Part 2
ΙΔ. Ελύπει δε τον Αλκιβιάδην επίσης ο Νικίας θαυμαζόμενος υπό των εχθρών, ή τιμώμενος υπό των πολιτών· διότι ο Αλκιβιάδης ήτον πρόξενος των Λακεδαιμονίων (50), και επεριποιήθη τους άνδρας αυτών όσοι είχον αιχμαλωτισθή εις την Πύλον (51). Επειδή δ' εκείνοι διά του Νικίου κυρίως επιτυχόντες ειρήνην, και λαβόντες τους άνδρας οπίσω, υπερηγάπων αυτόν, και μεταξύ των Ελλήνων ελέγετο λόγος ότι ο Περικλής μεν εκίνησεν, ο Νικίας δε διέλυσε τον πόλεμον, και οι περισσότεροι ωνόμαζον Νικίειον την ειρήνην, διά τούτο δυσηρεστείτο σφοδρώς ο Αλκιβιάδης και εφθόνει, και εσκέπτετο πώς να ταράξη τας συνθήκας. Και πρώτον μεν εννοήσας ότι οι Αργείοι, μισούντες και φοβούμενοι τους Σπαρτιάτας, ήθελον ν' αποσπασθώσιν απ' αυτών, τοις έδιδε κρυφίως ελπίδας συμμαχίας μετά των Αθηναίων, και τους ενεθάρρυνε, στέλλων και συνεννοούμενος μετά των προεστώτων του δήμου, να μη φοβώνται, ουδέ να κλίνωσιν υπό τους Λακεδαιμονίους, αλλά να στραφώσι προς τους Αθηναίους, και να περιμείνωσι, διότι τάχιστα αυτοί θα μετενόουν και θ' άφηνον την ειρήνην. Όταν δ' οι Λακεδαιμόνιοι συνήψαν συμμαχίαν προς τους Βοιωτούς, και παρέδωκαν εις τους Αθηναίους την Πάνακτον (52) ουχί, ως έπρεπεν, ορθήν, αλλά κατεδαφίσαντες αυτήν, ιδών τους Αθηναίους οργιζομένους, τους ηρέθιζεν έτι μάλλον, και εθορύβει περί Νικίου, και τον διέβαλλε, πιθανάς κατηγορίας προτείνων, ότι τους εν Σφακτηρία συλληφθέντας εχθρούς, ουδ' ο ίδιος, όταν εστρατήγει, ηθέλησε να τους αιχμαλωτίση, και ότε άλλοι τους ηχμαλώτισαν, αυτός τους αφήκε και τους απέδωκε, χαριζόμενος εις τους Λακεδαιμονίους· και όμως, ότι καί τοι φίλος ων εκείνων, δεν τους κατέπεισε να μη συνωμόσωσι μετά των Βοιωτών, ουδέ μετά των Κορινθίων, εμποδίζει δε τους Έλληνας όσοι θέλουσι να γίνωσι σύμμαχοι και φίλοι των Αθηναίων, αν δεν εγκρίνωσι τούτο οι Λακεδαιμόνιοι. Ταύτα κακώς διέθετον κατά του Νικίου, ότε, ως εκ τύχης, ήλθον πρέσβεις εκ Λακεδαίμονος, και εκείθεν λόγους φέροντες φιλικούς, και λέγοντες ότι έχουσι πληρεξουσιότητα να συνομολογήσωσι παν το δίκαιον και συμβιβαστικόν. Ταύτα εγένοντο δεκτά υπό της Βουλής, και την επαύριον έμελλε να συνέλθη ο δήμος (53). Φοβηθείς δ' ο Αλκιβιάδης, κατώρθωσεν οι πρέσβεις να έλθωσιν εις συνέντευξιν μετ' αυτού. Όταν δ' ήλθον, «Τι επάθατε, άνδρες Σπαρτιάται; τοις είπε· πώς δεν γνωρίζετε ότι η Βουλή είναι πάντοτε μετριοπαθής και φιλάνθρωπος προς πάντας τους εις αυτήν παρουσιαζομένους, ο δε δήμος μεγαλοφρονεί και μεγάλων ορέγεται, και αν ειπήτε ότι έρχεσθε πληρεξουσιότητα έχοντες, θέλει σας κακομεταχειρισθή, προστάζων σας και βίαν εις σας επιφέρων ; Μη πράττετε ταύτην την αφροσύνην, και αν θέλητε να εύρητε μετριοπαθείς τους Αθηναίους, και να μη βιασθήτε παρά την γνώμην σας, ομιλήσατε περί των δικαίων ως να μη έχητε πληρεξουσιότητα. Θέλομεν δε συμπράξει και ημείς διά να ευχαριστήσωμεν τους Λακεδαιμονίους.» Ταύτα δ' ειπών, έδωκεν όρκους εις αυτούς, και τους απέσπασεν εντελώς από του Νικίου, εις αυτόν εντελώς εμπιστευομένους, και θαυμάζοντας αυτού την μεγάλην ικανότητα και την σύνεσιν, ως ούσαν ανδρός ουχί του τυχόντος. Την δ' επαύριον συνήχθη ο δήμος, και εισήλθον προς αυτόν οι πρέσβεις. Ερωτηθέντες δε φιλοφρονέστατα υπό του Αλκιβιάδου υπό ποίους όρους ήλθον, είπον ότι δεν έχουσι πληρεξουσιότητα. Τότε αμέσως ο Αλκιβιάδης επέπεσε κατ' αυτών μετά κραυγών και οργής, ως αδικούμενος αυτός και ουχί ως αδικών, και τους εκάλει απίστους και παλιμβούλους, και ελθόντας επί σκοπώ ούτε να ειπώσιν ούτε να πράξωσί τι ορθόν. Ηγανάκτει δε και η βουλή, και ο δήμος ωργίζετο· ο δε Νικίας εκυριεύετο υπ' εκπλήξεως και κατηφείας διά των ανδρών την μεταβολήν, αγνοών την απάτην και τον δόλον.
ΙΕ. Ούτως απεπέμφθησαν οι Λακεδαιμόνιοι, και στρατηγός εκλεχθείς ο Αλκιβιάδης, κατέστησεν ευθύς τους Αργείους και τους Μαντινείς και τους Ηλείους (54) συμμάχους των Αθηναίων. Και τον μεν τρόπον της πράξεως ουδείς επήνει· το πραχθέν όμως υπ' αυτού ήτον μέγα, ότι διαίρεσε και εκλόνισε σχεδόν πάσαν την Πελοπόννησον, και εις μίαν ημέραν τόσας ασπίδας αντέταξε περί την Μαντίνειαν κατά των Λακεδαιμονίων, και διήγειρεν επ' αυτούς μακράν όλως των Αθηνών αγώνα και κίνδυνον, εις όν αν υπερίσχυον, η νίκη ουδέν μέγα πλεονέκτημα θα προσέθετεν εις αυτούς, αν δ' ενικώντο, δύσκολον θα ήτον η Λακεδαίμων να σωθή. Ευθύς δε μετά την μάχην, οι Χίλιοι (55) εν Άργει επιχείρησαν να καταλύσωσι τον δήμον και υποτάξωσιν εις εαυτούς την πόλιν. Ελθόντες δ' οι Λακεδαιμόνιοι, κατέλυσαν την δημοκρατίαν. Αλλ' οπλισθείς πάλιν ο δήμος υπερίσχυσε, και επελθών ο Αλκιβιάδης εξησφάλισε την νίκην εις τον δήμον, και τους έπεισε ν' ανεγείρωσι τα μακρά τείχη, και ενωθέντες μετά της θαλάσσης, να εξαρτήσωσιν εντελώς την πόλιν από της των Αθηναίων δυνάμεως. Και έφερε δε και τέκτονας και λιθουργούς εξ Αθηνών, και πάσαν εδείκνυε προθυμίαν, ευγνωμοσύνην και δύναμιν αποκτών δι' εαυτόν ουχί ήττον ή διά την πατρίδα του. Ομοίως δ' έπεισε και τους Πατρείς να συνάψωσι διά μακρών τειχών την πόλιν μετά της θαλάσσης. Και επειδή τις έλεγεν εις τους Πατρείς· «Οι Αθηναίοι θα σας καταπίωσιν,» «Ίσως, είπεν ο Αλκιβιάδης, κατ' ολίγον, και από τους πόδας· αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι διά μιας και από την κεφαλήν.» Συγχρόνως δε συνεβούλευε τους Αθηναίους να φροντίζωσι και κατά ξηράν να είναι ισχυροί, και να κυρώσιν εμπράκτως τον όρκον όν οι έφηβοι έδιδον πάντοτε εις της Αγραύλου το ιερόν (56). Διότι ομνύουσιν, ως όρια της Αττικής να θεωρώσι τους σίτους, τας κριθάς, τας αμπέλους και τας ελαίας, διδασκόμενοι να καταστήσωσιν εδικήν των πάσαν την ήμερον και καρποφόρον χώραν.
ΙΣΤ. Αλλ' εν τω μέσω τοσούτων έργων πολιτικών, και λόγων, και φρονημάτων, και ικανότητος, πολλήν αφ' ετέρου εδείκνυε τρυφήν εις τον τρόπον του βίου του, και ακρασίαν εις τα φαγοπότια και τους έρωτας, και θηλυπρέπειαν εις την ενδυμασίαν του, έλκων πορφυράς εσθήτας διά της αγοράς, και πολιτέλειαν υπερήφανον, κόπτων τα καταστρώματα εις τας τριήρεις και απλών τα στρώματα εις ζώνας, ουχί εις σανίδας, όπως κοιμάται μαλακώτερον, και την ασπίδα του κατασκευάζων διάχρυσον, έχουσαν ως τύπον ουχί σημείον τι των πατέρων του, αλλ' έρωτα κεραυνοφόρον. Ταύτα βλέποντες, οι μεν επίσημοι πολίται εβδελύττοντο αυτά και ηγανάκτουν, αλλά και εφοβούντο συγχρόνως την αδιαφορίαν αυτού και την παρανομίαν, ως συμπτώματα τυραννικά και αλλόκοτα. Εξηγών δ' ο Αριστοφάνης ουχί κακώς την προς αυτόν διάθεσιν του δήμου λέγει ταύτα (57)·
Ποθεί, μισεί, και να τον έχη βούλεται.
Έτι δ' ισχυροτέρα είναι η επομένη αλληγορία·
Ποτέ μη τρέφης εις την πόλιν λέοντα· ή εάν τρέφης, κλίνε εις τους τρόπους του.
Διότι αι συνεισφοραί και χορηγίαι αυτού, και όσα, πάσης υπερβολής ανώτερα, φιλοτίμως εδαπάνα υπέρ της πόλεως, και των προγόνων αυτού η δόξα, και του λόγου η δύναμις, και του σώματος το κάλλος, και η ευρωστία και η δύναμις μετά της πολεμικής εμπειρίας, έπειθον τους Αθηναίους να συγχωρώσι πάντα τ' άλλα, και να υποφέρωσιν αυτά μεθ' υπομονής, αποδίδοντες εις τας παρεκτροπάς του τα μετριώτερα ονόματα πάντοτε, και παιγνίδια ονομάζοντες αυτάς και φιλανθρωπίας. Τοιούτον τι ήτον και το να κατακλείση τον ζωγράφον Αγάθαρχον, και μετά ταύτα, αφ' ού εζωγράφησε την οικίαν του, να τον αφήση, πλούσια δώρα δους εις αυτόν (58). Και το να ραπίση τον Ταυρέαν (59), όστις αντεχορήγει (60), διότι εφιλοτιμείτο να κερδίση την νίκην· και το ότι έλαβε γυναίκα Μηλίαν εκ των αιχμαλώτων, και αποκτήσας έθρεψε παιδίον εξ αυτής. Τούτο το έλεγον φιλάνθρωπον· και όμως αυτός εγένετο αιτιώτατος του ν' αποσφαγώσιν ηβηδόν όλοι οι Μήλιοι, υποστηρίξας το περί τούτου ψήφισμα. Όταν δ' ο Αριστοφών (61) εξωγράφησε την Νεμέαν, έχουσαν εις τας αγκάλας της καθήμενον το Αλκιβιάδην, τότε όλοι έτρεχον και έβλεπον την εικόνα χαίροντες. Οι δ' αρχαιότεροι δυσηρεστούντο και διά ταύτα, θεωρούντες αυτά ως εις τυράννους ίδια και παράνομα. Και ο Αρχέστρατος δε (62) δεν εφαίνετο ατόπως λέγων ότι η Ελλάς δεν θα εδύνατο να υποφέρη δύο Θεμιστοκλείς. Απαντήσας δέ ποτε Τίμων ο μισάνθρωπος τον Αλκιβιάδην, μετά τινα μεγάλην αυτού επιτυχίαν θριαμβευτικώς προπεμπόμενον εκ της εκκλησίας, δεν επέρασεν εμπρός του, ουδέ τον απέφυγεν ως συνήθως έπραττε δι' άλλους, αλλ' ήλθε προς αυτόν και χαιρετήσας· «Καλά κάμνεις, τω είπεν, ω παι, αυξανόμενος, διότι αυξάνεις κακόν μέγα εις όλους τούτους.» Τότε μεν άλλοι εγέλων, άλλοι δ' ύβριζον αυτόν· είς τινας όμως επροξένησεν ο λόγος πολλήν εντύπωσιν. Ούτως αμφίβολος ην η περί αυτού υπόληψις διά του χαρακτήρος αυτού το ανώμαλον.
ΙΖ. Έτι δ' επί ζωής του Περικλέους επεθύμουν οι Αθηναίοι την Σικελίαν, και ευθύς μετά τον θάνατόν του ήρξαντο της επιχειρήσεως, και έστελλον τας λεγομένας βοηθείας και συμμαχίας προς τους λαούς όσοι εκάστοτε ηδικούντο υπό των Συρακουσίων, ως οχετούς αυτάς προς την μεγάλην εκστρατείαν μεταχειριζόμενοι. Ο δε προ πάντων την επιθυμίαν αυτών ταύτην παροξύνας, και παρακινήσας αυτούς να επιχειρήσωσι να καταστρέψωσι την νήσον ουχί κατά μέρος ουδέ κατ' ολίγον, αλλά διά μεγάλου στόλου εκπλεύσαντες, ήτον ο Αλκιβιάδης, τον δήμον μεγάλα να ελπίση πείσας, και αυτός μεγαλητέρων όρεξιν έχων· Διότι διενοείτο να είναι η Σικελία ως προς τας ελπίδας του, αρχή της εκστρατείας, και ουχί τέλος, καθώς οι άλλοι ενόμιζον. Και ο μεν Νικίας, θεωρών την άλωσιν των Συρακουσών έργον δύσκολον, απέτρεπε τον δήμον· ο δ' Αλκιβιάδης την Καρχηδόνα και την Λιβύην (63) ονειροπολών, και αφ' ού αύται εκυριεύοντο, κατέχων ήδη την Ιταλίαν και την Πελοπόννησον, εθεώρει την Σικελίαν σχεδόν ως απλούν πολέμου εφόδιον. Και οι μεν νέοι αμέσως εξήπτοντο διά των ελπίδων, και ήκουον τους γεροντοτέρους πολλά και θαυμάσια περί εκστρατείας διηγουμένους, και πολλοί εκάθηντο εις τας παλαίστρας και εις τα αμφιθέατρα, διαγράφοντες το σχήμα της νήσου, και την θέσιν της Λιβύης και της Καρχηδόνος. Αλλ' ο φιλόσοφος Σωκράτης και ο αστρολόγος Μέτων (64) λέγουσιν ότι ουδέν καλόν ήλπιζον διά την πόλιν εκ της εκστρατείας εκείνης, ο μεν διότι, ως φαίνεται, ήλθε και τον ειδοποίησε το σύνηθες αυτού δαιμόνιον (65)· ο δε Μέτων, είτε εκ σκέψεως φοβηθείς το μέλλον, είτε μαντείας τινά τρόπον μεταχειρισθείς, επροσποιήθη ότι εβλάβη τας φρένας, και λαβών δάδα καίουσαν, επεχείρησε να πυρπολήση την οικίαν του. Τινές δε λέγουσιν ότι μανίαν ουδόλως επροσποιήθη ο Μέτων, αλλ' ότι έκαυσε την νύκτα τον οίκον του, και έπειτα το πρωί εξελθών παρεκάλει και καθικέτευε, μετά την τοσαύτην συμφοράν να επιτραπή εις τον υιόν του να μη συνεκστρατεύση. Και επέτυχε την επιθυμίαν του, απατήσας τους πολίτας.
ΙH. Εξελέγη δε στρατηγός ο Νικίας παρά την θέλησίν του, αποφεύγων την αρχήν προς τοις άλλοις και διά τον συνάρχοντά του. Διότι εις τους Αθηναίους εφαίνετο ότι ο πόλεμος μάλλον θα ευδοκίμει αν δεν εστέλλετο ο Αλκιβιάδης ά κ ρ α τ ο ς, αλλ' εις την τόλμην αυτού συνεμίγνυτο και η πρόνοια του Νικίου· καθ' όσον ο τρίτος στρατηγός Λάμαχος, καί τοι προβεβηκώς την ηλικίαν, δεν εφαίνετο όμως ολιγώτερον του Αλκιβιάδου θερμός και φιλοκίνδυνος κατά τους αγώνας. Όταν δ' έγινε διάσκεψις εν τω δήμω περί του πλήθους και του τρόπου των προπαρασκευών, ο Νικίας και τότε πάλιν επροσπάθει ν' αντισταθή και να εμποδίση τον πόλεμον. Αλλ' ο Αλκιβιάδης αντικρούσας αυτόν υπερίσχυσε, και τότε ο ρήτωρ Δημόστρατος (66) έγραψε ψήφισμα και είπεν ότι εις τους στρατηγούς πρέπει να δοθή πληρεξουσιότης και διά τας προπαρασκευάς, και δι' όλον τον πόλεμον. Επεκύρωσε δε τούτο ο δήμος, και όλοι ήσαν έτοιμοι ν' αποπλεύσωσιν· αλλά καλοί δεν ήσαν ουδέ της εορτής οι οιωνοί· διότι κατά τας ημέρας εκείνας συνέπιπτον τ' Αδώνια (67), και αι γυναίκες εξέθετον πολλαχού είδωλα όμοια προς νεκρούς ενταφιαζομένους, και ταφάς εμιμούντο κλαίουσαι, και έψαλλον θρήνους. Η δε περικοπή των Ερμών (68), ών οι πλείστοι, εντός μιάς νυκτός ηκρωτηριάσθησαν κατά τα πρόσωπα, συνετάραξε πολλούς εξ εκείνων οίτινες περιεφρόνουν τα τοιαύτα. Και ευρέθη μεν ότι οι Κορίνθιοι, αποίκους έχοντες τους Συρακουσίους, έπραξαν ταύτα επ' ελπίδι ότι ένεκα των οιωνών θ' ανεχαιτίζοντο οι Αθηναίοι, ή θα μετενόουν διά τον πόλεμον. Αλλ' εις το πλήθος δεν απετέλει εντύπωσιν ούτε ούτος ο λόγος, ούτ' εκείνοι των διισχυριζομένων ότι ουδέν υπήρχε κακόν σημείον, αλλ' οινοποσίας ακολάστων νέων αποτελέσματα, αρχομένων από παιγνιδίων, και τελευτώντων εις ασέβειαν. Εκλαμβάνοντες δε το γεγονός μετ' οργής και φόβου, και φρονούντες ότι ετολμήθη εκ συνωμοσίας διά πράγματα μεγάλα, εξετάζον αυστηρώς πάσαν αφορμήν υπονοίας, και η βουλή συνεδρίαζε προς τούτο, και ο δήμος συνήλθεν εις ολίγας ημέρας πολλάκις.
ΙΘ. Κατά τον αυτόν δε καιρόν ο δημαγωγός Ανδροκλής (69) παρουσίασε δούλους τινάς και μετοίκους (70), οίτινες κατηγόρουν τον Αλκιβιάδην και τους φίλους αυτού ότι και άλλα αγάλματα περιέκοψαν, και μεθύοντες απεμιμήθησαν τα μυστήρια. Έλεγον δ' ότι Θεόδωρος μέν τις εξετέλει το μέρος του κήρυκος, Πολυτίων (71) δε το του Δαδούχου, το δε του Ιεροφάντου ο Αλκιβιάδης, και οι άλλοι σύντροφοί του ότι ήσαν παρόντες, και εμυούντο δήθεν, μύστας ονομάζοντες αλλήλους. Ταύτα ήσαν γεγραμμένα εις την εισαγγελίαν (72) του Θεσσαλού, υιού του Κίμωνος, όστις κατήγγειλε τον Αλκιβιάδην δι' ασέβειαν προς τας Θεάς (73). Εκ τούτων ο δήμος ωργίζετο, και πικρώς διάκειτο προς τον Αλκιβιάδην, και ο Ανδροκλής, όστις ήτον εκ των ασπονδοτέρων εχθρών αυτού, παρώξυνε το πλήθος, ώστε κατ' αρχάς εταράχθησαν οι φίλοι του Αλκιβιάδου. Αλλ' ιδόντες ότι οι ναύται όσοι έμελλον ν' αποπλεύσωσιν εις Σικελίαν διέκειντο ευνοϊκώς προς αυτούς, ομοίως δε και οι στρατιώται, και ακούσαντες ότι οι Αργείοι και Μαντινείς, οίτινες ήσαν χίλιοι οπλίται, έλεγον αναφανδόν, ότι διά τον Αλκιβιάδην απέρχονται εις εκστρατείαν μακράν και υπερθαλάσσιον, αν δε κακώς τις κατ' αυτού προσφερθή, ότι αυτοί αμέσως αναχωρούσιν, έλαβον θάρρος, και παρέστησαν, όταν ήλθεν ο καιρός, ν' απολογηθώσιν, ώστε οι εχθροί των περιέστησαν πάλιν εις αθυμίαν και φόβους, μήπως κατά την κρίσιν ο δήμος φανή εξ ανάγκης ηπιώτερος προς αυτόν. Ετεχνάσθησαν επομένως να εγερθώσιν εις την εκκλησίαν του δήμου τινές ρήτορες, οίτινες εφαίνοντο εχθροί του Αλκιβιάδου, και τον εμίσουν ουχ ήττον των ομολογουμένων εχθρών του, και να ειπώσιν ότι άτοπον είναι, αφ' ού εξελέγη στρατηγός αυτοκράτωρ (74) τοσαύτης δυνάμεως, αφ' ού συνήλθον ο στρατός και οι σύμμαχοι, να χρονοτριβή ενόσω αυτοί εκλήρουν δικαστάς (75) και εμέτρουν το ύδωρ (76). «Και τώρα μεν, αγαθή τύχη, ας αποπλεύση· αφ' ού δε περατωθή ο πόλεμος, τότε ας απολογηθή κατά τους αυτούς νόμους.» Και δεν ηπατάτο μεν ο Αλκιβιάδης ως προς την κακοήθειαν της αναβολής, και προελθών έλεγεν ότι δεινόν είναι, αφήνων οπίσω του κατηγορίας καθ' εαυτού και διαβολάς, να στέλληται αβέβαιος μετά τοσαύτης δυνάμεως. Διότι πρέπει να θανατωθή μεν αν δεν αθωωθή εκ των κατηγοριών, αν δ' αθωωθή και φανή καθαρός, τότε να στραφή κατά των πολεμίων, χωρίς να φοβήται τους συκοφάντας.
Κ. Επειδή όμως δεν τους κατέπειθε, και τον διέταττον ν' αποπλεύση, ανεχώρησε μετά των συστρατήγων του, έχων τριήρεις μεν όχι πολύ ολιγωτέρας των εκατόν τεσσαράκοντα, οπλίτας δε πέντε χιλιάδας και εκατόν, τοξότας δε και σφενδονήτας και ψιλούς χιλίους τριακόσιους περίπου, και την άλλην ετοιμασίαν αξιόλογον. Φθάσας δ' εις την Ιταλίαν, και κυριεύσας το Ρήγιον, επρότεινε γνώμην κατά τίνα τρόπον πρέπει ο πόλεμος να διευθυνθή. Και ο μεν Νικίας ηναντιούτο· αλλ' ο Λάμαχος συνεφώνησε μετ' αυτού, και ούτω πλεύσας εις Σικελίαν εκυρίευσε την Κατάνην, άλλο δ' ουδέν έπραξε, διότι προσεκλήθη ευθύς υπό των Αθηναίων οπίσω ίνα κριθή. Διότι πρώτον μεν, ως ερρέθη, εκινήθησαν κατά του Αλκιβιάδου υπό δούλων και μετοίκων χλιαροί τινες υπόνοιαι και διαβολαί· έπειτα δε, οι εχθροί αυτού επί της απουσίας του σφοδρότερον καταφερόμενοι, και την εξύβρισιν των Ερμών μετά της των μυστηρίων συμπλέκοντες, ως γενομένας εκ μιας και της αυτής συνωμοσίας επί σκοπώ νεωτερισμού, τους μεν οπωσούν υπόπτους έρριψαν ακρίτους εις το δεσμωτήριον, ελυπούντο δε διότι δεν κατεψήφισαν τότε κατά του Αλκιβιάδου, και δεν τον έκρινον διά τοιαύτα εγκλήματα. Πας δ' οικείος ή φίλος ή σύντροφος αυτού, όστις υπέπεσεν εις την κατ' εκείνου οργήν, εύρεν αυτούς αμειλίκτους. Και ο μεν Θουκυδίδης παρέλειψε να ονoμάση τους καταμηνυτάς του· άλλοι δε ονομάζουσι τον Διοκλείδαν και τον Τεύκρον, και μεταξύ άλλων και ο κωμικός Φρύνιχος (77) ταύτα γράφων·
Φίλτατ' Ερμή, φυλάξου μη θραυσθής πεσών, κ' αιτίαν πάλιν δώσης εις διαβολάς ετέρου Διοκλείδου, όπως κακουργή.
ΕΡΜΗΣ. Θα φυλαχθώ· να προμηθεύσω μήνυτρα δεν θέλω εις τον Τεύκρον, ξένον βδελυρόν.
Βέβαιον όμως τίποτε ούτε ισχυρόν αι καταμηνύσεις δεν εδείκνυον. Είς εξ αυτών ερωτώμενος πώς εγνώρισε τα πρόσωπα των ερμοκοπιδών (78), απεκρίθη ότι εις την σελήνην· αλλ' έσφαλε προφανέστατα, διότι όταν ταύτα έγιναν, ήτον η τελευταία του μηνός ημέρα (79). Και τους μεν νουνεχείς ετάραξε τούτο· αλλά τον δήμον κατ' ουδέν διέθεσε μαλακώτερον προς τας συκοφαντίας, αλλ' ως ήρχησεν εξ αρχής, δεν έπαυσε φέρων και ρίπτων εις το δεσμωτήριον πάντα τον υφ' ούτινος δήποτε καταγγελλόμενον.
ΚΑ. Μεταξύ δε των τότε δεθέντων και φυλακισθέντων όπως κριθώσιν, ήτον και ο ρήτωρ Ανδοκίδης (80), όν ο συγγραφεύς Ελλάνικος (81) καταριθμεί μετά απογόνων του Οδυσσέως. Εφαίνετο δ' ο Ανδοκίδης μισόδημος και ολιγαρχικός. Ύποπτον δε της κολοβώσεως των Ερμών κατέστησεν αυτόν προς τοις άλλοις και ο μέγας Ερμής όστις ήτον πλησίον της οικίας αυτού ιδρυμένος, ανάθημα της Αιγηίδος φυλής, διότι μεταξύ ολιγίστων, και εκ των αξιολόγων μόνος έμεινεν ακέραιος. Διά τούτο τώρα ονομάζεται του Ανδοκίδου, και όλοι ούτω τον καλούσιν, αν και η επιγραφή μαρτυρά τα εναντία. Συνέβη δε, μεταξύ των συγκατηγορουμένων να γένη εντός του δεσμωτηρίου οικείος καν φίλος του Ανδοκίδου ανήρ ουχί μεν ένδοξος ως εκείνος, αλλά διακεκριμένος διά την σύνεσιν και την τόλμην του, ονομαζόμενος Τίμαιος. Ούτος πείθει τον Ανδοκίδην να γίνη κατήγορος εαυτού και άλλων τινών ου πολλών, διότι κατά ψήφισμα του δήμου εδίδετο χάρις εις τον ομολογούντα, εν ώ τα της κρίσεως ήσαν δι' όλους άδηλα, διά δε τους δυνατούς φοβερώτατα. Τω απέδειξε δε, ότι προτιμώτερον είναι να σωθή ψευδόμενος, παρά, ουχ ήττον ένοχος θεωρούμενος, ν' αποθάνη άδοξος· και εις το κοινόν συμφέρον αν προσέτι απέβλεπεν, ότι εδύνατο ολίγους και αμφιβόλους παραδίδων ανθρώπους, ν' αποσπάση πολλούς και αγαθούς της του δήμου οργής. Ταύτα λέγοντος και διδάσκοντος του Τιμαίου, ο Ανδοκίδης επείσθη, και γενόμενος καταμηνυτής καθ' εαυτού και κατ' άλλων, έλαβε την κατά το ψήφισμα χάριν αυτός· όσους δ' ωνόμασεν, όλοι, πλην των σωθέντων διά φυγής, εφονεύθησαν. Όπως δε μάλλον πιστευθή, προσέθηκεν εις αυτούς και ιδίους υπηρέτας ο Ανδοκίδης. Αλλά δεν εξεθύμανεν ενταύθα όλην την οργήν του ο δήμος· αλλά μάλλον ως αν εσχόλαζεν ο θυμός του, απαλλαγείς των ερμοκοπιδών, εχύθη όλος κατά του Αλκιβιάδου. Και τέλος έπεμψε την Σαλαμινίαν (82) προς αυτόν, προστάξας επιτηδείως να μη τον βιάσωσιν, ουδέ να τον συλλάβωσιν, αλλά ν' αποταθώσιν εις αυτόν διά λόγων ηπίων, λέγοντες τω να τους ακολουθήση εις την κρίσιν, και να πείση τον δήμον· διότι εφοβούντο ταραχάς του στρατεύματος εις γην εχθρικήν, και στάσιν, ήν ευκόλως θα κατώρθου αν ήθελεν ο Αλκιβιάδης, καθ' όσον οι στρατιώται δυσηρεστούντο διά την αναχώρησίν του, και επίστευον ότι υπό τον Νικίαν ο πόλεμος ήθελε πολύ παραταθή εις ματαίας χρονοτριβάς, ως αν εξέλειπε το κέντρον από των πράξεων. Διότι ο Λάμαχος ήτον μεν πολεμικός και ανδρείος, αλλά δεν είχε μεγάλην υπόληψιν ούτε επιρροήν διά την πενίαν του.
KB. Αποπλεύσας λοιπόν ο Αλκιβιάδης, ευθύς μεν αφήρεσεν από των Αθηναίων την Μεσσήναν· διότι υπήρχον τινές οι μέλλοντες να την παραδώσωσι· και τούτους γνωρίζων σαφέστατα, τους κατεμήνυσεν εις τους φίλους των Συρακουσίων, και ούτως η πράξις απέτυχε. Φθάσας δ' εις Θουρίους (83), και αποβάς του πλοίου, εκρύβη, και διέφυγε τους ζητούντας αυτόν. Πρός τινα δε όστις τον εγνώρισε και τω είπε· «Δεν εμπιστεύεσαι, ω Αλκιβιάδη, εις την πατρίδα σου;» «Ως προς όλα μεν τ' άλλα, απεκρίθη, ναι· αλλά περί της ψυχής μου δεν εμπιστεύομαι ουδ' εις την μητέρα μου, μήπως παραγνωρίσασα ρίψη την μέλαιναν ψήφον αντί της λευκής.» Ύστερον δ' ακούσας ότι η πόλις τον κατεδίκασεν εις θάνατον, «Αλλ' εγώ, είπε, θα τοις δείξω ότι ζω.» Η δε κατ' αυτού εισαγγελία αναφέρεται ως ούσα ούτω συντεταγμένη· «Θεσσαλός Κίμωνος Λακιάδης κατήγγειλεν Αλκιβιάδην τον Κλεινίου Σκαμβωνίδην (84), ότι αδίκως προσηνέχθη προς τας Θεάς, την Δήμητραν και την κόρην, απομιμούμενος τα μυστήρια, και δεικνύων αυτά εις τους φίλους του εντός της οικίας του, φορών στολήν οίαν φορεί ο ιεροφάντης όταν δεικνύη τα ιερά, και ονομάζων εαυτόν ιεροφάντην, τον δε Πολυτίωνα δαδούχον, κήρυκα δε τον Φηγαιέα Θεόδωρον· τους δ' άλλους φίλους του ονομάζων μύστας και επόπτας (85), απ' εναντίας των νόμων και των διατάξεων των Ευμολπιδών και των Κηρύκων (86) και των ιερέων των εξ Ελευσίνος.» Καταδικάσαντες δ' αυτόν ερήμην, και την περιουσίαν αυτού δημεύσαντες, εψήφισαν προσέτι να τον καταρώνται όλοι οι ιερείς και αι ιέρειαι (87). Εξ αυτών δε λέγουσιν ότι μόνη αντέστη εις το ψήφισμα η Θεανώ Μένωνος εξ Αγρυλής (88), λέγουσα ότι έγινεν ιέρεια διά να εύχηται όχι διά να καταράται.