Part 7
Είπε, κ' ευθύς επρόσταξε τους δούλους και υπακούσαν, και αρμάτωσαν καλότροχο φορτωτικόν αμάξι, και εις τον ζυγόν υπόταξαν κ' έζεψαν τα μουλάρια. τα φωτεινά φορέματα μέσ' από τον κοιτώνα έφερνε η κόρη κ' έθεσε 'ς το τορνευμένο αμάξι• 75 κ' ένα κανίστρι εφόρτωσε τροφαίς όλο η μητέρα, κάθε λογής, ευφραντικαίς, και με κρασί γεμίζει τράγινο ασκί• κ' η κορασιά 'ς την άμαξ' αναιβαίνει• και λάδ' υγρό 'ς ολόχρυσο ροΐ της δίδει ακόμη, μαζή με ταις θεράπαιναις το σώμα της να χρίση. 80 και αυτή πήρε τη μάστιγα και τα λαμπρά λουρία, και τα μουλάρια ράβδισε, 'που εκίνησαν με κρότο, και άπαυτα ετρέχαν κ' έφερναν τα ενδύματα κ' εκείνην, μόνην όχι• η θεράπαιναις εβάδιζαν κατόπι. και εις τ' εύμορφον ως έφθασαν και πρόσχαρο ποτάμι, 85 ηύραν εκεί τα πλυσταρειά, και άφθονον αναβρύζει καλό νερό, 'που 'ναι αρκετό να βγάλη κάθε ρύπο. και τα μουλάρια ξέζεψαν αυταίς και τ' απολύσαν εις τ' αφρισμένου ποταμού την άκρη, αυτού να τρώγουν την αγριάδα την γλυκειά• τα ενδύματ' απ' τ' αμάξι 90 σήκωσαν, κ' έμπασαν νερό μαύρο, και όλαις αντάμα 'ς τους βόθρους μέσ' αντίζηλα με βια ποδοπατούσαν. και αφού τα έπλυναν και καλά τους ρύπους εκαθάραν, εις τ' ακρογιάλι τ' άπλωσαν αραδικώς, 'ς το μέρος 'που τα χαλίκια 'ς την ξηράν ελεύκαινε το κύμα. 95 κ' εκείναις, αφού ελούσθησαν και αλείφθηκαν με λάδι, 'ς το πλάγι εκεί του ποταμού γευμάτισαν, και ωστόσο τα ενδύματ' έμεναν 'ς του ηλιού την λάμψι να στεγνώσουν. και αφού χαρήκαν την τροφήν η δούλαις με την κόρη, έβγαλαν τα μαγνάδια τους και με την σφαίρα επαίζαν. 100 και η λευκοχέρα Ναυσικά άρχιζε το τραγούδι. και ως η τοξεύτρα Αρτέμιδα τα όρη καταιβαίνει, ταις ράχαις του υψηλότατου Ταϋγέτου ή του Ερυμάνθου, κ' έχει 'ς τους κάπρους ηδονή και 'ς τα γοργά τα 'λάφια• και η νύμφαις η αγροκάτοικαις, του Δία θυγατέρες, 105 παίζουν μαζή της, και η Λητώ 'ς τα στήθη αναγαλλιάζει• και η κεφαλή, το μέτωπον αυτής εξέχ' εις όλαις, και αυτ' είναι καλογνώριστη, αν και όλαις είν' ωραίαις• όμοια 'ς ταις κόραις έλαμπεν η ανύμφευτη παρθένα.
Αλλά την ώρα, 'πώμελλε 'ς το σπίτι να γυρίση, 110 ζέφοντας και τα ενδύματα διπλόνοντας τα ωραία, τότ' άλλο εφεύρεν η θεά, η γλαυκομμάτ' Αθήνη, όπως ξυπνήσ' ο Οδυσσηάς, να ίδη την παρθένα, και να τον οδηγήση αυτή 'ς την πόλι των Φαιάκων. σφαίραν εις μιαν θεράπαιναν ρίχν' η βασιλοπούλα, 115 την σφάλλει, και μες το βαθύ ρεύμα βυθίζ' η σφαίρα, και σέρνουν όλαις μια βοή• και ο θείος Οδυσσέας ξύπνησε και καθήμενος αυτού διαλογιζόνταν•
«Ωιμέ, πού πάλιν έφθασα και εις ποιών ανθρώπων μέρος; μήπως είν' άνθρωποι υβρισταίς, άγριοι και όχι δίκαιοι, 120 ή τε φιλόξενοι και αυτών θεόφοβ' είναι η γνώμη; γλυκός μ' εκτύπησεν αχός 'σαν από κορασίδαις, νύμφαις, 'που επάνω κατοικούν 'ς ταις κορυφαίς, 'ς τα όρη, και εις ταις πηγαίς των ποταμών και 'ς τα χλωρά λιβάδια• ή σιμά ευρίσκομαι εις θνητούς με γλώσσαν ανθρωπίνην; 125 αλλ' έλα, με τα μάτια μου θα ιδώ και θα εξετάσω».
Κ' εβγήκε απ' τα χαμόδενδρα ο θείος Οδυσσέας, και με το χέρι το τρανό πολύφυλλο απ' το δάσος κόπτει κλαδί, 'ς το σώμα του την γύμνωσι να κρύψη• και ως θαρρετό 'ς την δύναμι, θρέμμα βουνού, λειοντάρι, 130 'που μ' όλο τ' ανεμόβροχο κινά, και μέσα καίουν τα μάτια του• και χύνεται 'ς τα βώδια ή και 'ς τ' αρνία, ή 'ς τ' άγρι' ελάφια, και ζητεί, καθώς τον σπρώχν' η πείνα, και εις κτίριο μέσα στερεό τα πρόβατα ν' αρπάξη• όμοια 'ς ταις καλοπλέξουδαις κόραις ο Οδυσσέας 135 ολόγυμνος εσίμονεν, ότ' ηύρε αυτόν ανάγκη. τρομακτικός τους φάνηκε φθαρμένος απ' την άρμη, και τρέμοντας εσκόρπισαν ς' τ' ακροθαλάσσια βράχη• μόνη τ' Αλκίνου εστέκονταν η κόρη, ότ' εις το στήθος θάρρος της έβαλ' η Αθηνά, και αφαίρεσε τον φόβο. 140 και αγνάντια στάθη ασάλευτη• και εδίσταζ' ο Οδυσσέας, δεόμενος της κορασιάς τα γόνατατ' αν θα πιάση, ή από μακρυά θα δεηθή με λόγια μελωμένα, την πόλι να του δείξη αυτή κ' ένδυμα να του δώση. και τούτο συμφερώτερο του εφάνη, με τα λόγια 145 τα μελωμέν' από μακρυά να δεηθή, μην ίσως, αν πιάση αυτής τα γόνατα, βαρυφανή της κόρης. κ' ευθύς λόγον επρόφερε σοφόν και μελωμένον•
«Κάμ' έλεος, βασίλισσα, θεά 'σαι είτε θνητή 'σαι• και αν είσαι μία των θεών, 'που κατοικούν 'ς τα ουράνια, 150 εσέ προς την Αρτέμιδα, 'πού κόρ' είναι του Δία, εις την ειδή, 'ς τ' ανάστημα, 'ς την πλάσι, εγώ συγκρίνω, και αν είσαι μία των θνητών, 'που κατοικούν τον κόσμο, μακάριος ο πατέρας σου και η σεβαστή μητέρα, μακαριστοί σου κ' οι αδελφοί, 'πού πάντοτε η ψυχή τους 155 ευφραίνετ' εξ αιτίας σου, χαραίς όλη γεμάτη, τέτοιο βλαστάρι όταν θωρούν εις τον χορό να λάμπη. αλλά 'ς όλους ανάμεσα χαρά 'ς τον άνδρα εκείνον, 'που, αφού 'ς τα δώρα ενίκησεν, εσέ θα πάρη νύμφη. ότι τα μάτια μου ποτέ θνητό δεν είδαν πλάσμα, 160 άνδρα ή γυναίκα, ωσάν εσέ• θαυμάζ' όσο σε βλέπω• όμοια 'ς την Δήλο, 'ς τον βωμό τ' Απόλλωνα πλησίον, φοινικιάν είδα τρυφερή, 'που εβλάσταινε με χάρι• ότι κ' εκείθ' επέρασα, μ' άπειρη συνοδία, εις το ταξείδι 'πώμελλεν εις πάθη να με φέρη• 165 και όπως αυτήν εθαύμασα πολληώρα, όταν την είδα, ότι φυτόν από την γη παρόμοιο δεν εβγήκε, όμοια σε θαύμασα, ω γυνή, θαμπώθηκα, όλος τρέμω να σου εγγίξω τα γόνατα• και μ' ηύρε μέγα πάθος. χθες την ημέραν εικοστή βγήκ' απ' το μαύρο κύμα, 170 και ως τότ' εθαλασσόδερνα με τους σφοδρούς ανέμους, απ' το νησί της Ωγυγιάς• κ' εδώ μ' έρριξ' η μοίρα τώρα, να πάθω άλλα κακά κ' εδώ, τι δεν πιστεύω να παύση ακόμη, αλλ' οι θεοί πολλ' άλλα μου ετοιμάζουν. βασίλισσ', ελεήσου με, ότ' ύστερ' από μύρια 175 πάθη σέ πρώτην απαντώ• ότι άνθρωπον κανέναν, απ' όσους έχει τούτ' η γη και η χώρα δεν γνωρίζω• την πόλι δείξε μου και δος, να σκεπασθώ, ένα ράκι, αν κάποιο τύλιγμ' έφερες εδώ των ενδυμάτων. κ' εσέ να δώσουν οι θεοί τα όσα η ψυχή σου θέλει• 180 άνδρα και σπίτι κ' εύμορφην ομόνοια να χαρίσουν• ότι δεν είναι εις την ζωή λαμπρότερη ευτυχία, παρ' αν το σπίτι κυβερνούν με μια και μόνη γνώμη ο άνδρας με την σύντροφο• λύπη για τους εχθρούς των, χαρά των φίλων και τ' ακούν μάλιστα εκείνοι πρώτοι». 185
Και η λευκοχέρα Ναυσικά απάντησέ του κ' είπε• «Όχι, αγενής ή ανόητος, ω ξέν', εσύ δεν δείχνεις• την ευτυχία των θνητών μοιράζ' ο Ολύμπιος Δίας, των ευγενών, των αγενών, του καθενός ως θέλει• και σένα τούτα σ' έδωκε και ανάγκη να υπομείνης. 190 αλλ' αφού πάτησες 'ς την γη και χώραν ιδική μας, δεν θα σου λείψη φόρεμα, ούτ' άλλο απ' όσα πρέπει να λάβη, όπου προσέρχεται, πολύθλιβος ικέτης. την πόλι θα σου δείξω εγώ, και τους λαούς θα σ' είπω• την πόλι τούτη και την γην οι Φαίακες κρατούσι, 195 κ' εγώ 'μαι του γενναιόκαρδου η κόρη του Αλκινόου, κ' οι Φαίακες οι δυνατοί 'ς εκείνον κρέμοντ' όλοι».
Κ' ευθύς ταις καλοπλέξουδες επρόσταξε παρθέναις• «Σταθήτ' εδώ, θεράπαιναις• γιατ' είδετ' έναν άνδρα, πού φεύγετε; κάποιος εχθρός φοβείσθ' ότ' είναι τούτος; 200 άνδρας δεν είναι φοβερός, ούτε ποτέ θα υπάρχη, να 'λθη να φέρη πόλεμο 'ς την χώρα των Φαιάκων• ότι είμασθεν αγαπητοί πολύ των αθανάτων, και μες την άγρια θάλασσαν ύστεροι κατοικούμε, ουδέ μ' ημάς συγκοινωνεί κανένας των ανθρώπων. 205 αλλ' ήλθε αυτός ο δύστυχος πλανώμενος 'δω πέρα• πρέπει να τον ξενίσουμεν• ότι έρχονται απ' τον Δία πτωχοί και ξένοι• ολιγοστό και αγαπητό το δώρο. αλλά δόστε, θεράπαιναις, βρώσι, πιοτό, του ξένου, και λούστε αυτόν 'ς τον ποταμό, 'ς ανάνεμη γωνία». 210
Είπε, κ' εκείναις έμειναν, και αντιπαρακινώνταν, κ' εκάθισαν τον Οδυσσηά 'ς ανάνεμη γωνία, όπως η κόρη Ναυσικά ταις είχε παραγγείλει. σιμά του έθεσαν αλλαξιά, χιτώνα, επανωφόρι, μέσα εις ολόχρυσο ροΐ του έδωκαν υγρό λάδι, 215 και να λουσθή τον έλεγαν 'ς του ποταμού το ρεύμα. τότ' είπε εις ταις θεράπαιναις ο θείος Οδυσσέας•
«Θεράπαιναις, σταθήτε αυτού μακράν, όπως ατός μου την άρμην απ' ταις πλάταις μου ξεπλύνω, και με λάδι χρίσω το σώμα, οπού καιρούς άλειμμα δεν γνωρίζει. 220 και αντίκρυ σας δεν θα λουσθώ, ότι εντροπή μου θα 'ναι εμπρός 'ς τα καλοπλέξουδα να γυμνωθώ κοράσια».
Είπε, κ' εσύρθηκαν αυταίς, και το 'παν της παρθένας• κ' έπλαιν' ο θείος Οδυσσηάς μέσ' από το ποτάμι την άρμην απ' τους ώμους του πλατείς και από τα νώτα, 225 κ' έτριβε από την κεφαλή την άχνη της θαλάσσης. και άμα ελούσθη ολόβολος και με το λάδι αλείφθη, εφόρεσε τα ενδύματα, 'που του 'δωκε η παρθένα. κ' έκαμε αυτόν να φαίνεται, η διογενής Αθήνη τρανώτερος, παχύτερος, και από την κεφαλή του 230 σγουρήν την κόμην έσυρε, 'π' ώμοιαζε ανθούς του κρίνου, και ως όταν εις τον άργυρο χρυσάφι περιχύνη τεχνίτης, οπ' ο Ήφαιστος κ' η Αθήνη έχουν διδάξει μ' εντέλεια, και φιλοτεχνεί χαριτωμένα έργα• όμοια και αυτού 'ς την κεφαλή, 'ς το σώμα, έχυσε χάρι. 235 πήγ' έπειτα κ' εκάθισε 'ς της θάλασσας την άκρη• και άστραφτε χάρες κ' ευμορφιά• τον θαύμαζεν η κόρη• κ' είπε 'ς τα καλοπλέξουδα κοράσια τότ' εκείνη•
«Σ' ό,τι θα ειπώ προσέξετε, λευκόχεραίς μου κόραις• όχι, 'ς το πείσμα των θεών του Ολύμπου αυτός ο άνδρας 240 τους ισοθέους Φαίακαις να σμίξη εδώ δεν ήλθε. ότι άμορφος προτήτερα μου εφάνηκε πως ήταν• και τώρ' ομοιάζει των θεών των ουρανοκατοίκων. κ' είθε παρόμοιος σύντροφος να ονομασθή δικός μου, 'που να 'στεργεν εγκάτοικος εδώ μ' εμάς να μένη. 245 αλλά δόστε, θεράπαιναις, βρώσι, πιοτό του ξένου».
Είπε και αυταίς υπάκουσαν ευθύς εις την φωνή της• κ' έθεσαν βρώσι και πιοτό σιμά 'ς τον Οδυσσέα• κ' έτρωγε κ' έπινε αρπακτά ο θείος Οδυσσέας, κ' είχε ο πολύπαθος καιρούς φαγί να δοκιμάση. 250 και η λεκοχαίρα Ναυσικά τότ' εφευρήκεν άλλο• εδίπλωσε και απίθωσε τα ενδύματα εις τ' αμάξι, έζεψε τα σκληρώνυχα μουλάρια και άμ' ανέβη. κ' επαρακίνα λέγοντας τον Οδυσσηά• «Σηκώσου, ξένε, εις την πόλι για να πας, κ' εγώ θα σ' οδηγήσω 255 'ς του συνετού πατέρα μου το δώμα, όπου τους πρώτους πιστεύω από τους Φαίακαις θα ιδής και θα γνωρίσης. αλλ' έλα κάμε ό,τι σου ειπώ• θαρρώ πως γνώσιν έχεις. όσον αγρούς διαβαίνουμε, και των ανθρώπων έργα, με ταις θεράπαιναις μαζή κατόπιν εις τ' αμάξι 260 ογλήγορ' ακολούθα με, κ' εγώ τον δρόμο δείχνω, έως ότου θε να φθάσουμε 'ς την πόλιν, οπού πύργος ζών' υψηλός, κ' έχει καλούς λιμέναις δυο 'ς τα πλάγια. έχει το έμπασμα λεπτό• στενοχωρούν τον δρόμο τα κυρτά πλοία 'ς ταις σκεπαίς, 'πώχει καθείς δική του. 265 κ' είν' η αγορά τους, 'ς του λαμπρού την μέση Ποσειδίου, με συρταίς πέτραις, 'πώχωσαν βαθειά, θεμελιωμένη. και αυτού τ' άρμενα εργάζονται των πισσωμένων πλοίων, τα καλαμάρια, τα πανιά, και καταξυούν κουπία. και οι Φαίακες δεν αγαπούν φαρέτρα ουδέ δοξάρι, 270 μόνον πανιά, μόνον κουπιά, και ισόπλευρα καράβια, οπού γι' αυτά περήφανοι το λευκό κύμα σχίζουν. τούτων ξεφεύγω την πικρή γλώσσα, μη μ' ονειδίση κανένας, ότ' είναι λαός περήφανος και αυθάδης. άνδρας συμβαίνει πρόστυχος να ιδή, κ' ευθύς να είπη• 275 ο λαμπρός ξένος και τρανός, 'ς την Ναυσικά κατόπι, ποιος είναι; που τον εύρηκε; άνδρα της θα τον κάμη. μήπως από το πλοίο του, 'που εξέπεσ' εδώ πέρα, ξένον εδέχθη μακρυνόν; τι γείτονες δεν είναι. ή απ' ταις ολόθερμαις ευχαίς κατέβηκε ουρανόθεν 280 κάποιος θεός, και θα 'χη αυτόν εκείνη ολοζωής της; καλήτερ' αν μονάχη της εζήτησε κ' ευρήκε άλλοθεν άνδρα• ότι αψηφά τους συντοπίταις όλους, τους Φαίακαις, οπού πολλοί και οι πρώτοι την ζητούσι. αυτά θα ειπούν, κ' εγώ εντροπή τα λόγια τούτα θα 'χω. 285 κ' εγώ 'θελε κατηγορώ άλλην, αν όμοια πράξη, χωρίς να 'χη το θέλημα των ποθητών γονέων, πριν έλθ' εις γάμον φανερόν, τους άνδραις να σιμόνη. και τώρα, ξένε, πρόσεχε, αν θέλης ο πατέρας εις την πατρίδα ογλήγορα να σε ξεπροβοδήση. 290 'ς τον δρόμο θαύρης τον λαμπρόν λευκώνα της Αθήνης• μέσ' αναβρύζει αυτού πηγή, και γύρω έχει λιβάδι• αυτού 'ναι η γη και ο ανθούμενος ο κήπος του πατρός μου, από την πόλι διάστημα, 'π' ακούεσ' αν βοήσης. αυτού μείνε καθήμενος, έως ότου εμείς 'ς την πόλι 295 πατήσουμε και φθάσουμε 'ς τα σπίτια του πατρός μου• και άμα λογιάσης ότι 'μεις 'ς τα σπίτι έχουμε φθάσει, προς των Φαιάκων βάδισε την πόλι, και άμ' ερώτα τα σπίτια του γενναιόκαρδου πατέρα μου Αλκινόου. καλόγνωρα είναι• και μωρό παιδί να σου τα δείξη 300 δύναται• ότι δεν κτισθήκαν τα σπίτια των Φαιάκων, ως τα παλάτια κτίσθηκαν του ήρωα του Αλκινόου• και όταν οι δόμοι γύρωθε κ' η αυλή σε περιλάβουν, διάβα ευθύς το μέγαρο να φθάσης 'ς την μητέρα, 'που εις την γωνίστρα κάθεται, 'ς την λάμψι της φωτίας, 305 γαλάζιο κλώθοντας μαλλί, θαυμάσιον, εις τον στύλον απιθωμένη, και όπισθεν αυτής κάθονται η δούλαις. και 'ς την φωτιά σιμά θα ιδής τον θρόνο του πατρός μου, 'π' αυτού πίνει καθήμενος, όμοιος των αθανάτων. ξεπέρν' αυτόν, τα γόνατα, συ πιάσε της μητρός μου, 310 αν θες για σε χαρμόσυνη και ογλήγορα να φέξη η ημέρα της επιστροφής, όθεν μακρυά και αν ήσαι. και αν ίσως και σ' ελεηθή και σ' αγαπήση εκείνη, θάρρου, θα ιδής τους ποθητούς, ογλήγορα θα φθάσης, 'ς το σπίτι το καλόκτιστον, εις την γλυκειά πατρίδα». 315
Είπε και με την μάστιγα την φωτεινή ραβδίζει τα μουλάρια, και αυτ' άφησαν του ποταμού την άκρη, ευθύς, κ' ετρέχαν τακτικά, καλά τετραποδίζαν. κυβερνά η κόρη εύμορφα, πεζοί για να προφθάσουν η δούλαις με τον Οδυσσηά• με νου ραβδίζ' η κόρη. 320 κ' έκλιν' ο ήλιος, κ' έφθασαν 'ς της Αθηνάς το δάσος το ένδοξο, και αυτού κάθισεν ο θείος Οδυσσέας, και εις του μεγάλου του Διός την κόρη ευθύς ευχήθη•
«Άκου με, κόρη αδάμαστη, τ' αιγιδοφόρου Δία• εισάκουσέ με, 'π' άλλοτε δεν μ' έχεις εισακούσει, 325 'που ευχόμουν, όταν μ' έκρουεν ο μέγας κοσμοσείστης. δος να με ιδούν οι Φαίακες με σπλάχνος και μ' αγάπη».
Ευχήθη, και τον άκουσε τότε η Παλλάδ' Αθήνη• και δεν του εφονερόνονταν εμπρός του, ότι εφοβόνταν εκείνη τον πατράδελφον και αυτός εμίσα σφόδρα 330 τον ομοιόθεον Οδυσσηά, πριν φθάσ' εις την πατρίδα.
ΤΕΛΟΣ Α' ΤΟΜΟΥ