Part 4
Τότε ο ξανθός Μενέλαος εβάρυνε και του 'πε• 30 «Μωρός δεν ήσουν άλλοτε, Βοηθοίδη Ετεωνέα• τώρα ως μωρόπαιδ' ομιλείς• και δεν θυμάσαι οι δυο μας απ' άλλους πόσα εφάγαμε δώρα φιλοξενίας, ως 'που να γύρουμεν εδώ και ο Δίας να μας δώση τέλος εις τα παθήματα; αλλά τ' άλογα λύσε 35 των ξένων, και άμα μπάσε τους εδώ να γευματίσουν».
Είπε• κ' εκείνος χύθηκε, κ' επρόσταξε τους άλλους επιμελείς θεράπονταις να τον ακολουθήσουν, τα ιδρωμένα τ' άλογα απ' τον ζυγόν ελύσαν, και 'ς τ' αλογίσινα παχνιά τα δέσαν, και εις εκείνα 40 ζειά τους βάλαν, κ' έσμιξαν μ' αυτήν λευκό κριθάρι• 'ς τους τοίχους τους ολόφωτους έκλιναν και τ' αμάξι• και αυτούς 'ς το θείον έμπασαν παλάτι• άμ' είδαν κείνοι του διοθρεμμένου βασιληά τα δώματα, εθαυμάζαν• ότι ωσάν λάμψι του ήλιου, ή της σελήνης, ήταν 45 'ς το δώμα το υψηλόσκεπο του ενδόξου Μενελάου. και αφού θωρώντας χάρηκαν το θέαμα τριγύρω, 'ς τα καλοσκάλιστα λουτρά εμπήκαν κ' ελουσθήκαν. και αφού τους λούσαν κ' έχρισαν η δούλαις με το λάδι, και τους εφόρεσαν κρουσταίς χλαμύδαις και χιτώναις, 50 σιμά του Ατρείδη εβάλθηκαν εις θρόνους να καθήσουν. και νίψιμο η θεράπαινα φέρνει και από προχύτη χύνει, εύμορφον, ολόχρυσο, 'ς ολάργυρη λεκάνη, για να νιφθούν κ' ένα ξυστό τραπέζι βάζει εμπρός τους. και η σεβαστή κελλάρισσα τον άρτον παραθέτει, 55 και απ' όσα φύλαγε φαγιά προσφέρει τους περίσσα• και κρέατα κάθε λογής εις τα πινάκια φέρνει ο μοιραστής, και ολόχρυσα ποτήρια παραθέτει.
Και ο ξανθός Μενέλαος χαιρέτησέ τους κ' είπε• «Απλοχερήτε εις το φαγί, και χαίρετε• κατόπι 60 αφού γευθήτε, θέλει σας ζητήσω τίνες είσθε, ότι το γένος άγνωστο δεν θα 'ναι των γονειών σας, αλλ' είσθε ανδρών γεννήματα μεγάλων σκηπτροφόρων• ότι παρόμοια πλάσματα από αγενείς δεν βγαίνουν».
Είπε και με τα χέρια του νεφρά βωδιού παχεία 65 ψητά τους δίδει, 'πώλαβεν ο ίδιος ως πρωτείο• και άπλωσαν κείνοι 'ς τα έτοιμα φαγιά 'που 'χαν εμπρός τους. και του φαγιού και του πιοτού την όρεξι αφού σβήσαν, ωμίλησε ο Τηλέμαχος τότε του Νεστορίδη, την κεφαλή ζυγόνοντας, οι άλλοι μην ακούσουν• 70
«Αγαπητέ, θεώρησε, γλυκέ μου Νεστορίδη, 'ς τα δώματα τ' αχόλογα πως ο χαλκός αστράφτει, ο ήλεκτρος, το μάλαμμα, ο ελέφαντας, τ' ασήμι• όμοια 'ς τον Όλυμπο, θαρρώ, θε να 'ναι η αυλή του Δία• αμίλητα 'ναι, είναι πολλά• θαυμάζ' όσο τα βλέπω». 75
Και ο ξανθός Μενέλαος τον νόησ' ως ωμίλειε, κ' ευθύς προσφώνησεν αυτούς με λόγια πτερωμένα• «Και ποιος θνητός, ω τέκνα μου, μετριέται με τον Δία; οι δόμοι και τα υπάρχοντα εκείνου αθάνατά 'ναι• θνητός μ' εμέ 'ς τα υπάρχοντα μετριέται ναι και όχι• 80 ότι αφού έπαθα πολλά, αφού πολύ πλανήθην, μες τα καράβια τα 'φερα, και τ' όκτατ' έτος ήλθα. Κύπρο, Φοινίκην, Αίγυπτο, και χώραις Αιθιόπων, και Σιδονίων κ' Ερεμβών εβγήκα, και Λιβύαν, όπου τ' αρνιά από γενετής τα κέρατα φυτρόνουν, 85 και τρεις φοραίς τεκνοποιούν τα πρόβατα τον χρόνο. κει του ποιμένα περισσά, καθώς και του κυρίου, είναι τυρί και κρέατα και το γλυκό το γάλα, ότι έχουν πάντοτ' άφθονο το γάλα να τ' αρμέγουν• κ' ενώ πλούτη συνάζοντας κει πέρα εγώ πλανούμουν, 90 ωστόσ' άλλος μου φόνευσε τον αδελφό μου κρύφια, απάντεχα, με της μιαρής συντρόφου την απάτη, κ' ιδού γιατί δεν χαίρομαι 'ς τα πλούτη αυτά, 'που έχω. και τούτα θα τ' ακούσετε και σεις απ' τους γονείς σας, όποιοι και αν είναι, ότι έπαθα πολλά, κ' έχασα σπίτι 95 ευτυχισμένο με καλά και υπέρλαμπρα περίσσα. κ' έστεργα εγώ 'ς σπίτι μου το τρίτο να μου μείνη, και εις την ζωή να εσώζονταν οι άνδρες, οπού πέσαν, εις την Τρωάδα την πλατειά, μακράν από το Άργος. και όλους τους κλαίω και οδύρομαι, και το συχνό κλεισμένος 100 εις τα δικά μου μέγαρα, καθήμενος δακρύζω, και ώραις 'ς το κλάμμα χαίρεται η ψυχή μου και ώραις παύω• γοργά του κρύου κλάμματος ο πόθος ησυχάζει. αλλ' αυτών όλων των ανδρών ο πόνος δεν με θλίβει όσον ενός, 'που ο πόθος του φαγί μου παίρνει κ' ύπνο• 105 ότι κανείς των Αχαιών ωσάν τον Οδυσσέα δεν μόχθησε, ουδ' εβάσταξεν αλλά το 'θελε η μοίρα αυτός να πάθη και άσβυστος 'ς εμέ να μείνη ο πόνος κείνου, ότι λείπει δα καιρούς, ουδέ κανείς γνωρίζει ζη κείνος ή απέθανε• και τώρα θα τον κλαίουν 110 η Πηνελόπ' η φρόνιμη, ο γέρος ο Λαέρτης, και ο Τηλέμαχος, 'π' άφησε 'ς το σπίτι ακόμη βρέφος».
Αυτά 'πε και τον έκαμε να κλάψη τον πατέρα• για τον πατέρα ως άκουσε χάμου έσταξε το δάκρυ, κ' εμπρός 'ς τα μάτια σήκωσε την πορφυρή χλαμύδα 115 με τα δυο χέρια• κ' ένοιωσεν αυτόν ο βασιλέας, κ' εβάλθηκε 'ς του λογισμού τα βάθη να μετρήση, θα τον αφήση αφ' εαυτού να ειπή για τον πατέρα, ή πρώτος θα ερωτήση αυτός, το πράγμα να εξετάση.
Τούτα ενώ κείνος έζυαζε 'ς του λογισμού τα βάθη, 120 η Ελένη από τον θάλαμο τον μυροβόλον ήλθε, όμοια με την Αρτέμιδα, 'πώχει χρυσά τα βέλη. σιμά της βάζ' η Άδραστη θρονί καλοφτειασμένο, από απαλώτατο μαλλί τάπητα η Αλκίππη φέρνει, άργυρο κάλαθο η Φιλώ• δώρο ήταν της Αλκάνδρης, 125 της γυναικός του Πόλυβου, 'που 'ς ταις Αιγύπτιαις Θήβαις εκατοικούσε, και άπειρα 'ς το σπίτι έχει τα πλούτη• του Ατρείδη εκείνος έδωκε δύ' αργυρούς νιπτήραις, δυο τρίποδαις και τάλαντα δέκα χρυσά, και ακόμη η σύντροφος δώρα λαμπρά χάριζε της Ελένης, 130 χρυσή 'λεκάτη, κ' εύμορφο καλάθι τροχοφόρο, ολάργυρο, κ' επάνωθε με χρυσωμένα χείλη. κείνο τότε η θεράπαινα Φιλώ της παραθέτει από εργασμένα γνέματα γεμάτ' όλο, κ' επάνω με το γιοφύλλινο μαλλί τεντόνετο η 'λεκάτη• 135 κ' εκάθισεν εις το θρονί, οπού 'χεν υποπόδι, κ' ερώτησε τον άνδρα της η Ελένη, ένα προς ένα•
«Μενέλαε διόθρεπτε, γνωστό μας είναι τάχα τούτοι 'που 'λθαν 'ς το σπίτι μας ποιοι καυχώνται ότ' είναι; άρα λαθεύομαι; η καρδιά μου λέγει να ομιλήσω• 140 ποτέ μου δεν είδ' άνθρωπον, άνδρα ή γυναίκα, τόσον άλλου να ομοιάζη, όσον αυτός — θαυμάζ' όσο τον βλέπω — ο υιός του μεγαλόψυχου φαίνεται του Οδυσσέα Τηλέμαχος, όπ' άφησε 'ς το σπίτι ακόμη βρέφος, ότε για με την άσεμνη τον πόλεμο κινώντας 145 τον τολμηρόν οι Αχαιοί κατέβητε 'ς την Τροία».
Και ο ξανθός Μενέλαος απάντησεν εκείνης• «Έτσι κ' εγώ τώρα νοώ, γυναίκα, ως συ νομίζεις• τα πόδια τέτοια φαίνονταν εκείνου και τα χέρια, των οφθαλμών η αστραψιαίς, και η κεφαλή και η κόμη• 150 και ως από τώρα ενθύμισα εγώ τον Οδυσσέα, κ' έλεα πόσα 'παθε για με, κ' εμόχθησεν εκείνος, κάτω 'ς τα μάγουλα πικρόν αυτός έχυνε δάκρυ, κ' εμπρός 'ς τα μάτια σήκωσε την πορφυρή χλαμύδα».
Και απάντησι ο Πεισίστρατος του δίδει ο Νεστορίδης• 155 «Μενέλαε διόθρεπτε, Ατρείδη βασιλέα, εκείνου τούτος είν' υιός τωόντι, καθώς λέγεις• αλλ' είναι φρόνιμος, ευλάβεια τον βαστάει, άμα πρωτώλθεν, άκαιρο λόγο να βγάλη εμπρός σου, ενώ η φωνή σου, ωσάν θεού, μαγεύει την ψυχή μας. 160 κ' εμ' έστειλεν ο Νέστορας Γερήνιος ιππότης να 'λθω με τούτον συνοδός• ότ' ήθελε να σ' ίδη, λόγον ή πράξι ωφέλιμην εσύ να τον διδάξης. πατρός, οπού ξενίτευσε, το τέκνον έχει πόνους 'ς το σπίτι του, αν δεν είναι να τον βοηθήσουν άλλοι• 165 'σαν τώρα του Τηλέμαχου 'χάθη ο πατέρας, και άλλος, να τον φυλάξη από κακά, 'ς τον τύπον του δεν είναι».
Τότε ο ξανθός Μενέλαος απάντησεν εκείνου• «Ω Θε μου, αλήθεια σπίτι μου υιός ανθρώπου φίλου ήλθε, 'που τόσο εβάσταξε για με πολλούς αγώναις! 170 κ' είπα ότι θα τον φίλευα έξοχ' από τους άλλους Αργείους, αν ο Βροντητής να γύρουμε είχε δώσει και οι δυο, το πέλαο σχίζοντας με τα γοργά καράβια. και πόλιν θα του έκαμνα και σπίτι μέσα 'ς τ' Άργος, απ' την Ιθάκη παίρνοντας αυτόν και υπάρχοντά του, 175 με τον υιό και τον λαόν όλο, κ' ήθελα πόλιν ξεκάμει απ' όσαις γύρωθε μού είναι υποταγμέναις• και όντας εδώ θα εσμίγαμε συχνά, και τίποτ' άλλο εις την φιλιά και εις ταις χαραίς δεν θα μας ξεχωρούσε, ειμή το μαύρο σύγνεφο της ώρας του θανάτου. 180 αλλ' ήταν δα μελλάμενο θεός να τα φθονέση, 'που εκείνου μόνου τ' άμοιρου τον γυρισμόν επήρε».
Είπε και εις όλους κίνησε τον πόθο των δακρύων• έκλαιγ' η Ελέν' η Άργισσα, του Δία θυγατέρα, έκλαιγεν ο Τηλέμαχος και ο βασιληάς Ατρείδης, 185 ουδ' είχεν ο Πεισίστρατος αδάκρυτα τα μάτια• ότι και αυτός τον άψεγον Αντίλοχο ενθυμήθη, 'που της Ηώς της φωτεινής είχε φονεύσει ο γόνος• τον ενθυμήθη κ' έλεγε με λόγια πτερωμένα•
«Ατρείδη, σε σοφώτερον απ' όλους τους ανθρώπους 190 ο γέρος είπε Νέστορας, ότ' ήλθε για σε λόγος 'ς το σπίτι, ως ερωτιώμασθε ο ένας με τον άλλον. και τώρ', αν γίνεται, 'ς εμέ πείθου• γιατί 'ς τον δείπνο δεν αγαπώ τα κλάμματα• αλλά του όρθρου η κόρη Ηώ και πάλιν θα φανή• με τούτο εγώ δεν λέγω 195 κείνον, 'που επήρε ο θάνατος και η μοίρα, να μην κλαίουν. και τούτο μόνον έχουσιν οι μαύροι θνητοί δώρο, η κόμη να θερίζεται, να χύνεται το δάκρυ• ότι κ' εγώ 'χασ' αδελφόν, 'που μέσα 'ς τους Αργείους δεν ήταν ο χειρότερος, και θα τον έχης μάθει• 200 εγώ δεν τον εγνώρισα, κ' έξοχος λέγουν, ήταν, ο Αντίλοχος, ταχύτατος, και ακλόνητος 'ς την μάχη».
Τότε ο ξανθός Μενέλαος απάντησεν εκείνου• «Ω φίλε, αφού είπες φρόνιμα, όσ' άνθρωπος με γνώσι, και από σε μεγαλήτερος, ήθελε ειπή και πράξη• 205 τέτοιου πατρός, δεν ημπορείς ή φρόνιμα να λέγης• καλόγνωρ' είν' η γενεά τ' ανδρός, οπού ο Κρονίδης του γάμου και της γενετής ευτύχισε την ώρα, ως έδωκε του Νέστορα να ήναι ολοκαιρής του, και αυτός λαμπρά 'ς το σπίτι του τα γέρα να περνάη, 210 κ' υιούς να έχη συνετούς και 'ς τ' άρματα μεγάλους. κ' εμείς το κλάμμ' ας παύσουμεν, όπ' είχε γίνει πρώτα• του δείπνου ας κάμουμεν αρχή, και το νερό 'ς τα χέρια ας χύσουν, και αύριο το ταχύ θα γίν' η ομιλία, οπού ο Τηλέμαχος κ' εγώ θα ειπούμε μεταξύ μας». 215
Είπε• και ο Ασφάλιος το νερό τούς έχυσε εις τα χέρια, ο επιμελής θεράποντας του ενδόξου Μενελάου• και άπλωσαν κείνοι 'ς τα έτοιμα φαγιά 'που 'χαν εμπρός τους.
Κ' η Ελένη, κόρη του Διός, τότ' εσοφίσθηκ' άλλο• απ' όπου επίναν, 'ς το κρασί τους έρριξε βοτάνι, 220 αντίλυπο και αντίχολο, π' όλα τα πάθη σβήνει. εις τον κρατήρα όταν σμιχθή, όποιος τα καταπίνη ολημερής δεν δύναται δάκρυ να στάξη κάτω, ουδέ μητέρ' αν έχασε, ουδ' αν και τον πατέρα, και ουδ' αν αδέλφι, ουδ' αν υιόν μονάκριβον εμπρός του 225 του σχίσουν με την μάχαιρα, και αυτός να τους θωράη• τέτοια 'χε βότανα σοφά του Διός η θυγατέρα, χρήσιμα, 'που της έδωκεν η ομόκλινη του Θώνα Πολύδαμνα, 'ς την Αίγυπτο, 'που βότανα έχει πλήθος, πολλά σμιγμένα χρήσιμα, πολλά θανατηφόρα. 230 ιατρός καθένας είναι αυτού παρ' όλους τους ανθρώπους σοφός, ότι προπάτορα γνωρίζουν τον Παιάνα. και μέσ' αφού το έρριξε κ' είπε να τους κεράσουν, πάλι με την αράδα της άρχισε και τους είπε•
«Μενέλαε διόθρεπτε, και σεις εδώ, 'που είσθε 235 λαμπρών ανδρών γεννήματα, —και ο Δίας άλλοτ' άλλου δίδει καλόν, δίδει κακόν, ότ' ημπορεί τα πάντα,— εδώ τώρα καθήμενοι 'ς τον δείπνο με ομιλίαις ξεδίνετε, γιατί κ' εγώ τ' αρμόδια θ' αναφέρω. και όλους εγώ δεν δύναμαι να είπω τους αγώναις, 240 όσους ο στερεόκαρδος κατώρθωσε Οδυσσέας, αλλ' ένα 'πώπραξε λαμπρόν με τόλμην ο ανδρείος 'ς την Τροίαν, όπ' οι Αχαιοί είχετε μύρια πάθη• με άσχημαις βαρηματιαίς εδάμασε το σώμα, πήρε φορέματα κακά, και ομοιάζοντας με δούλον 245 εμπήκε εις την πλατύδρομη την πόλι των εχθρών του• 'ς το σχήμα εκείνο εκρύφθηκε, και ώμοιαζε ψωμοζήτης, αυτός 'που τέτοιος δεν ήταν 'ς τ' Αχαϊκά τα πλοία• τέτοιος 'ς την Τροίαν εισχωρεί, κ' εκείνοι εμωραθήκαν όλοι, κ' εγώ τον γνώρισα 'ς αυτό το σχήμα μόνη, 250 και τον εξέταζα, και αυτός μου ξέφυγε με τέχνη• αλλ' όταν δα τον έλουα κ' έχριζα με το λάδι, κ' ενδύματα τον ένδυνα, και ώμοσα φρικτόν όρκο, 'ς τους Τρώαις μέσ' ο Οδυσσηάς 'που εφάνη να μην είπω, πριν αυτός φθάση 'ς ταις σκηναίς και 'ς γοργά καράβια, 255 τότε όλη μου εφανέρωσε των Αχαιών την γνώμη, και αφού πολλούς εφόνευσε των Τρώων με το ξίφος, εις τους Αργείους έγυρε, κ' επήρε πολλήν γνώσι. τότ' έκλαιαν η Τρώισσαις πικρά, κ' γώ χαιρόμουν, ότ' η καρδιά μου είχε στραφή 'ς σπίτι μου να γύρω, 260 και αργ' αναστέναζα το πώς μ' εμώραν' η Αφροδίτη, την ώρα, 'που κει μ' έφερεν απ' την γλυκειά πατρίδα, κ' εχώρισα την κόρη μου, τον θάλαμο, τον άνδρα, οπού 'ς τον νου και 'ς την μορφή τον κάλλιο του δεν έχει».
Και ο ξανθός Μενέλαος απάντησεν εκείνης• 265 «Ναι, τούτα είν' όλ' αληθινά, γυναίκα, όπως τα λέγεις• ήδη πολλών εγώ 'μαθα την σκέψι και την γνώμη ανδρών ηρώων, και εις πολλά της γης εβγήκα μέρη• αλλ' άνθρωπον τα μάτια μου τέτοιον ποτέ δεν είδαν, ως ήταν μεγαλόψυχος ο φίλος Οδυσσέας. 270 όπως και αυτό κατώρθωσε με τόλμην ο ανδρείος, 'ς τ' άλογον ότε το ξυστόν οι πρώτοι των Αργείων όλοι κρυμμένοι εφέρναμε τον όλεθρο 'ς τους Τρώαις• και συ 'λθες τότε αυτού• θεός πρέπει να σ' έχη σπρώξει, των Τρώων δόξαν θέλοντας να δώση• και σιμά σου 275 έρχονταν ο θεόμορφος Δηίφοβος• και γύραις τρεις έκαμες, την βαθουλή καθίστρα ψηλαφώντας. κ' εφώναζες με τ' όνομα των Δαναών τους πρώτους, με την φωνή της γυναικός του καθενός εκείνων. με τον Τυδείδη τότ' εγώ και ο θείος Οδυσσέας 280 ακούσαμε, καθήμενοι 'ς την μέση, την βοή σου• κ' εμείς οι δυο με προθυμιάν ηθέλαμεν ορμώντας έξω να βγούμε, ή μέσαθεν ευθύς ν' αποκριθούμε• αλλ' όσο και αν ηθέλαμε, μας κράτησ' ο Οδυσσέας. και τα παιδιά των Αχαιών κει μέσα εσίγαν όλα• 285 ο Άντικλος ηθέλησε μόνος να σ' απαντήση• αλλά τον έσφιξ' ο Οδυσσηάς 'ς το στόμα με τα χέρια τ' ανδρειωμένα, κ' έσωσε των Αχαιών το γένος, κρατώντας, ως 'που επήρε σε κείθε η Παλλάδ' Αθήνη».
Και ο συνετός Τηλέμαχος απάντησεν εκείνου• 290 »Μενέλαε διόθρεπτε, πικρότερος ο πόνος, αν μ' όλ' αυτά τον όλεθρο δεν έφυγεν εκείνος, ουδ' αν βαστούσε σιδηρή 'ς τα στήθη την καρδία. αλλά 'ς την κλίνη φέρτε μας, ότ' ήλθεν ήδ' η ώρα να πέσουμε, και τον γλυκό τον ύπνο να χαρούμε». 295
Αυτά 'πε• και ταις δούλαις της παράγγειλ' η Ελένη να στρώσουν εις την αίθουσα, να βάλουν μέσα ωραία και πορφυρά σκεπάσματα, και τάπηταις επάνω, και χλαίναις κάτωθε κρουσταίς, να 'χουν να ταις φορέσουν. κ' εκείναις απ' το μέγαρον εβγήκαν, κ' εβαστούσαν 300 φως εις τα χέρια, κ' έστρωσαν• και ο κήρυκας τους ξένους έμπασε, και 'ς τον πρόδομον αυτού πλαγιάσαν κείνοι, ο ήρωας Τηλέμαχος και ο λαμπρός Νεστορίδης• και ο Ατρείδης εις τ' απόκρυφα του δόμου, και σιμά του η Ελένη η μακροπέπλωτη, η αταίριαστη γυναίκα. 305
Εφάν' η ροδοδάκτυλη Ηώ του όρθρου κόρη, και ο μαχητής Μενέλαος εγέρθη από την κλίνη, ενδύθη, και το κοφτερό 'ς τον ώμο έζωσε ξίφος. 'ς τα λαμπρά πόδια του καλά προσέδεσε πεδούλια, κ' εκίνησε απ' τον θάλαμον όμοιος των αθανάτων. 310 του Τηλεμάχου ωμίλησε καθήμενος σιμά του•
«Ω ήρωα Τηλέμαχε, ποια σ' έφερ' εδώ χρεία, να 'λθης 'ς την Λακεδαίμονα, την θάλασσα περνώντας; χρεία δική σου ή του κοινού; ειπέ μου το μ' αλήθεια».
Και ο συνετός Τηλέμαχος απάντησεν εκείνου• 315 «Μενέλαε διόθρεπτε, Ατρείδη βασιλέα, ήλθ' ίσως κάποιον άκουσμα μου είπης του πατρός μου. μου τρώγεται το σπίτι μου, μου φθείροντ' οι αγροί μου, η κατοικιά μου εγέμισεν εχθρούς, οπ' όλ' ημέρα πυκνά τ' αρνιά μου σφάζουσι, τα στριφοπόδα βώδια, 320 οι απόκοτοι και υβριστικοί μνηστήρες της μητρός μου. για τούτο τώρα σου 'πεσα 'ς τα γόνατα, να μάθω πώς εκακοθανάτισεν εκείνος, αν τον είδες ο ίδιος, ή και αν άκουσες απ' άλλον, 'που τον είδε εις τους πολλούς, 'που του 'δωκε, παραδαρμούς η μοίρα. 325 μηδ' από σέβας το μηδέν, ή λύπη, μου γλυκάνης, αλλ' ό,τ' είδες ή κ' έμαθες, ειπέ μου ένα προς ένα• ναι, σε ικετεύω, αν ο λαμπρός πατέρας μου Οδυσσέας λόγον ή πράξι εδέχθηκε, κ' ετέλειωσε για σένα, 'ς την Τροίαν, όπ' οι Αχαιοί είχετε μύρια πάθη, 330 τώρα να μου τα θυμηθής, και ειπέ μου την αλήθεια».
Και ο ξανθός Μενέλαος εβάρυνε και είπε• «Ω Θε, 'ς την κλίνην ήθελαν ανδρός ανδρειωμένου εκείνοι, 'που 'ναι άνανδροι, τωόντι να πλαγιάσουν! και ως ελαφίνα, αν δυνατού λεονταριού 'ς τον λόγγο 335 κοιμίση βυζανάρικα νεογέννητα λαφάκια, όρη κατόπι αναζητά και χορτερά λαγκάδια βόσκοντας, και εις την κοίτη του γυρίζει έπειτα εκείνος, και τρομερά με τα παιδιά χαλά και την μητέρα• όμοιο 'ς αυτούς ο Οδυσσηάς φρικτό θα φέρη τέλος. 340 και ω Δί', Αθήνη, Απόλλωνα, αν τέτοιος, ως εφάνη 'ς την Λέσβο την καλόκτιστη, 'που αμέσως εσηκώθη 'ς την πρόκλησι, κ' επάλαισε με τον Φιλομηλείδη, και ανδρεία τον κατάβαλε, και όλ' οι Αχαιοί 'χαρήκαν,— αν τέτοιος έλθ' ο Οδυσσηάς να πέσ' εις τους μνηστήραις, 345 'ς όλους ταχύς ο θάνατος, πικρός θα γίν' ο γάμος, και τούτα, οπού παρακαλείς και μ' ερωτάς, δεν θέλει άλλα σου ειπώ ξεφεύγοντας, ουδέ θα σ' απατήσω, αλλ' όσα μου 'πε ο άψευτος γέροντας της θαλάσσης, ένα προς ένα θα σου ειπώ, κανένα δεν θα κρύψω. 350
'Σ τον Αίγυπτον οι αθάνατοι, ενώ για δω κινούσα, μ' εκράτησαν, ότι 'ς αυτούς δεν έκαμα εκατόμβαις• κ' εκείνοι να ενθυμούμεθα ταις προσταγαίς τους θέλουν. κ' είναι νησί 'ς την θάλασσα την πολυκυματούσα, εκεί 'ς τον Αίγυπτον εμπρός, και Φάρο τ' ονομάζουν, 355 και απέχει τόσο διάστημα, όσο μετρά καράβι, αν πρύμος άνεμος σφοδρός ολήμερα φυσήση• λιμένας μέσ' ακίνδυνος, απ' όπου τα καράβια βγάζουν 'ς την θάλασσαν, αφού μαύρο νερόν επήραν. κει μ' εκρατούσαν οι θεοί είκοσ' ημέραις, μήτε 360 άνεμοι θαλασσόπνοοι φαίνονταν, 'που τα πλοία ξεπροβοδούν 'ς τα διάπλατα τα νώτα της θαλάσσης. και θε να ελείπαν η τροφαίς, κ' οι άνδρες θα εμαραίναν, αν μια δεν μ' είχ' ελεηθή θεά, και μ' είχε σώσει, κόρη τ' ανδρείου γέροντα της θάλασσας Πρωτέα, 365 η Ειδοθέα, 'πώγγιξα μάλιστ' αυτής το σπλάχνος. αυτή μ' ηύρε οπού σέρνομουν, χωρίς συντρόφους, μόνος• ότι εγυρίζαν 'ς το νησί και αλίευαν εκείνοι, με κυρτ' αγκίστρια, την σκληρή την πείναν όπως σιγάσουν. και αυτή κοντά μου εστάθηκε, μου ωμίλησε και είπε• 370
Ω ξένε, τάχ' ανόητος είσαι, 'ς την γνώμη χαύνος, ή θέλεις το και αφίνεσαι, σ' αρέσει να παθαίνης; τόσους καιρούς εις το νησί κρατιέσαι, και ουδέ τέλος δύνασαι ναύρης, και η καρδιά της συντροφιάς σου λυόνει.
Αυτά 'πε, κ' εγώ προς αυτήν απάντησα και είπα• 375 Όποια και αν ήσαι των θεών εσύ, θα σ' απαντήσω. δεν θέλω το και μένω εδώ, αλλά των αθανάτων, 'πώχουν τον μέγαν ουρανόν, αμάρτησα, λογιάζω. αλλά συ 'πε μου, — κ' οι θεοί γνωρίζουσι τα πάντα,— ποιος μ' εμποδίζει των θεών και μ' έδεσε εις τον δρόμο, 380 και πώς, το μέγα πέλαγος σχίζοντας, να γυρίσω.
Αυτά της είπα και η θεά μ' απάντησεν αμέσως• Θα σου ομιλήσω, ξέν', εγώ με όλη την αλήθεια, συχνάζει εδώ ένας άψευτος γέροντας πελαγήσιος, Πρωτέας ο αθάνατος, Αιγύπτιος, 'που τα βάθη 385 γνωρίζει όλης της θάλασσας, δούλος του Ποσειδώνα. πατέρας μου είναι, ως λέγουσιν, αυτός μ' έχει γεννήσει. καρτέρι εκείνου αν δύνοσουν να 'στήσης και τον πιάσης, τον δρόμο αυτός θα σου 'λεγε, του ταξειδιού το μάκρος, και πώς, το μέγα πέλαγος σχίζοντας, να γυρίσης. 390 και αυτός ακόμη θα σου ειπή, διόθρεπτε, αν το θέλης, ό,τι κακό 'ς το σπίτι σου και ό,τι καλό συνέβη, ενώ 'λειπες 'ς το μακρυνό και δύσκολο ταξείδι.
Αυτά 'πε, και 'ς αυτήν εγώ απάντησα και είπα• Τώρα του θείου γέροντα συ ναύρης το καρτέρι, 395 μήπως μου φύγη, αν προϊδή το πράγμα ή το προμάθη• ότι θνητός είναι βαρύ θεόν να καταβάλη.
Αυτά της είπα και η θεά μ' απάντησεν αμέσως• Θα σου ομιλήσω, ξέν', εγώ με όλη την αλήθεια. ο Ήλιος όταν αναιβή τα μεσουράνια μέρη, 400 έρχεται από την θάλασσαν ο άψευτος ο γέρος, 'ς το μαύρον ανατρίχιασμα, 'π' ο Ζέφυρος σηκόνει, και άμ' έξω βγη, 'ς τα σπήλαια τα θολωτά κοιμάται. γύρω του η φώκαις, της καλής απόγονοι Αλοσύδνης, μαζή πλαγιάζουν, βγαίνοντας από το λευκό κύμα, 405 και πικροπνέουν της βαθειάς θαλάσσης μυρωδία. εκεί το γλυκοχάραμμα εγώ θα σ' οδηγήσω, θα σε πλαγιάσω αραδικώς, και τρεις θε να διαλέξης συντρόφους, τους καλήτερους, όπ' έχεις 'ς τα καράβια. και όλαις εγώ θέλει σου ειπώ ταις πονηριαίς του γέρου• 410 'ς ταις φώκαις πρώτα θε να 'λθή, και θα ταις αριθμήση• και, άμ' όλαις ταις εμέτρησε κ' εθώρησε, θα πέση 'ς την μέση τους, ως ο βοσκός 'ς την μέση των προβάτων. και ως τον ιδήτε, 'πώπεσε 'ς τον ύπνο, τότε αμέσως την δύναμι θα βάλετε και την καρδιά σας όλη, 415 κρατώντας τον, και ας προσπαθή μ' αγών' αυτός να φύγη• θα δοκιμάση, θα γενή 'ς την γην όσα κινούνται θεριά, θα γένη και νερό, και πυρ θεοφλογισμένο• και σεις πάντοτε ακλόνητοι βαστάτε σφίγγοντάς τον στενώτερα• αλλ' άμ' αυτός μόνος του σ' ερωτήση, 420 και γένη όπως τον είδετε 'ς τον ύπνο, 'που εκοιμώνταν, την βία τότε παύσετε και λύσετε τον γέρο, ήρωα, κ' ερώτα ποιος θεός σε βασανίζει τώρα, και πώς, το μέγα πέλαγος σχίζοντας, να γυρίσης.
Είπε και μες την θάλασσαν, όπ' άφριζ', εβυθίσθη. 425 κ' εγώ 'ς τα πλοία κίνησα, 'που εστέκονταν 'ς τον άμμο, και της καρδιάς μου, ως πήγαινα, τα βάθη εταραζόνταν. και αφού 'ς το πλοίον έφθασα, 'ς την άκρη της θαλάσσης, τον δείπνον ετοιμάσαμε, κ' η άφθαρ' ήλθε νύκτα• 'ς το περιγιάλι επιέσαμε τότε ν' αναπαυθούμε. 430 κ' εφάν' η ροδοδάκτυλη Ηώ του όρθρου κόρη, κ' επήρα της πλατύπορης της θάλασσας την άκρη, προς τους θεούς ευχόμενος θερμά, με τρεις συντρόφους, 'που για κάθε κατόρθωμα πίστιν πολλήν τους είχα. και απ' του πελάγου τους βυθούς εκείνη τότ' εφάνη, 435 κ' έφερε δέρματα φωκών τέσσερα, κ' ήσαν όλα νειόγδαρτα• εσοφίζονταν απάτη του πατρός της. και αφού 'ς τον άμμο αυλάκωσε πλαγιάσματα, εκαθόνταν μένοντας• κ' εμείς φθάσαμε σιμά της• τότε αράδα μας πλάγιασε κ' εσκέπασε με δέρμα ένα καθέναν. 440 καρτέρι θα ήταν κει βαρύ• μας έπνιγε η βαρεία των θαλασσόθρεπτων φωκών οσμή φαρμακωμένη. και ποιος βαστά να κοιμηθή με τέρας του πελάγου; αλλά μας έσωσεν αύτη με ανάσασι μεγάλη• εις τα ρουθούνια καθενός μας έθεσε αμβροσία 445 μυρόβολη, και την οσμήν αφάνισε του κήτους. και όλη την αυγή μείναμε, με υπομονή, μ' αγώνα. και η φώκαις απ' την θάλασσαν ήλθαν μαζή, και αράδα εις τ' ακρογιάλι επλάγιασαν, και από τα βάθη ο γέρος ήλθε καταμεσήμερα, και αυτού ταις φώκαις ηύρε, 450 ταις παχουλαίς, κ' εξέτασε και αρίθμησέ ταις όλαις, κ' εμάς πρώτους λογάριασε 'ς τα κήτη, και ότι δόλος ήταν δεν εδοκήθηκε, και επλάγιασε κ' εκείνος. και με βοή χουμήσαμε και αδράξαμέν τον όλοι σφικτά, και αυτός δεν ξέχασε την δολερή του τέχνη. 455 και πρώτ' απ' όλα εγίνηκε λέοντας καλογένειος, ευθύς κατόπι δράκοντας, και πάρδαλις, και κάπρος• νερό ρεούμεν' έγινε, και δένδρον υψωμένο. τον εκρατούσαμεν εμείς, με υπομονή, μ' αγώνα• και ο γέρος, άμ' απόκαμε 'ς τόσους 'πώχει δόλους, 460 προς εμέ τότ' ωμίλησε, κ' ερώτησέ με• Ποίος θεός, Ατρείδη, σου 'δειξε καρτέρι να μου στήσης, και να με πιάσης στανικώς; ποια έχεις εσύ χρεία;
Αυτά 'πε κ' εγώ προς αυτόν απάντησα και είπα• Γνωρίζεις, γέρε, — τι ερωτάς τούτα, να με πλανέσης; — 465 'που 'ς το νησί τόσους καιρούς κρατιούμαι, και ουδέ τέλος δύναμαι ναύρω, και η καρδιά της συντροφιάς μου λυόνει. αλλά συ 'πέ μου,—και οι θεοί γνωρίζουσι τα πάντα— ποιος μ' εμποδίζει των θεών, και μ' έδεσε εις τον δρόμο, και πώς, το μέγα πέλαγος σχίζοντας, να γυρίσω. 470
Αυτά 'πα, κ' ευθύς μου 'δωκεν απάντησιν εκείνος• Του Δία και των άλλων αθανάτων ταις θυσίαις, πριν ξεκινήσης, έπρεπε να κάμης, όπως φθάσης, το μαύρο πέλαο σχίζοντας, γλήγορα εις την πατρίδα. ότι δεν θέλ' η μοίρα σου να ιδής τους ποθητούς σου, 475 το σπίτι το περίλαμπρο και την γλυκειά πατρίδα, παρ' αφού πάλιν αναιβής του Αιγύπτου το ποτάμι, 'που 'ναι βιοκαταίβατο, και κάμης εκατόμβαις των αθανάτων, 'πώχουσι των ουρανών τους θόλους• τότε τον δρόμο, 'που ποθείς, αυτοί θα σου χαρίσουν. 480
Τούτα μου είπε, και η καρδιά στο στήθος μου ερραγίσθη• ότι το μαύρο πέλαγος μου επρόσταζε να σχίσω οπίσω προς τον Αίγυπτο• μακρύ, βαρύ ταξείδι. και μ' όλα ταύτα προς αυτόν ωμίλησα και πάλιν•
Τούτα θα πράξω, γέροντα, όπως εσύ προστάζεις. 485 αλλά ζητώ σε να μου ειπής μ' αλήθεια τούτο, αν όλοι άβλαπτοι με τα πλοία τους οι Αχαιοί γυρίσαν, όσους εγώ και ο Νέστορας αφήσαμε εις την Τροία, ή αν κακό 'ς την θάλασσα κανείς έλαβε τέλος, ή, αφού τον πόλεμο έπλεξεν, εις ποθηταίς αγκάλαις. 490