Ομήρου Οδύσσεια Τόμος Α

Part 6

Chapter 6 89 words Public domain Markdown

«Είσθ' άσπλαχν', είσθε βάσκανοι, θεοί, σαν κανείς άλλος, 'που με θνητούς 'ς το φανερό θεαίς να συγκοιμώνται φθονείτε, αν κάμη ομόκλινον καμμιά τον ποθητόν της. 120 όμοια της ροδοδάκτυλης Ηώς τον διαλεκτόν της Ωρίωνα εφθονέσετε, εσείς οι ευτυχισμένοι, ως 'που η χρυσόθρονη Άρτεμις, η αγνή, 'ς την Ορτυγία, κτύπησε αυτόν κ' εφόνευσε με τα λεπτά της βέλη. όμοια, την καλοπλέξουδη την Δήμητραν ο πόθος 125 ότ' έφερε 'ς την αγκαλιά να πέση του Ιασίου, μες τον τριόργωτον αγρό, το 'μάθ' ευθύς ο Δίας, άστραψε κ' εθανάτωσεν αυτόν μ' αστροπελέκι. κ' εμέ, θεοί, φθονείτε σεις, 'πώχω θνητόν κοντά μου άνδρα• κ' εγώ τον έσωσα, 'που μόνος την καρίνα 130 έσφιγγε με τα σκέλη του, και του 'χε το καράβι σχίσει 'ς τα μαύρα πέλαγα με κεραυνόν ο Δίας, και οι λαμπροί του σύντροφοι τότ' όλοι, αφανισθήκαν, κ' εδώ 'φεραν ο άνεμος εκείνον και το κύμα. και τούτον εγώ ξένιζα, κ' έτρεφα, κ' είχα γνώμη 135 αθάνατον και αγέραστον αυτόν να καταστήσω. αλλ' αν δεν ξέφυγε ποτέ κανείς των αθανάτων, ουδ' εματαίωσε τον νου τ' αιγιδοφόρου Δία, αφού κείνος προστάζει το, ο άμοιρος ας πάη μες τ' άγρια πέλαγα• αλλ' εγώ δεν θα τον προβοδήσω• 140 ότι καράβια δεν έχω, δεν έχω ουδέ συντρόφους, 'που να τον φέρουν 'ς τα πλατειά τα νώτα της θαλάσσης, αλλά με γνώμην πρόθυμην εγώ θα τον διδάξω το πώς να φθάση απείρακτος εις την γλυκειά πατρίδα».

Και ο αργοφόνος μηνητής απάντησέ της κ' είπε• 145 «Ναι, απόπεμπέ τον, και φοβού την όργητα του Δία, μήπως κατόπι χολευθή και σε κακοποιήση».

Αυτά 'πε και αναχώρησεν ο μέγας αργοφόνος• και προς τον μεγαλόψυχον εκίνησε Οδυσσέα η νύμφη, τα μηνύματα ως άκουσε του Δία. 150 'ς ακρογιαλιά καθήμενον τον εύρε, ουδ' εστεγνόναν ποτέ τα μάτια, αλλ' έλυονε την ποθητή ζωή του για την πατρίδα κλαίοντας, ουδ' άρεγέ του πλέα η νύμφη, αλλά βιαζόμενος, 'ς τα βαθουλά τα σπήληα, μ' αυτήν, οπού τον ήθελεν, αθέλητα εξενύκτα• 155 και ταις ημέραις κάθονταν 'ς ακροθαλάσσια βράχη, με θρήνους, μ' αναστεναγμούς, με πάθη 'ς την ψυχή του, κ' εκύττα δάκρυα χύνοντας τα τρίσβαθα πελάγη. σιμά του εστάθηκε η θεά, η αταίριαστη, και του 'πε•

«Άμοιρε, μη μου οδύρεσαι εδώ συ πλειά, μη φθείρης 160 την ζωή σου, κ' ήδη πρόθυμα πολύ θα σ' αποπέμψω. αλλ' έλα, ξύλα μακρινά με την αξίνα κόψε, πλατειά συνάρμοσε πλωτή, κ' επάνω αυτής σανίδαις στήσε υψηλαίς, 'ς τα σκοτεινά πελάγη να σε φέρη. και άρτο, νερό, και κόκκινο κρασί, 'που δυναμόνει, 165 εγώ θα βάλω εις την πλωτή, μη πάθης από πείνα. θα σου φορέσω φορεσιαίς, και πρύμον θα σου στείλω, όπως συ φθάσης άβλαπτος 'ς την ποθητή πατρίδα, αν τούτο αρέσει των θεών των ουρανοκατοίκων, οπού καλήτερ' απ' εμέ νοούν και αποφασίζουν». 170

Αυτά 'πε• και ο πολύπαθος επάγωσε Οδυσσέας, κ' εκείνην επροσφώνησε με λόγια πτερωμένα•

«Άλλο 'ς τον νου σου έχεις, θεά, ποτέ να μ' αποπέμψης, 'που με πλωτή να διαβώ μου λέγεις της θαλάσσης το φρικτό χάσμα, οπού γοργά δεν σχίζουν ίσια πλοία 175 και όταν περιφανεύονται 'ς τον άνεμο του Δία. ουδέ θε να 'μπω εις την πλωτή 'ς το πείσμα σου ποτέ μου, αν μη θελήσης, ω θεά, να ομόσης μέγαν όρκο, ότι κακό δεν μελετάς ενάντια μου κανένα».

Αυτά 'πε• τότε η θαυμαστή θεά γλυκογελώντας 180 τον χάιδεψε, τον έκραξε κατ' όνομα, και του 'πε•

«Πονηρός είσαι αληθινά, δεν είσαι ματαιολόγος• ποίον λόγον εσοφίσθηκες να βγάλης απ' τα χείλη! μάρτυς μου η γη και ο ουρανός πλατύτατος επάνω, και της Στυγός τα ρεύματα, 'που χύνονται 'ς τον Άδη, 185 οπού 'ναι πρώτος και φρικτός των αθανάτων όρκος, ότι κακό δεν μελετώ ενάντια σου κανένα• αλλ' όσα θα εστοχάζομουν, αν όμοια μ' είχε ανάγκη, για τον εαυτό μου, αυτά νοώ και αυτά σε συμβουλεύω. ότι κ' εγώ προαίρεσιν έχω αγαθήν και τρέφω 190 μέσα καρδιάν ελεητική και όχι σιδερένια».

Αυτά 'πε η ασύγκριτη θεά, κ' επροπορεύθη εκείνου ογλήγορα• κατόπι της αυτός ακολουθούσε, 'ς το βαθύ σπήληον έφθασαν η αθάνατη και ο άνδρας, και εις το θρονί κάθισε αυτός, 'που 'χε καθίσει πρώτα 195 ο Ερμής• και του παράθεσε να φάγη και να πίη η νύμφη από τα φαγητά, 'που τρέφουν τους ανθρώπους. και αγνάντια κείνη εκάθισε 'ς τον θείον Οδυσσέα, και νέκταρ της παράθεσαν η δούλαις και αμβροσία. και άπλωσαν κείνοι 'ς τα έτοιμα φαγιά, 'που 'χαν εμπρός τους• 200 και άμ' ευφρανθήκαν 'ς το φαγί και εις το πιοτόν εκείνοι, η Καλυψώ τότ' άρχισεν η ασύγκριτη να λέγη•

«Λαερτιάδη διογενή, πολύβουλε Οδυσσέα, έτσι λοιπόν 'ς το σπίτι σου, 'ς την ποθητή πατρίδα, θέλεις ευθύς τώρα να πας; ας γίνη• χαιρετώ σε. 205 αλλ' αν 'ς τον νου σου εγνώριζες τα πόσα θα υποφέρης πάθη, όπως θέλ' η μοίρα σου, πριν φθάσης 'ς την πατρίδα, 'ς το δώμα τούτο ασάλευτα μαζή μου ήθελε μείνης, θα εγένοσουν αθάνατος, μ' όλον που αναστενάζεις να ίδης την γυναίκα σου, τον πόθο της ψυχής σου. 210 κ' εγώ κείνης χειρότερη καυχιούμαι ότι δεν είμαι, 'ς το σώμα και 'ς τ' ανάστημα, και ουδέ ποσώς αρμόζει θνηταίς με αθάναταις ποτέ 'ς τα κάλλη να μετρώνται».

Και αυτής ο πολυμήχανος απάντησε Οδυσσέας• «Σεπτή θεά, μη μου οργισθής για τούτο• κ' εγώ ξεύρω 215 παρά πολύ 'που ταπεινή θα εφαίνονταν εμπρός σου η Πηνελόπ' η φρόνιμη, 'ς τ' ανάστημα, 'ς το κάλλος• κείνη θνητ' είναι, αθάνατη εσύ και αγέραστ' είσαι. αλλ' όμως πάντοτε ζητώ και θέλω εις την πατρίδα να φθάσω, της επιστροφής να ίδω την ημέρα. 220 και αν εις τα μαύρα πέλαγα θεός πάλι με κρούση, καρδιάν έχω φερέλυπη και θέλει το υπομείνω• ότ' ήδ' υπόφερα πολλά, πολλά 'χω κακοπάθει, ‘ς ταις μάχαις και 'ς τα κύματα• και αυτό μ' εκείν' ας έλθη».

Είπε• και ο ήλιος έκλινε, κ' έφθασε το σκοτάδι, 225 και εις τ' άντρο το καμαρωτό παράμεσα συρμένοι οι δύο πλάγιασαν μαζή, και την φιλιά χαρήκαν.

Εφάν' η ροδοδάκτυλη Ηώ του όρθρου κόρη, κ' εφόρεσεν ο Οδυσσηάς χιτώνα και χλαμύδα• μανδύαν λαμπροΰφαντον μέγαν ενδύθ' η νύμφη 230 χαριτωμένον και λεπτόν, κ' εζώσθηκε ζωνάρι χρυσόν, ωραίο, κ' έβαλε 'ς την κεφαλή καλύπτρη. να προβοδά τότ' άρχισε τον θείον Οδυσσέα. αξίναν του 'δωκε τρανήν, αρμόδια 'ς την παλάμη, χάλκινη, κ' ήταν δίστομη• και μέσ' είχ' εμπηγμένο 235 σφικτά στελειάρι ελάινον εύμορφο, και σκερπάνι του 'δωκε ακόμη ακονιστό• κ' εκίνησεν εμπρός του προς κάποιαν άκρη του νησιού, οπού 'χε υψηλά δένδρα, κλήθρη και λεύκα κ' έλατο, 'που τον αιθέρα εγγίζει, από καιρούς κατάξερα, ώστ' ελαφρά να πλέουν. 240 και αφού τον τόπο του 'δειξεν, οπού 'χε υψηλά δένδρα, η Καλυψώ 'ς το δώμα της η αθάνατη επανήλθε• τα ξύλα εκείνος έκοβε, και 'ς το έργον επροχώρει• όλα όλα είκοσιν έρριξε, πελεκητά τα επήρε• με τέχνη τα εσκερπάνισε, κ' ίσιασε αυτά 'ς την στάφνη. 245 ωστόσο η θεία Καλυψώ του 'φερε τα τρυπάνια, και άμ' όλ' αυτός τρυπάνισε και τ' άρμοσ' όλ' αντάμα, με ξυλοκάρφια την πλωτή και αρμούς σφυροκοπούσε. και όσο πλατειά την πατωσιά για φορτηγό καράβι άξιος μορφόνει ξυλουργός, τόσο και της πλωτής του 250 κείνος το πλάτος έκαμε• κ' έστησε ταις σανίδαις ορθαίς, και, με στραβόξυλα πυκνά δένοντας όλα, έπλαθεν• ετελείωσε με μακρυνά δοκάρια. κατάρτι έπλασεν έπειτα, και αντένα, οπού ταιριάζει• πηδάλι ακόμη εμόρφωσε, μ' αυτό να κυβερνάη• 255 και με κλαδιά της λυγαριάς την έφραξε όλη πέρα, του κύματος προφυλακή, και μέσα εσώρευσ' ύλη. κ' έφερε υφάσματα η θεά, να γίνουν τα πανία, και αυτός εφιλοτέχνησε κ' εκείνα• και κατόπι απλαίς 'ς εκείνην έδεσε, σκόταις και παλαμάρια, 260 και με λοστούς την έσυρε 'ς την θάλασσα την θεία.

Έφθασ' η ημέρα τέταρτη κ' είχε όλ' αυτός τελειώσει• 'ς την πέμπτην επροβόδα τον η αθάνατη απ' την νήσο, αφού έλουσέ τον κ' ένδυσε μ' ευωδισμένο ενδύμα, κ' η θεά μέσα του 'βαλεν ασκί με κρασί μαύρο, 265 και άλλο μεγάλο με νερό, και τρόφιμα εις δισάκκι, και του το εγέμισε πολύ και νόστιμο προσφάγι• και πρύμον του 'στειλ' άβλαβον, χλιόν• 'ς αυτόν εχάρη και τα πανιά του όλ' άπλωσεν ο θείος Οδυσσέας. με το πηδάλι τεχνικά κυβέρναε καθισμένος• 270 ουδ' έκλινε τα βλέφαρα 'ς τον ύπνο, ενώ την Πούλια και τον Βοώτη εκύτταζε, 'π' αργεί να βασιλεύση, και την Αρκούδα, 'π' άμαξα καλούν, και αυτού γυρίζει πάντοτε, τον Ωρίωνα ασάλευτα τηρώντας, η μόνη, 'που τ' Ωκεανού το λούσμα δεν γνωρίζει. 275 ότ' είχε τον η Καλυψώ διδάξει τότε η θεία, εκείνην έχοντας ζερβιά 'ς τα πέλαγα να πλέη.

Ημέραις έπλεε δεκαεπτά, και 'ς την δεκάτη ογδόη τα ισκιωμένα εφάνηκαν τα όρη των Φαιάκων, της γης, οπού εγγυτότερην 'ς τον δρόμο του απαντούσε• 280 και ωσάν ασπίδα εφαίνονταν 'ς τα σκοτεινά πελάγη. κ' έστρεφε απ' τους Αιθίοπαις ο μέγας κοσμοσείστης, και αυτόν μακρόθ' εξάνοιξεν απ' τα όρη των Σολύμων, οπ' έπλεε 'ς την θάλασσα, και ωργίσθη ακόμη πλέον. την κεφαλήν εκίνησε και μόνος είπε• «Ω Θε μου! 285 άλλα οι θεοί βουλεύθηκαν ως προς τον Οδυσσέα, ενώ ήμουν 'ς τους Αιθίοπαις• κ' ιδού, 'που των Φαιάκων εκείνος έγγιξε την γη, 'που η μοίρα του εκεί θέλει το μέγα δίκτυ του κακού να φύγη, οπού τον έχει. αλλά θαρρώ 'π' ακόμη εγώ θα τον χορτάσω πάθη». 290

Είπε, τα νέφη εσύναξε κ' ετάραξε τον πόντον, αρπάζοντας την τρίαινα, και των ανέμων όλων ταις ζάλαις έσπρωξεν ομού, κ' ετύλιξε 'ς τα νέφη πόντον και γη• κ' εχύθηκεν απ' τον αιθέρα νύκτα. κ' Εύρος, Νότος, και Ζέφυρος σφοδρός αντάμα επέσαν, 295 και ο αιθερογέννητος Βορηάς, 'που μέγα σπρώχνει κύμα• και τ' Οδυσσηά τα γόνατα κοπήκαν και η καρδία, κ' έλεγε με παράπονο 'ς την ανδρική ψυχή του•

«Ωιμένα, του κακότυχου, 'ς το τέλος τι θα γένω; φοβούμαι μην όσ' η θεά προείπεν αληθεύσουν• 300 'πώλεγε ότι 'ς την θάλασσα, πριν φθάσω εις την πατρίδα, θα παραδείρω• και όλ' αυτά ιδού λαμβάνουν τέλος, με ποία νέφη τουρανού το πλάτος στεφανόνει ο Δίας, και την θάλασσαν ετάραξε• μανίζουν άνεμοι ολούθε• αφεύγατο μ' ηύρε το τέλος τώρα• 305 τρισμάκαρες οι Δαναοί, 'που 'ς την πλατειά Τρωάδα, γι' αγάπη των Ατρειδών, επέσαν πολεμώντας. Ά! να 'χα ιδεί το τέλος μου εκείνην την ημέρα, 'που τόσοι Τρώες έρριξαν 'ς εμέ χάλκιν' ακόντια, εις του Πηλείδη ολόγυρα το νεκρωμένο σώμα. 310 οι Αχαιοί θα μ' έθαπταν και θάμουν δοξασμένος• αλλ' ηθέλησ• η μοίρα μου να κακοθανατήσω».

Είπε, και αυτόν εβρόντησε ψηλάθε μέγα κύμα με ορμή φρικτή, κ' εγύρισε κλονώντας την πλωτή του. και απ' την πλωτήν έπεσε αυτός μακράν, και το πηδάλι 315 απέλυσε απ' τα χέρια του• 'ς την μέση το κατάρτι φρικτή του σύντριψε πολλών σμιχτών ανέμων ζάλη, κ' η αντένα ομού και το πανί 'ς το πέλαο πέσαν πέρα. πολληώρα τον εσκέπασεν η θάλασα, ουδ' εμπόρει να έβγη ευθύς, απ' την ορμή, 'που 'χε το μέγα κύμα, 320 βαρύς από τα ενδύματα, 'που του 'χε δώσ' η νύμφη. αργά εσηκώθη, κ' έφτυσε πικρήν από το στόμα την άρμη, 'πώρρεε ρονιαίς από την κεφαλή του. και την πλωτή δεν ξέχασε, μ' όλα τα πάθη οπού 'χε, αλλ' ώρμησε εις τα κύματα κ' επιάσθηκε απ' εκείνη, 325 κ' εκάθισε εις την μέση της, τον θάνατον να φύγη• κ' εδώ την έφερνε κ' εκεί το ρεύμα των κυμάτων• και ως το φθινόπωρ' ο Βορηάς τ' αγκάθια 'ς την πεδιάδα σέρνει, και αυτ' όλα δένονται πυκνά, και αυτήν ομοίως κείθε κ' εδώθ' οι άνεμοι 'ς τα πέλαγος εφέρναν. 330 και πότε ο Νότος του Βορηά την ρίχνει να την πάρη, και πότε ο Εύρος δίδει την κυνήγι του Ζεφύρου.

Τόν είδεν η καλόφτερνη Ινώ, του Κάδμου κόρη, η Λευκοθέα, πριν θνητή με γλώσσαν ανθρωπίνην• τώρα δοξάζεται ως θεά 'ς τα βάθη της θαλάσσης• 335 τον Οδυσσηά, 'που εδέρνονταν 'ς τα κύματα, ελεήθη, και εις ώφυιας σχήμα επέταξε και από τα βάθη εβγήκε, και 'ς την πολύδεσμη πλωτήν εκάθισε και του 'πε•

«Άμοιρε, τι σ' εμίσησεν ο σείστης Ποσειδώνας τρομερά τόσο, και άπειρα κακά 'ς εσέ φυτεύει; 340 αλλ' όσο και αν οργίζεται, δεν θέλει σ' αφανίση• αλλ' έλα κάμε ό,τι σου ειπώ• και ανόητος δεν δείχνεις. γυμνώσου και άσε την πλωτήν οι άνεμοι να πάρουν, και ζήτα την επιστροφή πλέοντας με τα χέρια εκεί, 'που μέλλεις να σωθής, 'ς την χώρα των Φαιάκων. 345 και ιδού, ζώσε το στήθος σου με τ' άφθαρτο μαγνάδι τούτο• να πάθης μη φοβού ποσώς ή ν' αποθάνης• αλλ' άμα φθάσης και την γη κρατήσης με τα χέρια, ξεζώσου το και ρίξε το 'ς τα σκοτεινά πελάγη, πολύ μακράν από την γη, και στρέψε αλλού την όψι». 350

Είπε η θεά, και άμ' έδωκεν εκείνου το μαγνάδι, και πάλιν εις την θάλασσαν, όπ' άφριζ' εβυθίσθη, εις ώφυιας σχήμα• κ' έκρυψεν αυτήν το μαύρο κύμα. κ' εσκέφθηκε ο πολύπαθος, ο θείος Οδυσσέας, κ' έλεγε με παράπονο 'ς την ανδρική ψυχή του• 355

«Ωιμέ, μη κάποιος των θεών πάλι μου υφαίνη απάτη, 'που απ' την πλωτή να καταιβώ με συμβουλεύει τώρα• αλλά δεν θα υπακούσω εγώ, γιατ' είδαν οι οφθαλμοί μου μακρυά την γην, όπ' έλεγε πως θα 'χω καταφύγι. μόν' άλλο, 'που καλήτερο μου φαίνεται, θα πράξω• 360 όσο τα ξύλα της πλωτής σταθούν συναρμοσμένα, αυτού θα μείνω, και ανδρικά τα πάθη θα βαστάξω• και όταν διαλύση την πλωτή το σείσμα των κυμάτων, θα πλέξω τότε, ότι άλλο τι ναύρη δεν φθάνει ο νους μου».

Τούτα ενώ εκείνος έζυαζε 'ς τα βάθη της ψυχής του, 365 μέγα κύμα του σήκωσεν ο σείστης Ποσειδώνας, φρικτόν, υψηλοθόλωτο, κ' επάνω του έπεσ' όλο. και ως όταν σφοδρός άνεμος τινάζει και σκορπάει ξερών αχύρων θεμονιά, παρόμοια τιναχθήκαν αυτής τα ξύλα τα μακρυά• και τότ' ο Οδυσσέας 370 έν' απ' εκείν' ανέβηκεν, ως άλογο αναβάτης, κ' εγδύνονταν τα ενδύματα, 'που του 'χε δώσ' η νύμφη. και το μαγνάδι άπλωσ' ευθύς 'ς το στήθος του αποκάτω, και προύμυτα 'ς την θάλασσαν έπεσε, και τα χέρια ετέντωσε 'ς το πλέξιμο• τον είδε ο κοσμοσείστης, 375 την κεφαλή του εκίνησε, και μόνος του είπε• «Τώρα, 'που τόσα υπέφερες κακά, πλανήσου 'ς τα πελάγη, 'ς την χώρα των διόθρεπτων ανθρώπων ως να φθάσης• και όμως, θαρρώ, δεν θα κλαυθής πως έπαθες ολίγα».

Και τα καλότριχ' άλογα ράβδισε κ' έφθασ' άμα 380 εις ταις Αυγαίς, όπ' έχει αυτός υπέρλαμπρα παλάτια.

Και τότ' η Αθήνη, του Διός κόρη, εσοφίσθηκ' άλλο• έφραξε τα περάσματα των άλλων των ανέμων, να παύσουν τους επρόσταξε και να σιγάσουν όλοι, και τον γοργό τού εκίνησε Βορηά κ' έσπασ' εμπρός του 385 τα κύματα, 'ς τους ναυτικούς Φαίακαις ως να φθάση, σωσμένος απ' τον θάνατον, ο θείος Οδυσσέας.

Αυτού θαλασσοδέρνονταν δυό 'μέραις και δυο νύκταις, κ' η καρδιά του τον όλεθρο συχνόβλεπεν εμπρός του. αλλ' ότε η καλοπλέξουδη Ηώ την τρίτα ημέρα 390 έφερ', έπαυσ' ο άνεμος, και ανάνεμη γαλήνη έγεινε, και αυτός σπρώχνοντας το βλέμμ' είδε πλησίον την γην, ως τον εσήκωσεν επάνω μέγα κύμα. και ως δείχνεται ποθούμενη για τα παιδιά του η ζήσι πατρός, 'π' αρρώστια μακρινή σκληρή 'ς την κλίνη φθείρει, 395 όπου έρριξέ τον δαίμονας κακός, και τον εσώσαν ποθούμενον οι αθάνατοι, παρόμοια του Οδυσσέα εφανερώθη ποθητή η γη και η πρασινάδα. κ' εκολυμπούσε πρόθυμος 'ς την γη πόδι να στήση. και ως ήταν εις το διάστημα, 'π' ανθρώπου βοή φθάνει, 400 τότ' άκουσε της θάλασσας τον κτύπον εις τους βράχους• ότι προς την ξερή στερηά το μέγα κύμα εμούγκρα φρικτά ως το ξέρνα η θάλασσα, και αφρούς εσκέπαζ' όλα• γιατί λιμάνια δεν ήσαν, αράσματα δεν ήσαν, αλλ' άκραις ήσαν πετακταίς, πέτραις σχισταίς και βράχοι. 405 και τ' Οδυσσηά τα γόνατα κοπήκαν και η καρδία, κ' έλεγε με παράπονο 'ς την ανδρική ψυχή του•

«Ωιμένα, και αν ανέλπιστα να ιδώ την γην ο Δίας μου 'δωκε, κ' εδυνήθηκα τόσον βυθό να σχίσω, έβγ' απ' την λευκή θάλασσα δεν φαίνεται κανένα• 410 ότ' είναι απέξω κοφτεροί βράχοι, και αυτού το κύμα γύρου βροντά, και γλυστερή κ' ίσια αναιβαίνει πέτρα. και προς την γην η θάλασσα βαθειά 'ναι, ουδέ μ' αφίνει 'ς τα δυο μου πόδια να σταθώ, τον κίνδυνο να φύγω. και ως βγαίνω, κύμα φουσκωτό μην έλθη και με σπρώξη 415 επάνω εις πέτρα οδοντερή, κ' η ορμή μου πάη χαμένη. και αν κολυμπήσω παρακεί την άκρην άκρην, ίσως ακρογιαλιαίς απόσκεπαις και αράσματ' απαντήσω, φοβούμαι μην και άλλη φορά μ' αρπάξ' η τρικυμία, και εις το ιχθυοφόρο πέλαγος με φέρη να στενάξω, 420 ή και απολύση επάνω μου θεός κανένα τέρας, 'π' άμετρα τρέφει 'ς τους βυθούς η ένδοξη Αμφιτρίτη. ότι γνωρίζω την οργή, 'που μώχει ο κοσμοσείστης».

Τούτα ενώ εκείνος έζυαζε 'ς τα βάθη της ψυχής του, τρανό κύμα τον έφερε προς τ' άγριον ακρογιάλι• 425 και θα 'γδερν' όλος, θα 'σπαε και όλα τα κόκκαλά του, εάν δεν τον εδίδαχνεν η γλαυκομμάτ' Αθήνη• με τα δυο χέρια τ' άρπαξε την πέτρα, και βογγώντας κρατιόνταν, ως 'που επέρασε το μέγα εκείνο κύμα. κ' έτσι εφυλάχθη, αλλ' έγυρε με ορμή το κύμα οπίσω, 430 κ' έκρουσ', επέταξεν αυτόν 'ς το πλάτος της θαλάσσης. και ως ότε, απ' το θαλάμι του αν σύρουν τ' οκταπόδι, εις τα μαζάρια του κολλούν πυκνότατα χαλίκια, όμοια 'ς ταις πέτραις έμειναν απ' τ' ανδρικά του χέρια τα γδάρματα• τον σκέπασε το μέγα κύμα• τότε 435 πάρωρα θα τελείονεν ο άμοιρος Οδυσσέας, φρόνησιν αν δεν του 'διδεν η γλαυκομμάτ' Αθήνη• απ' ένα κύμα των πολλών, 'που 'ς την στερηά βροντούσαν, εβγήκε, κ' έπλεε παρακεί, την γη κυττώντας, ίσως ακρογιαλιαίς απόσκεπαις και αράσματ' απαντήση. 440 αλλ' ότ' έφθασε πλέοντος εις ποταμού το στόμα, 'που εκύλα ωραία, κάλλιστος εκεί του εφάνη ο τόπος, χωρίς πέτραις και ανάνεμος• και άμ' ένοιωσε 'που εκύλα, μέσα του ευχήθη• «Βασιληά, εισάκου μ', όποιος είσαι• 'ς εσέ τον πολυεύχετον προσπέφτω, από τα βάθη 445 ως φεύγω τους φοβερισμούς του σείστη Ποσειδώνα. προς τον περιπλανώμενον κ' οι αθάνατοι έχουν σέβας, καθώς εγώ εις το ρεύμα σου τώρ' ήλθα και προσπέφτω 'ς τα γόνατά σου, απ' τα πολλά τα πάθη ν' ανασάνω. ελέησέ με, βασιληά, και ικέτης σου καυχιούμαι». 450

Πάραυτα εκείνος την ροή παύει, κρατεί το κύμα, κ' εμπρός του στρώνει σιγαλιά, και 'ς τ' άνοιγμα τον σώζει του ποταμού• τα γόνατα και τ' ανδρειωμένα χέρια λυγίζει αυτός, 'που η θάλασσα τον είχε καταβάλει. το σώμα του όλο επρήσκονταν 'ς το στόμα, εις τα ρουθούνια 455 ανάβρυζ' άρμη, και άπνευτος και αμίλητος εκείνος κείτονταν, και ολιγοψυχιά τον πήρε, από τον κόπο. και ως πήρε ανάσα, και η ψυχή 'ς τα στήθη του εσυνάχθη, αμέσως τότε της θεάς ξεζώσθη το μαγνάδι, και όπου αλμυρίζει ο ποταμός τ' απέλυσε• 'ς το ρεύμα 460 τ' άρπαξ' ευθύς η θάλασσα, κ' η Ινώ γοργά το εδέχθη 'ς τα χέρια της• και αφίνοντας εκείνος το ποτάμι 'ς τον σχοίνο πέφτει και φιλεί την γη την σιτοδώρα. κ' έλεγε με παράπονο 'ς την ανδρική ψυχή του•

«Ωιμέ, και τι θα πάθω, τι μου μέλλεται 'ς το τέλος; 465 κ' εάν την άγρια νυκτιά περάσω 'ς το ποτάμι, η πάχνη μήπως η κακή και η μαλακή δροσία μ' απονεκρώσουν την ψυχή, 'που 'ναι μισοσβυμμένη• και αύρα ψυχρή το χάραμμα απ' το ποτάμι πνέει. και αν πάλι εις ράχιν αναιβώ, και 'ς τον κατάσκιο λόγγο 470 αναπαυθώ μες τα πυκνά δενδρούλια, αν ξεκρυώσω, και ξεκουράσω, και γλυκός ο ύπνος με νικήση, θεριά φοβούμαι μη μ' ευρούν και με κατασπαράξουν».

Και τούτο συμφερώτερο του εφάνη• προς το δάσος εκίνησε, και τωύρηκεν εις το νερό πλησίον, 475 'ς ανοικτόν τόπον• έσκυψε κάτω από δυό δενδρούλια ομόρριζα, και το 'να εληά, και τ' άλλο ήταν αγρίλι• κει μέσα ούτ' άνεμοι φυσούν με την υγρή πνοή τους, ούτε του ηλιού πότ' έφθασαν η φωτειναίς ακτίνες, ούτε η βροχή τα έσπασε• τόσο πυκνά πλεγμένα 480 ήσαν μαζή• κ' εσύρθηκε 'ς εκείν' ο Οδυσσέας, κ' ευθύς στρώσιν εστοίβασε πλατειά με τα δυο χέρια• ότ' ήσαν φύλλα περισσά χυμέν' αυτού, 'π' αρκούσαν να φυλαχθούν άνθρωποι δυο και τρεις 'ς ώρα χειμώνος, και αν ψύχος έπνεε δριμύ• τα είδε κ' εχάρη ο θείος 485 ο άνδρας ο πολύπαθος, και του σωρού 'ς την μέση επλάγιασε κ' επάνω του έχυσε φύλλα πλήθος. και όπως δαυλόν κρύβει τινάς 'ς την μαύρη στάκτη, 'ς άκρη εξοχική, παντέρημη, να σώση της φωτίας τον σπόρον, όπως μη βιασθή απ' αλλαχού ν' ανάψη, 490 όμοια σκεπάσθη και ο Οδυσσηάς με φύλλα• κ' η Αθήνη ύπνο 'ς τα μάτια του 'σταξεν, όπως τον ελαφρώση από το βαρύ κούρασμα, κλειώντας τα βλέφαρά του.

Ραψωδία Ζ

Εκεί τότε ο πολύπαθος, ο θείος Οδυσσέας κοιμώνταν, από κούρασμα κι' αγρύπνια νικημένος. κ' η Αθήνη επήγε εις τον λαόν και πόλιν των Φαιάκων, 'πού πρώτα εις την ευρύχωρην Υπέρειαν εκατοίκαν, σιμά 'ς το υβριστικώτατο το γένος των Κυκλώπων, 5 'που ανώτεροι 'ς την δύναμιν εκείνους αδικούσαν. εκείθεν ο θεόμορφος Ναυσίθοος 'ς την Σχερία τους πήρε κ' έστησε, μακράν των ευρετών ανθρώπων. με τείχη πόλιν έκλεισεν, έκτισε κατοικίαις, και ναούς έκαμε θεών, κ' εμοίρασε τους τόπους. 10 αλλά 'ς τον Άδη ο θάνατος εκείνον είχε πάρει, και ο Αλκίνοος εβασίλευε, 'που γνώσιν είχε θεία. 'ς το δώμα εκείνου ήλθε η θεά, η Αθήνη, μελετώντας τον γενναιόφρονα Οδυσσηά να φέρη 'ς την πατρίδα. ήλθε 'ς τον πολυδαίδαλον κοιτώνα, όπου εκοιμώνταν 15 'ς το κάλλος και 'ς τ' ανάστημα θεοτική παρθένα, του Αλκίνου του υψηλόφρονα η κόρη Ναυσικάα. σιμά της δυο θεράπαιναις, με κάλλη των Χαρίτων, εις τα δυό πλάγια των λαμπρών θυρών, 'πού 'σαν κλεισμέναις. και ως αύρα εχύθη ανέμου αυτή 'ς της κορασιάς την κλίνη, 20 'ς την κεφαλή της στάθηκεν επάνω και της είπε, με την μορφή της θυγατρός του θαλασσακουσμένου Δύμαντα, 'που 'χε ομήλικην και πολυαγαπημένην• αυτής ωμοιώθη, κ' έλεγεν η γλαυκομμάτ' Αθήνη•

«Ω Ναυσικά, τόσ' οκνηρήν σ' εγέννησ' η μητέρα; 25 τα ολόλαμπρά σου ενδύματα κάθονται αμελημένα• ο γάμος σου ήδη σίμωσε, 'π' εύμορφα θα φορέσης, και θα χαρίσης εύμορφα 'ς αυτούς, 'που θα σε πάρουν. και αυτά 'ναι 'π' όνομα καλό γεννούν εις τους ανθρώπους, ώστε ο πατέρας χαίρεται και η σεβαστή μητέρα. 30 αλλ' ας πάμε να πλύνουμεν, η αυγούλ' άμα χαράξη• κ' εγώ θε νάλθω συνεργή σιμά σου, να προφθάσης να ετοιμασθής, και ανύμφευτη πολύν καιρό δεν θα 'σαι. επειδή σένα ήδη ζητούν 'ς την πόλι των Φαιάκων οι πρόκριτ' όλοι, οπού μ' αυτούς όμοιο το γένος έχεις. 35 αλλ' έλα, εις τα χαράμματα τον ένδοξον πατέρα να σου ευτρεπίση ζήτησε αμάξι και μουλάρια, ζώναις, ωρηά σκεπάσματα και πέπλους να σου φέρουν. και σέν' αυτό καλήτερα συμφέρει, ή με τα πόδια να πάς• γιατί τα πλυσταρειά μακρυ' απ' την πόλιν είναι». 40

Αυτά 'πε και αναχώρησεν η γλαυκομμάτ' Αθήνη, 'ς τον Όλυμπο, την άσειστη των αθανάτων έδρα• δεν την τινάζουν άνεμοι, μήτε βροχή την δέρνει, μήτε χιονιά σιμόνει αυτού, μόν' άπειρη γαλήνη ανέφελη και λευκό φως ολούθε είναι χυμένο• 45 κει μέσα οι μάκαρες θεοί τέρπονται 'ς τον αιώνα. και αυτού πήγε, αφού δίδαξε την κόρη, η γλαυκομμάτα.

Και η καλόθρον' ήλθ' Ηώ κ' έγειρε από την κλίνη την λαμπροφόρο Ναυσικά, 'που 'ς τ' όνειρο απορούσε• και των γονέων να το ειπή, του αγαπητού πατρός της 50 και της μητρός, κίνησ' ευθύς, και μέσα εκείνους ηύρε. με ταις θεράπαιναις αυτή καθόνταν 'ς την γωνία, μαλλί γαλάζιο κλώθοντας• απάντησεν εκείνον, προς τους ενδόξους βασιλείς ως ήταν κινημένος για την βουλή, 'πού οι θαυμαστοί Φαίακες τον καλούσαν. 55 'ς τον ποθητόν πατέρα της εσίμωσε και του 'πε•

«Πατέρα, δεν μου ετοίμαζες ένα υψηλόν αμάξι καλότροχο, τα ολόλαμπρα φορέματα να πάρω, 'που κάθονταί μου ακάθαρτα, να πλύνω εις το ποτάμι; κ' εσένα πρέπει, οπ' έξοχος 'ς τους πρώτους μέσα υπάρχεις. 60 εις ταις βουλαίς να κάθεσαι μ' ενδύματα καθάρια• και πέντ' έχεις 'ς το σπίτι σου υιούς αγαπημένους, δυο νυμφευμένους, και άλλους τρεις, καμαρωμέν' αγόρια• και αυτοί θέλουν με νηόπλυτα πάντοτε να πηγαίνουν εις τον χορό• και γι' όλ' αυτά φροντίζω εγώ και μόνη». 65

Αυτά 'πεν, ότι του πατρός εντράπη να προφέρη τον τερπνόν γάμον• ένοιωθεν εκείνος όλα, κ' είπε•

«Και τα μουλάρια, τέκνο μου, λάβε, και ό,τι άλλο θέλεις• άμε, και σε την άμαξαν οι δούλοι θ' αρματώσουν, να 'ναι υψηλή, καλότροχη, με κάλαθον επάνω». 70