Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος

Part 19

Chapter 1923 wordsPublic domain

ΙΕ. Ως λοιπόν προσέβαλον οι Ρωμαίοι εκ δύο μερών, έκπληξις κατέλαβε τους Συρακουσίους, και σιγή διά φόβον, νομίζοντας ότι δεν θ' ανθέξωσι προς βίαν και δύναμιν τοσαύτην. Εκίνησεν όμως τας μηχανάς του ο Αρχιμήδης, και συγχρόνως επέπεσαν διά μιας κατά των πεζών τοξεύματα παντοδαπά, και λίθων υπέρογκα μεγέθη, μετά κρότου και μετά τάχους απίστου καταφερόμενα, και επειδή ουδέν ανεχαίτιζε το βάρος αυτών, ανατρέποντα αθρόους τους εφ' ών κατέπιπτον, και πάσας τας τάξεις συγχέοντα. Κατά δε των πλοίων από των τειχών εξαίφνης επικρεμάμεναι κεραίαι, άλλα μεν επίεζον υπό το βάρος των άνωθεν και τα κατέδυον εις τον βυθόν της θαλάσσης, αλλά δε διά σιδηρών χειρών, ή διά μηχανών αίτινες ωμοίαζον γερανών στόματα, ανασύρουσαι εκ της πρώρας, ορθά τα εβύθιζον κατά πρύμνην, ή διά σχοινίων εντός αυτών κατ' εναντίαν διεύθυνσιν ενεργούντων περιστρέφουσαι αυτά και κύκλω φέρουσαι, τα προσέκρουον εις τους υπό το τείχος υψουμένους κρημνούς και σκοπέλους, μεγάλην επιφέρουσαι φθοράν και εις τους επιβάτας συντριβομένους. Πολλάκις δε πλοίον υψούτο μετέωρον από της θαλάσσης, και θέαμα ήτον φρικώδες ως εκρέματο τήδε κακείσε περιδινούμενον, μέχρις ού οι άνδρες εξερρίπτοντο αποσφενδονισθέντες, και το πλοίον κατέπιπτε κενόν εις τα τείχη, ή κατεκρημνίζετο ολισθαίνον, άμα ηνοίγετο η λαβή. Η δε μηχανή ήν ο Μάρκελλος έφερεν επί του ζεύγματος, ωνομάζετο σαμβύκη, διότι ωμοίαζέ πως το ούτω καλούμενον μουσικόν όργανον (432). Εν ώ δ' αυτή μακρόθεν έτι προσήγετο προς το τείχος, εξεσφενδονίσθη εξ αυτής λίθος δέκα ταλάντων έχων ολκήν (433), και μετά τούτον έπειτα άλλος, και τρίτος. Τούτων τινές, πεσόντες επ' αυτήν την μηχανήν μετά μεγάλου κτύπου και σεισμού, συνέτριψαν την βάσιν αυτής, και τας γομφώσεις του ζεύγματος διέσπειραν και εχώρισαν· ώστε ο Μάρκελλος, εις απορίαν περιελθών, και ο ίδιος μετά των πλοίων του απέπλευσε κατά τάχος, και εις τους πεζούς παρήγγειλε ν' αναχωρήσωσι. Συσκεφθέντες δ' απεφάσισαν την νύκτα, αν δυνηθώσι, να προσβάλωσι τα τείχη· διότι τα σχοινία ών χρήσιν εποιείτο ο Αρχιμήδης, πολλήν δύναμιν έχοντα, θα εσφενδόνιζον τα βέλη υπεράνω των κεφαλών των· εκ του πλησίον δε θα ήσαν εντελώς άπρακτα, διότι η βολή δεν είχε διάστημα. Εκείνος όμως είχεν, ως φαίνεται, προ πολλού και διά ταύτα παρασκευάσει των οργάνων συμμέτρους κινήσεις προς παν διάστημα, και βέλη βραχέα, και δοκούς ουχί μεγάλας. Εις πολλάς δε και συνεχείς τρύπας ήσαν τεθειμένοι σκορπίοι (434), οίτινες εις βραχύ μεν διάστημα και εγγύθεν έπληττον, αλλ' έμενον αόρατοι εις τους πολεμίους.

ΙΣΤ. Όταν λοιπόν επλησίασαν, νομίζοντες ότι δεν ενοήθησαν, πάλιν εκ νέου υπέπεσαν εις βέλη πολλά και πληγάς, και πέτραι κατεφέροντο κατά κάθετον επί της κεφαλής αυτών, και το τείχος ανέπεμπε τοξεύματα πανταχόθεν, ώστε ανεχώρησαν οπίσω. Αλλά και ενταύθα, ως ήσαν εις απόστασιν τεταγμένοι, εξώρμων βέλη, και έπιπτον κατ' αυτών εν ώ απήρχοντο, και πολλή εγίνετο αυτών η φθορά, πολλή δε των πλοίων η σύγκρουσις, χωρίς αυτοί να δύνανται ουδέν να πράξωσι κατά των εχθρών· διότι τα πλείστα των οργάνων κατεσκεύαζεν ο Αρχιμήδης υπ' αυτά τα τείχη· και εφαίνοντο οι Ρωμαίοι ως αν εμάχοντο κατά των θεών, διότι μυρία κακά επεχέοντο εξ αφανούς επ' αυτούς.

ΙΖ. Ουχ ήττον όμως ο Μάρκελλος απέφυγε ταύτα, και σκώπτων τους τεχνίτας και μηχανοποιούς όσους είχε μεθ' εαυτού, τοις έλεγε· «Δεν θα παύσωμεν προς τον γεωμετρικόν τούτον Βριάρεων (435) πολεμούντες, όστις τα μεν πλοία μας ως ποτήρια βυθίζει εις την θάλασσαν, και παίζων αποβάλλει αυτά μετ' αισχύνης (436), τους δε μυθικούς εκατόγχειρας υπερτερεί, τοσαύτα συγχρόνως βέλη καθ' ημών τοξεύων;» Διότι τω όντι πάντες οι λοιποί Συρακούσιοι ήσαν σώμα των του Αρχιμήδους επινοιών, μία δ' ήτον η τα πάντα κινούσα και στρέφουσα ψυχή, και τα μεν άλλα όπλα ησύχαζον, μόνα δε τα εδικά του μετεχειρίζετο τότε η πόλις και προς άμυναν και προς ασφάλειαν. Τέλος δε τους Ρωμαίους ούτω πεφοβισμένους βλέπων ο Μάρκελλος, ώστε αν ανεφαίνετο καλώδιον ή ξύλον προτεινόμενον υπεράνω του τείχους, εβόων εκείνο, ότι ο Αρχιμήδης κινεί μηχανήν τινα κατ' αυτών, και τραπέντες έφευγον· απέσχε πάσης μάχης και προσβολής του λοιπού, αναθεμένος εις τον καιρόν την έκβασιν της πολιορκίας. Τοσούτον δε φρόνημα και βάθος ψυχής, και τόσον είχε θεωρημάτων πλούτον ο Αρχιμήδης, ώστε περί έργων εξ ών απέκτησεν όνομα και δόξαν ουχί ανθρωπίνης αλλά θείας τινός συνέσεως, ουδέν ηθέλησε ν' αφήση σύγγραμμα, αλλά την περί τα μηχανικά πραγματείαν και πάσαν τέχνην ένεκα χρείας εξασκουμένην ως αγεννή και βάναυσον θεωρών, εις εκείνα μόνα κατέβαλλε την ιδίαν αυτού φιλοτιμίαν, εις όσα το καλόν και εντελές αμιγές μένει του αναγκαίου, και εις ά, ασύγκριτα όντα προς τα λοιπά πάντα, αμιλλάται η ύλη προς την απόδειξιν, καθ' όσον η μεν παρέχει το κάλλος και μέγεθος, η δε την ακρίβειαν και την δύναμιν την υπερφυή. Διότι εις όλην την γεωμετρίαν δεν δύνανται ν' ευρεθώσι δυσκολώτερα και βαθύτερα ζητήματα κατά μέθοδον απλουστέραν και καθαρωτέραν της του Αρχιμήδου γεγραμμένα. Και τούτο τινές μεν αποδίδουσιν εις ευφυίαν του ανδρός, άλλοι δε νομίζουσιν ότι δι' υπερβολής κόπου φαίνεται έκαστον ως ακόπως και ευκόλως γενόμενον. Διότι, ζητών τις, δύναται να εύρη αφ' εαυτού την απόδειξιν, όταν δε παρ' εκείνω την μανθάνη, τω φαίνεται ως αν και αυτός ο ίδιος την ευρίσκη. Διά τοσούτον λείας και ταχείας οδού φέρει προς το αποδεικνόμενον, ουδέ πρέπει ν' απιστήσωμεν εις τα περί αυτού λεγόμενα, ότι ως υπ' οικείας τινός και συνοίκου σειρήνος θελγόμενος, ελησμόνει να τρώγη, και παρέλειπε του σώματός του την επιμέλειαν· Όταν δε πολλάκις τον είλκυον διά της βίας ν' αλειφθή (437) και λουσθή, εις της εσχάρας την τέφραν έγραφε σχήματα γεωμετρικά, και επί του ηλειμμένου σώματός του έφερε διά του δακτύλου γραμμάς, υφ' ηδονής μεγάλης κατεχόμενος, και μουσόληπτος ων αληθώς. Πολλών δε και καλών ευρέτης γενόμενος, λέγεται ότι παρεκάλεσε τους φίλους και συγγενείς του να τω στήσωσι μετά θάνατον επί του τάφου του τον κύλινδρον περιλαμβάνοντα την σφαίραν, επιγράψαντες τον λόγον της υπεροχής του περιέχοντος στερεού προς το περιεχόμενον (438).

ΙΗ. Τοιούτος λοιπόν ο Αρχιμήδης γενόμενος, διεφύλαξεν αήττητον εαυτόν και την πόλιν, καθ' όσον απ' αυτού εξηρτάτο. Εν τω μεταξύ δε της πολιορκίας ο Μάρκελλος εκυρίευσε μεν τους Μεγαρέας, πόλιν εκ των παλαιοτάτων μεταξύ των Σικελικών, εκυρίευσε δε του Ιπποκράτους το κατά τας Ακίλας (439) στρατόπεδον, και εφόνευσεν υπέρ τους οκτακισχιλίους, επιπεσών εν ώ κατεσκεύαζον χαρακώματα. Επέδραμε δε πολύ μέρος της Σικελίας, και πόλεις απεστάτησεν από των Καρχηδονίων, και εις όλας τας μάχας ενίκησε τους τολμήσαντας ν' αντισταθώσι. Μετά παρέλευσιν δε καιρού, λαβών αιχμάλωτον Δάμιππόν τινα Σπαρτιάτην, όστις εξέπλευσεν εκ Συρακουσών, επειδή οι Συρακούσιοι απήτουν ν' αναλάβωσι διά λύτρων τον άνδρα, πολλάκις περί τούτου συνομιλών και διαπραγματευόμενος, κατεσκόπευε πύργον τινά, όστις δεν εφυλάττετο μεν αμελώς, εδύνατο δε να δεχθή κρυφίως άνδρας, διότι πλησίον αυτού το τείχος ήτον ευεπίβατον. Αφ' ού λοιπόν, πολλάκις πλησιάσας τον πύργον όπως διαλεχθή, εσυμπέρανε καλώς το ύψος αυτού, και κλίμακες ητοιμάσθησαν, παραφυλάξας όταν οι Συρακούσιοι ετέλουν εορτήν της Αρτέμιδος, και είχον τραπή εις οίνον και εις παιγνίδια, κατώρθωσεν ου μόνον τον πύργον κρυφίως να καταλάβη, αλλά και να περικυκλώση το τείχος δι' όπλων πριν ανατείλη η ημέρα, και να διαρρήξη τα Εξάπυλα. Ως δ' εννοήσαντες ταύτα, ήρχισαν να κινώνται και να ταράττωνται οι Συρακούσιοι, διέταξε να σαλπίσωσι πανταχόθεν, και πολλήν επροξένησε φυγήν και φόβον, διότι ενομίσθη ότι δεν έμεινε κανέν μέρος ανάλωτον. Έμεινε δε το ισχυρότατον και κάλλιστον και μέγιστον, το καλούμενον Αχραδινή, διότι ήτον τετειχισμένον προς την έξω πόλιν, ής το έν μέρος ονομάζουσι Νέαν, και το έτερον Τύχην.

IΘ. Αφ' ού δε και ταύτα εκυριεύθησαν, άμα έφεξεν, ο Μάρκελλος κατέβη διά των Εξαπύλων, μακαριζόμενος υπό των υπ' αυτόν αρχηγών. Και αυτός μεν λέγεται ότι ιδών άνωθεν και κατοπτεύσας της πόλεως το μέγεθος και το κάλλος, επί πολύ εδάκρυσε, συμπαθών δι' ό,τι έμελλε να συμβή, και εννοήσας εκ ποίου εις ποίον σχήμα έμελλε να μεταβληθή μετά μικρόν, υπό του στρατοπέδου διαρπαγείσα. Διότι εκ των αρχηγών ουδείς ήτον ο τολμών να εναντιωθή εις τους στρατιώτας, οίτινες εζήτουν να ωφεληθώσιν εκ της αρπαγής. Πολλοί δε παρεκίνουν και να την πυρπολήσωσι και να την κατασκάψωσιν. Αλλά τον λόγον τούτον ουδέ ν' ακούση καν ηθέλησεν ο Μάρκελλος, και όλως άκων βιασθείς, τοις επέτρεψε να ωφεληθώσιν από χρημάτων και ανδραπόδων, τοις απηγόρευσε δε να εκτείνωσι χείρα εις ελεύθερα σώματα, και τοις διέταξεν ούτε να φονεύσωσιν, ούτε να καταισχύνωσιν, ούτε ν' ανδραποδίσωσί τινα των Συρακουσίων. Αλλ' ει και τοιαύτα μέτρα αποφασίσας, ενόμιζεν όμως ουχ ήττον ότι οικτρά πάσχει η πόλις, και εις τοσούτον χαράς μέγεθος η ψυχή του διεφαίνετο και συμπαθούσα και συναλγούσα, όταν έβλεπε πολλής και λαμπράς ευδαιμονίας τον αφανισμόν εις ολίγον καιρόν επερχόμενον. Λέγεται δ' ότι ο πλούτος ούτος υπήρξεν ουχί ολιγώτερος του ύστερον αρπαγέντος από της Καρχηδόνος. Καθότι και την άλλην πόλιν, μετ' ολίγον χρόνον κυριευθείσαν διά προδοσίας, τον εβίασαν να την διαρπάση, πλην των βασιλικών χρημάτων, άτινα επεφυλάχθησαν εις το δημόσιον ταμείον. Μάλιστα δε του Αρχιμήδου ο θάνατος ελύπησε τον Μάρκελλον. Ούτος έτυχε μελετών τι καθ' εαυτόν επί διαγράμματος· και εις την θεωρίαν έχων προσηλωμένον και τον νουν και το βλέμμα του, δεν ενόησε την επιδρομήν των Ρωμαίων, ουδέ την άλωσιν της πόλεως. Αιφνιδίως δ' επήλθε κατ' αυτού στρατιώτης, και τον διέταξε να τον ακολουθήση προς τον Μάρκελλον· αλλ' εκείνος δεν ήθελε πριν ή τελειώση το πρόβλημα, και το φέρη εις την απόδειξιν. Οργισθείς δε τότε ο στρατιώτης και σύρας το ξίφος, τον εφόνευσεν. Άλλοι δε λέγουσιν ότι επήλθε μεν ευθύς ξιφήρης ο Ρωμαίος να τον φονεύση· εκείνος δ' ότε τον είδε, τον παρεκάλει και τον ικέτευε να περιμείνη ολίγον καιρόν, ώστε να μη αφήση το ζητούμενον ατελές και άλυτον, αλλ' ότι αυτός ηδιαφόρησε και τον εθανάτωσε. Λέγεται δε και τρίτος λόγος, ότι στρατιώται, απαντήσαντες αυτόν φέροντα προς τον Μάρκελλον όργανα μαθηματικά, σκιόθηρα (440) και σφαίρας και γωνίας, δι' ών γίνεται αισθητόν εις την όψιν το μέγεθος του ηλίου, και νομίσαντες ότι εις την θήκην φέρει χρυσίον, τον εθανάτωσαν. Ομολογείται όμως ότι ελυπήθη ο Μάρκελλος, και απεστράφη τον φονέα του ανδρός ως ανόσιον, τους δ' οικείους του Αρχιμήδους ανευρών ετίμησεν.

Κ· Έως τότε οι Ρωμαίοι ενομίζοντο υπό των άλλων ανθρώπων δεινοί μεν εις τον πόλεμον και φοβεροί εις τας μάχας· καλής δε και φιλανθρώπου γνώμης και εν γένει πολιτικής αρετής υποδείγματα δεν είχον δώσει, και πρώτος τότε φαίνεται υποδείξας εις τους Έλληνας ο Μάρκελλος ότι δικαιότεροι ήσαν οι Ρωμαίοι. Διότι ούτω μετεχειρίζετο τους συμβαλλομένους, και τοσαύτας πόλεις και ιδιώτας ευηργέτησεν, ώστε αν εις την Ένναν, ή προς τους Μεγαρείς ή τους Συρακουσίους επράχθη έργον τι μη επιεικές, εφαίνετο ότι ήτον εξ αιτίας των παθόντων μάλλον παρά των πραξάντων αυτό. Θέλω δ' αναφέρει έν μεταξύ πολλών. Υπάρχει πόλις της Σικελίας Εγγύιον, ουχί μεγάλη, αρχαιοτάτη δε, και ένδοξος, διότι επεφάνησαν εις αυτήν Θεαί άς καλούσι Ματέρας. Λέγεται δ' ότι το ιερόν αυτών είναι Κρητών ίδρυμα, και λόγχας τινας εδείκνυον και περικεφαλαίας χαλκάς, έχουσας τας μεν Μηριόνου (441), τας δε Ουλίξου (442), τουτέστιν Οδυσσέως επιγραφάς, των αναθέντων αυτάς εις τας Θεάς. Αύτη έκλινε προθυμότατα προς τους Καρχηδονίους· ο δε Νικίας, ανήρ πρώτος μεταξύ των πολιτών, έπειθεν αυτήν να στραφή προς τους Ρωμαίους, αναφανδόν και μετά παρρησίας ομιλών εις τας εκκλησίας, και ως κακώς φρονούντας ελέγχων τους υπεναντίους. Εκείνοι δε φοβούμενοι την δύναμιν αυτού και την δόξαν, επεβεύλευσαν να τον αρπάσωσι και να τον παραδώσωσιν εις τους Φοίνικας. Εννοήσας λοιπόν ο Νικίας ότι αδήλως παρεφυλάττετο, εξέφερεν εν φανερώ λόγους περί των Ματέρων ανεπιτηδείους, και πολλά έπραττεν ως απιστών προς την νομιζομένην εμφάνισιν αυτών, και ως καταφρονών την κοινήν πεποίθησιν. Έχαιρον δε διά τούτο οι εχθροί του, διότι παρείχεν αυτός καθ' εαυτού την μεγίστην αιτίαν των όσα έμελλε να πάθη. Αφ' ού δ' ητοιμάσθησαν τα πάντα διά την σύλληψιν, οι πολίται ήσαν εις εκκλησίαν, και ο Νικίας, εν ώ έλεγέ τι και εσυμβούλευεν εις τον δήμον, εξαίφνης έπεσε κατά γης, και μετ' ολίγον, αφ' ού, ως ήτον επόμενον, ησυχία έγινε μετ' εκπλήξεως, εγείρας την κεφαλήν, και περιφέρων αυτήν, μετά φωνής βαρείας και υποτρόμου, κατά μικρόν επιτείνων και οξύτερον εκπέμπων τον ήχον, ως είδεν υπό φρίκης και σιωπής κατεχομένους τους θεατάς, απορρίψας το ιμάτιόν του, και τον χιτωνίσκον του διαρρήξας, ανεπήδησεν ημίγυμνος, και έτρεχε προς την έξοδον του θεάτρου (443), βοών ότι υπό των Ματέρων διώκεται. Επειδή δε ουδείς, εκ δεισιδαιμονίας, ετόλμα να τον εγγίση ουδέ να τον απαντήση, αλλ' εξέκλινον της οδού του, έδραμεν εκτός των πυλών, ούτε φωνήν τινα ούτε κίνησιν παραλείψας όσαι πρέπουσιν εις δαιμονιώντα και εις παράφρονα. Η δε γυνή του, εν γνώσει του τεχνάσματος ούσα, και ομού μηχανωμένη αυτό, έλαβε τα παιδία της, και πρώτον μεν ικέτις εκυλίετο εμπρός του ναού των Θεών, έπειτα δε, προσποιουμένη ότι ζητεί εκείνον πλανώμενον, χωρίς ουδείς να την εμποδίση, απήλθε της πόλεως ασφαλώς. Και διεσώθησαν μεν ούτως εις Συρακούσας προς τον Μάρκελλον. Κατά δε των Εγγυίων, οίτινες πολλά και ύβρισαν και επλημμέλησαν, ελθών ο Μάρκελλος, τους έδεσε πάντας διά να τους τιμωρήση. Ο δε Νικίας, παραστάς εις αυτόν, εδάκρυσε, και τέλος εκ των χειρών και εκ των γονάτων λαμβάνων αυτόν, τον παρεκάλει υπέρ των πολιτών, αρχόμενος από των εχθρών του. Τότε συγκινηθείς ο Μάρκελλος, τους αφήκε πάντας, και την πόλιν κατ' ουδέν έβλαψεν, εις δε τον Νικίαν και χώραν πολλήν και δωρεάς πολλάς έδωκε. Ταύτα διηγείται Ποσειδώνιος ο φιλόσοφος (444).

ΚΑ. Όταν δ' οι Ρωμαίοι ανεκάλεσαν τον Μάρκελλον, πόλεμον εγχώριον έχοντες προ των θυρών αυτών, επανερχόμενος συμπαρέλαβε τα πλείστα και κάλλιστα των εν Συρακούσαις αναθημάτων, όπως χρησιμεύσωσιν εις επίδειξιν του θριάμβου αυτού και εις κόσμησιν της πόλεως, ήτις ουδέν είχεν ουδ' εγνώριζε πρότερον των κομψών αριστουργημάτων, ουδ' ηγαπάτο εν αυτή το χάριεν και το γλαφυρόν. Πλήρης δ' ούσα όπλων βαρβαρικών και λαφύρων καθημαγμένων, και εστεφανωμένη δι' απομνημονεύσεων θριάμβων και διά τροπαίων, παρείχε θέαμα ουδ' ιλαρόν, ουδ' άφοβον, ουδ' εις δειλούς και τρυφώντας θεατάς αρέσκον· αλλά, καθώς ο Επαμινώνδας εκάλει το Βοιώτιον πεδίον Άρεως ορχήστραν, ο δε Ξενοφών την Έφεσον πολέμου εργαστήριον, ούτω νομίζω ότι εδύνατό τις τότε να ονομάση την Ρώμην, κατά τον Πίνδαρον, «Τέμενος Άρεως βαθυπλούτου (445)». Διά τούτο περισσότερον ηυδοκίμησε παρά μεν τω δήμω ο Μάρκελλος, διαποικίλας την πόλιν διά θεαμάτων, ηδονήν παρεχόντων και χάριν και φιλοκαλίαν ελληνικήν, παρά δε τοις πρεσβυτέροις ο Φάβιος Μάξιμος, όστις ουδέν τοιούτον μετεκίνησεν, ουδέν μετέφερεν εκ της Ταραντίνων πόλεως όταν εκυριεύθη, αλλά τα μεν άλλα χρήματα και τον πλούτον ήρπασε, τα δ' αγάλματα αφήκε να μένωσιν, ειπών εκείνο το μνημονευόμενον· «Ας αφήσωμεν, είπεν, εις τους Ταραντίνους τους Θεούς τούτους παρωργισμένους.» Κατηγόρουν δε τον Μάρκελλον, πρώτον μεν ότι καθίστα την πόλιν επίφθονον, διότι ου μόνον ανθρώπους, αλλά και Θεούς αιχμαλώτους έφερεν εις αυτήν και επόμπευεν· έπειτα δ' ότι τον δήμον, συνειθισμένον όντα να πολεμή ή να γεωργή, άπειρον δε τρυφής και μαλθακότητος, και κατά τον Ευριπίδειον Ηρακλέα (446)

«άκομψον, φαύλον (447), εις τα μέγιστ' αγαθόν,»

τον ενέπλησεν αργίας και λαλιάς, περί τεχνών και τεχνιτών ασχολούμενον, και πολύ μέρος της ημέρας εις ταύτα διατρίβοντα. Εκείνος όμως διά ταύτα εκαυχάτο και προς τους Έλληνας, ότι εδίδαξε τους Ρωμαίους να τιμώσι και να θαυμάζωσι τα καλά και τα θαυμαστά της Ελλάδος, εν ώ πριν δεν ήξευρον τούτο.

ΚΒ. Επειδή δ' οι εχθροί του Μαρκέλλου ηναντιούντο προς τον θρίαμβον, και προσέτι πράξεις τινές ήσαν έτι ελλιπείς κατά την Σικελίαν, και ο τρίτος θρίαμβος εφθονείτο, συγκατένευσε, τον μεν εντελή και μέγαν θρίαμβον να τελέση εις το όρος Αλβανόν, τον δε μικρόν να φέρη εις την πόλιν. Τούτον οι Έλληνες καλούσιν Εύαν, οι δε Ρωμαίοι Όβαν (448). Εκτελεί δ' αυτόν τις ουχί βαίνων επί του τεθρίππου, ουδέ δάφνης έχων στέφανον, ουδέ σάλπιγγας περί αυτόν, αλλά πεζός, συρτά φορών σανδάλια, υπό πολλών αυλητών περιστοιχιζόμενος, και μυρσίνης στέφανον φορών, ως απόλεμος, και γλυκύς την όψιν μάλλον παρά καταπληκτικός. Τούτο δε μοι φαίνεται μέγιστον τεκμήριον ότι το πάλαι ώρισαν τους θριάμβους κατά τον τρόπον και ουχί κατά το μέγεθος της πράξεως. Διότι οι υπερισχύσαντες των εχθρών μετά μάχης και φόνου, επόμπευον, ως φαίνεται, τον πολεμικόν εκείνον και φοβερόν, ως συνηθίζουσιν εις των στρατοπέδων τους καθαρμούς, διά δάφνης πολλής στέψαντες τα όπλα και τους άνδρας. Εις δε τους στρατηγούς όσοι πολέμου δεν έλαβον ανάγκην, μόνον δε διά σχέσεως και πειθούς και λόγου διέθεσαν τα πάντα καλώς, ο νόμος επέτρεπε διά παιάνων να συνοδεύσωσι την απόλεμον ταύτην και πανηγυρικήν πομπήν· διότι ο αυλός είναι μουσική της ειρήνης, και το μύρτον της Αφροδίτης φυτόν, ήτις υπέρ πάντας τους θεούς αποστρέφεται την βίαν και τους πολέμους. Όβας δ' ονομάζεται ο θρίαμβος ούτος ουχί εκ του Ευασμού (449), διότι και τον άλλον παραπέμπουσιν ευάζοντες και άδοντες· αλλ' οι Έλληνες έδωκαν εις την λέξιν παραγωγήν εις αυτούς συνήθη, πεπεισμένοι ότι μέρος της του θριάμβου τιμής ανήκε και εις τον Διόνυσον, όν Εύιον και Θρίαμβον ωνόμαζον. Δεν είναι όμως τούτο το αληθές· αλλ' εις τον μέγαν θρίαμβον ήτον πάτριον εις τους στρατηγούς να θύωσι βόα, εις δε τούτον έθυον πρόβατον. Όβα δε τα πρόβατα οι Ρωμαίοι καλούσι (450) και εκ τούτου τον θρίαμβον Όβαν ωνόμασαν. Άξιον δε λόγου είναι ν' αναμνησθώμεν και του λακωνικού νομοθέτου, όστις διέταξε τας θυσίας εναντίας προς τον ρωμαϊκόν. Τω όντι εν Σπάρτη εκ των επανελθόντων στρατηγών ο μεν δι' απάτης ή πειθούς κατορθώσας ό,τι θέλει, θύει βουν, ο δε διά μάχης, αλεκτρυόνα. Διότι, ει και όντες πολεμικώτατοι, ουχ ήττον ενόμιζον μείζονα και μάλλον εις άνθρωπον πρέπουσαν την διά λόγου και συνέσεως πράξιν, παρά την μετά βίας και ανδρείας. Και ταύτα μεν πως καλώς έχουσιν, ας σκεφθή έκαστος.

ΚΓ. Όταν δ' ήτον ο Μάρκελλος εκ τετάρτου ύπατος, έπεισαν οι εχθροί του τους Συρακουσίους να έλθωσιν εις Ρώμην και να κατηγορήσωσιν αυτόν, και να καταβοήσωσι προς την σύγκλητον, ότι δεινά έπαθον παρά τας συνθήκας. Έτυχε δε τότε εις το Καπιτώλιον θυσίαν τινα τελών ο Μάρκελλος· εν ώ δ' έτι εσυνεδρίαζεν η γερουσία, προσπεσόντες οι Συρακούσιοι, παρεκάλουν να τοις επιτραπή να ομιλήσωσι και να τοις αποδοθή δικαιοσύνη. Ο δε συνάρχων τους απέβαλλεν, αγανακτών υπέρ του Μαρκέλλου μη παρόντος. Ακούσας όμως περί τούτου ο Μάρκελλος, ήλθεν αμέσως, και πρώτον μεν εις τον δίφρον καθήσας, ήρχισε την εξέτασιν των υποθέσεων ως ύπατος. Έπειτα δε, αφ' ού τ' άλλα ετελείωσαν, καταβάς από του δίφρου, και μεταβάς ως ιδιώτης εις τον τόπον αφ' ού συνηθίζουσι να ομιλώσιν οι κρινόμενοι, αφήκε να τον κατηγορήσωσιν οι Συρακούσιοι. Ούτοι δε μεγάλως εταράχθησαν διά την αξιοπρέπειαν και την πεποίθησιν του ανδρός, και ακαταμάχητον ευρόντες αυτόν ότε εκράτει τα όπλα, έτι μάλλον φοβερόν τον ενόμιζον φέροντα την περιπόρφυρον χλαμύδα, και δεν ετόλμησαν ν' αναβλέψωσι προς αυτόν· ουχ ήττον όμως, ενθαρρυνόμενοι υπό των διαφερομένων προς τον Μάρκελλον, ήρχισαν την κατηγορίαν, και διεξήλθον δικαιολογίαν τινά μετ' ολοφυρμού μεμιγμένην. Ήτον δε το συμπέρασμα αυτής ότι σύμμαχοι όντες και φίλοι των Ρωμαίων, έπαθον όσα εις πολλούς των εχθρών άλλοι στρατηγοί επέτρεψαν να μη πάθωσι. Προς ταύτα δ' ο Μάρκελλος απεκρίθη ότι, αναλόγως των κακών όσα έπραξαν κατά των Ρωμαίων, ουδέν έπαθον, πλην όσων δεν δύναταί τις να εμποδίση να πάθωσιν άνθρωποι εις πόλεμον και κατά κράτος νικηθέντες· ότι δ' ούτοι ενικήθησαν εξ αιτίας αυτών των ιδίων, διότι δεν ηθέλησαν να πεισθώσιν, εν ώ πολλάκις τους παρεκίνησε· και δεν επολέμησαν βιασθέντες υπό των τυράννων, αλλ' εξελέξαντο εκείνοι τυράννους διά να πολεμήσωσιν. Αφ' ού δ' ερρέθησαν οι λόγοι, και, κατά την συνήθειαν, ανεχώρουν οι Συρακούσιοι εκ της βουλής, εξήλθε μετ' αυτών και ο Μάρκελλος, παραδούς εις τον συνάρχοντά του την σύγκλητον, και έμεινε προ των θυρών του βουλευτηρίου, κατ' ουδέν μεταβαλών τον συνήθη του τρόπον, ούτ' εκ φόβου διά την δίκην, ούτ' εκ θυμού κατά των Συρακουσίων, αλλά πράως και κοσμιώτατα περιμένων της δίκης το τέλος. Αφ' ού δε διεκρίθησαν αι γνώμαι, και νικών απεδείχθη, προσπίπτουσιν εις αυτόν οι Συρακούσιοι, και τον παρακαλούσι μετά δακρύων να καταστείλη την οργήν του κατ' αυτών των παρόντων, να οικτείρη δε και την άλλην πόλιν, ήτις ενθυμείται τας ευεργεσίας του, και ευγνωμονεί δι' αυτάς. Συγκινηθείς λοιπόν ο Μάρκελλος, και αυτούς εσυγχώρησε, και τους άλλους Συρακουσίους εξηκολούθησεν ευεργετών πάντοτε· και η σύγκλητος τοις εξησφάλισε την ελευθερίαν ήν ο Μάρκελλος απέδωκεν εις αυτούς, και τους νόμους, και όσα διεσώθησαν των κτημάτων των. Ένεκα τούτων και άλλας τιμάς έλαβε παρ' αυτών, και νόμον έθεντο, οψέποτε επιβαίνει της Σικελίας ο Μάρκελλος, ήτις των εγγόνων αυτού, να στεφανηφορώσιν οι Συρακούσιοι και να θύωσιν εις τους Θεούς.

ΚΔ. Έκτοτε δε τρέπεται κατά του Αννίβου, και εν ώ οι άλλοι ύπατοι και αρχηγοί σχεδόν όλοι μετά τα εν Κάνναις έν μόνον μετεχειρίζοντο στρατήγημα κατά του ανδρός, το ν' αποφεύγωσι τας μάχας, ουδείς δ' ετόλμα να παραταχθή κατ' αυτού και να έλθη εις χείρας, αυτός την εναντίαν εβάδισεν οδόν, πιστεύων ότι κατά τον καιρόν όστις ενομίζετο ότι θέλει καταστρέψει τον Αννίβαν, ήθελε καταστραφή πρότερον υπ' εκείνου ανεπαισθήτως η Ιταλία· και φρονών ότι ο Φάβιος, όστις πάντοτε προς την ασφάλειαν απέβλεπε, δεν ιάτρευε καλώς εκείνης το νόσημα, περιμένων να συναποσβεσθή ο πόλεμος μετά της μαραινομένης δυνάμεως της πατρίδος, ως οι των ιατρών άτολμοι και δειλοί ως προς τα βοηθήματα, εκλαμβάνουσιν ως της νόσου παρακμήν την της δυνάμεως εξανάλωσιν. Πρώτον μεν λοιπόν κυριεύσας τας μεγάλας Σαυνιτικάς πόλεις (451) αίτινες είχον αποστατήσει, έλαβεν εν αυταίς και πολύν σίτον αποτεταμιευμένον, και χρήματα, και τους φυλάττοντας αυτάς στρατιώτας του Αννίβου, όντας τρισχιλίους. Έπειτα δε, αφ' ού ο Αννίβας εφόνευσεν εν Απουλία τον ανθύπατον Φούλβιον Γναίον μετά ένδεκα χιλιάρχων, κατέκοψε δε και του στρατού το πλείστον, έπεμψεν εις την Ρώμην γράμματα, παρακινών τους πολίτας να έχωσι θάρρος, διότι αυτός εβάδιζεν ήδη να κόψη την χαράν του Αννίβου. Λέγει δ' ο Λίβιος ότι αναγνωσθέντα τα γράμματα ταύτα, δεν ηλάττωσαν μεν την λύπην, ηύξησαν όμως τον φόβον^ διότι οι Ρωμαίοι του συμβάντος ατυχήματος μεγαλήτερον ενόμιζον τον προκείμενον κίνδυνον, καθ' όσον ο Μάρκελλος ήτον κρείττων του Φουλβίου. Αλλ' αυτός, καθώς έγραψεν, ευθύς, διώκων τον Αννίβαν, εισέβαλεν εις την Λευκανίαν, και ευρών αυτόν καθήμενον επί λόφων οχυρών περί την πόλιν Νομίστρωνα, κατεστρατοπέδευσεν ο ίδιος εις την πεδιάδα. Την δ' επαύριον, πρώτον εις μάχην παρατάξας το στράτευμα, αφ' ού κατέβη και ο Αννίβας, συνεκρότησε μάχην, ήτις κρίσιν δεν έλαβεν, αλλ' όμως έγινεν ισχυρά και μεγάλη· διότι από της τρίτης ώρας (452) ελθόντες εις χείρας, μόλις αφ' ού επήλθε το σκότος διελύθησαν. Ως δ' εξημέρωσεν, έφερε πάλιν το στράτευμα, και παρατάξας αυτό μεταξύ των νεκρών, προυκάλει τον Αννίβαν να διαγωνισθώσι περί της νίκης. Επειδή όμως εκείνος ανεχώρησε, συλήσας τους νεκρούς των εχθρών, και θάψας τους φίλους, τον εδίωκεν εκ νέου· και εις ουδεμίαν μεν υπέπεσε των ενεδρών όσας εκείνος τω έστησεν, υπερίσχυσε δε εις πάντας τους ακροβολισμούς, και διά τούτο εθαυμάζετο. Ώττε και, επειδή επείγον αι αρχαιρεσίας ενέκρινεν η βουλή τον άλλον ύπατον να φέρη μάλλον οπίσω εκ Σικελίας, παρά να μετακινήση τον Μάρκελλον, όστις ήτον ησχολημένος κατά του Αννίβου. Όταν δ' ήλθε, τον παρεκίνει ν' αναγορεύση Δικτάτωρα τον Κόιντον Φούλβιον· διότι ο Δικτάτωρ δεν εκλέγεται υπό του πλήθους ουδ' υπό της βουλής, αλλά τις των υπάτων ή των στρατηγών, προελθών εις τον δήμον, αναγορεύει δικτάτωρα όντινα αυτός εγκρίνει· και διά τούτο Δικτάτωρ ο ρηθείς καλείται· διότι το λέγειν ή αγορεύειν Δίκερε (453) οι Ρωμαίοι καλούσι. Τινές δε λέγουσιν ότι ο Δικτάτωρ ωνομάσθη εκ του ότι δεν προκαλεί ψήφον ή χειροτονίαν, αλλ' αφ' εαυτού προστάττει όσα αποφασίση· διότι τας διαταγάς των αρχόντων οι μεν Έλληνες διατάγματα, οι δε Ρωμαίοι έδικτα ονομάζουσιν.