Χαλιμά, Τόμος 3 Εξακολούθησις των ιστοριών

Part 19

Chapter 1938 wordsPublic domain

Ομολογώ, ω κυρά μου, την αλήθειαν, ότι εις τες δυστυχίες σου πρέπει κάθε λογής συμπάθεια, και ημπορώ κατ' αλήθειαν να σου παραστήσω ότι δεν είναι μεγαλύτερος ο πόνος σου από τον ιδικόν μου. Η αγάπη που εις εμένα έχεις, οι ευεργεσίες που μου κάνεις και το θάρρος που εις την εμπιστοσύνην μου δείχνεις είναι όλα δυνατά αίτια, που με κάμνουν να συγκοινωνώ εις τα βάσανά σου. Παρηγορήσου το λοιπόν, κυρά μου, και παύσε από τα παράπονά σου· και ελπίζω ότι ο ουρανός, που σε εγλύτωσεν από τόσους κινδύνους που σου έτυχαν, αυτός θέλει σε κάμει να ιδής μίαν ημέραν δικαιωμένην την αθωότητά σου, και παιδευομένους εκείνους που σε εκατάτρεξαν, διατί τέτοιες παρανομίες δεν μένουν απαίδευτες. Βέβαια απεκρίθη η Ρεσπίνα, ο Ουρανός δεν αφίνει απαιδεύτους τους κακοποιούς· μα εποθούσα δια ησυχίαν μου εάν ήτον βολετόν ότι ο άνδρας μου να ήθελε ημπορέση να έλθη εις φως δια την αθωότητά μου και να ήθελε γνωρίση την παράνομον σκληροκαρδίαν του Ραβά, που προς εμένα έδειξεν· ετούτη είναι η μεγαλύτερη χάρις, που πάντα παρακαλώ τον ουρανόν να μου την κάμη, και ύστερον είμαι ευχαριστημένη να αποθάνω.

Επειδή και έχεις αυτήν την επιθυμίαν απεκρίθη η Χαλάκ, ας είσαι βέβαιη, ότι θέλεις την απολαύση· εγώ διά την αγάπην που σου έχω, διά το χρέος που σου ομολογώ, δεν θέλω αφήσει κανένα τρόπον, και μέσον που να ημπορέση να σου δώση θεραπείαν. Εγώ, ήξευρε, πως έχω ένα απόκρυφον ιατρικόν εις κάθε αρρωστίαν να την ιατρεύη με ευκολίαν· αυτό έως την ώραν δεν το εφανέρωσα κανενός και διά να σε ευχαριστήσω και να σε ιδώ ήσυχην, θέλω να το φανερώσω διά τες ιατρείες που θέλομεν με αυτό κάμει θέλουν παρακινηθή να τρέξουν πολλοί ξένοι απ' όλον τον κόσμον, ακούοντες τέτοια θαυμαστά πράγματα, εις τούτο το νησί, και από το πολύ πλήθος των ξένων, που μέλλουν να έλθουν, ελπίζω να ήθελεν έλθη και ο άνδρας σου με τον Ραβά και οι άλλοι που σε εκατάτρεξαν, και έτσι θέλεις απολαύσει το ποθούμενον. Πολλά εχάρηκεν η Ρεσπίνα εις τα όσα της έταξεν η αγαπημένη της, και πολλά της άρεσε που έμαθε, πως αυτή έχει ένα τέτοιον ιατρικόν θαυμαστόν, με το οποίον να ημπορή να ιατρεύη κάθε αρρώστιαν και κακόν. Επρόσταξε αυτή δι αυτό να κτίσουν ξενοδοχεία και νοσοκομεία διάφορα διά τους αρρώστους, που ήθελον συντρέξει εις αυτό το νησί. Έπειτα έστειλαν είδησιν εις όλα τα βασίλεια, ότι όσοι ήθελαν έχει αρρωστίαν ανίατον να έρχωνται εις εκείνο το νησί και θέλουν ιατρευθή χωρίς κανένα έξοδον. Αυτή η είδησις έγινε εις όλον τον κόσμον και εις ολίγον καιρόν εφάνηκαν εις αυτό το νησί να έλθουν άρρωστοι πολύ πλήθος, οι οποίοι διά την φήμην της βασίλισσας ήρχονταν να ζητήσουν θεραπεία εις τες αρρώστειες των, και όλοι εγύριζαν ευχαριστημένοι. Υπήρχαν το λοιπόν μίαν ημέραν τινές και είπαν της Ρεσπίνας, ότι ήταν εκεί έξ ξένοι οι οποίοι εζητούσαν να της μιλήσουν, από τους οποίους ένας ήτον τυφλός, ένας παραλυτικός, άλλος υδρωπικιασμένος, και άλλος τρελλός. Αυτή ευθύς επρόσταξε να τους φέρουν έμπροσθέν της, επειδή και αυτή η ιδία με τα χέρια της έδιδε το ιατρικό εις τον καθ' ένα, και διά τούτο όλοι έπρεπε να παρασταθούν εμπρός της.

Όταν έφθασαν λοιπόν αυτοί οι ξένοι εις το παλάτι της, δύο δούλοι της τους έφεραν εμπρός εις την βασίλισσαν, η οποία είχε σκεπασμένον το πρόσωπόν της με ένα πανί ψιλόν· οι ξένοι έπεσαν εις τους πόδας της και της εζητούσαν έλεος. Αυτή προστάζοντάς τους να σηκωθούν τους ερώτησε τι ήθελαν και από τι τόπον ήτον. Ένας από αυτούς άρχισε να ομιλή από μέρος των αλλωνών λέγοντας· ω μεγαλωτάτη βασίλισσα, που ο Θεός να σε σκέπη, και να αυξάνη τας ημέρας σου ημείς είμεθα δυστυχισμένοι, και ήλθαμεν εδώ διά να ιατρευθώμεν από την βασιλείαν σου εις τα πάθη που έχωμεν. Μιλήσετε πλέον ξάστερα, τους είπεν η βασίλισσα, αφού και τους εστοχάσθη καλά· διατί κανέν καλόν δεν μπορώ να σας κάμω, αν πρώτον δεν αποφασίσετε εδώ παρόν να φανερώσετε το αίτια, που σας επροξένησαν αυτά τα πάθη. Βασίλισσα, τότε άρχισεν ένας από αυτούς να λέη· κατά το πρόσταγμά σου πρέπει και ημείς, να υπακούσωμεν. Εγώ είμαι ένας πραγματευτής από την Μπάσραν, και είχα υπανδρευθή με μίαν ωραιοτάτην κόρην, που ο κόσμος δεν είχε παρομοίαν· πηγαινόμενος εις ένα ταξείδι την άφησα εις την επίσκεψιν του αδελφού μου, που είνε ούτος ο τυφλός. Και όταν εγύρισα από το ταξείδι αυτός μου είπε, πως ευρίσκοντας την γυναίκα μου που έκανε ατιμίαν εις την τιμήν μου, η δικαιοσύνη διέταξε και την έθαψαν ζωντανήν διά παιδείαν του σφάλματός της, διά το οποίον συμβεβηκός αυτός εδοκίμασε τόσην θλίψιν και παράπονον εις την ατιμίαν μου, που από τα πολλά κλαύματα που έχυσεν έχασε τους οφθαλμούς του. Ετούτη είνε η ιστορία μου, ω βασίλισσά μου· όθεν σε παρακαλώ να με ελεήσης διά να ξαναδώσης την όρασιν εις τον αδελφόν μου, επειδή και η φήμη της χάριτός σου με εθάρρυνε και τον έφερε εδώ μαζή μου.

Ο Ταμίμ, ο οποίος ήτον εκείνος που ωμιλούσε της Ρεσπίνας χωρίς να την γνωρίση ετελείωσε την διήγησίν του, και ανέμενε την απόκρισιν της βασιλίσσης, η οποία έμενε τόσον εκστατική εις το να ιδή εκείνον τον άνδρα της, που δεν ημπόρεσε τότε να αποκριθή παντελώς· αλλά αφού συνήλθεν από την έκστασίν της, του είπεν. Είνε αυτό αληθινόν, ότι η γυναίκα σου που ετάφη ζωντανή σου έκαμεν αδικίαν; Όσον διά εμέ, απεκρίθη ο Ταμίμ, δεν ημπορώ να το πιστεύσω, στοχαζόμενος τες χάρες και την αρετήν που είχε, μα αλλοίμονον εις εμέ εγώ βέβαια έχω μίαν τυφλήν πίστιν εις τον αδελφόν μου, και αυτό με κάνει να αμφιβάλλω εις την αθωότητάς της.

Οπόταν ο Ταμίμ ωμίλησε με αυτόν τον τρόπον, η βασίλισσα του είπε· τόσον φθάνει· εγώ θέλω εξετάσει καλλίτερα από εσένα, αν η γυναίκα σου δικαίως επεδεύθη και αύριον θέλω σου το ειπή, και θέλω ιδεί αν ο αδελφός σου ημπορεί να ξαναλάβη το φως του. Μετά τούτο, άρχισεν ένας από την συντροφίαν του Ταμίμ να λέγη. Βασίλισσα μου, εγώ έχω έναν σκλάβον Αράπην, τον οποίον τον ανάθρεψα παιδιόθεν και τώρα αυτός έχει δύο χρόνους που είνε παραλυτικός, και κανένας ιατρός δεν εδυνήθη να τον ιατρεύση, όμως δεν ηξεύρω το αίτιον, από τι του προήλθεν· όθεν τον έφερα εις τα ποδάρια της βασιλείας σου ελπίζοντας να τον ιδώ ιατρευμένον δι ανάπαυσίν μου. Η βασίλισσα αφού και ήκουσεν αυτήν την ομιλίαν και εγνώρισε, πως αυτός που της ωμίλησεν ήτον ο Αράπης ο κλέπτης, εις του οποίου το σπήτι είχε οικονεύσει, και ότι ο παραλυτικός ήτον ο σκλάβος του ο Αράπης, που την εσυκοφάντησε του είπε με τούτον τον τρόπον. Εκατάλαβα καταλεπτώς την υπόθεσίν σου όμως δεν είμαι πληροφορημένη δι αυτήν την ομολογίαν, και αύριον θέλω την εξετάξει καλύτερον. Και εσύ, ακολούθησεν αυτή να λέγη γυρίζοντας προς έναν άλλον διατί είσαι υδρωπικιασμένος; Ω βασίλισσά μου, εκείνος απεκρίθη, δεν ηξεύρω ούτε εγώ από ποίαν αιτίαν μου ήλθεν αυτή η ασθένεια αν δεν μου προήλθεν ετούτη από το να ηθέλησα να βιάσω μίαν νέαν και ωραία σκλάβαν, που είχα αγοράσει από έναν νέον, ο οποίος εις ένα παραθαλλάσιον μου την επούλησε.

Η βασίλισσα επάνω εις αυτά τα λόγια εστοχάσθη τον υδρωπικόν, και εγνώρισε τον Καπιτάνιον που την είχεν αγοράσει. Αυτή εκαμώθη πως δεν τον εγνώρισε καθώς έκαμε και με τους άλλους, και τον άφησε διά να ακολουθήση την ομιλίαν του με τον ακόλουθον τρόπον. Στοχάζομαι το λοιπόν, ακολούθησεν εκείνος να λέγη, ότι η αρωστία μου θα είνε μία δικαία παίδευσις του Ουρανού. Και εγώ, εφώναξεν ένας άλλος απ' εκείνην την συντροφιάν, στοχάζομαι παρομοίως ότι το κακόν, που μου ήλθε και παιδεύομαι τοσούτον σκληρώς από την τρελλαμάδα, θα είνε μία παίδευσις, που δικαίως μου τυγχάνει, επειδή και σου επούλησα εκείνην την σκλάβαν αδίκως, την οποίαν εναντίον της θελήσεώς της την έμπασες εις το καράβι σου· εγώ είμαι ακόμη πλέον υπεύθυνος από εσένα επειδή εκείνη ήτον υποκείμενον ελεύθερον, εις την οποίαν ήμουν υπόχρεως της ζωής μου· εις ανταμοιβήν διά το καλόν που έκαμε σου την επούλησα με δόλον διά σκλάβαν. Εκατάλαβεν ευθύς η βασίλισσα, ότι αυτός που ωμιλούσεν ήτον εκείνος ο νέος, που τον εγλύτωσεν από τον θάνατον πληρώνοντας τα πενήντα φλωρία. Τότε αυτή είπεν εις αυτούς. Θέλω μετά χαράς επιχειρισθή με κάθε μου επιμέλειαν διά να σας ελαφρώσω από τες ασθενείας σας, ως τόσον πηγαίνετε διά την ώραν εις τα οικονάκιά σας και αύριον ετούτην την ώραν ξαναγυρίσατε εδώ· ο τυφλός και ο παραλυτικός, αν θέλουν να ιατρευθούν, πρέπει να εξομολογηθούν καθαρά τα πταίσματα, που αυτοί έκαμαν, αγκαλά και ηξεύρω, καλώτατα τα όσα εσυνέβηκαν, μα θέλω να ακούσω παρρησία να το εξομολογηθούν, χωρίς να προσθέσουν καμμιάν ψεύτικην πρόφασιν· διατί αν ειπούν ψεύματα, αντί να με κάμουν να τους ιατρεύσω, θέλω τους παιδεύσει σκληρότατα.

Τότε οι ξένοι εμίσευσαν διά να υπάγουν εις τα οικονάκια τους, και οι δύο από αυτούς ευρίσκονταν εις κακές ελπίδες, μα ο αδελφός του Ταμίμ και ο σκλάβος Αράπης ήσαν πολλά περίλυποι· εποθούσαν καλλίτερον να στέκωντα επί ζωής τους εις την κατάστασιν που ευρίσκονταν, παρά να βιασθούν να κάμουν μίαν φανεράν εξομολόγησιν των ανομημάτων τους και της προδοσίας των· και έπασχαν να κρύψουν το σφάλμα τους από εκείνους που έβλαψαν και έτσι επέρασαν εκείνην την νύκτα χωρίς να λάβουν παραμικρήν ανάπαυσιν.

Η Ρεσπίνα, αφού και εμίσευσαν εκείνοι, ήτον όλη χαρούμενη· και ετραβήχθη εις τον χοντζερέ της με τη Χαλάκ, διά να συμβουλευθή επάνω εις τα ιατρικά, με τα οποία έμελλε να ιατρεύση τους ασθενείς. Δεν σου το είπα εγώ, κυρά μου, είπεν η σκλάβα, ότι ο Ουρανός θέλει επακούση τες παράκλησές σου, και ότι οι ίδιοι εκείνοι που σε έβλαψαν, θέλουν ευρεθή εις ανάγκην διά να δικαιώσουν την αθωότητά σου και την ακακίαν σου, και να ομολογηθούν αυτοί οι ίδιοι πταίσται και προδόται; τώρα είνε εις την εξουσίαν σου να τους συμπαθήσης ή να τους παιδεύσης. Εγώ έχω μεγάλην ευχαρίστησιν, ω ακριβή μου φιλενάδα, απεκρίθη η Ρεσπίνα και δεν έχω λόγια αρκετά εις το να δοξάσω τον Ουρανόν, διά την χάριν που μου έκαμεν επειδή και έμπροσθεν εις τον άνδρα μου θέλει γνωρισθή η εμπιστοσύνη μου, και η ανομία εκείνων που με έβλαψαν· θέλω να ιατρευθούν, τον καιρόν που ήθελα να προστάξω να τους παιδεύσουν με σκληρότατα παιδευτήρια, και θέλουν δοκιμάση με μεγάλην τους καταισχύνην την γενναιότητα της ευσπλαχνίας μου· εσύ απόψε ετοίμασε τα ιατρικά διά να μοιράσης κατά την αρρωστίαν του καθενός, και αύριον οπόταν έλθουν εδώ, θέλω σε προστάξει διά να τους τα δώσης να ιατρευθούν και εσύ, ας είσαι βεβαία, ότι θέλεις λάβει από εμέ ανταμοιβήν αξίαν της εμπιστοσύνης σου.

Την ερχομένην ημέραν το λοιπόν οι τέσσαρες ασθενείς με τον Ταμίμ, και με τον κλέφτην, ήλθαν εις το παλάτι και επαρουσιάσθησαν εις την βασίλισσαν, που εκάθητο εις τον θρόνον της, τους οποίους ευθύς που τους είδε, τους είπε· Λοιπόν, απεφάσισαν ο τυφλός και ο παραλυτικός να μη κρύψουν τίποτις εις την εξομολόγησιν που έχουν να κάμουν; μα αλλοί εις εκείνον από τους δύο, που να μην ειπή την αλήθειαν. Ο Αράπης τότε επλησίασε γεμάτος από εντροπήν και φόβον, γνωρίζοντας πως δεν τον εσύμφερε να ειπή ψέμματα, αποφάσισε, και ό,τι πάθη ας πάθη, διά να ειπή την κάθε αλήθειαν εις τα όσα συνέβηκαν εις το σπήτι του αυθέντος του επάνω εις την υπόθεσιν της Ρεσπίνας. Ωμολόγησε το λοιπόν παρρησία τα όσα έκαμε της Ρεσπίνας, χωρίς να κρύψη το παραμικρόν, και τον φόνον του παιδιού του αυθέντος του, και τα επίλοιπα καθώς ηκολούθησαν.

Οπόταν ο Αράπης ωμολόγησε πάσαν την αλήθειαν, είπεν. Τούτο είνε το πταίσιμον μου, και ο ουρανός μου είνε μάρτυς πως το μετανοώ. Α επίβουλε, εφώναξε ο αυθέντης του γεμάτος από θυμόν, εσύ το λοιπόν, παράνομε είσαι εκείνος που μου εφόνευσες τον μοναχόν μου υιόν και έρριξες το βάρος εις την Ρεσπίναν, η οποία ήτον αθώα; Ω μεγάλη βασίλισσα, δος μου την άδειαν εις τούτην την στιγμήν να του χωρίσω την κεφαλήν· ένας άνομος που εστάθη αρκετός να κάνη ένα τέτοιον ανόμημα, καθώς το ωμολόγησε δεν είνε πλέον άξιος να ευρίσκεται εις τον κόσμον. Όχι απεκρίθη η βασίλισσα· εγώ δεν θέλω να του σηκώσης την ζωήν· επειδή και μου ωμολόγησε το σφάλμα του, θέλω να τον συμπαθήσω και να τον ιατρεύσω. Και ούτως λέγοντας επρόσταξε την Χαλίκ να του δώση το ιατρικόν, και παίρνοντάς το δεν επέρασε πολύ που ο Αράπης εξανάλαβε την κίνησιν του κορμιού του. Οι παρεστώτες έμειναν εκστατικοί εις την ογλήγορον ιατρείαν, και έλεγαν χιλίους επαίνους της βασιλίσσης· αυτή ομοίως ώρισε να δωθούν και εις τους άλλους τα ιατρικά, τόσον εις τον υδρωπικόν, όσον και εις τον τρελλόν, οι οποίοι και αυτοί ευθύς τελείως ιατρεύθησαν.

Ο Ταμίμ τότε δεν αμφέβαλλε καθόλου, ότι ο αδελφός του θα ξαναλάβη το φως του, ώστε που του είπεν. Ω Ραββά, εις εσένα στέκεται να μιλήσης· η βασίλισσα άλλο δεν αναμένει, παρά να σε ιατρεύση και εσένα ακόμη. Ναι είπεν η βασίλισσα πρέπει να ομολογήση και αυτός την ιστορίαν του με αλήθειαν· διατί αν κρύψη τίποτε θέλει παιδευθή σκληρώς, επειδή ευθύς τον καταλαμβάνω αν ειπή ψέμματα.

Ο Ραββάς ευρισκόμενος ανάμεσα εις τους δύο κινδύνους, ότι αν ειπή την αλήθειαν ήτον κακία, και αν την κρύψη χειρότερα, και με το στανιό του ηναγκάσθη να ομολογήση όλον εκείνο, που έκαμεν εναντίον της Ρεσπίνας· και πως εμετανοούσεν εις την αδικίαν, που έκαμε του αδελφού του, κάνοντας να θανατωθή αδίκως η ωραιοτάτη του γυναίκα, και τα λοιπά ως ηκολούθησαν και εξωμολογήθη την ανομίαν του με μεγάλην συντριβήν, χωρίς πρόφασιν καμμίαν.

Ο Ταμίμ ακούοντας αυτήν την εξομολόγησιν που έκαμε, και καταλαμβάνοντας καταλεπτώς όλην την κακίαν του αδελφού του, και την αθωότητα της Ρεσπίνας του, έδωσεν ένα μέγα βρυχμόν, και έπεσε λιποθυμημένος. Οι περιεστώτες έτρεξαν να τον σηκώσουν και κάνοντάς τον να ξαναλάβη τας αισθήσεις του με διάφορα μυρωδικά, επλησίασεν εις τον θρόνον της βασίλισσας και είπεν. Ω, βασίλισσά μου ευχαριστήσου ότι εγώ να τον γυρίσω οπίσω εις την Μπάσραν ετούτον το παράνομον αδελφόν μου καθώς είνε· επειδή και εγώ δεν επιθυμώ πλέον την ιατρείαν του αλλά επιθυμώ τον θάνατόν του· θέλω να τον φέρω ο ίδιος εις τον ίδιον τόπον, εκεί που η γυναίκα μου ετάφη ζωντανή, και εκεί να τον φονεύσω· βλέπει καλώτατα η βασιλεία σου ότι το πταίσιμόν του, και η παρανομία του εστάθη πολλά σκληρή διά να ημπορέσω να το συμπαθήσω.

Εστάθη καμπόσον η βασίλισσα χωρίς να αποκριθή διατί υποκάτω εις το σκέπασμα που είχεν εις το κεφάλι έκλαιε θερμώς· τόσον ήτον διαπερασμένη από την κατάστασιν εις την οποίαν έβλεπεν ότι ήτο ο άνδρας της· και αφού εσφόγκισε τα δάκρυά της ωμίλησε του Ταμίμ· Εγώ σε εξορκίζω ω πραγματευτή, να συγκεράσης τον θυμόν σου δι' αγάπην μου· ο αδελφός σου κατά αλήθειαν έκαμεν ένα ανόμημα· μα επειδή και το ωμολόγησε παρρησία, και ότι μοναχός του κατατυρανείται, πρέπει να τον συγχωρέσης· ενθυμού πως είσθε καμωμένοι από ένα αίμα και οι δύο, και διά τούτο είνε χρεία να μεταβάλης τον θυμόν σου. Εις αυτά τα λόγια της βασιλίσσης ο Ταμίμ απεκρίθη και είπεν· εις την βασιλείαν σου στέκεται να με προστάξης, ωσάν επιθυμής, να συμπαθήσω το φταίξιμόν του· το δέχομαι διά να σε υπακούσω· φθάνει μόνον ότι εις την Μπάσραν να κηρύξη το πταίξιμόν του, και την αθωότητα της αγαπημένης μου γυναικός.

Τελειώνοντας εδώ που να ομιλή ο Ταμίμ, η βασίλισσα επρόσταξε την Χαλάκ να δώση το ιατρικόν του τυφλού και εις ολίγον διάστημα ο Ραββάς εξανάλαβε το φως του. Εις τέτοιον θέαμα εξανανέωσαν οι περιεστώτες τους επαίνους προς την βασίλισσαν· η οποία ύστερον απέλυσε τους ξένους να υπάν εις τα οικονάκιά τους, λέγοντάς τους· μεταγυρίσετε εδώ ακόμη αύριον, και θέλετε ιδεί πράγματα που θα σας κάνουν να θαυμάσετε, και μείνετε περισσότερον εκστατικοί. Εις την ακόλουθον ημέραν εγύρισαν εις το παλάτι αυτοί οι ξένοι· η βασίλισσα τότε έκραξε τον Ταμίμ, και τον έβαλε να καθήση κοντά της επάνω εις ένα μακρόν θρονί χρυσόν, έπειτα του είπεν.

Γνωρίζω, ω πραγματευτή, πως υπόφερες πολλές θλίψες και πόνους. Εγώ συμπονούμαι πολλά με λόγου σου· όθεν διά να σου ελαφρώσω τους πόνους, αποφάσισα, να σου δώσω εις γυναίκα μίαν από τες πλέον μου όμορφες σκλάβες· και αν δέχεσαι, ημπορείς να απομείνης εις την αυλήν μου, να απεράσης το επίλοιπον της ζωής σου ωσάν μέγας αυθέντης. Αντίς να δεχθή το πρόβλημα της βασίλισσας ο Ταμίμ, εδόθη εις ένα πικρότατον κλαύσιμον και της είπεν· η γεναιοτάτη βασιλεία σου με υποχρεώνει με τόσες χάρες, που με κάνουν να μείνω πολλά αντραλωμένος· εγώ την εξορκίζω να μη της κακοφανή αν δεν της δέχομαι την χάριν, που ζητεί να μου κάμη εις το να υπανδρευθώ με μίαν από τες σκλάβες της· έως που ζω, άλλη γυναίκα έξω από την Ρεσπίναν δεν θέλει έχει τόπον εις τον νουν μου· η αγαπημένη μου Ρεσπίνα είνε πάντα εις την διάνοιάν μου, να παρηγορηθώ δεν δύναμαι διά τον χαμόν της· και έχω γνώμην ότι θα πηγαίνω να περάσω το επίλοιπον της ζωής μου κλαίοντας εις τον ίδιον τόπον που ετάφη ζωντανή.

Η Ρεσπίνα έμεινε θαυμασμένη εις το να εύρη τόσον πιστόν τον άντρα της και όλη πασίχαρος διατί δεν ήθελεν αυτός να πάρη την σκλάβαν (που διά να τον δοκιμάση το έκαμε) του είπεν· αν εσύ έβλεπες αναστημένην αυτήν την γυναίκα, της οποίας ο χαμός τόσον σε θλίβει θέλεις χαρή αν την μεταϊδής, και αν την ιδής θέλεις την γνωρίσει; Και έτσι λέγοντας εσήκωσε το κάλυμμα από το πρόσωπόν της, και ο Ταμίμ την εγνώρισε διά την Ρεσπίναν. Η χαρά που αυτός έλαβεν εις το να ιδή την γυναίκα του, δεν εστάθη ολιγώτερον από την έκστασιν και σύγχυσίν του Ραββά, του σκλάβου Αράπη, του Καπετάνιου και του Νέου, θεωρώντας εις την βασίλισσαν την μορφήν εκείνης, που εκατάτρεξαν. Αυτή η βασίλισσα αγκάλιασε τον Ταμίμ και του εδιηγήθη τα συμβεβηκότα της έμπροσθεν εις όλους τους μεγιστάνους της και τους περιεστώτας, οι οποίοι έμειναν όλοι εκστατικοί. Ώρισαν έπειτα να δώσουν του Αράπη, δέκα χιλιάδες φλωρία με ένα πλούσιον φόρεμα χρυσόν διά την γυναίκα του, ανταμείβοντας την περιποίησιν, που εις αυτήν έκαμαν. Και μετέπειτα ενουθέτησεν εκείνους που την έβλαψαν, ότι να εντρέπωνται εις το εξής από τέτοια ανομήματα, διότι καθώς πράξη καθένας, έτσι λαμβάνει. Ύστερα εσηκώθη από τον θρόνον, και επήρε τον Ταμίμ από το χέρι και τον έφερεν εις τον χοντζερέ της και όντας εκεί του είπεν· επειδή και οι νόμοι εδώ δεν δίνουν άδειαν εις το να παραιτήσω το βασίλειον, διά να το δώσω εις εσέ να κυβερνάς διά τούτο δεν πρέπει να σου βαρυφανή μα στεκόμενος μαζί μου θέλεις είσαι συμμέτοχος εις την βασιλείαν μου, και εις την γλυκύτητα μιας ζωής τόσον ευτυχισμένης· του αδελφού σου θέλω του διορίσει μίαν επιστασίαν εις την οποία θέλει έχει αιτίαν να είνε ευχαριστημένος, καθώς και το έκαμεν. Ο Ραββάς εις ολίγον καιρόν έγινε πρώτος κυβερνήτης της Βασιλείας και επλήρωσε τόσον καλά το χρέος της επιχειρήσεώς του, που εκέρδισε την αγάπην και το σέβας όλων των εγκατοίκων εκείνου του νησιού. Και ούτως έζησαν όλοι ευχαριστημένοι, με αγάπην ανεκδιήγητον.

Χίλιες και μία νύκτα απέρασαν που η Χαλιμά εδιηγούνταν του βασιλέως Αϊδήν τες ιστορίες, ο οποίος στοχαζόμενος με μεγάλον θαυμασμόν την αγχίνοιαν, την μνήμην, τες χάρες και επιτηδειότητες που αυτή η Χαλιμά είχε διά στολίδια, και που δεν εβαρύνετο να τες διηγάται, αλλά με μεγάλην προθυμίαν καθημερινώς εφεύρισκε νέες ιστορίες εις το διάστημα τόσου καιρού, με τα οποία νόστιμα και πολυποίκιλα διηγήματα αυτή τον έκαμε να παύση ολίγον κατ' ολίγον από το χαλεπόν μίσος, που έτρεφεν εναντίον εις την εμπιστοσύνην των γυναικών, που εστοχάζετο πως όλες δεν ήταν πιστές προς τους άνδρας τους, και μάλιστα, που στοχαζόμενος την φρόνησιν και γενναιότητα της αυτής Χαλιμάς, η οποία αυτοθελήτως ηθέλησε να γίνη γυναίκα του χωρίς ποσώς να φοβηθή τον θάνατον που έμελλε να λάβη καθώς τον έλαβαν και άλλες, οι προτερινές της, αποφάσισε τέλος πάντων να της χαρίση την ζωήν και να την κυρύξη διά ομόζυγόν του επί ζωής του· όθεν σηκωνόμενος από τον θρόνον του, και αγκαλιάζοντάς την, της είπεν· ω γλυκυτάτη και παμφιλτάτη μου Χαλιμά, βλέπω καλώτατα οι ωραίες, νόστιμες, και μακρυνές ιστορίες σου και τα εύμορφά σου διηγήματα, που από πολύν καιρόν με εκρατούσαν, εις περιδιάβασην, έγιναν εις του λόγου σου πολλά ωφέλιμες, και εμένα ηδυνήθησαν να μου καταπραΰνουν την αγανάκτησιν, που είχα προς την γυναικείαν φύσιν· όθεν νικώντας με αυτές εσύ την απόφασίν μου, και τους δεινούς νόμους, που αποφασιστικώς έκανα, σε δέχομαι μετά πάσης χαράς διά ομόζυγόν μου επί ζωής μου, και σε κηρύττω βασίλισσαν, να συμβασιλεύσης μαζή μου εις όλην σου την ζωήν· και εις το εξής θέλω, ότι όλον το Βασίλειόν μου να σε σέβεται, επειδή και εσύ εστάθης εκείνη, που ελευθέρωσες τόσας τρυφεράς κορασίδας από τον θάνατον, οι οποίες χωρίς πταίσμα ουδένα, έμελλαν να θυσιασθούν διά την μεγάλην μου οργήν και τον σκληρόν νόμον. Εις ταύτα τα λόγια, που ο βασιλεύς Αϊδήν έλεγεν, η Χαλιμά επρόσπεσεν εις τους πόδας του, και φιλώντας τους, με τρυφερότητα, έδειχνε την ζωντανήν χαράν, και την ηδονήν, που ησθάνετο και εδοκίμαζεν εις τον θρίαμβόν της, που απόφυγε τον θάνατον και εκηρύχθη βασίλισσα καθώς επιθυμούσεν.

Ο βασιλεύς Αϊδήν αφού και την εσήκωσεν, έστειλεν ευθύς και έκραξε τον Βεζύρην του, πατέρα της Χαλιμάς, και του εφανέρωσεν αυτήν την χαροποιόν είδησιν, ο οποίος ακούοντας την έπεσε και αυτός εις τους πόδας του βασιλέως του, και του έδιδε χίλιες ευχές, και ευχαρίστησε, διά την συμπάθειαν που έδειξεν εις την θυγατέρα του, που την είδεν ελευθερωμένην από του θανάτου τον κίνδυνον, και διά τον ανεβασμόν της εις τον θρόνον, και ωσάν αποφίλησε τους πόδας του βασιλέως, έτρεξεν ευθύς και έδωσεν αυτήν την είδησιν εις το ντιβάνι, και από εκεί μετά ολίγην ώραν εκηρύχθη και εις όλον του το βασίλειον, και διά ένα ολόκληρον μήνα έγιναν μεγάλες χαρές. Και όλος ο λαός καθημερινώς με φωνές αγαλλιάσεως εύχονταν την Χαλιμάν που αυτή με την φρόνησιν της εστάθη αρκετή να ελευθερώση από τον θάνατον τόσες ευγενικές και ανεύθυνες παρθένες. Και αφού έπαυσαν οι χαρές, έζησαν ο βασιλεύς Αϊδήν με την βασίλισσαν Χαλιμάν με μιαν παντοτεινή αγάπη και ομόνοια θαυμάσια όλον τον καιρόν, που εις ετούτην την πρόσκαιρον και φθαρτήν ζωήν έζησαν.

ΤΕΛΟΣ

ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΜΙΧΑΗΛ Ι. ΣΑΛΙΒΕΡΟΥ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ 12 — Οδός Σταδίου — 12

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΣΠΥΡ· ΠΕΡΕΣΙΑΔΟΥ

Τα γλαφυρά και υπέροχα πατριωτικά έργα του αειμνήστου εθνικού ποιητού μας κ. Σπυρ. Περεσιάδου, τα οποία συναρπάζουν και γοητεύουν τους αναγνώστας και προκαλούν εν αυτοίς το αίσθημα ιεράς συγκινήσεως εξεδόθησαν παρ' ημών μετά καλλιτεχνικών εικονογραφημένων εξωφύλλων.

Τιμάται έκαστον βιβλίον Δρ. 1.50

Η ΓΚΟΛΦΩ Δράμα ειδυλλιακόν εις πράξεις πέντε σχήμα 8ον σελίδες 95

Η ΕΣΜΕ Εθνική Τραγωδία εις πράξεις 4 μετ' ασμάτων και εθνικών χορών σχ. 8ον

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΖΑΛΟΓΓΟΥ Εθνικ. Τραγωδία εις πράξ. 4

Η ΝΕΡΑΪΔΕΣ Δράμα φαντασμαγορικόν εις πράξεις τρεις σχήμα 8ον

Ο ΜΑΓΕΥΜΕΝΟΣ ΒΟΣΚΟΣ Δραματικόν ειδύλ. σχήμα 8ον

Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΩΝ ΑΝΘΕΩΝ Δράμα οικογεν. εις πράξ. 8

Η ΠΑΤΡΙΔΑ Δράμα πατριωτικόν εις πράξεις τέσσαρας σχήμα 8ον

Η ΠΑΡΓΑ Δράμα πατριωτικόν εις πράξεις τέσσαρας σχήμα 8ον

Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ Πολεμικόν ειδύλλιον εις πράξεις τρεις μετ' ασμάτων και χορών

Η ΜΟΡΦΩ Δράμα ειδυλλιακόν εις πράξεις τρεις

Ο ΠΡΟΕΣΤΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ Κωμωδία εις πράξ. 3

ΤΑ ΔΙΠΛΑ ΣΤΕΦΑΝΑ Δράμα εις πράξεις 3

ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΕΣ ΔΑΦΝΕΣ Πολεμικά και πατριωτικά ποιήματα μετά καλλιτεχνικών εικόνων σχ. 8ον

Νέα Μυθιστορήματα

ΡΑΒΕΓΚΑΡ Μετ' εικόνων υπό Γκυ Δε Τεραμόν κατά μετάφρασιν Ηλία Οικονομοπούλου. Τιμάται δραχμάς 8. —

ΖΟΥΝΤΕΞ Μετ' εικόνων. Υπό Αρθούδου Μπερνέδ και Λουδοβ. Φεγιάλ κατά μετάφρ. Ηλία Οικονομοπούλου δρ. 8. —

ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΥΟΡΚΗΣ Ή ΤΟ ΧΕΡΙ ΠΟΥ ΣΦΙΓΓΕΙ υπό Πιέρ Ντεκουρσέλ, μετ' εικόνων. Τιμάται δραχμάς 6. —

Η ΜΑΣΚΑ Με τα Άσπρα Δόντια· Μετ' εικόνων, υπό Αρθούρου Φάικλονς. Κατά μετάφρ Ηλ. Οικονομοπούλου δραχ. 6. —

Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΩΝ ΑΔΑΜΑΝΤΩΝ Μετ' εικόνων μετάφρασις εκ του Γαλλικού υπό Ηλία Οικονομοπούλου Τιμάται Δραχ. 4. —

Ο ΖΑΚ ΣΕΠΑΡ Ή ΙΠΠΟΤΑΙ ΤΗΣ ΟΜΙΧΛΗΣ, υπό Αδόλφου δ' Εννερύ. Μετ' εικόνων. Τιμάται δραχ. 3. —

Ο ΖΙΓΛΟΜΑΡ Υπό Μαρσέλ Ορστάιν. Μετ' εικόνων κατά μετάφρασιν Ηλία Οικονομοπούλου. Τιμάται δραχμάς. 3· —

Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΦΑΝΤΟΜΑΣ Έξοχον αστυνομικόν μυθιστόρημα, υπό Μαρκ Αλαίν — Πιερ Σουλβέστρ, κατά μετάφρασιν και διασκευήν Ιωάν. Σκουτεροπούλου, μετά πολλών εικόνων. Τιμάται δραχμάς 9. —

Ο ΓIΑΝΝΗΣ ΠΩΛ ΔΕ ΚΟΚ Εύθυμον μυθιστόρημα κατά μετάφρασιν εκ του Γαλλικού υπό Κλεάνθους Τριανταφύλλου σχ. 8ον σελ. 424 Τιμάται δρ. 5 —

Η ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟ ΧΑΡΤΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΣΙ Εύθυμον μυθιστόρημα μετάφρασις εκ του γαλλικού σχ. 8ον δρ. 3 —

Η ΚΥΡΙΑ ΜΕ ΤΑΣ ΚΑΜΕΛΙΑΣ υπό Αλ. Δουμά, υιού, Μυθιστόρημα ερωτικόν και δραματικόν σχ. 8ον δρ. 3. —

ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΤΩΝ ΑΓΑΜΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΦΥΦΤΥ ΤΟΥ υπό Μικέ Σαντίδου. Σύγχρονος και αποκαλυπτική Αθηναϊκή μυθιστορία, γεμάτη από περίεργα επεισόδια, και ερωτικά σκάνδαλα. Μετά πολλών καλιτεχνικών εικόνων, σελ. 1550. Τιμάται δραχ. 12. —

ΚΑΤΟΧΗ Ιστορικόν Μυθιστόρημα υπό Γερασίμου Βώκου μετά πολλών εικόνων σχ. 8ον σελ. 408. Τιμάται δρ. 3. —