Part 5
Αυτά 'πα, κ' ευθύς μου 'δωκεν απάντησιν εκείνος• Ατρείδη, αυτά τι μ' ερωτάς; ποσώς δεν σε συμφέρει να ηξεύρης και να μάθης κείνα, 'που κλεί μέσα ο νους μου• πολληώρα δεν θα 'σαι άκλαυτος, όταν τ' ακούσης όλα. ότι απ' αυτούς πέσαν πολλοί, και άλλοι πολλοί εσωθήκαν. 495 των αρχηγών των Αχαιών εχάθηκαν δυο μόνοι 'ς τον γυρισμό• 'ς τον πόλεμο και συ παρευρισκόσουν. ένας ακόμη ζωντανός 'ς τα πέλαγα κρατιέται• και ο Αίας 'ς τα μακρύκουπα καράβια του αφανίσθη• εις ταις Γυραίς πρώτ' έφερεν αυτόν ο Ποσειδώνας, 500 τραναίς πέτραις, κ' εφύλαξεν απ' την θαλασσοζάλη• κ' είχε σωθή, και μισητός ας ήταν της Αθήνης• αλλ' είπε λόγον βλάσφημον, μεγάλως ετυφλώθη• πως έφυγ', είπε, εις των θεών το πείσμ', από το βάθος• ο Ποσειδώνος άκουσε 'που αυτός μεγαλολόγα, 505 και άδραξ' ευθύς την τρίαινα 'ς τα χέρια τ' ανδρειωμένα, την Γυρή πέτρα εκτύπησε, την έσχισε• ένα μέρος έμειν' αυτού• 'ς το πέλαγο τ' απόκομμα εβυθίσθη, 'π' ο Αίας πρώτα εκάθονταν την ώρα 'που ετυφλώθη, κ' έφερνε αυτόν 'ς τον άπειρον κυματισμένον πόντο. 510 έτσι αφανίσθηκεν αυτός αφού κατέπιε άρμη. και ο αδελφός σου εξέφυγε τότε την μαύρη μοίρα μες τα βαθειά καράβια του• τον έσωσεν η Ήρα. αλλ' όταν εκοντόφθανε 'ς το όρος του Μαλέα το υψηλό, τον άρπαξε κ' επήρε ανεμοζάλη 515 'ς την ιχθυοφόρα θάλασσα, και αυτός βαρειά βογγούσε. και κείθ' έδειχνε ακίνδυνος ακόμη ο γυρισμός τους, κ' έστειλαν πρύμον οι θεοί, κ' έφθασαν 'ς την πατρίδα, εις ακρογιάλι εξοχικόν, όπου εκατοίκα ο Θυέστης το πάλαι, τότ' ο Αίγισθος υιός του εκατοικούσε. 520 κ' εκείνος μ' αναγάλλιασι 'ς το πατρικό του χώμα επάτησε, και το 'πιασε, κ' εφίλειε το με πλήθια δάκρυα θερμά, χαρούμενος ότ' είδε την πατρίδα• και απ' την σκοπιά τον ξάνοιξε ο σκοπός, οπού 'χε στήσει ο δολερός ο Αίγισθος, και του χε τάξει δώρο 525 δυο χρυσά τάλαντα, και αυτός ολοχρονής εφύλα, μη του περάση απάντεχος και δράξη ευθύς τα όπλα• και του ποιμένα των λαών κατέβη να το είπη. κ' ευθύς τέχνασμα επίβουλον ο Αίγισθος ευρήκε• είκοσι παίρνει διαλεκτούς άνδραις, κ' εις ένα μέρος 530 τους κρύβει, και αλλού τράπεζα προστάζει να ετοιμάσουν• και αυτός τον Αγαμέμνονα κατέβη να καλέση, με άλογα, με άμαξαις, και έργ' άσχημα εμελέτα. τον πήρε ανυποψίαστον του ολέθρου, εδείπνισέ τον κ' εσκότωσε, ως σκοτόνουσι το βώδι 'ς το παχνί του. 535 και ουδ' ένας τότε απόμεινε της συντροφιάς τ' Ατρείδη, ουδέ του Αιγίσθου, αλλ' όλοι τους 'ς το σπίτι εφονευθήκαν.
Τούτα μου είπε, και η καρδιά 'ς το στήθος μου ερραγίσθη. κ' έκλαια καθήμενος 'ς τον άμμο, και η ψυχή μου να ζήση πλειά δεν ήθελε, να ιδή το φως του ηλίου. 540 και αφού χάμου κυλιούμενος εχόρτασα το κλάμμα, είπε μου τότε ο άψευτος γέροντας της θαλάσσης•
Τόσο μην κλαις πολύν καιρόν, Ατρείδη, ότι το κλάμμα τίποτε δεν μας βοηθεί• μόν' ίδε εις την πατρίδα να φθάσης το ταχύτερο, και ακόμη θα τον εύρης, 545 ή ζωντανόν, ή επρόλαβεν ο Ορέστης να τον κόψη• και τότε 'ς το νεκρώσιμο τραπέζι θα τους φθάσης.
Αυτά 'πε, και η καρδία μου κ' η ανδρική ψυχή μου, μ' όλον οπού περίλυπη, 'ς τα στήθη μου εζεστάθη. και προς αυτόν ωμίλησα με λόγια πτερωμένα• 550
Τούτους ηξεύρω τους, αλλά τον τρίτον λέγε μ' άνδρα, κείνον, 'που ακόμη ζωντανός 'ς τα πέλαγα κρατιέται, ή απέθανε, και αν λυπηθώ, θέλ' όμως να τ' ακούσω.
Αυτά 'πα, κ' ευθύς μου 'δωκεν απάντησιν εκείνος• Ο Λαερτιάδης είναι αυτός, κάτοικος της Ιθάκης. 555 'ς ένα νησί τον είδα εγώ δάκρυ λαμπρό να χύνη, 'ς της Καλυψώς τα μέγαρα, της νύμφης, 'πού με βία κρατεί τον, και δεν δύναται να φθάση 'ς την πατρίδα• ότι καράβια δεν έχει, δεν έχει ουδέ συντρόφους, όπως 'ς τα νώτα τα πλατειά τον φέρουν της θαλάσσης. 560 και συ, Μενέλαε, του Διός θρέμμα, δεν θέλ' η μοίρα 'ς τ' Άργος τ' αλογοβόσκητο να κλείσης την ζωή σου• αλλά 'ς τα όρια σε της γης, εις την ηλύσια χώρα, 'που 'ναι ο ξανθός Ραδάμανθυς, οι αθάνατοι θα στείλουν, όπου ελαφρότατ' η ζωή διαβαίνει των ανθρώπων• 565 χειμώνας όχι αυτού πολύς, όχι βροχή και χιόνι, αλλά Ζεφύρου φύσημα γλυκόπνοο, κινώντας πάντοτε απ' τον Ωκεανό, δροσίζει τους ανθρώπους• ότ' είσαι του Διός γαμβρός, έχοντας την Ελένη.
Είπε και μες την θάλασσαν, όπ' άφριζε, εβυθίσθη• 570 κ' εγώ 'ς τα πλοία κίνησα με τους καλούς συντρόφους, και της καρδιάς μου, ως πήγαινα, τα βάθη εταραζόνταν. και αφού 'ς το πλοίο φθάσαμε, 'ς την άκρη της θαλάσσης, τον δείπνον ετοιμάσαμε, κ' η άφθαρτ' ήλθε νύκτα• 'ς το περιγιάλι πέσαμε τότε ν' αναπαυθούμε. 575 και με την ροδοδάκτυλην Ηώ, του όρθρου κόρη, πρώτα 'ς την θεία θάλασσα σύραμε τα καράβια, και τα κατάρτια στήσαμε, κ' επάνω τα πανία, και εις τα σανίδια κάθισαν εκείνοι αραδιασμένοι, και το λευκό το πέλαγο με τα κουπιά κτυπούσαν• 580 και 'ς το διοκαταίβατο του Αιγύπτου το ποτάμι άραξα οπίσω, κ' έκαμα εκατόμβαις, και αφού τέλος των αθανάτων έπαυσα την όργητα, έναν τάφο σήκωσα του Αγαμέμνονα, να μείνη άσβυστ' η φήμη. και τούτ' αφού τελείωσα πρύμον ευθύς μου στείλαν 585 οι αθάνατοι, και μ' έφεραν 'ς την ποθητή πατρίδα. αλλ' άκουσέ με, θέλησε 'ς το σπίτι μου να μείνης, ως 'που να φέξ' η ενδέκατη, ή δωδεκάτ' ημέρα• και ως πρέπει εγώ σε προβοδώ τότε, και θα σου δώσω δώρα λαμπρά, τρί' άλογα, και στιλβωτόν αμάξι, 590 ποτήρι ακόμη ένα εύμορφο, μ' εκείνο να σπονδίζης προς τους θεούς, και ολοζωής εμέ συ να θυμάσαι».
Και ο συνετός Τηλέμαχος απάντησεν εκείνου• «Ατρείδη, εδώ πολύν καιρό να με κρατής μη θέλης• χρόνον εγώ θε να 'μενα ολόκληρον σιμά σου, 595 το σπίτι μου και τους γονείς χωρίς να επιθυμήσω• ότ' εις τους λόγους σου πολύ και εις τα διηγήματά σου τέρπομαι• αλλά βαρύνονται οι σύντροφοι 'ς την Πύλο την ιερή, και συ πολύν καιρό θα με κρατήσης. και ό,τι μου δώσης χάρισμα, ως θησαυρό θα το 'χω. 600 και εις την Ιθάκη τ' άλογα δεν παίρνω• θα τ' αφήσω εδώ 'ς εσέ, να τα χαρής εσύ, 'που κυριεύεις πλατειά πεδιάδ', όπ' άφθονα κύπερη και τριφύλλι, σίτοι, ζειαίς, πολύσταχα λευκά κριθάρια βγαίνουν. εις την Ιθάκη δεν είναι δρόμοι πλατείς, λειβάδια• 605 τόπος αιγιδοβόσκητος, αλλ' έχει χάραις όσαις δεν έχει ο αλογοβόσκητος, και 'ς τα νησιά δεν είναι ούτε λειβάδι ούτ' άλογα• κ' εξόχως 'ς την Ιθάκη».
Αυτά 'πε• εγλυκογέλασεν ο μαχητής Μενέλαος, εχάιδευσέ τον, έκραξε κατ' όνομα και του 'πε• 610
«Εις ό,τι λέγεις, τέκνο μου, απ' αίμα καλό δείχνεις• κ' είμαι αρκετός τ' άλογ' αυτά μ' άλλο να μεταλλάξω• και απ' όσα είναι στο σπίτι μου θησαυρισμένα δώρα, πανεύμορφο, πολύτιμο, θα σου φιλοδωρήσω. κρατήρα καλοκάμωτον θέλει σου δώσω, 'π' όλος 615 είναι αργυρός, κ' επάνωθε με χρυσωμένα χείλη, έργον του Ηφαίστου• ο Φαίδιμος ήρωας μου το 'χει δώσει, των Σιδονίων βασιληάς, 'ς την σκέπη του όταν ήλθα, διαβάτης εις τον γυρισμό• και συ να το 'χης θέλω».
Αυτούς τους λόγους έλεγαν εκείνοι ανάμεσόν τους• 620 και οι καλεσμένοι επήγαιναν 'ς του βασιληά το σπίτι• και άλλοι εφέρναν πρόβατα, άλλοι κρασιά γενναία• άρτον η εύμορφομάντηλαις γυναίκες τους εστέλναν, έτσι αυτού μες 'ς τα δώματα τον δείπνον ετοιμάζαν.
Και εις του Οδυσσηά το μέγαρο κατέμπροσθε οι μνηστήρες 625 με δίσκους διασκέδαζαν, και ρίχνοντας ακόντια, 'ς την στρωτήν γην, όπου απ' αρχής την έπαρσί τους δείχναν. και των μνηστήρων οι αρχηγοί και 'ς την ανδρεία πρώτοι, ο Αντίνοος και ο θεόμορφος Ευρύμαχος, καθόνταν. 'ς αυτούς ήλθε ο Νοήμονας, ο γόνος του Φρονίου, 630 και αυτού προς τον Αντίνοον ωμίλησ' ερωτώντας•
«Αντίνοε, τάχα ηξεύρομεν, ή άγνωστο μας είναι, πότ' έρχεται ο Τηλέμαχος απ' την αμμώδη Πύλο; με το καράβι μ' έφυγε, και το 'χω ανάγκη τώρα, να διαβώ 'ς την Ήλιδα, που δώδεκα φοράδες 635 μου βόσκουν, κ' έχουν 'ς το βυζί φιλόπονα μουλάρια αδάμαστα• και θα 'παιρνα κανένα να δαμάσω».
Είπε, κ' εκείνο εθαύμασαν, γιατί 'ς την Νήλια Πύλο δεν έλεγαν πως πέρασεν, αλλ' ότι 'ς τους αγρούς του με τα κοπάδια του έμενεν ή τον χειροβοσκό του. 640 και ο υιός του Ευπείθη Αντίνοος του ωμίλησε και του 'πε•
«Μ' αλήθεια 'πε μου πότε αυτός έφυγε, και ποιους είχε συντρόφους; μήπως διαλεκτούς επήρε της Ιθάκης, ή μισθωτούς και δούλους του; θα το 'κανε και τούτο! και τ' άλλο ειπέ μου καθαρά να μάθω, το καράβι 645 σου επήρε τάχα στανικώς, ή με τον καλόν τρόπο σ' έφερε και του το 'δωκες συ με την θέλησί σου;»
Και απάντησε ο Νοήμονας, ο γόνος του Φρονίου•
«Του το 'δωκ' αυτοθέλητα' τι 'θελε πράξη και άλλος, αν άνδρας τέτοιος, έχοντας φροντίδαις εις τον νου του, 650 παρακαλή; ήταν βαρύ τινάς να του τ' αρνιέται. συντρόφους είχε του λαού τα πρώτα παλληκάρια, κ' είδ' αρχηγό τον Μέντορα, 'που επήγαινε μαζή τους, είτε θεός• τον Μέντορα εκείνος ώμοιαζ' όλος. αλλ' απορώ• χθες το ταχύ τον Μέντορ' είδα εμπρός μου, 655 και εις το καράβ' είχ' έμπη αυτός τότε να πάη 'ς την Πύλο».
Είπε και άμ' αναχώρησε 'ς το σπίτι του πατρός του. κ' οι δύο κείνοι εχόλιασαν 'ς την ανδρική ψυχή τους, και τους μνηστήραις κάθισαν και απ' τον αγώνα επαύσαν. και ο υιός του Ευπείθη Αντίνοος 'ς την μέσην αυτών είπε, 660 θλιμμένος• και όλα εγέμισαν θυμό τα σωθικά του κατάμαυρα, κ' οι οφθαλμοί φλόγα λαμπρήν ωμοιάζαν•
«Μέγα έργον ο Τηλέμαχος κατώρθωσε μ' αυθάδεια, αυτό, 'που δεν ελέγαμε να γείνη, το ταξείδι! 'ς το πείσμα τόσων έφυγεν, ιδές, ένα παιδάκι, 665 αφού καράβι ετράβησε, κ' επήρε και την νειότη του τόπου• αρχή 'που 'ς το εξής κακό θα φέρη• ο Δίας κείνον να κόψη, πριν αυτός 'ς εμάς φυτεύση πόνους. αλλά καράβι δόστε μου ταχύ, κ' είκοσι ανθρώπους όπως καρτέρι στήσω του και τον παραφυλάξω 670 μες 'ς της Ιθάκης το στενό και της τραχείας Σάμου, να κλάψη 'που εταξείδευσε γι' αγάπη του πατρός του».
Όλοι 'ς αυτό συμφώνησαν κ' εκείνον εμψυχόναν• κ' εμπήκαν έπειτα μαζή 'ς το σπίτι τ' Οδυσσέα.
Ουδ' άργησε πολύν καιρό να μάθ' η Πηνελόπη 675 όσα οι μνηστήρες μέσα τους βαθειά μηχανευόνταν• ο Μέδοντας ο κήρυκας της τα 'πε, οπού τα μέτρα, 'που έπλεκαν κείνοι 'ς την αυλήν, είχ' έξωθεν ακούσει. και να το είπη εκίνησεν ευθύς της Πηνελόπης• και ως το κατώφλι αυτός πατεί του λέγ' η Πηνελόπη• 680
«Κήρυκα, και τι σ' έστειλαν οι θαυμαστοί μνηστήρες; του θείου μήπως Οδυσσηά ταις δούλαις να προστάξης, τα έργα ν' αφήσουν και εις αυτούς τον δείπνο να ετοιμάσουν; γάμους αλλού να μη ζητούν, αλλού να μη συχνάζουν, αλλ' ας δειπνήσουν τώρ' εδώ τον ύστερό τους δείπνο! 685 'που γύρωθεν ερχόμενοι πυκνοί φθείρετε πλούτη, του Τηλεμάχου τα καλά• και τάχ' απ' τους γονείς σας πρότερον δεν ακούετε, ότ' ήσασθε παιδία, ποίος εις τους πατέραις σας ήταν ο Οδυσσέας, 'που δεν αδίκησε ποτέ με λόγον ή με πράξι 690 κανέναν, ως το συνηθούν οι βασιλείς οι θείοι, οπ' έναν άνθρωπον μισεί, τον άλλον αγαπάει. και αυτός εις άνθρωπον ποτέ κακό δεν έχει πράξει• αλλ' η ψυχή σας φαίνεται και τ' άπρεπα σας έργα, ουδέ 'ς τα ευεργετήματα κατόπι έμεινε χάρι». 695
Και ο Μέδοντας ο συνετός ωμίλησέ της κ' είπε• «Να ήταν αυτό, βασίλισσα, μες' 'ς τα κακά το πρώτο• αλλ' ένα μεγαλήτερο, και φοβερώτερ', άλλο τώρα οι μνηστήρες μελετούν, να το εμποδίση ο Δίας• να κόψουν τον Τηλέμαχον ζητούν 'ς τον γυρισμό του• 700 κ' εκείνος πήγεν, άκουσμα να μάθη του πατρός του, 'ς την θείαν Λακεδαίμονα και εις Πύλο την αγία».
Είπε• και αυτής τα γόνατα κοπήκαν και η καρδία• αμιλησιά τα λόγια της επήρε, κ' εγεμίσαν δάκρυα τα μάτια, κ' έσβησεν η δροσερή φωνή της. 705 και αργά πολύ μετέπειτα απάντησέ του κ' είπε•
«Κήρυκα, το παιδί γιατί μου 'φυγε; δεν συμφέρει εις τα καράβια νά 'μπη αυτός, οπού 'ναι για τους άνδραις 'σαν της θαλάσσης άλογα, και σχίζουν τόσο κύμα. ή μήπως θέλει να χαθή 'ς την γη και τ' όνομά του;» 710
Και ο Μέδοντας ο συνετός της είπε• «Δεν γνωρίζω αν ήταν θεού κίνημα, ή μόνον της ψυχής του, 'που 'ς την Πύλο τον έσπρωξε ν' ακούση, αν ο πατέρας θα γύρη ή και ποιο στάθηκε το τέλος της ζωής του».
Αυτά 'πε, και ανεχώρησε 'ς τα δώμα του Οδυσσέα. 715 και αυτήν ο πόνος έζωσε σκληρός, και δεν εμπόρει πλειά να καθίση 'ς το θρονί,—κ' ήσαν πολλά 'ς το σπίτι— αλλά 'ς του τεχνικώτατου θαλάμου το κατώφλι εκάθισε δακρύζοντας πικρά, και η δούλαις όλαις, η νηαίς ομού και η παλαιαίς, τριγύρω εσιγοκλαίαν. 720 κ' εκείνη κλαίοντας πυκνά ταις είπε- «Αγαπηταίς μου, ακούτε• πάθη περισσά εμένα έδωκε ο Δίας, απ' όσαις εγεννήθηκαν μ' εμέ και ανατραφήκαν• π' άνδρα λαμπρόν πρώτ' έχασα, λεοντόκαρδον και μέγαν 'ς όλα τα προτερήματα, 'ς των Δαναών τα γένη, 725 'που 'ς την Ελλάδα η δόξα του και 'ς τ' Άργος μέσα εβγήκε. και τώρα το μονάκριβον ο άνεμος μου πήρε άδοξ' από το σπίτι μου, ούδ’ ένοιωσα 'που εβγήκε. σκληραίς, και δεν ευρέθηκε μέσ' από σας καμμία, ενώ τα ηξεύρετε καλά, να 'λθη να μ' εξυπνίση, 730 την ώρα 'π' αυτός έμπαινε 'ς το βαθουλό καράβι• και αν το ταξείδι εγνώριζα πως μελετούσε κείνος, δεν έφευγε, τον πόθο του και ας είχε εις το ταξείδι, ή εμένα εδώ θε ν' άφινε 'ς το σπίτι απεθαμένη. αλλ' ας μου κράξουν βιαστικά τον γέρο το Δολίο, 735 τον δούλο, 'π' όταν ήλθα εδώ μου 'δωκεν ο πατέρας, και μου τηρά το σύδενδρο κηπάρι, και να τρέξη, για να καθίση και να ειπή τούτ' όλα του Λαέρτη, 'ς τον λογισμό του ίσως αυτός κάποιαν βουλήν υφάνη, εις τους λαούς ερχόμενος για να κλαυθή, πως θέλουν 740 εκείνου και του Οδυσσηά τον γόνο ν' αφανίσουν».
Κ' η Ευρύκλεια της απάντησεν, η αγαπητή βυζάστρα• «Γλυκειά μου νύμφη, μάχαιραν έπαρε να με σφάξης, ή άφες με 'ς το σπίτι σου• το πράγμα δεν σου κρύβω. τα εγνώριζ' όλα, κ' έδωκα 'ς αυτόν ό,τι ζητούσε, 745 τον άρτο, το γλυκό κρασί• και εις μέγαν μ' έβαλ' όρκο, να μη σου ειπώ εγώ τίποτε πριν φέξ' η δωδεκάτη, ή μόνη επιθυμήσης τον και μάθης ότι εβγήκε, όπως μη φθείρης κλαίοντας την εύμορφην ειδή σου. αλλά, το σώμ' αφού λουσθής και καθαρά φορέσης, 750 πάρε ταις υπηρέτριαις σου, 'ς τ' ανώγι αναίβα κ' εύχου της Αθηνάς, της θυγατρός του αιγιδοφόρου Δία, 'που αυτόν και από τον θάνατο τότε ημπορεί να σώση. και γέροντα ταλαίπωρον συ μη ταλαιπωρήσης• ουδ' οι αθάνατοι, θαρρώ, παντάπασι το γένος 755 τ' Αρκεισιάδη εμίσησαν, και κάποιος θ' απομείνη, να 'χη τα υψηλά δώματα και τους παχείς αγρούς του».
Αυτά 'πε, και αυτής κοίμισε τους θρήνους και τα μάτια στέγνωσε• κείνη ελούσθηκε κ' εφόρεσε καθάρια, 'ς τ' ανώι με ταις γυναίκαις της ανέβη και ουλοχύταις 760 έθεσεν εις το κάνιστρο, και ευχόνταν της Αθήνης•
«Άκου με, κόρη αδάμαστη του αιγιδοφόρου Δία• εάν ποτε ο πολύβουλος 'ς το σπίτι του Οδυσσέας μερία σου 'καψε παχειά βωδιών ή και προβάτων, τώρα να μου τα ενθυμηθής, και σώσε το παιδί μου, 765 και παύσε την αποκοτιά των πονηρών μνηστήρων».
Είπε κ' εφώναξε• η θεά δέχθηκε την ευχή της• και 'ς τα ισκιωμένα μέγαρα οι μνηστήρες θορυβήσαν• κ' ένας απ' τους απόκοτους τους νέους είπε• «Γάμον άσφαλτ' η πολυμνήστευτη βασίλισσα ετοιμάζει 770 'ς εμάς, και φόνος αγνοεί 'που γίνεται του υιού της».
Αυτά πε, και τι γίνηκεν εκείνοι δεν ηξεύραν. και ωμίλισ' ο Αντίνοος 'ς εκείνους μέσα, κ' είπε•
«Δαίμονες, τα υπερήφανα λόγια ν' αφήστε τώρα όλα μαζή, μήπως κανείς και μέσα τ' αναφέρη. 775 και ας σηκωθούμ' έτσι σιγά, και ας δώσουμ' εμείς τέλος 'ς αυτό, 'που εβουλευθήκαμε και αποφασίσαμ' όλοι».
Αυτά 'πε, και άμ' εδιάλεξαν είκοσι παλληκάρια, κ' εκίνησαν προς το ταχύ καράβι, 'ς τ' ακρογιάλι• και πρώτα απ' όλα ετράβηξαν 'ς την θάλασσα το πλοίον, 780 και μες το πλοίον έβαλαν κατάρτι και πανία, και τα κουπιά με τα λουριά προς τους σκαρμούς εδέσαν, με τάξιν όλα, και άπλωσαν τα ολόλευκα πανία• και οι τολμηροί θεράποντες τα όπλα εκεί τους φέραν• και τ' άραξαν σιμά 'ς την γη, ψηλά• κ' εκείνοι εβγήκαν, 785 και αυτού δειπνήσαν, και να 'λθή το εσπέρας περιμέναν.
Και αυτού 'ς τ' ανώγ' η φρόνιμη κείτονταν Πηνελόπη, χωρίς φαγί, χωρίς πιοτό, πολύ συλλογισμένη, αν ο υιός της ο καλός τον χάρο θα ξεφύγη, ή θα του πάρουν την ζωήν οι απόκοτοι μνηστήρες. 790 και όσα λεοντάρι μεριμνά, πολλών 'ς την μέση ανθρώπων, φοβούμενο, 'που δολερόν τού 'συραν γύρω κύκλον, τόσα ενώ συλλογίζονταν, γλυκός την πήρεν ύπνος, κ' έπεσε, αποκοιμήθηκε, κ' οι αρμοί της ελυθήκαν.
Τότ' άλλο εφεύρηκε η θεά, η γλαυκομμάτ' Αθήνη• 795 φάντασμα πλάθει, και ώμοιαζε γυναίκα εις την μορφή του, η Ιφθίμη, κόρη του υψηλού 'ς το φρόνημα Ικαρίου, 'π' ο Εύμηλος απ' ταις Φεραίς την είχε πάρει νύμφη• κ' έστελνε αυτό 'ς τα δώματα του θείου Οδυσσέα, κει, 'που 'κλαιε και οδύρονταν, την Πηνελόπη ναύρη, 800 να παύση αυτής τα κλάμματα, τους θρήνους να σιγάση. σιμά 'ς του σύρτη το λουρί 'ς τον θάλαμον εμπήκε, 'ς την κεφαλή της στάθηκεν επάνω και της είπε•
«Κοιμάσαι με περίλυπην καρδιάν, ω Πηνελόπη; όχι, δεν θέλουν οι θεοί, 'που ζουν ευτυχισμένα, 805 να κλαίης, να λυπιέσαι συ, και ακόμη θα γυρίση το τέκνο σου• και των θεών αυτός δεν είναι πταίστης».
Και η Πηνελόπ' η φρόνιμη απάντησεν εκείνης, πολύ γλυκά ρουχάζοντας 'ς ταις πύλαις των ονείρων•
«Εδώ γιατί 'λθες, αδελφή; ποσώς δεν σ' είδ' ως τώρα 810 να 'ρχεσαι, γιατί κατοικείς μακρυ' απ' εμένα, πέρα. την λύπη παραγγέλλεις με ν' αφήσω και τους πόνους, οπού μου θλίβουν την ψυχή, τα σπλάχνα μου ταράζουν, 'π' άνδρα λαμπρόν πρώτ' έχασα λεοντόκαρδον και μέγαν 'ς όλα τα προτερήματα, 'ς των Δαναών τα γένη, 815 'που εις την Ελλάδα η δόξα του και 'ς τ' Άργος μέσα εβγήκε. και τώρα πάλι μου 'φυγε τ' αγαπητό παιδί μου 'ς το πλοίο, κ' είναι αμάθητο 'ς την πράξι και 'ς τους λόγους• για τούτον εγ' οδύρομαι πολύ παρά για κείνον, για τούτον όλη τρέμω εγώ, φοβούμαι μη μου πάθη, 820 ή 'ς τους λαούς, 'που πέρασεν, ή μέσα 'ς τα πελάγη• ότ' είν' εχθροί κακόβουλοι πολλοί, 'που μηχανώνται να τον φονεύσουν, πριν ελθή οπίσω 'ς την πατρίδα».
Και το θαμπό το φάντασμα απάντησεν εκείνης• «Θάρρευε, μηδέ φοβηθής τόσο πολύ 'ς τον νου σου• 825 είναι εις το πλάγι του οδηγός, 'που και άλλοι επιθυμούσαν,— γιατί μεγάλα δύναται,—νά στέκεται σιμά τους, η Αθηνά• και τώρ' αυτή σε συμπονεί, 'που κλαίεις, και μ' εξαπόστειλεν εδώ, τούτα να σου ομιλήσω».
Κ' η Πηνελόπ' η φρόνιμη απάντησεν εκείνης• 830 «Και αν θεός είσαι, και θεού συ την φωνήν ακούεις, και για τον άλλον λέγε μου, τον άμοιρον εκείνον, αν είναι ακόμη 'ς την ζωή, του Ηλιού το φως αν βλέπη, ή απέθανε, κ' ευρίσκεται 'ς την κατοικιά του Άδη».
Και το θαμπό το φάντασμα απάντησεν εκείνης• 835 «Γι' αυτόν εγώ δεν θα σου ειπώ ρητώς αν ζη ακόμη, ή απέθανε- κ' είναι κακό να λέγωνται τα μάταια».
Είπε, του σύρτη από σιμά της θύρας κείνο εβγήκε, και εις των ανέμων ταις πνοαίς εσκόρπισε• και η κόρη του Ικαρίου ξύπνησε, και ιλάρωσε η ψυχή της, 840 'π' όνειρον ολοφάνερον της ήλθεν εις το δείλι.
Και άμ' ανεβήκαν έσχιζαν το πέλαγο οι μνηστήρες, του Τηλεμάχου αφεύγατον τον φόνο μελετώντας• και πετρωτόν είναι νησί, 'ς την μέση της θαλάσσης, της Ιθάκης ανάμεσα και της τραχείας Σάμου, 845 όχι μεγάλο, η Αστερίς, μ' ακίνδυνα λιμάνια, δυο δίστομα, κ' οι Αχαιοί εκεί τον καρτερούσαν.
Ραψωδία Ε
Και άφησ' η Ηώ του υπέρλαμπρου του Τιθωνού την κλίνη το φως να φέρη των θνητών και άμα των αθανάτων. και συγκαθίζαν οι θεοί και 'ς αυτούς μέσα ο Δίας ο υψηλοβρόντης, 'που κρατεί την πρώτην εξουσία. κ' η Αθήνη τους μνημόνευε τα πάθη του Οδυσσέα, 5 κ' εσύγκλαι' αυτόν, 'που ευρίσκονταν 'ς τα δώματα της νύμφης•
«Πατέρα Δία, μάκαρες θεοί, 'που πάντοτ' είσθε, πλειά σκηπτροφόρος βασιληάς να μη φανή κανένας γλυκός, καλοπροαίρετος, και δίκαιος, και πράος, αλλ' ας ήναι σκληρότροπος και τ' άνομα να πράζη• 10 αφού τον θείον Οδυσσηά κανένας δεν θυμάται εις τους λαούς, 'που βασιληά τον είχαν και πατέρα• κ' εκείνος κείτεται εις νησί με λύπαις και με πόνους, 'ς της Καλυψώς τα μέγαρα της νύμφης, 'που με βία κρατεί τον, και δεν δύναται να φθάση 'ς την πατρίδα. 15 ότι καράβια δεν έχει, δεν έχει ουδέ συντρόφους, 'που να τον φέρουν 'ς τα πλατειά τα νώτα της θαλάσσης. και τώρα πάλι μελετούν να σφάξουν τον υιό του, καθώς γυρίζει, 'π' άκουσμα να μάθη του πατρός του 'βγήκε εις την Λακεδαίμονα και εις Πύλο την αγία». 20
Και ο Δίας της απάντησεν ο νεφελοσυνάκτης• «Τέκνο, ποιος λόγος σου 'φυγε των οδοντιών το φράγμα; δεν είσαι συ, 'που εσκέφθηκες η ίδια αυτήν την γνώμη, να 'λθη ο Οδυσσηάς, κ' ενάντια τους εκδίκησι να πάρη; και τον Τηλέμαχον εσύ, γιατ' ημπορείς, προβόδα 25 με γνώσι, όπως απείρακτος υπάγη 'ς την πατρίδα, και άπρακτοι με το πλοίο τους γυρίσουν οι μνηστήρες».
Είπε, κ' εστράφη 'ς τον Ερμήν αμέσως, τον υιό του• «Ερμή, 'που σ' έχω μηνυτήν εις όλα, ειπέ της νύμφης, εκεί της καλοπλέξουδης, την καθαρή βουλή μας, 30 ο Οδυσσηάς ο αδάμαστος 'ς την γη του να επανέλθη, χωρίς θεόν ή άνθρωπον θνητόν να 'χη σιμά του• αλλ' αφού 'ς την πολύδεσμη πλωτή κακοπαθήση, θα φθάση αυτός την εικοστήν ημέρα εις την Σχερία, γη των Φαιάκων κάρπιμη, και αυτοί θεογέννητοί 'ναι, 35 και ωσάν θεόν ολόψυχα αυτόν θέλει τιμήσουν, και με καράβι 'ς την γλυκειά πατρίδα θα τον στείλουν, με άπειρα δώρα, χάλκωμα, φορέματα, χρυσάφι, 'που τόσα δεν θα ελάμβανε λαχνόν από την Τροία, άβλαπτος αν εγύριζε, με μέρος των λαφύρων. 40 ότ' είναι η μοίρα του να ιδή τους ποθητούς, να φθάση 'ς το σπίτι το υψηλόσκεπο, 'ς την γη την πατρική του».
Αυτά 'πε• και άμα ο γλήγορος υπάκουσε αργοφόνος• κ' ευθύς 'ς τα πόδια τα καλά προσέδεσε πεδούλια, ολόχρυσα και άφθαρτα, 'που εφέρναν τον επάνω 45 'ς την θάλασσα, 'ς την άπειρη την γη, σαν τους αέραις. το ραβδί πήρε, οπού μ' αυτό τα βλέφαρα κοιμίζει όποιου θνητού θελήση αυτός, κ' εγείρει όποιον κοιμάται. μ' αυτό 'ς τα χέρια πέτονταν ο μέγας αργοφόνος• και εις την Πιερία πάτησε, κ' έπεσε απ' τον αιθέρα 50 'ς το πέλαγος• και αρμένιζε 'ς το κύμα επάν' ως γλάρος, 'που εις τα φρικτά βυθίσματα της άπατης θαλάσσης ψάρια ζητεί, και τα πτερά 'ς την άρμη συχνοβρέχει. όμοιος μ' αυτόν εφέρονταν ο Ερμής 'ς άπειρο κύμα. και όταν •ς την νήσον έφθασε την απομακρυσμένη, 55 απ' το γαλάζιο πέλαγος εβγήκε να πατήση την γη, και εις τ' άντρον έφθασε το μέγα, όπου εκατοίκα η νύμφ' η καλοπλέξουδη, και μέσα εκείνην ηύρε. και εις την γωνίστρα καίονταν ξύλα πολλά του κέδρου και της καλόσχιστης θυάς, κ' εσκόρπα η μυρωδία 60 εις το νησί• καλόφωνα κει μέσα ετραγουδούσε αυτή, και ύφαινε πανί με ολόχρυση σαγίττα. και δάσος ολοφούντωτον ήταν τριγύρω 'ς τ' άντρο, κλήθρα, και λεύκα, ευωδερό μ' εκείναις κυπαρίσσι. και μέσ' αυτού πλατύπτερα πετούμενα εκουρνιάζαν, 65 στριγλιά, γεράκια, και μαζή πλατύγλωσσαις κουρούναις, θαλασσοπούλι, 'που η ζωή τ' αρέσει του πελάγου. και ήμερο κλήμα ολόγυρα 'ς το βαθουλό το σπήληο, θυμό γεμάτο απλόνονταν σταφύλια στολισμένο. και βρύσες τέσσερες εγγύς και αραδικώς ερρέαν 70 λευκό νερό, και η καθεμιά 'ς άλλο εκυλούσε μέρος• και γιοφυλλιών γύρω απαλά λιβάδια και σελίνων πρασίνιζαν και αθάνατος αν πήγαιν' εκεί πέρα κυττάζοντας θα εθαύμαζε, και θα 'χαιρε η ψυχή του. έμεινε αυτού κ' εθαύμαζεν ο μέγας αργοφόνος• 75 και αφού τα πάντα εθαύμασεν εις την ψυχή του εκείνος, 'ς το ευρύχωρ' άντρο εμπήκ' ευθύς• και ως είδε αυτόν αγνάντια, δεν άργησεν η Καλυψώ να τον γνωρίσ' η θεία• ότι δεν είν' οι αθάνατοι άγνωστοι μεταξύ τους, και αν τύχη κάποιος απ' αυτούς μακρυά να κατοικάη. 80 μέσα τον μεγαλόκαρδο δεν εύρεν Οδυσσέα• έκλαιγε αυτός καθήμενος εις τ' ακρογιάλι, ως πρώτα, με θρήνους, μ' αναστεναγμούς, με πάθη 'ς την ψυχή του, κ' εκύττα δάκρυα χύνοντας τα τρίσβαθα πελάγη. και τον Ερμήν η Καλυψώ ερώτησεν η θεία, 85 αφού τον κάθισε εις θρονί λαμπρό και στιλβωμένο•
«Τι 'λθες, Ερμή χρυσόρραβδε, να μ' εύρης, σεβαστέ μου και αγαπημένε; να έρχεσαι συχνά δεν σ' είδα ως τώρα. ό,τι ποθείς λέγε μου ευθύς• και να το πράξω θέλω, αν πράγμα είναι, 'που γίνεται, κ' είμαι αρκετή να πράξω. 90 αλλά προχώρει παρεμπρός να σε φιλοξενήσω».
Είπε η θεά, και τράπεζαν γεμάτην αμβροσίαν του θέτει, και άμα κόκκινο νέκταρ του συγκερνάει. κ' έτρωγ' εκείνος κ' έπινεν, ο μέγας αργοφόνος• και δύναμιν εις την τροφήν άμα η καρδιά του επήρε, 95 τότ' επροσφώνησεν αυτήν, απάντησέ της κ' είπε•
«Θεά θεόν εμ' ερωτάς, οπού 'λθα εδώ να σ' εύρω• και όπως ζητείς, αλάθευτα το πράγμα εγώ θα σ' είπω• να 'λθώ εδώ πέρα επρόσταξε, χωρίς να θέλω, ο Δίας• ποιος τόσ' αλμυρά κύματα αυτόθελα θα επέρνα 100 άμετρα; και ουδ' είναι σιμά χώρα θνητών ανθρώπων, 'που των θεών κάμνουν θυσιαίς κ' εξαίσιαις εκατόμβαις. αλλά ποτέ δεν ξέφυγε κανείς των αθανάτων, ουδ' εματαίωσε τον νου τ' αιγιδοφόρου Δία. λέγει πως ο αμοιρότερος άνδρας σιμά σου υπάρχει, 105 απ' όσους γύρω εμάχονταν 'ς τα τείχη του Πριάμου χρόνους εννηά, κ' επόρθησαν 'ς τον δέκατο την πόλι• και 'ς την πατρίδα ως έστρεφαν επταίσαν της Αθήνης, οπ' άνεμον τούς σήκωσε κακόν και μακρύ κύμα. και οι λαμπροί του σύντροφοι τότ' όλοι αφανισθήκαν, 110 κ' εδώ 'φεραν ο άνεμος εκείνον και το κύμα. αυτόν εδώθε ογλήγορα προστάζει ν' αποπέμψης• ότι δεν μέλλει να χαθή μακράν των ποθητών του, αλλ' είναι μοίρα του να ιδή τους ποθητούς, να φθάση 'ς το σπίτι το υψηλόσκεπο, 'ς την γη την πατρική του». 115
Άκουσε η αταίριαστη θεά, κ' ευθύς επάγωσ' όλη• κ' εκείνον επροσφώνησε με λόγια πτερωμένα•