις τον εχθρό τεντόνουν. 'ς το τόξο με υπερέβαινεν ο Φιλοκτήτης μόνος, ότ' οι Αχαιοί τοξεύαμε 'ς τα μέρη της Τρωάδας. 220 αλλά θαρρώ 'π' ανώτερος είμαι πολύ των άλλων, όσοι θνητοί σιτόθρεπτοι 'ς την γην υπάρχουν τώρα. να μάχωμαι δεν ήθελα με τους αρχαίους άνδραις, τον Ηρακλή, τον Εύρυτον από την Οιχαλία, οπού 'ς τα τόξα επάλαιαν και μες τους αθανάτους. 225 όθεν και ο μέγας Εύρυτος τον χάρον είδε νέος• εκείνον εθανάτωσεν ο Φοίβος ωργισμένος ότι τον επροκάλεσε 'ς του τόξου τον αγώνα. και με τ' ακόντι φθάνω κει, 'π' άλλου δεν φθάνει βέλος• 'ς τα πόδια μόνον μη κανείς φοβούμαι των Φαιάκων 230 εμέ περάση• ότι πολύ μ' έχει δαμάσ' η ζάλη μες τα πολλά τα κύματα, και, αφού μες το καράβι μου 'λειψε η περιποίησι, τα μέλη μου ελυθήκαν».
Αυτά 'πε και όλοι εσίγησαν• άφωνοι έμειναν όλοι, και μόνος ο Αλκίνοος απάντησέ του κ' είπε• 23δ «Όσα είπες, ξένε, λυπηρά 'ς εμάς ποσώς δεν είναι• αλλά να δείξης βούλεσαι την αρετή σου εις όλους, τι ωργίσθης 'που 'ς την σύνοδο σ' έχει προσβάλει εκείνος, ώςτε κανένας εις το εξής να μη κατηγορήση την αρετή σου, αν έχη νου και μέτρον εις τους λόγους. 240 άκουσε τώρα ό,τι θα ειπώ, να 'χης να τ' αναφέρης και εις άλλον ήρωα σπίτι σου, οπόταν 'ς το τραπέζι, με τα παιδιά σου ολόγυρα και με την σύντροφόν σου, την αρετή μας θυμηθής, όλα τα έργα εκείνα, όσα κ' εμάς προγονικά διώρισεν ο Δίας. 245 ότι καλοί 'ς το γρόνθισμα δεν είμασθ' ή 'ς την πάλη, αλλά 'ς το τρέξιμο γοργοί κ' εξαίρετοι 'ς τα πλοία. και μας αρέσουν οι χοροί, η τράπεζα, η κιθάρα, η αλλαξιαίς, τα χλιαρά λουσίματα και η κλίναις. και τώρα ελάτε, οι χορευταίς οι κάλλιοι των Φαιάκων, 250 χορεύτε, όπως ο ξένος μας ειπή των ποθητών του, σπίτι όταν φθάση, ανώτεροι πως είμασθε των άλλων, 'ς τ' αρμένισμα, εις τον χορό, 'ς τα πόδια, 'ς το τραγούδι. και την κιθάρα την γλυκειά, 'που κάπου είναι 'ς το δώμα, κάποιος να πα να φέρη ευθύς εδώ του Δημοδόκου». 255
Αυτά 'π' ο ισόθεος βασιληάς, και ο κήρυκας πετάχθη να φέρη από τα μέγαρα την βαθουλήν κιθάρα. και αγωνοφύλακες οκτώ, που 'χ' εκλεκτούς ο δήμος εις κάθε αγώνα να τηρούν την τάξι, σηκωθήκαν, και έσιασαν τον χορότοπο κ' επλάτυναν τον κύκλο. 260 του Δημοδόκου ο κήρυκας έφερε την κιθάρα, και αυτός 'ς το μέσον έφθασε, και ακρόνεα παλληκάρια ολόγυρά του εστέκονταν, εις τον χορόν τεχνίταις, κ' εχοροπήδαν θεϊκά• εκύτταζ' ο Οδυσσέας και των ποδιών ταις αστραψιαίς, εθαύμαζε η ψυχή του. 265
Και άρχιζε κιθαρίζοντας καλό τραγούδι εκείνος, ο Άρης πώς την εύμορφην αγάπησε Αφροδίτη, όταν πρωτόσμιξαν κρυφά 'ς του Ηφαίστου τον κοιτώνα. πολλά 'δωσε και ατίμασε το νυμφικά κρεββάτι του Ηφαίστου• κ' ήλθε μηνυτής και αμέσως το 'πε κείνου, 270 ο Ήλιος, 'που 'ς τον έρωτα τους είδε αγκαλιασμένους. και ως τ' άκουσεν ο Ήφαιστος, κατάκαρδα επληγώθη• επήγε εις το χαλκείο του και ολέθριαν είχε γνώμη. και εις μέγ' αμόνι, 'πώστησε, δεσμά να κόπτη αρχίζει, άσπαστ' αδιάλυτ', ώστ' αυτού άσειστ' οι δυο να μένουν. 275 και αφού τον δόλον έπλασε να εκδικηθή τον Άρη, προς τον κοιτώνα εκίνησε, 'που ήτο η γλυκειά του κλίνη, κ' έχυσε γύρω τα δεσμά παντού 'ς τα κλινοπόδια• ήσαν πολλά και απ' την σκεπή χυμένα ωσάν αράχνια, λεπτά, 'που δεν θα τα 'βλεπεν ουδέ των μακαρίων 280 θεών το μάτι, επίβουλα ως ήσαν μορφωμένα. και γύρω άμ' όλον άπλωσε τον δόλον εις την κλίνη, 'ς την Λήμνο τάχα εκίνησε, καλοκτισμένην πόλι, 'που αυτήν 'ς όλαις ανάμεσα ταις χώραις αγαπάει. και άμ' είδε τον καλότεχνον θεόν 'που αναχωρούσε, 285 Άρης ο χρυσοχάλινος τυφλός σκοπός δεν ήταν, και προς το δώμα εκίνησε του δοξασμένου Ηφαίστου, την αγκαλιά της εύμορφης ποθώντας Κυθερείας. εκείνη μέσα εκάθιζε και μόλις είχε φθάσει απ' τον μεγαλοδύναμον πατέρα της Κρονίδη. 290 εμπήκε αυτός, της έσφιξε το χέρι και της είπε• «'Σ την κλίνην έλ', αγαπητή, να γλυκοκοιμηθούμε• ο Ήφαιστος δεν είν' εδώ, και θα 'ναι ήδη φθασμένος 'ς την Λήμνο, 'ς τ' αγριόφωνο το γένος των Σιντίων».
Αυτά 'πε' και να κοιμηθή και αυτής εκαλοφάνη. 295 και άμ' έπεσαν τους κύκλωσαν του πολυβούλου Ηφαίστου τα τεχνικώτατα δεσμά, και ουδέ μέλος κανένα να κινήσουν εδύνονταν, ή ολίγο να σηκώσουν• κ' ένοιωσαν τότε ότι φυγής κανείς δεν ήταν τρόπος, και ο ζαβοπόδης ο θεός 'ς ολίγο ήλθε σιμά τους, 300 επειδή οπίσω εγύρισε πριν εις την Λήμνο φθάση• ότι σκοπός του εφύλαγεν ο Ήλιος και του το 'πε. με την καρδιά περίλυπη πλησίασε 'ς το δώμα, 'ς τα πρόθυρα εσταμάτησε, και άγρια χολή τον πήρε, και φρικτήν έσυρε βοή 'ς τους αθανάτους όλους• 305 «Δία πατέρα, μάκαρες θεοί, 'που πάντοτ' είσθε, ελάτ', έργ' αξιογέλαστα και αβάστακτα να ιδήτε, με, τον χωλόν, πώς του Διός η κόρ', η Αφροδίτη, καταφρονεί και αγάπησε τον ανδροφόνον Άρη, ότ' είναι ωραίος, και γερός 'ς τα πόδια, κ' εγώ είμαι 310 εκ γενετής αστερέωτος• και εις τούτο ποιος μου πταίει παρά και οι δύο μου γονείς, να μη 'χαν με γεννήσει. αλλά θα ιδήτε πώς αυτοί κοιμούνται αγκαλιασμένοι• κυττάζω εγώ και οδύρομαι 'που η κλίνη μου επατήθη. παρόμοιο πλάγιασμα, θαρρώ, δεν θα ζητήσουν πλέον, 315 μ' όσον και αν έχουν έρωτα, ουδέ για ολίγην ώρα. αλλ' απ' τα επίβουλα δεσμά δεν θα λυθούν εκείνοι, πριν λάβω απ' τον πατέρα της οπίσ' όλα τα δώρα, όσα 'χω για την άσεμνη την κόρη παραδώσει. καλ' είναι η θυγατέρα του, αλλά δεν έχει γνώσι». 320
Είπε• οι θεοί συνάχθηκαν 'ς το χάλκινο το δώμα• ο ευεργέτης ήλθ' Ερμής, ο σείστης Ποσειδώνας, ο τοξευτής Απόλλωνας και αυτός κατόπιν ήλθε• αλλ' η θεαίς απ' εντροπή 'ς το σπίτι έμειναν όλαις. οι αγαθοδόταις οι θεοί 'ς τα πρόθυρα εσταθήκαν• 325 γέλιο 'ς τους μάκαραις θεούς άσβεστον εγεννήθη, ταις τέχναις ως ετήραζαν του πολυβούλου Ηφαίστου. κ' είπ' ένας τον πλησίον του κυττώντας• «Δεν προκόβουν η κακαίς πράξες• και ο αργός τον γλήγορον προφθάνει. ιδού πώς τώρ' ο Ήφαιστος, αργός, χωλός, τον Άρη, 330 αν κ' είναι ο γληγορώτατος των Ολυμποκατοίκων, με τέχνην έπιασε μοιχόν, και θα τον προστιμήση».
Αυτούς τους λόγους έλεγαν εκείνοι ανάμεσόν τους. και ο διογενής Απόλλωνας είπε προς τον Ερμεία• «Ω μηνυτή διογέννητε, αγαθοδότη Ερμεία, 335 'ς τα δυνατά δεν θα 'στεργες δεσμά σφιγμένος να 'σαι, 'ς την κλίνην αν με την χρυσή κοιμώσουν Αφροδίτη;»
Και προς αυτόν απάντησεν ο μηνυτής Ερμείας• «Ω τοξοφόρε Απόλλωνα, τούτ' άμποτε να γείνη! τρεις φοραίς τόσ' αδιάλυτα δεσμά να μ' εκυκλόναν, 340 και οι θεοί με ταις θεαίς να εκυττάζετ' όλοι, 'ς την κλίνην αν με την χρυσή κοιμώμουν Αφροδίτη».
Είπε, κ' οι αθάνατοι θεοί γελοκοπούσαν όλοι• πλην δεν εγέλα, αλλά θερμά ζητούσε ο Ποσειδώνας τον τεχνουργόν τον Ήφαιστο να λύση ευθύς τον Άρη. 345 κ' εκείνον επροσφώνησε με λόγια πτερωμένα• «Λύσε, κ' εγώ σου υπόσχομαι 'που αυτός, ως εσύ θέλεις, εις τους θεούς κατέμπροσθεν τα δίκαια θα πλερώση».
Και ο ζαβοπόδης ο ένδοξος απάντησέ του κ' είπε• «Να μη ζητής τούτο απ' εμέ, γεωφόρε Ποσειδώνα• 350 αχρείαις κ' η εγγύησες προς τον αχρείον είναι• εις τους θεούς κατέμπροσθεν πώς θα σε δέσω, αν ίσως ο Άρης φύγη άμα λυθή χωρίς να με πλερώση;»
Και προς αυτόν απάντησεν ο σείστης Ποσειδώνας• «Και αν ο Άρης, Ήφαιστε, μας φύγη και αθετήση 355 το χρέος του, θα 'μ' έτοιμος εγώ να σε πλερώσω».
Και ο ζαβοπόδης ο ένδοξος απάντησέ του κ' είπε• «Τον λόγο σου να σ' αρνηθώ, δεν γίνεται, δεν πρέπει».
Αυτά 'πε, κ' έλυε τον δεσμόν η δύναμις του Ηφαίστου. και απ' τον δεσμόν, αν και σφικτόν άμα ελυθήκαν, εκείνοι 360 πετάχθηκαν εκίνησεν ο Άρης προς την Θράκη, 'ς την Κύπρον η φιλόγελη ευρέθηκε Αφροδίτη, 'ς την Πάφο, 'πώχει τέμενος κ' έχει βωμόν ευώδη. η Χάρες κει την έλουσαν και με το λάδι εχρίσαν τ' άφθαρτο, 'που εις τα σώματα λάμπει των αθανάτων, 365 κ' ενδύματα την ένδυσαν, 'που η χάρι τους θαμπόνει.
Τούτα έψαλνεν ο ξακουστός αοιδός, και ο Οδυσσέας εις την ψυχή του ευφραίνονταν, ως τ' άκουε, κ' οι άλλοι, Φαίακες οι μακρύκουποι 'ς την θάλασσα ακουσμένοι.
Ο Αλκίνοος του Λαοδάμαντα τότ' είπε και του Αλίου, 370 χορό να στήσουν μόνοι τους, τι αντίπαλον δεν είχαν. κ' εκείνοι σφαίραν εύμορφην αφού 'ς τα χέρια πήραν, κόκκινην, 'που τους έπλασεν ο Πόλυβος τεχνίτης, ο ένας έρριχνεν αυτήν προς τα σκιοφόρα νέφη, το σώμα οπίσω γέρνοντας• ο δεύτερος πετιόνταν, 375 και άρπαζε αυτήν ανάερα, πριν ή την γην πατήση. και αφού πετώντας έπαιξαν εκείνοι με την σφαίρα, χορόν κατόπιν άρχισαν 'ς την γην την πολυθρέπτρα, συχνά ξαλλάζοντας• και αυτού τριγύρω τ' άλλ' αγόρια χεροκροτούσαν τακτικά, και όλος εβρόντα ο τόπος. 380
Τότ' είπε τον Αλκίνοον ο θείος Οδυσσέας• «Μεγάλε Αλκίνοε, 'ς τους λαούς λαμπρέ και αγαπημένε, καυχήθηκες 'που εις τον χορό τεχνίταις είναι πρώτοι και ιδού μου φανερώθηκαν• θαυμάζ' όσο τους βλέπω».
Αυτά 'πε, και ο σεβαστός Αλκίνοος εχάρη, 385 κ' εστράφη ευθύς και αγόρευσε των ναυτικών Φαιάκων• «Ακούσετε μ', ω αρχηγοί και άρχοντες των Φαιάκων. γνώσιν πολλήν αληθινά πως έχει ο ξένος δείχνει• και τώρα δώρα ξενικά να του δοθούν, ως πρέπει. ότι 'ς τον δήμο δώδεκα κρατούν την εξουσία 390 βασιλείς ένδοξοι, κ' εγώ μετ' αυτούς δέκατος τρίτος. καθείς σας τώρα καθαρήν χλαμύδα και χιτώνα δόστε του, κ' ένα τάλαντο βαρύτιμο χρυσάφι• και όλ' ας τα φέρουμε μαζή για να τα λάβη ο ξένος 'ς τα χέρια του και ολόχαρος 'ς τον δείπνον να καθίση. 395 και τώρ' αυτόν ο Ευρύαλος με λόγους να πραΰνη και μ' ένα δώρο, ότι κακά του 'χει ομιλήσει πρώτα».
Αυτά 'πε, και όλοι πρόθυμα συμφώνησαν, κ' έστειλαν καθένας τους τον κήρυκα, τα δώρ' αυτού να φέρη. έδωσ' εκείνου απάντησιν ο Ευρύαλος και του 'πε• 400 «Μεγάλε Αλκίνοε, 'ς τους λαούς λαμπρέ και αγαπημένε, τον ξένον, ως παράγγειλες, εγώ θε να πραΰνω. τούτο τ' ολόχαλκο σπαθί, 'που επάν' έχει ασημένια λαβή, και από νηοπριόνιστον ελέφαντα θηκάρι, θε να του δώσω• ατίμητο δώρο θα το 'χει ο ξένος». 405
Είπε, 'ς τα χέρια του 'βαλε τ' αργυροκαρφωμένο σπαθί, και τον προσφώνησε με λόγια πτερωμένα• «Πατέρα ξένε, χαίρε• και αν λόγος βαρύς ειπώθη, ας τον πάρουν οι άνεμοι, κ' οι αθάνατοι ας σου δώσουν να ξαναϊδής την σύντροφον, να 'φθάσης 'ς την πατρίδα, 410 'πώχεις καιρούς 'π' αδημονείς μακράν των ποθητών σου».
Και απάντησε ο πολύγνωμος 'ς εκείνον Οδυσσέας• «Φίλε, και συ χαίρε πολύ' κ' οι αθάνατοι ας σου δώσουν κάθε καλό, και το σπαθί ποτέ να μη ποθήσης τούτ', όπ', αφού μ' επράυνες με λόγους, μου χαρίζεις». 415
Είπε και τ' ασημόκομπο 'ς τον ώμο έζωσε ξίφος. έδυσ' ο ήλιος κ' έλαβε τα λαμπρά δώρα εκείνος• οι κήρυκες οι θαυμαστοί τα έφερναν 'ς του Αλκινόου το δώμα, όπου τα δέχθηκαν οι υιοί του βασιλέα• και αυτοί 'ς το πλάγι απόθοσαν της σεβαστής μητρός τους 420 τα ωραία δώρα• εκίνησεν ο Αλκίνοος τότε ο θείος, κατόπ' οι άλλοι, κ' έφθασαν, και εις τα υψηλά θρονία κάθισαν όλοι• κ' έλεγεν ο Αλκίνοος της Αρήτης• «Γυνή μου, το λαμπρότερο κιβώτιο, 'πώχεις, φέρε, και μέσα βάλε καθαρήν χλαμύδα και χιτώνα. 425 κ' ευθύς νερό μες τον χαλκό θερμάνετε του ξένου, όπως αφού λουσθή και ιδή με τάξι όλα βαλμένα τα δώρα, όσα οι Φαίακες οι άψεγοι του φέραν, χαρή και το τραπέζι μας και της ωδής τον ύμνο. και τούτο τ' εύμορφο χρυσό ποτήρι εγώ του δίνω, 430 να με θυμάται ολοζωής, όταν 'ς τα μέγαρά του σπονδαίς προσφέρη του Διός και όλων των αθανάτων».
Αυτά 'πε και παράγγειλε ταις δούλαις η Αρήτη ευθύς να στήσουν τρίποδα μεγάλον 'ς την φωτία• και αυταίς λουτρικόν τρίποδα 'ς την φλόγα μέσα εστήσαν, 435 έχυσαν μέσα το νερό και κάτω ξύλα εκαίαν• και ζών' η φλόγα την κοιλιά και το νερά θερμαίνει. η Αρήτη ωστόσο το λαμπρό κιβώτιο για τον ξένον έφερε από τον θάλαμο, τα δώρ' αυτού να θέση, τα ενδύματα και τον χρυσόν, 'που οι Φαίακες του δώσαν• 440 κ' έθεσε μέσα φόρεμα κ' έναν χιτώνα ωραίον• και προς αυτόν ωμίλησε με λόγια πτερωμένα• «Συ τώρα ιδέ το σκέπασμα, δέσε καλά τον κόμπο, μη 'ς το ταξείδι, οπού θα πας, κανένας σ' αδικήση, ενώ κοιμάσαι ύπνο γλυκό 'ς το ολόμαυρο καράβι». 445
Και ως τ' άκουσε ο πολύπαθος, ο θείος Οδυσσέας εφάρμοσε το σκέπασμα, κ' ευθύς έδεσε κόμπο, πολύτεχνον οπού η σεπτή του 'χε διδάξ' η Κίρκη. και η κελλάρισσα να εμβή 'ς τον έτοιμον λουτήρα του είπε• και θερμά λουτρά άμ' είδ' εχάρη εκείνος• 450 ότ' είχε απεριποίητο πολύν καιρόν το σώμα, της Καλυψώς τα μέγαρα απ' όταν είχε αφήσει, όπ' εύρισκεν ωσάν θεός την κάθε ανάπαυσί του. και η δούλαις ως τον έλουσαν και με το λάδι εχρίσαν, και τον εφόρεσαν καλήν χλαμύδα και χιτώνα, 455 απ' τον λουτήρα εκίνησε να σμίξη τους συνδείπνους. και η Ναυσικά από τους θεούς με κάλλος στολισμένη της καλοκάμωτης σκεπής σιμά 'ς τον στύλο εστάθη. εθαύμαζε κυττάζοντας αυτή τον Οδυσσέα, κ' είπε με λόγια πτερωτά• «Χαίρε, σου λέγω, ω ξένε, 460 όπως οπόταν ευρέθης 'ς την γην την πατρικήν σου μ' ενθυμηθής, 'που την ζωή πρώτα χρωστάς 'ς εμένα».
Κ' εκείνης ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας• «Κόρη του μεγαλόκαρδου Αλκίνου, Ναυσικάα, είθε ο Κρονίδης, σύζυγος βαρύκτυπος της Ήρας, 465 θελήση ογλήγορα να ιδώ την ποθητήν πατρίδα, και τότ' ευχαίς ωσάν θεάς εκεί θα σου προσφέρω ολοκαιρής, επειδή συ με έζησες, παρθένα».
Είπε κ' εκάθισε εις θρονί, σιμά 'ς τον βασιλέα• ήδη εμοιράζαν το φαγί και το κρασί συγκέρναν. 470 και ο κήρυκας τον έμπιστον αοιδόν τους ωδηγούσε Δημόδοκον λαοτίμητον, και εις τον υψηλόν στύλο προσκολλητά τον κάθισε, 'ς την μέση των συνδείπνων. 'ς τον κήρυκα ο πολύγνωμος τότ' είπεν Οδυσσέας•— ράχης κομμάτι αφού 'κοψε λευκοδοντάτου χοίρου, 475 πάχος γεμάτ' ολόγυρα, κ' έμενε ακόμη πλήθιο,— «Το κρέας τούτο, κήρυκα, δόσε του Δημοδόκου, να φάγη• θα τον ασπασθώ, αν και θλιμμένος είμαι. τι σέβας έχουν και τιμή 'ς την οικουμένην όλην απ' τους θνητούς οι αοιδοί, ότι τραγούδια η Μούσα 480 αυτούς διδάχνει και αγαπά των αοιδών το γένος».
Είπε• και ο κήρυκας ευθύς 'ς του ήρωα Δημοδόκου τα χέρια το 'βαλε, και αυτός το δέχθηκε κ' εχάρη. και άπλωσαν κείνοι 'ς τα έτοιμα φαγιά 'που 'χαν [εμπρός τους. και του φαγιού και του πιοτού την όρεξι αφού σβύσαν, 485 του Δημοδόκου ο συνετός ωμίλησε Οδυσσέας• «Εσέ παρ' όλους τους θνητούς, Δημόδοκε, δοξάζω, ή η Μούσα, κόρη του Διός, σ' έχει διδάξ' ή ο Φοίβος• των Αχαιών ταις συμφοραίς με τόσην τάξι ψάλλεις, όσ' έπραξαν, όσ' έπαθαν 'ς τον φοβερόν αγώνα, 490 ως να 'χες συ παρευρεθή ή απ' άλλον τα 'χες μάθει. τώρ' έλα εις άλλο πέρασε, του αλόγου ειπέ την τάξι, 'που ιδρένιο μόρφωσ' ο Επειός μαζή με την Αθήνη, και δόλον 'ς την ακρόπολιν ο θείος Οδυσσέας το 'φερε μ' άνδραις γεμιστό, κ' ερήμωσαν την Τροία. 495 αν όλ' αυτά μου διηγηθής, ως πρέπει, ένα προς ένα, εις τους θνητούς όλους εγώ παντού θα μαρτυρήσω ότι θεός σου εχάρισε θεολάλητο τραγούδι».
Και απ' τον θεόν κινούμενος άρχισε και τραγούδι έβγαλ', εκείθε πιάνοντας, 'που μέρος των Αργείων, 500 αφού ταις σκηναίς έκαψαν, με τα καράβια φύγαν, κ' οι άλλοι με τον ένδοξον εμέναν Οδυσσέα των Τρώων εις την αγορά, μες τ' άλογο κρυμμένοι• τι το 'χαν 'ς την ακρόπολι μόνοι τους σύρ' οι Τρώες. τ' άλογον έστεκεν αυτού, και ολόγυρά του εκείνοι 505 καθήμενοι πολλά 'λεγαν και τρεις η γνώμαις ήσαν• ή με το σκληρό σίδερο να σχίσουν τ' άδειο ξύλο, ή, αφού το σύρουν κάτακρα, 'ς ταις πέτραις να το ρίξουν, ή να τ' αφήσουν των θεών μέγα ιλαστήριο δώρο, όπως κατόπιν έμελλε το πράγμα να τελειώση. 510 ότ' ήταν μοίρα να χαθή η πόλι, αμ' αγκαλιάση το μέγα ξύλιν' άλογο, 'που των Αργείων τ' άνθος μέσα του εκλειούσε, κ' έφερναν φόνο, φθορά των Τρώων. κ' έψαλνε πώς οι Αχαιοί την πόλιν ερημώσαν από του αλόγου την βαθειά καθίστρα ορμώντας όλοι• 515 κ' έψαλνε πώς άλλοι αλλαχού την πόλι ξολοθρεύαν, αλλ' ο Οδυσσηάς 'ς τα δώματα του Δηιφόβου εχύθη μαζή με τον ισόθεον Μενέλαον, ως ο Άρης, και μάχην πώς εκεί φρικτήν ετόλμησεν εκείνος, και η μεγαλόψυχη Αθηνά του εχάρισε την νίκη. 520