Ο Άγιος Δημήτριος: Μυστήριον εις πράξεις 3

Part 4

Chapter 4 32 words Public domain Markdown

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. (κυττάζοντας εκστατικά στον ουρανό). Στη γλυκεία φωνή που ακούω να σπαρταρά, Χριστέ μου, κάνε με σκληρός να μείνω, αλόγιστος σαν το κοντάρι εκείνο, που σ' άνοιξε τη θεϊκή σου την πλευρά.

Η ΜΑΝΝΑ. Δήτε τον. Όλο και τον ουρανό κυττάζει. Στα σωθικά μου η λαλιά του λες μολύβι αναμμένο στάζει. Πήτε μου, είπε τίποτε; Μαννάδες, βαστάτε με και μώρχονται ζαλάδες. Ο κόσμος γύρω μου σαν να χαλνά.

3η ΜΑΝΝΑ. Για μια γυναίκα φαίνεται μιλά.

Η ΜΑΝΝΑ (έξαλλη από μητρική αγάπη). Ποια είνε τούτη πάλι η γυναίκα; Καμμιά από 'κείνες των πανδοχείων χωρίς άλλο της σειρήνες, που ξετρελλαίνουνε τα παλληκάρια, δίνοντας τους το κορμί [τους, για να ρουφήξουνε τα νειάτα τους, για να τους πιούνε τη [ζωή τους. Άφησε, Έπαρχε, ξανά να του μιλήσω, ίσως και να τον πείσω. Πρέπει να του μιλήσω, δεν βαστώ. Και σεις, Μαννάδες, αν τυχόν και αποστάσω, κρατήστε με γερά, κατάχαμα μη σωριαστώ. Πώς η καρδιά μου σπαρταρά!

(Στον Άγιο με τα χέρια απλωμένα σε τελευταία ικεσία).

Λεβέντη μου, το βλέπω φανερά, αν δεν αλλάξης γνώμη, νεκρό θε να σε κλάψουν η πλατείες και οι δρόμοι. Ένα πες μόνο ναι, στην προσταγή του Καίσαρα και θα γυρίσης στην πρώτη πάλι τη ζωή, στης δόξες και στα λούσα, ω! μπουμπούκι μου, που χρόνο με το χρόνο λαχταριστά σ' ανάθρεψα και σε κορφολογούσα. Τώρα που εκατόφυλλο μου άνθισες, τώρα να μου μαδήσης; Αγόρι μου, που ήλπιζα του γάμου το σεντόνι να σύρω από το κρεββάτι σου το νυφικό, του υμεναίου την παπαρούνα να βεβαιώνη βλέποντας, νέας του σογιού μας άνοιξες το ριζικό. Εγγονάκια σγουρομάλλικα στα γόνατα της να χορέψη, θάρρεψε πως της μελλότανε κι' όταν πεια από τα γεράμματα κοκκαλιαστή και ρέψη, τα μάτια της ονειρευότανε συ να της κλείσης με τα δαχτυλούλια σου κι' ο ύπνος νάνε ελαφρός ο τελευταίος της μαννούλας σου. Μίλησε, αποκρίσου μου, κάνε μου το χατήρι. Πού θα μ' αφήσης έρημη; Ούτε αδέρφια έχεις, ούτε κύρη να με περιμαζώξουνε κι' εγώ, σαν σε τελειώσουν, στην γης όταν κοκκαλωμένο σε ξαπλώσουν, η αρχοντογυναίκα 'γώ ζητειάνα θα γυρνώ και θα κρυώνω και θα πεινώ, πόρτα με πόρτα διακονεύοντας, 'πάνω στου δρόμου τα λιθόστρωτα τα γόνατά μου γδέρνοντας, 'γώ που σε στρώμα πουπουλένιο είχα το κορμί μου να ξαπλώνη, όπως ξέρεις, μαθημένο.

(Λιγοθυμάει).

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. (με δάκρυα, που του κατεβαίνουν ίσια στα μάγουλα). Χριστέ μου, που από το σταυρό σου να ξεμαλλιάζεται σαν είδες την παρθένα μπρος σου, διάταξες τον Ιωάννη σπίτι του για μάννα να την πάρη, στον ταπεινό σου δεν θ' αρνηθής και συ την ίδια χάρι. Και τώρα που τραβά για το μαρτύριο μπορεί τη Μάννα του με ησυχία να εμπιστευθή στον Κύριο!

2α ΜΑΝΝΑ. Ευτυχισμένες γέννας πόνους όσες δεν εννοιώσανε.

3η ΜΑΝΝΑ. Όσες καϋμούς να της ποτίζουνε μωρά δεν εφασκιώσανε.

4η ΜΑΝΝΑ. Μακάριες οι στείρες όσες δεν γνωρίζουνε τέτοιες λαχτάρες, που τα χείλα κιτρινίζουνε.

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. Η καρδιά μου σαν κερί μέσα στα σωθικά μου λυώνει. . .

2ος ΠΡΕΣΒΥΤ. Άκου, Λαέ, τα λόγια τα δικά μου, λέγει ο Κύριος. Όσοι δάκρυα θα σπείρουνε, την αγαλλίασι κατόπιν θα θερίσουνε. Μέσα στων σταφυλιών το αίμα θε να πλύνουν τη στολή τους.

2ος ΔΙΑΚΟΣ. Καθώς του κέρδου η κορφή, ορθή θ' ανυψωθή η [κεφαλή τους. Άγγελοι θα τους βρέξουνε τα πόδια τους με λάδι μυρωμένο, γιατί αφίκανε τα ίχνη τους στον δρόμο τον ευλογημένο!

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. (με λιγωμένο πάθος). Μέσα μου κάτι λυγάει, σαν ένα τόξο χρυσό. Στην κόρδα δίνει περισσό σκούντημα η σαγίτα για να τρέξη. Στου ουρανού τα πλάτια, σαν μετέωρο να φέξη λες η ψυχή μου λαχταράει.

2α ΜΑΝΝΑ. Του κρόκκου το άρωμα ευωδιάζει η πνοή του. . .

3η ΜΑΝΝΑ. Σαν λύκηθος υψώνεται το λιγυρό κορμί του. . .

4η ΜΑΝΝΑ Είνε κακό τέτοιος λεβέντης ν' αποθάνη. . .

2ος ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΥΣ Των χριστιανών την πλάνη αν δεν αρνηθή, με τα κοντάρια των στρατιωτών θα τρυπηθή

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. (με το ίδιο παίξιμο). Όπως το δοχείο 'κείνο το φαρφουρί της Βηθανίας, νοιώθω κι' εγώ τα δάκτυλα κάποιας Μαρίας την ύπαρξί μου να τσακίζουνε, της πίστης μου τον νάρδο να σκορπίζουνε, τα πόδια του Χριστού μου για να πλύνω.

2ος ΠΡΕΣΒΥΤ. Όποιος θέλει τη ζωή του να κερδίση, πρέπει σ' αυτό τον κόσμο να την χάση. Αν κανείς τον θάνατο δεν αγαπήση, την πύλη της Εδέμ δεν θα περάση Αλληλούια!

ΕΠΑΡΧΟΣ (κόβοντας την κουβέντα που είχε με τον Εκατόνταρχο). Μέσα στο συρφετό κρυμμένοι, όλο και κουταμάρες ξεφωνίζουνε οι βαφτισμένοι. Τη Ρώμη βρίζουνε και για την πίστι τους γαυγίζουνε. θα τους τσακίσω, μα την Ήρα!

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. Ας υψωθή η προσευχή μου προς τον Κύριο, καθώς από του Άβελ το θυσιαστήριο των πρώιμων καρπών τα ζαχαρένια μύρα.. . .

1ος ΔΙΑΚΟΣ. Αυτός είπε: «Όταν τους πεθαμένους αναστήσω τα πρόβατα στα δεξιά του θρόνου μου θα στήσω.» Αλληλούια!

3ος ΘΕΣΣΑΛ. Λυπήσου τα νειάτα, την τόση σου χάρι, το πείσμα παράτα. Κατέβα στη στράτα και σ' όλη τη Θεσσαλονίκη 'μπρός, περήφανος κι' ως άλλοτε λαμπρός, θυσίασέ το το κριάρι στου Ηρακλέα το βωμό με σεβασμό!

Η ΜΑΝΝΑ, (στον Άγιο με τα χέρια απλωμένα σε ικεσία). Σαν όπως κουβαλάν από το φούρνο τα ψωμιά, κι' όλο μοσχοβολά το σπίτι από την ευωδιά και τη φέτα λαχταρά ζεστή στο στόμα να μασήση, έτσι ριχνότανε κι' η μάννα σου να σε φιλήση, Λεβέντη μου, σαν σ' έβλεπε όλος χαρά να διασκελής την είσοδο. Τώρα χορτάρια στης πόρτας μου το σκαλοπάτι θα φυτρώσουν και η αράχνες τον ίσιο τους θε ν' απλώσουν 'πάνω απ' του κρεββατιού σου τ' αγγοννάρια, όπου ξαπλωμένο σαν βρισκόταν το κορμί σου το μελοδρωμένο, ερχόμουνα να σου φιλήσω μάγουλο. . . Ωιμένα! δόστε μου στάχτη στ' ασπρισμένα μαλλιά μου να σκορπίσω! Αχ! η κακομοίρα 'γώ! Πήτε πώς θ' αγροικήσω παλληκαριού φωνή της μάννας του να κουβεντιάζη χωρίς την καρδιά μου το μαχαίρι να σπαράζη του πόνου; Δήτε τον, απάντησι δεν δίνει στο μοιρολόι μου!. . . Να τον καταραστώ Α! Όχι [Εκείνοι ναι, οι Χριστιανοί, αυτοί που τον ποτίσανε μάγια, ορίστε πως μου τονέ καταντήσανε!

ΕΠΑΡΧΟΣ (σηκωνόμενος). Κάθε Χριστιανού θα σκίσω 'γώ τα σωθικά και στους σκύλους την καρδιά του θε να ρίξω, αν στον αγαπητό του Καίσαρα να δείξω δεν κατορθώσω την αλήθεια. . .

(Ο χορός των Διάκων και οι Πρεσβύτεροι τραβιούνται με φόβο κατά το δρόμο της Θεσσαλονίκης).

ΕΚΑΤΟΝΤ. (στους στρατιώτας). Γάιε, και συ Λουκά, βγάλτε του γρήγορα τα ρούχα και νυχτώνει, ίσως τον φέρουνε στα λογικά οι πόνοι. . .

1η ΓΥΝΑΙΚΑ (από το βράχο). Ασπίδα λες από ελεφαντόδοντο έχει τα στήθεια κι' ίδιος καρπός το κάθε μπράτσο του φουσκώνει.

2α ΓΥΝΑΙΚΑ. Ωιμένα! Ένα τέτοιο σώμα πως θα το ξαπλώσουνε στο χώμα!

3η ΓΥΝΑΙΚΑ. Δημήτριε, αφέντη, άλλαξε σκοπό!

ΕΚΑΤΟΝΤ. Σκασμός, γυναίκες..

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. (με τίναγμα ενθουσιασμού). Εγώ τον θάνατο τον αγαπώ. Μιλήσετε και για το χώμα; Αυτό δα πιότερο απ' όλα αγαπώ ακόμα. Ο Γιεχωβάς πήρε στη χούφτα του να το μαλάξη του κόσμου όλα τα ωραία για να φτειάξη. Χώμα είν' το ψωμί που με την άσπρη σάρκα μοιάζει, χώμα και το σταφύλι που θαρρείς αίμα να στάζη.

1η ΓΥΝΑΙΚΑ (από το βράχο). Για δες πόσο βαθειά, ίδια σπαθιά, του σέρνεται στη ράχη η γραμμή!

2α ΓΥΝΑΙΚΑ. Να μετανοιώση γίνεται την τελευταία πια στιγμή;

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. Κανένα άρωμα δεν φέρνει τόσο βαθειά την ταραχή στων ανθρώπων την ψυχή, όσο το χώμα έπειτ' από φθινοπωρινή βροχή. Γιατί τους κάνει να συλλογιστούν πειο έχουν τέλος και ποιάν [αρχή

3ος ΘΕΣΣΑΛ. Μέσα στον τάφο ξετυλίγονται φρικτές σαπήλας οπτασίες. . .

3η ΓΥΝΑΙΚΑ. (από το βράχο). Έπαρχε κάνε του χάρι, Ήτανε ο Δημήτριος της πόλις το καμάρι.

ΕΠΑΡΧΟΣ. (στον Εκατόνταρχο). Να ιδούμε πώς θα τελειώση όλη αυτή η ιστορία. Στο παλάτι δυνατή κρατάει τους ευνούχους ταραχή. Τα ξημερώματα γίνηκε καθώς λένε άγριος τσακωμός του Καίσαρα με την Ευνίκη. Όλα τα χαλκώματα που τώστειλε τ' αρχαία δώρο από τη Ραβέννα του Μαξιμιανού η κόρη, του τα τσάκισε και ούτε ένα στη συλλογή δεν του αφήκε. . .

ΕΚΑΤΟΝΤ. Σωστός μαλλιογδαρμός με άλλα λόγια. . .

ΕΠΑΡΧΟΣ. Να με θυμάσαι πώς τούτη η Εταίρα θα καταστρέψη τον Γαλέριο μια μέρα

2ος ΔΙΑΚΟΣ. Των εθνικών τα πόδια είνε σουβλερά. Ούθε δια- [βούνε σκάβουν πληγές, αίμα σκορπούνε!

3ος ΘΕΣΣΑΛΟΝ. (στον Εκατόνταρχον). Ακόνισαν τη γλώσσα τους και κοφτερή την κάνανε σαν του φειδιού. Τον πήραν στο λαιμό τους με τα λόγια που του σφύριζαν.

1ος ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Το χαλασμό τους πρέπει ο Καίσαρ αύριο ν' αποφασίση.

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. (στους Διάκους). Σαν κερί με σβώλο μέλι, μέσα στο στόμα τα λόγια σας μου 'νε γλυκά και πιότερο ακόμα. Μη με ξεχνάτε, αδελφοί, στης Κυριακάτικες αγάπες. . .

ΣΚΗΝΗ 4

Οι ανωτέρω — Λούπος

2ος ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ, (κυττάζοντας κατά το δρόμο της Θεσσαλονίκης) Κάποιος έρχεται τρεχάτος.. Να περάση, κάνετε τόπο να διαβή. . .

(Όλοι κυττάνε στο άνοιγμα του δρόμου. Ορμάει ταραγμένος ο Λούπος, νεανίας με χιτωνίσκο πράσινο. Τρέχει ολόισα στον Έπαρχο).

ΛΟΥΠΟΣ. Τώλπιζες τη ζωή να χάση ο ταύρος μ' ενός προβάτου χτύπημα;

ΕΠΑΡΧΟΣ. Λούπε, τι τρέχει;

ΛΟΥΠΟΣ. Α! το δυστύχημα είνε μεγάλο κι έτρεξα εδώ να σου το πω, γιατί όπως εγώ το αγαπώ το πένταθλο, έτσι και συ τη ζωή σου δίνεις τη μισή να βλέπης παλαιστάς στο στοίβο να κυλιώνται. Μάθε το. Να το κρύβω δεν βαστώ. Σκότωσαν τον Λυαίο!. . .

ΕΠΑΡΧΟΣ. Τι λες;

1ος 2ος 3ος 4ος ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΥΣ. Ω!

ΛΟΥΠΟΣ. Ναι!

ΕΠΑΡΧΟΣ. Δεν μπορεί! Δεν γίνεται! Τον έβλεπε κανείς και ν' απορή του 'ρχόταν. Τέτοια μπράτσα! Τέτοιες κνήμες!

ΛΟΥΠΟΣ. Κατέβηκε στο στοίβο ένας νέος, ένα παιδί ωραίος και λεπτός σαν κρινοκλάδι. Τον αρπάζει, τον πετάει χάμω. . .

ΕΠΑΡΧΟΣ. Ποιόνε;

ΛΟΥΠΟΣ. Τον Λυαίο!

ΕΠΑΡΧΟΣ. Είν' απίστευτο!

ΛΟΥΠΟΣ. Τον σκάζει σαν ρόγα σταφυλιού. Άκου με τι σου λέω. Τον τσακίζει. . . Και το χειρότερο απ' όλα, είνε Χριστιανός! Αυτή την ώρα το διαλαλούν στης ρύμες οι Ναζαρηνοί!

ΕΠΑΡΧΟΣ. Σαστίζει ο νους μου. . .

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. (ο οποίος παρακολουθούσε την αφήγησι με ασυγκράτητη χαρά, πλησιάζοντας στον Έπαρχο και στο Λούπο. Στο τέλος βρίσκεται μεσ' στη μέση της σκηνής, στο προσκύνιο. Ξεφωνάει σαν κόκκορας που αιμάτωσε το λειρί του εχθρού του). Νίκησεν ο Νέστορας! Χαρήτε Χριστιανοί! Αλαλάξετε η θάλασσα, η γης κι' οι ουρανοί! Τον Γολιάθ έρριξε κάτω ένας ταπεινός Διάκονος της Εκκλησίας των Θεσσαλονικέων. . . Σαν το χορτάρι του αγρού ισχνός. . . Το λέει δα και η Γραφή: «Ο Δράκων και ο Λέων θα πατηθούν από τα πόδια σου. Θα στηριχτής 'πάνω στην ασπίδα και στο βασιλίσκο και δεν θα ριχτής κατάχαμα από το δάγκωμά τους!..

ΛΟΥΠΟΣ. Πέθανεν ο παλαιστής!. . . χάσαμε το καμάρι του Σταδίου. . .

ΕΠΑΡΧΟΣ. (δαγκώνοντας τη γροθιά του με λύσσα). Συμφορά τους!

Η ΜΑΝΝΑ (στης άλλες Μαννάδες που την τραβάνε και την σέρνουνε κατά το δρόμο της Θεσσαλονίκης όπου σε λίγο χάνονται). Μη με τραβάτε. . . Πού με σέρνετε. . . Γιατί από το γυιό μου μακρυά με παίρνετε; Θέλω να μείνω. . . Της υστερνές ματιές του η παρουσία μου λιγάκι να γλυκάνη. . . . Τα κονταροχτυπήματα σκληρά δε θάνε τόσο. . . Το ξέρει άραγε πως θα πεθάνη; Αχ! όταν πεια τον ρίξουνε νεκρό στο χώμα, να σιμώσω θέλω και με τα δάκρυά μου να του πλύνω της πληγές του σπαραχτικά το μοιρολόι της θανής του να του τραγουδήσω και με δυο φιλιά πλατειά, σαν την αγάπη μου, να του [σφαλήσω τα μάτια τα μεγάλα, με το τσίνουρα τα γυριστά. . . Σίρτε και ρίξτε με στα πόδια του μπροστά. . . Μη με τραβάτε.. Πού με σέρνετε; Γιατί από το γυιό μου μακρυά με παίρνετε;

(Ο Έπαρχος μιλά μαζύ με τον Εκατόνταρχο. Κυττάνε τον ουρανό που σκοτεινιάζει και παίρνουν την απόφασί τους),

ΕΚΑΤΟΝΤ. Η Ευνίκη δεν μπορεί μαζύ μου να θυμώση και χρέος ό,τι μώταξε έχει να μου το δώση.

ΕΠΑΡΧΟΣ. (στους στρατιώτες). Στρατιώτες! Πίσω από το βράχο πάρτε τον βαράτε τον με τα κοντάρια στα πλευρά. Χτυπάτε τον αλύπητα, γερά!

1ος ΔΙΑΚΟΣ. Κράτει!

2ος ΔΙΑΚΟΣ. Δυναμώνου!

3ος ΔΙΑΚΟΣ. Μάρτυρα του πόνου!

(Οι Χριστιανοί κάτι μυστικό λένε αναμεταξύ τους και σκορπίζονται. Μερικοί προσπαθούν ν' ανεβούν στο βράχο, για να ιδούν σε ποιο μέρος θα τον σκοτώσουν, για να πάνε έπειτα να πάρουν το νεκρό).

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. (μη αντέχοντας πεια να βαστάξη την αγάπη στη μάννα του και ξεσπώντας σαν χείμαρρος βουερός, την ώρα που οι στρατιώτες δοκιμάζουν της μύτες των κονταριών τους πάνω στη φλοίδα του πλατάνου και τραβάνε τον Άγιο να πάνε πίσω από το βράχο για να τον τρυπήσουν).

Της Μάννας μου ο σπαραγμός ίσαμε 'δώ πέρα ξετυλίγεται και ο δαρμός. Αυτός σεντόνι ας γενή λευκό, το κορμί μου το μαρτυρικό μέσα στην απέραντη στοργή του να το σαβανώση, προτού στην αγκαλιά της γης το παραδώση. . .

(Ρίχνοντας σαν τυφλός τα χέρια του κατά το δρόμο της Θεσσαλονίκης, οπούθε πήρανε τη μάννα του η άλλες γυναίκες).

Μάννα μου, έπειτ' από το Χριστό, τώρα που δε σε βλέπω, θα το μαρτυρήσω, σε σένα όλη την αγάπη μου χρωστώ κι' όμως δεν στάθηκα να σε παρηγορήσω, Μάννα φαρμακωμένη! Τα πόδια σου δεν ρίχτηκα να σου φιλήσω, Μάννα, ευλογημένη!..

ΤΕΛΟΣ

Επτά χιλιάδες τετρακόσια είκοσι και πέντε από κτίσεως κόσμου. Έξ νονών Μαΐων. Όταν μαραίνονταν οι κρίνοι και ανθίζαν η ροδιές γύρω από το κάστρο της Θεσσαλονίκης Πλάτων Ροδοκανάκης.