Χαλιμά, Τόμος 3 Εξακολούθησις των ιστοριών

Part 2

Chapter 21 wordsPublic domain

Εκείνο που μας έκανε να θαυμάζωμεν περισσότερον ήτον ότι αυτό το νησί δεν ήτον κατοικημένον και μας εφαίνετο πολλά παράξενον, ότι ένας τέτοιος καρποφόρος τόπος θα ευρίσκετο χωρίς ανθρώπους. Και εκεί που εστοχαζόμεθα τοιούτης λογής ο Σαέδ μου λέγει· Αυθέντη μου, εγώ στοχάζομαι ότι μη όντας κατοικημένον ετούτο το νησί, είνε ένα σημείον ότι δεν ημπορεί να σταθή κανείς εδώ· αυτό θέλει έχει κανένα πράγμα που το κάνει ακατοίκητον. Αλλοίμονον εις εμέ· οπόταν ο δυστυχής Σαέδ έτσι ωμιλούσε δεν επίστευα ότι λέγει τόσον καλά την αλήθειαν. Ημείς το λοιπόν απεράσαμεν την ημέραν εις χαροποίησιν, και εις περιδιάβασιν· και φθάνοντας η νύκτα εκαθήσαμεν επάνω εις τα χόρτα που είχαν χίλιων λογιών λουλούδια και εκεί αποφασίσαμεν να ξενυκτήσωμεν αποκοιμηθήκαμεν με ένα πολλά γλυκύτατον ύπνον· μα οπόταν εξύπνησα έμεινα εκστατικός εις το να ευρεθώ μονάχος· έκραξα πλέον παρά μίαν φοράν τον Σαέδ, και με το να μη μου αποκρίνετο, εσηκώθηκα διά να τον γυρεύσω, και ύστερον που επερπάτησα ζητώντάς τον αρκετήν ώραν, εξαναγύρισα εις τον ίδιον τόπον που είμασθε κονευμένοι, στοχαζόμενος μήπως και ήθελεν ήτον εκεί. Εγώ ματαίως τον εκαρτέρεσα εκεί όλην εκείνην την ημέραν, και την ερχομένην νύκτα· τότε απελπιζόμενος διά να τον ξαναϊδώ, έκαμα να αντηχολογήση το νησί από τα παράπονά μου και από τα μεγάλα μου κλάματα. Αχ ακριβέ μου Σαέδ, εφώναζα κάθε στιγμήν, πού είσαι τον καιρόν που σε είχα συντροφιά, και με εσυμβοηθούσες να φέρω το βαρύ φορτίον της εναντίας μου τύχης, και να με ελαφρώνης από τα βάσανα; με απαράτησες, διά ποίαν δυστυχίαν, ή διά ποίαν μαγείαν μου αρπάχθης από το πλευρόν μου, ποία δύναμις από εκείνην των Μώρων πλέον βάρβαρος μας απεχώρισεν; ήθελε μου ήτον πλέον γλυκύ να ήθελα αποθάνει μαζί σου, παρά που να ζήσω μοναχός, και χωρίς την συντροφιά σου.

Εγώ δεν ημπορούσα να παρηγορηθώ διά τον χαμόν του αγαπημένου μου Σαέδ, και εκείνο που περισσότερον με εσύγχιζεν, ήτον που δεν ημπορούσα να καταλάβω το τι του εσυνέβη. Εμβήκα το λοιπόν εις μίαν μεγαλωτάτην απελπισίαν και αποφάσισα να χαθώ και εγώ εις εκείνο το νησί. Εγώ υπάγω, έλεγα, να περιπατήσω όλον ετούτο το νησί ή να εύρω τον Σαέδ ή να συναπαντήσω τον θάνατον. Επεριπάτησα το λοιπόν εις ένα λόγγον, που είδα από μακρόθεν, και φθάνοντας εκεί εις την μέσην του είδα ένα καστέλλι πολλά καλά φτιασμένον, και περιτριγυρισμένον από πλατειά και βαθειά χαντάκια γεμάτα από νερόν, του οποίου η γέφυρα η σηκωτή ήτον χαμηλωμένη. Εμβήκα εις μίαν μεγάλην αυλήν εστρωμένη από μάρμαρον άσπρον, και επλησίασα προς την πόρταν ενός ωραιοτάτου παλατίου· αυτή η πόρτα ήτον καμωμένη από ξύλον της αλοής, σκαλιστή με διάφορα είδη ζώων και πετεινών, και ένας χοντρότατος σιδερένιος σύρτης ήτον απερασμένος εις αυτήν, και την εκρατούσε στερεώς κλεισμένην· τα κλειδιά της ήτον κοντά κρεμασμένα εις αυτόν τον σύρτην. Εγώ τα επήρα και ευθύς που τα έβαλα διά να ανοίξω, ο σύρτης ετσακίσθη εις κομμάτια, ώσπερ να ήτον από γιαλί, και η πόρτα άνοιξε μοναχή της χωρίς να την βιάσω· το οποίον μου επροξένησε ένα άκρον θαύμασμα. Εμβαίνοντας μέσα εις την πόρταν ηύρα μίαν σκάλαν από μάρμαρον μαύρον, εις την οποίαν ανεβαίνοντας εμβαίνω εις μίαν μεγάλην σάλαν στολισμένην με πεύκια και μαξιλάρες ολόχρυσες· από εκεί απέρασα εις ένα χοντζερέ πολλά ωραιότατον, και εις αυτόν βλέπω μίαν ωραιοτάτην κυρίαν εξαπλωμένην επάνω εις ένα ολόχρυσον κρεβάτι ακουμπισμένον το κεφάλι της εις ένα κεντημένον προσκέφαλον, ενδυμένην με πλούσια φορέματα, και εις αυτήν δίπλα ευρίσκονταν μία ταύλα από μάρμαρον δίασπρον. Έχοντας αυτή τα μάτια κλεισμένα, και στοχαζόμενος ότι θα ήτον νεκρή, επλησίασα προς αυτήν, και εκατάλαβα ότι ανέπνεεν.

Εσταμάτησα καμπόσον διά να την στοχασθώ· αυτή μου εφάνη πολλά νοστιμοτάτη και ωραία, και ήθελα της γένει αγαπητικός, αν δεν ήμουν όλος αφιερωμένος διά την Αλγεμάλ· είχα μίαν άκραν επιθυμίαν να μάθω διά ποίαν αιτίαν ευρίσκονταν εις ένα νησί έρημον, μία κυρία νέα μοναχή εις το καστέλλι, που άλλος κανείς εκεί δεν εφαίνετο· επιθυμούσα μεγάλως να εξυπνούσεν αυτή, μα ωσάν την είδα που εκοιμώνταν εις ένα βαθύν ύπνον, δεν αποκότησα να συγχίσω την ανάπαυσίν της. Εβγήκα από το καστέλλι με γνώμην να ξαναγυρίσω ύστερον από καμμίαν ώραν· επεριπάτησα καμπόσον το νησί, και με μεγάλον μου φόβον είδα πολλά ζώα μεγάλα ωσάν τίγρεις εις σχήμα μυρμηγγίων, και εις τον παρουσιασμόν μου δεν ήθελαν να φύγουν· εσυναπάντησα ακόμη και άλλα ζώα άγρια, τα οποία εφαίνονταν πως να με εσέβονταν, με όλον που είχαν μίαν μορφήν πολλά θηριώδη, που επροξενούσε φόβον και τρόμον. Αφού δε έφαγα μερικά πωρικά, και επεριδιάβασα ολίγον, εξαναγύρισα εις το Καστέλλι, και εξαναηύρα την νέαν που ακόμη εκοιμώνταν. Εγώ μην ημπορώντας πλέον να υπομείνω εις την επιθυμίαν που είχα να της μιλήσω, έκαμα μέγαν κτύπον διά να εξυπνήση, και εκαμώθηκα πως βήχω· μα εκείνη με όλα ταύτα μην εξυπνώντας επλησίασα κοντά της και της έπιασα το χέρι σφικτά εις τρόπον που καθένας ημπορούσε να εξυπνήνη, μα αυτή καθόλου δεν ενοιώθονταν· ετούτο μου εφάνη ότι δεν ήτον φυσικόν· μα κάποια μαγεία την εκρατούσε τοιαύτης λογής αποκοιμισμένην. Και εκεί που εστοχαζόμουν μεν να την εξυπνήσω, βλέπω εκεί επάνω εις μίαν πλάκα κάποια γράμματα σκαλισμένα. Εγώ εμβήκα εις υποψίαν, μήπως και εις εκείνην την πλάκα στέκει κρυμμένη καμμία μαγεία, και ηθέλησα διά να την ανασείσω από εκεί και, ευθύς που την εσήκωσα εκείνη η νέα εξύπνησε με ένα μέγαν αναστεναγμόν.

Αν εγώ ήμουν εκστατικός εις το να εύρω εις αυτό το καστέλλι μίαν τόσον ωραίαν γυναίκα, αυτή δεν εστάθη ολιγώτερον θαυμασμένη εις το να με ιδή. Αχ νέε, μου λέγει, πως ημπόρεσες ποτέ να υπερβής όλα τα εναντία που έπρεπε να σε εμποδίσουν, διά να εισέβης εις τούτο το καστέλλι, που είνε υπεράνω της ανθρωπίνης δυνάμεως; εγώ δεν ηξεύρω αν ημπορώ να πιστεύσω ότι είσαι ένας προφήτης. Όχι, ω κυρία μου, της είπα, εγώ είμαι ένας απλούς άνθρωπος, και ημπορώ να σε βεβαιώσω πως ήλθα εδώ χωρίς κανένα εμπόδιον· η πόρτα του Καστελλιού άνοιξεν ευθύς που της έγγιξα τα κλειδιά· ανέβηκα έως εδώ χωρίς κανείς να μου εναντιωθή, άλλον κόπον δεν έκαμα, παρά διά να σε εξυπνήσω.

Δεν ημπορώ να καταπεισθώ εις αυτό που μου λέγεις, απεκρίθη η κυρία. Είμαι τόσον βεβαία, πως εσύ είσαι κάτι τι περισσότερον από τους ανθρώπους, επειδή απλούς άνθρωπος είνε αδύνατον να κάμη αυτό που έκαμες. Κυρία, της εξαναείπα, ημπορεί να είναι, ότι εγώ να είμαι κάτι τι περισσότερον από τους απλούς ανθρώπους, επειδή και είμαι υιός ενός βασιλέως, μα τέλος πάντων είμαι ένας άνθρωπος. Μα, ειπέ μου, ακολούθησε να λέγη η κυρία, διά ποίαν αιτίαν επαράτησες την αυλήν του πατρός σου; και πως ευρίσκεσαι εδώ εις τούτο το νησί; τότε εγώ επλήρωσα την περιέργειάν της, και της ωμολόγησα με όλην την καθαρότητα, πως είχα γίνη αγαπητικός της Αλγεμάλ, θυγατρός του βασιλέως Καχαάλ, βλέποντάς την ζωγραφιάν της εις μίαν εικόνα, την οποίαν ευθύς της την έδειξα, έχοντάς την κοντά μου, ομού με το δακτυλίδι· έπειτα της εδιηγήθηκα και τα άλλα μου συμβεβηκότα ως εκείνην την ώραν. Και αφού ετελείωσα την ιστορίαν μου την παρεκάλεσα και εγώ διά να μου διηγηθή και αυτή την εδικήν της. Αυτή άρχισε να την διηγηθή με τον ακόλουθον τρόπον.

&Ιστορία της βασιλοπούλας Μάλκας, θυγατρός του Σερενδίβ, βασιλέως της Ινδίας.&

Εγώ είμαι μονογενής θυγατέρα του βασιλέως του Σερενδίβ, νησίου της Ινδίας. Μίαν ημέραν που ευρισκόμουν με τες σκλάβες μου εις το περιβόλι το βασιλικόν, μου ήλθε θέλησις διά να λουσθώ εις μίαν λεκάνην από άσπρον μάρμαρον, που ευρίσκετο εις την μέσην του περιβολιού, γεμάτην από καθαρόν νερόν· έκαμα ευθύς διά να με γδύσουν, και εμβήκα εις την λεκάνην ομού με μίαν μου σκλάβαν, διά να με λούση, και εν τω άμα εκεί που εμπήκαμεν, εσηκώθη ένας άνεμος πολλά σφοδρός, ο οποίος έκαμεν ένα σύννεφον από κονιορτόν, εσηκώθη εις τον αέρα επάνωθέν μας, και από το μέσον αυτού του συννέφου βγαίνει αιφνιδίως ένα μεγαλώτατον πουλί, και πίπτει επάνωθέν μου, και πιάνοντάς με με τα ονύχια του με εσήκωσεν από εκεί, και με έφερεν εις ετούτο το καστέλλι· και οπόταν με απόθεσεν εδώ, ευθύς εμεταβάλθη από πουλί που ήτον εις ένα νέον εξωτικόν. Βασιλοπούλα, τότε μου λέγει αυτός· εγώ είμαι ένας από τους πλέον περιφήμους εξωτικούς του κόσμου, και εις το αναμεταξύ που απερνούσα από το νησί Σερεδίβ, σε είδα εις την λεκάνην, και ευθύς ετρώθηκα διά εσένα. Ετούτη είνε μία βασιλοπούλα ωραιοτάτη, εγώ είπα, ήθελεν είναι μέγα κακόν, αυτή να κάμη την ευτυχίαν ενός ανθρώπου θνητού, ετούτη δικαίως αχρήζει να είναι ανταμωμένη με έναν εξωτικόν· κάνει χρεία να την αρπάξω, και να την φέρω εις ένα νησί έρημον ώστε που, ω βασιλοπούλα, απαλησμόνησε τον βασιλέα πατέρα σου, και μη στοχάζεσαι άλλο, παρά να ανταμωθής εις την αγάπην μου, τίποτε δεν θέλει σου λείψει εις ετούτο το καστέλλι, και εγώ θέλω έχει όλην την επιμέλειαν, διά να σου προμηθεύσω το ό,τι σου ήθελε κάνει χρεία.

Εις το αναμεταξύ που ο εξωτικός έτσι μου ωμιλούσεν, εγώ έστεκα δοσμένη εις κλαύματα και εις παράπονα. Δυστυχισμένη Μάλκα, έλεγα. Ετούτη είνε η τύχη που σου εφυλάγονταν; ο πατέρας μου το λοιπόν δεν με ανάθρεψε με τόσην επιμέλειαν διά άλλο, παρά διά να έχη τον πόνον του αρπαγμού τόσον δυστυχισμένου; Αλλοί εις εμέ; αυτός δεν ηξεύρει το τι να έγινα, και φοβούμαι μην του προξενηθή θάνατος διά τον χαμόν μου. Μη θλίβεσαι αγαπημένη μου, μου λέγει τότε ο εξωτικός, ότι ο πατέρας σου δεν θέλει αποθάνει διά τον χαμόν σου· και εκείνο που απαρθενεύει εις εσένα είναι ακριβή μου, να δοθής εις την υπόθεσιν της αγάπης μου, διά να περάσωμεν μίαν γλυκυτάτην ζωήν αμοιβαίως. Μην ελπίζης ποτέ, του απεκρίθηκα, εις αυτήν την ματαίαν ελπίδα σου, να κλίνω εις την αγάπην σου, επειδή και θέλω φυλάξει εις όλον τον καιρόν της ζωής μου ένα θανατηφόρον μίσος διά την αρπαγήν μου. Εσύ θέλεις αλλάξει γνώμην, εξαναείπεν εκείνος, και θέλεις συνηθίσει εις την θεωρίαν μου, και εις την συναναστροφήν μου· ο καιρός θέλει προξενήσει ετούτο το αποτέλεσμα. Αυτός δε θέλει κάμει αυτό το θαύμα, του απεκρίθηκα με καταφρόνεσιν· μα θέλει αυξήσει εξ εναντίας πολύ περισσότερον το μίσος που αγροικώ διά εσένα.

Ο εξωτικός αντί να του κακοφανή δι' ετούτα τα λόγια, εχαμογελούσε, και βεβαιωμένος πως θέλω συνηθίσει εις την αγάπην του δεν έλειπε που να πασχίση με κάθε τρόπον διά να μου κάμη μεγάλα χαρίσματα και περιποιήσες. Μα βλέποντας που ήμουν στερεά εις την γνώμην μου, και που δεν ημπορούσα να τον υποφέρω με όλες τες χάρες που μου έδειχνεν, έχασε τέλος πάντων την υπομονήν, και απεφάσισε διά να ξεδικηθή εις τες καταφρόνεσές μου. Αυτός πεισμωμένος έχυσεν επάνωθέν μου ένα νερόν ενός ύπνου μαγικού, και με εξάπλωσεν εις ετούτο το κρεββάτι, και υστερώτερα πλησιάζοντας προς εμέ εκείνην την πλάκα που είνε γράμματα μαγικά, με έκαμε να σταθώ βυθισμένη εις ένα βαθύτατον ύπνον, έως εις το τέλος του αιώνος. Έκαμε ακόμη δύο μαγείας, η μία να είναι αφανές και αθεώρητον τούτο το καστέλλι, και η άλλη που η πόρτα να μην ημπορή να ανοιχθή, και ούτω με άφησεν υστερώτερα εις ετούτο το καστέλλι, και εξεμάκρυνεν από εμένα. Αυτός κάποτε έρχεται και εξυπνώντάς με μέ ερωτά αν αποφάσισα να κλίνω εις την αγάπην του, και βλέποντάς με εις την ίδιαν γνώμην, με βυθίζει πάλιν εις τον ίδιον ύπνον που αυτός εφεύρηκε διά παίδευσίν μου. Ως τόσον, ω αυθέντη μου, ακολούθησεν αυτή η βασιλοπούλα, εσύ με εξύπνησες, άνοιξες την πόρτα του καστελλιού, το οποίον εις εσένα δεν εστάθη αφανές· δεν έχω δίκαιον να αμφιβάλλω, αν εσύ είσαι ένας άνθρωπος, και το περισσότερον που με θαυμάζει είναι που είσαι ζωντανός· επειδή και είχα ακούσει από το στόμα του εξωτικού, ότι τα ζώα τα θανατηφόρα ήθελαν κατασχίσει όλους εκείνους, που ήθελαν πλησιάσει εις ετούτο το νησί· και διά ταύτην την αιτίαν εκαταστήθη ακατοίκητον.

Εις αυτό το αναμεταξύ που η βασιλοπούλα Μάλκα έτσι ωμιλούσεν, ακούμεν ένα μέγαν θόρυβον εις το καστέλλι· αυτή εσιώπησε διά να γροικήση καλύτερα, και ευθύς ακούμεν φοβερώτατα ουρλίσματα και παράπονα. Αλλοί εις ημάς, είπε τότε η Μάλχα, ημείς είμεθα χαμένοι· ετούτος είνε ο εξωτικός, εγώ τον γνωρίζω από την φωνήν του, είναι αμετάθετος ο χαμός σου· τίποτε δεν ημπορεί να σε διαφυλάξη από την οργήν του· αχ βασιλόπουλον δυστυχισμένον, ποία κακή σου τύχη ήτον, που σε έφερεν εις τούτο το καστέλλι; αν εγλύτωσες από την ωμότητα των Μώρων, αλλοί εις εμέ εσύ δεν ημπορείς να φύγης από την βαρβαρότητα του αρπακτού μου. Εγώ το λοιπόν επίστευσα βέβαιον τον θάνατόν μου, και δεν ημπορούσα κατά αλήθειαν να καρτερώ άλλον πλέον γλυκύτερον από αυτόν. Εμπήκεν ο εξωτικός με ένα πρόσωπον θυμώδη, εκρατούσεν εις το χέρι του ένα λωστόν από τζελίκι, και είχε το κορμί του πολλά γιγαντιαίον. Έμεινεν εις το να με ιδή· μα αντίς να με κτυπήση με εκείνο το σίδερον εις το κεφάλι, ή να μου μιλήση με θυμώδη φωνήν, επλησίασεν εις εμέ τρέμοντας, και έπεσεν εις τους πόδας μου, και μου ωμίλησε με τούτον τον τρόπον· ω υιέ του βασιλέως, εις εσένα στέκει να με προστάξης εις εκείνο που περισσότερον σου αρέσει και θέλω είμαι έτοιμος διά να σε υπακούσω. Η ομιλία αυτουνού με έκαμε να μείνω εκστατικός· εγώ δεν ημπορούσα να καταλάβω διά ποίαν αιτίαν αυτός ο εξωτικός εδείχνονταν ταπεινός έμπροσθέν μου και μου ωμιλούσεν ωσάν να ήτο σκλάβος μου. Μα ελύθη ο θαυμασμός μου οπόταν αυτός ακολούθησε να μου ομιλεί, ούτω λέγοντας· το δαχτυλίδι που εσύ φορείς εις το δάκτυλον είνε η Πούλλα του Προφήτου Σολομώντος (1) και όποιος το φορεί δεν ημπορεί να κινδυνεύση, ή να χαθή μέσα εις τες δυστυχίες· του λόγου σου ημπορείς να πλεύσης εις την θάλασσαν με ένα απλούν πλοιάριον χωρίς να σου κάμη κακόν η θάλασσα ή τα κύματα· τα ζώα τα πλέον θηριώδη δεν ημπορούν να σε βλάψουν· έχεις μίαν μεγάλην εξουσίαν εις τα εξωτικά και εις τα τελώνια· όλα τα μαγικά χαλούνται από ετούτο το θαυμαστόν δακτυλίδιον.

Διά τούτο λοιπόν, είπα προς τον εξωτικόν, με το να έχω αυτό το δακτυλίδι, δεν εκινδύνευσα εις την θάλασσαν και δεν με έγγιξαν και τα θηρία που εσυναπάντησα; Ναι, ω αυθέντη μου, είπεν, αυτό σε εφύλαξε και σε φυλάγει από κάθε εναντίον. Ειπές μου, του εξαναείπα, αν ηξεύρης, τι έπαθεν ο σύντροφός μου; Ο σύντροφός σου εφαγώθη εκείνην την νύκτα από τα ζώα που είνε εις σχήμα των μυρμηγγιών, τον καιρόν που ευρίσκετο κοντά σου. Δεν ημπόρεσα να γροικήσω την δυστυχίαν χωρίς μεγάλον μου πόνον και δάκρυα· εξέταξα ακόμη το εξωτικόν, εις ποίον μέρος ευρίσκεται το Βασίλειον του Καχβάλ, και αν η βασιλοπούλα Αλγεμάλ, θυγατέρα του, εζούσσεν ακόμη. Αυθέντη μου, απεκρίθη αυτός, το βασίλειον αυτό ευρίσκεται εις ετούτην την θάλασσαν, μα διά τον βασιλέα Καχαάλ και διά την θυγατέρα του Αλγεμάλ μάθε πως την σήμερον δεν ευρίσκονται· μα εκείνο που ημπορώ να ηξεύρω, αυτοί εζούσαν εις τον καιρόν του Σολομώντος. Και πώς, του ξαναλέγω, η Αλγεμάλ δεν είνε το λοιπόν ζωντανή; Όχι χωρίς αμφιβολίαν, μου απεκρίθη ο εξωτικός, αυτή ήτον μία αγαπητική εκείνου του μεγάλου Προφήτου.

Έμεινα πολλά εντροπιασμένος ακούοντας πως αγαπούσα μίαν που είχεν αιώνας αποθαμμένη. Ω τρελλός που είμαι, εφώναξα, διατί να μην ερωτήσω τον Σουλτάνον, τον πατέρα μου, τίνος ήτον αυτή η εικόνα που ηύρα εις τον θησαυρόν του· αυτός βέβαια ήθελε μου το φανερώσει, και εγώ δεν ήθελα λάβει τόσα κίνδυνα διά αυτήν την υπόθεσιν και δεν ήθελα χάσει και τον αγαπημένον μου Σαέδ. Εκείνο που με παρηγορεί, ω ωραία βασιλοπούλα, ακολούθησα γυρίζοντας προς την Μάλκαν, είναι εις το να ημπορέσω να σου είμαι εις ωφέλειαν· ετούτο το χρέος το γνωρίζω από το δακτυλίδι μου, διά το οποίον επιθυμώ οπόταν θέλεις διά να σε ξαναεπιστρέψω προς τον βασιλέα πατέρα σου. Εις τον ίδιον καιρόν ωμίλησα και εις τον εξωτικόν με τούτον τον τρόπον· επειδή και έχω την καλήν τύχην, του είπα, εις το να είμαι κληρονόμος του Σολομώντος, έχω δύναμίν να προστάζω να με φέρης εις ετούτην την στιγμήν με την βασιλοπούλαν την Μάλκαν εις το βασίλειον Σερενδίβ. Ευθύς σε υπακούω, ω αυθέντη, απεκρίθη ο εξωτικός, με όλον που μου κακοφαίνεται που με υστερείς από την αγαπημένην μου Μάλκαν.

Και έτσι λέγοντας μας επήρεν υποκάτω εις τες αγκάλες του και τους δύο, και εις την ίδιαν ώραν ευρεθήκαμεν εις το βασίλειον του Σερενδίβ, και αφίνοντάς μας εκεί έφυγεν εν τω άμα φοβούμενος να μη τον παιδεύσω διά την αρπαγήν που έκαμε της Μάλκας.

Ημείς ευθύς επήγαμεν και κατελύσαμεν εις ένα σπητάκι, και αφού αναπαυθήκαμεν μερικές ώρες, απεφάσισα διά να υπάγω να δώσω εγώ την είδησιν του βασιλέως διά τον ερχομόν της θυγατρός του. Ερχόμενος το λοιπόν εις το παλάτι, το είδα που ήτον πολλά εξαίσιον· αυτό ήτον κτισμένον επάνω εις εξακόσιες κολώνες μαρμάρινες, και ανέβηκα από μίαν σκάλαν, που είχε τριακόσια σκαλίδια από ευμορφοτάτην πέτραν. Απέρασα ανάμεσα από μίαν φύλαξιν, και ένας οφφικιάλος, γνωρίζοντάς με διά ξένον, με ερώτησε τι γυρεύω· εγώ του είπα πως έχω να ομιλήσω του βασιλέως διά μεγάλην υπόθεσιν. Τότε αυτός με επήρε και με έφερεν εις τον βεζύρην, και ο βεζύρης με επαράστησεν εις τον βασιλέα.

Εσύ, νέε, μου λέγει ο Σουλτάνος, από ποίον τόπον είσαι και ποία υπόθεσις σε έφερεν εδώ; Βασιλέα μου, του απεκρίθηκα, η Αίγυπτος με είδε να γεννηθώ· είναι τρεις χρόνοι, που ευρίσκομαι μακράν από τον πατέρα μου, και έπεσα εις διαφόρων λογιών δυστυχίες, και η τύχη μου με έφερεν εδώ διά να σου δώσω μίαν είδησιν διά την θυγατέρα σου, που την έχασες. Και ποίαν είδησιν, εφώναξεν αυτός, ημπορείς να μου δώσης δι' αυτήν; μήπως θέλεις μου φανερώσης τον θάνατόν της; εσύ χωρίς αμφιβολίαν εστάθης μάρτυρας του δυστυχισμένου τέλους της, που τώρα είναι τρεις χρόνοι· αλλοί εις εμέ που την εστερήθηκα, χωρίς να ηξεύρω τι έγινε, με όλες τες μεγάλες εξέτασες που έκαμα. Όχι, όχι, του αποκρίθηκα, αυτή ακόμη ζη, και εις τούτην την ημέραν θέλεις την ιδεί. Και πού την εσυναπάντησες, εξαναείπεν ο βασιλεύς; εις ποίον τόπον έστεκε κρυμμένη; ειπέ μου, σε παρακαλώ, και μην αργής εις το να μου το φανερώσης.

Τότε του εδιηγήθηκα όλα μου τα συμβεβηκότα, και μάλιστα εξάπλωσα την διήγησίν μου επάνω διά τον εξωτικόν, που είχεν αρπάξει την θυγατέρα του και τα λοιπά. Και ωσάν ετελείωσα όλην την ιστορίαν, ευθύς εσηκώθη ο βασιλεύς και με αγκάλιασε. Βασιλόπουλο Σεήφ, μου λέγει με τα δάκρυα εις τα μάτια, ω, πόσον σου είμαι υπόχρεως διά τα όσα μου εδιηγήθης· αγαπώ πολλά τρυφερά την θυγατέρα μου· εγώ δεν ήλπιζα να την ξαναϊδώ· με τι τρόπον ημπορώ ποτέ να σε ανταμείψω; αχ, ακριβέ μου Σεήφ, μη με κάνης πλέον να καρτερώ διά να την ιδώ· φέρε μου την το συντομώτερον, διατί είμαι φλογισμένος από μίαν μεγάλην επιθυμίαν εις το να την ξαναϊδούν τα μάτια μου. Εγώ τότε του εζήτησα θέλημα και εμίσευσα, και υπήγα εις το κονάκι, και την εσήκωσα και την έφερα μέσα εις ένα κοτζί, που ο πατέρας της επιταυτού το έστειλε.

Δεν ημπορώ να περιγράψω την μεγαλωτάτην αγαλλίασιν και ευφροσύνην, που αμοιβαίως έδειξαν οπόταν ανταμώθηκαν ο βασιλεύς με την θυγατέρα του. Και, αφού διηγήθηκε και αυτή τα συμβεβηκότα της, και τον ελευθερωμόν της διά μέσου μου, ο βασιλεύς μου έκαμε μεγάλες ευχαρίστησες διά το φέρσιμόν μου το γενναίον με αυτήν· μου διώρισε να σταθώ εις το παλάτι του μαζί με αυτόν· έπειτα επρόσταξε διά να γένουν μεγάλες δεήσεις εις όλα τα μετζίτια εις ευχαρίστησιν του Ουρανού διά το εύρεμα της θυγατρός του. Και ύστερον όλος ο λαός έκαμε μεγάλες χαρές μίαν ακέραιαν εβδομάδα δι' αυτήν την υπόθεσιν. Ο βασιλεύς ευρισκόμενος πολλά ευχαριστημένος από εμένα, τόσον που με έλαβεν εις μίαν μεγαλωτάτην υπόληψιν και αγάπην, που μίαν ημέραν μου λέγει· ω υιέ μου, είνε καιρός διά να σου φανερώσω την γνώμην που αποφάσισα· εσύ μου εξαναεπέστρεψες την θυγατέρα μου, και έκαμες να χαροποιήσης ένα πατέρα πολλά θλιμμένον· όθεν επιθυμώ να σου κάμω την αντάμειψιν δίδοντάς σου την αυτήν θυγατέρα μου εις γυναίκα, και να σε κηρύξω και κληρονόμον της κορώνας μου.

Εγώ ευχαρίστησα τον βασιλέα διά τες χάρις του, που μου επρόσφερνε, και τον επερικάλεσα να μη το λάβη προς βάρος, αν δεν του δέχομαι την τιμήν, που ήθελε να μου κάμη φανερώνοντάς τα δικαιολογήματα που με εμποδούσαν, δηλαδή πως ήτον η καρδία μου όλη προσηλωμένη εις την εικόνα της Αλγεμάλ, και δεν ημπορούσα με κανένα τρόπον να λάβω αγάπην δι' άλλην, και η θυγατέρα του έχοντας κάθε λογής χάριν, της είνε αναγκαία μία τύχη πλέον ευτυχισμένη. Και πώς το λοιπόν απεκρίθη ο βασιλεύς ημπορώ να ανταμείψω αρκετώς την γενναιότητά σου διά την ευχαρίστησιν που μου έδωσες; Η δεξίωσις της βασιλείας που έδειξες, και η ευχαρίστησίς μου που ελευθέρωσα την θυγατέρα σου από τα χέρια του εξωτικού που την είχεν αρπάξει, είνε διά εμένα μία μεγαλωτάτη αντάμειψις· εκείνο όλον που επιθυμώ από την βασιλείαν σου, είνε να μου ετοιμάσης ένα καράβι με το οποίον να ημπορέσω να υπάγω εις την Μπάσραν. Ο βασιλεύς με λύπην έκαμε καθώς επιθυμούσα, και αρμάτωσεν ένα καλό καράβι, γεμίζοντάς το από τα αναγκαία της τροφής και δίδοντάς μου μεγάλα χαρίσματα, και ανθρώπους διά να μου είνε εις συντροφίαν και λαμβάνοντας το θέλημα από τον βασιλέα και από την βασιλοπούλαν Μάλκαν, οι οποίοι με μεγάλην τους θλίψιν με άφησαν, εμίσευσα. Υποφέραμεν εις το ταξείδι μεγαλωτάτους κινδύνους, και αν δεν είχα το δακτυλίδι του Σολομώντος, αναμφιβόλως ηθέλαμεν πνιγεί.. Και ύστερα από ένα μακρυνόν πλεύσιμον, εκατευωδόθήκαμεν εις την Μπάσραν· και εκεί ανταμωνόμενος με ένα καραβάνι από πραγματευτάδες έφθασα εις την Αίγυπτον.

Εγώ ηύρα πολλήν μεταλλαγήν εις την αυλήν· ο πατέρας μου πλέον δεν εζούσε, και ο αδελφός μου εκυρίευε τον θρόνον του. Αυτός ο νέος Σουλτάνος με εδέχθη με πολλήν αγάπην, και ήτον πολλά ευχαριστημένος που με εξαναείδε· και μου είπε πως ολίγες ημέρες ύστερα από τον μισευμόν μου, ο πατέρας μου ευρισκόμενος εις τον θησαυρόν του, άνοιξε κατά τύχην την κασσελοπούλαν εκεί που είχε κλεισμένον το δακτυλίδι του Σολομώντος και την εικόνα της Αλγεμίλ, και μην βλέποντάς τα εκεί υπώπτευσεν, ότι εγώ την έκλεψα, και από την θλίψιν του απέθανε. Τότε εγώ ωμολόγησα τα πάντα του αδελφού μου, και του επαράδωσα και το δακτυλίδι, ομολογώντας το σφάλμα μου. Εφαίνονταν πολλά λυπημένος διά τες δυστυχίες μου, και με εσυμπαθούσε· και αγροίκησα ότι το σπλάχνος που αυτός μου έδειχνε μου ελάφρωνε τους πόνους· μα όλη η λύπη και οι τρόποι που έδειχνε διά τα συμβεβηκότα μου δεν ήτον άλλο παρά πλαστά και γεμάτα πονηρίαν. Επειδή και την ίδιαν νύκτα που έφθασα εκεί, έκαμε και με έκλεισεν εις έναν πύργον, εις τον οποίον έστειλε την άλλην βραδειάν έναν οφφικιάλον με διαταγήν διά να μου πάρη το κεφάλι. Μα εκείνος ο καλός οφφικιάλος έλαβε σπλάγχνος προς εμένα, και μου εφανέρωσε την βουλήν του αδελφού μου, πως έχοντας φόβον διά να μη του πάρω τον θρόνον με καμίαν αποστασίαν, τον επρόσταξε διά να με θανατώση· και αυτός ο οφφικιάλος αντί να κάμη το σκληρόν θέλημα του αδελφού μου, μου έδωσε τόπον διά να φύγω. Εγώ αφού και ευχαρίστησα με μεγάλον μου θαυμασμόν την γενναιότητα του οφφικιάλου, εδόθηκα εις φυγήν, και επαραδόθηκα εις την πρόνοιαν του Ουρανού. Και βγαίνοντας από τα σύνορα του αδελφού μου, έλαβα την καλήν τύχην διά να φθάσω εις τα εδικά σου, ω βασιλέα μου, και να εύρω ένα ασφαλές καταφύγιον εις την αυλήν σου.

&Ακολούθησις της ιστορίας του βασιλέως Βερδεδίν Λώλου και του Βεζύρη του&

Το βασιλόπουλον Σεήφ Μολτούκ, τελειώνοντας την διήγησιν των συμβεβηκότων του, είπεν εις τον βασιλέα της Δαμασκού. Ετούτο είναι, ω αυθέντη, εκείνο που επεθύμησες διά να μάθης από εμένα· στοχάσου κατά το παρόν αν εγώ χαίρωμαι μίαν τελείαν ευτυχίαν· είμαι διά παντός θλιμμένος, που δεν απόλαυσα εκείνο που επεθύμησα, ήγουν που δεν ηύρα την Αλγεμάλ· που η αγάπη την οποίαν επρόσφερα προς αυτήν δεν απολείπει που να με συγχίζη και να με κάνη να μην έχω ποτέ ανάπαυσιν και με όλον που στοχάζομαι πως είναι μία τρελλαμάδα η φαντασία μου εις το να φέρνω μίαν τόσην αγάπην εις μίαν γυναίκα, που εις τον κόσμον πλέον δεν είναι, μα με όλον τούτο αυτή βασιλεύει πάντα εις την καρδίαν μου και με κάνει αναίσθητον εις κάθε ηδονήν. Ο Βεδρεδίν δεν ημπορούσε να καταλάβη μίαν αγάπην τόσον παράξενην, το να αγαπά τινάς μίαν αποθαμμένην χωρίς να έχη ελπίδα διά να την ιδή. Τότε ο μελαγχολικός βεζύρης λέγει προς τον βασιλέα Βεδρεδίν, η βασιλεία σου ημπορείς να διακρίνης από την ιστορίαν του Σεήφ Μολτούκ, πως όλοι οι άνθρωποι έχουν τες θλίψεις τους, και δεν εγεννήθηκαν διά να είναι ευτυχισμένοι επάνω εις την γην. Εγώ δεν ημπορώ να καταπεισθώ να πιστεύσω αυτό που μου λέγεις, απεκρίθη ο βασιλεύς· έχω καλλιτέραν γνώσιν επάνω εις την ανθρωπίνην φύσιν, και είμαι βέβαιος ότι είναι άνθρωποι, που η ανάπαυσίς των δεν είνε από θλίψιν συγχισμένη.