Ο Άγιος Δημήτριος: Μυστήριον εις πράξεις 3

Part 3

Chapter 3 22 words Public domain Markdown

ΑΓ. ΔΗΜ. Τον πρώτον άνθρωπο πρέπει να τον ξεχάσης. Για σας απόθανα, με τον Χριστό σαν αποφάσισα να ζήσω, Σταυρώθηκα μαζύ μ' Αυτόν. Να ξεψυχήσω, πάνω στον σταυρό κι' εγώ υψώθηκα. Τρυπήθηκα με τα καρφιά και μέσ' στο αίμα σαβανώθηκα.

ΕΥΝΙΚΗ. Αν σε σταυρώνανε εσένα, απ' της πληγές σου ολοένα το μύρο θάτρεχε της καλωσύνης σου.

ΑΓ. ΔΗΜ. Στήριξέ με, Κύριε, στο δρόμο της δικαιοσύνης σου. Σφίξε μου το από τους κροτάφους 'πάνω το μαρτυρικό στεφάνι, το τετέλεσται να πω και ν' αποθάνω.

ΕΥΝΙΚΗ. Του ξερού σου στεφανειού τ' αγκάθια γύρω από το μέτωπό σου καρφωμένα, του αφιονιού θε να κρεμούσαν τ' άνθια ύπνον σωτήριον φορτωμένα.

ΑΓ. ΔΗΜ. Για όσα λόγια πλάνης έχω 'πει, να με ποτίσουν θέλω μ' εκείνο το καλάμι, αφού του βουτήσουν μέσα στην σμύρνα το σφουγγάρι και στην πράσινη χολή! Τότε κι' εγώ πεια θα μπορέσω να σ' αποκαλέσω, Κύριε, [«Ηλί!»

ΕΥΝΙΚΗ. Το καλάμι τούτο θε να κόβαν σε κομμάτια όσων γυναικών τα μάτια από την ερωτικήν απελπισίαν αστραπές ανάβουνε, σουράβλια θρήνων και κλαυθμών να φτιάνουνε.

ΑΓ. ΔΗΜ. (στεκόμενος μπροστά της σε τρόπο που σχεδόν της αγγίζει το γυμνωμένο κορμί). Πάψε πεια! Ίδιο κύμα η ξετσιπωσιά σου αγριεμένης θάλασσας, στα χείλια τα δικά σου της αμαρτίας τον αφρό σωριάζει. Είμαι ο κλητός Κυρίου, ο αγιασμένος και ο εκλεκτός του Ιησού. Γύριζα πρόβατο χαμένο πριν και στην ασέλγεια παραδομένο είχα το σώμα μου, σ' επιθυμίες, σε οινοφλυγίες, πότους και ειδωλολατρείες αθέμιτες· μα τώρα τα έχω ανοιγμένα τα μάτια, γιατί ο Αντίχριστος, ίδιο λιοντάρι πεινασμένο μουγκρίζει, έτοιμος το στόμα του ν' ανοίξη κορμιά ανθρώπων να ρουφήξη.

ΕΥΝΙΚΗ. (κάνοντας σαν το ζω που δεν αισθάνεται άλλο τίποτα από τον πόθο που το ταράζει). Θέλω στο πλευρό μου άντρα μου κάθε νύχτα να σε νοιώθω. Θέλω με το χέρι το δικό μου το μετάξι της ζωής σου εγώ να κλώθω. Για μήνες μέσα στα σωθικά μου ένα κομμάτι από τον εαυτό σου, ζωντανεμένο να βαρύνη τα σπλάγχνα τα δικά μου θέλω, και να μου ρουφάη το αίμα διψασμένο.

ΑΓ. ΔΗΜ. (παγαίνοντας οπίσω με τα χέρια τεντωμένα για να προφυλάγεται). Σαν σύννεφο, που καταιγίδα το κυνηγάει, γιομάτος από ζόφο κι' από σκότος, σταματάει ο κάθε λόγος σου 'πάνω από την ψυχή μου. Δεν θέλω πια την ακοή μου. γέννημα του Βελιάλ, να βεβηλώνουν τα λόγια της φθοράς. Με σώνουν τα όσα άκουσα, όταν στην ανομίαν εκυλιώμουνα μαζύ σας, όταν ελογιζόμουνα σαν τρίβολος μεσ' στου Χριστού τον αμπελώνα κι' ήμουν της αρετής το σκάνδαλο σ' αυτήν εδώ την Βαβυλώνα. Ό,τι και αν μου πης δεν σε πιστεύω. Σ' όλα τα λόγια σου του κόρακα το κράξιμο αγναντεύω.

ΕΥΝΙΚΗ. Δεν υποφέρω να σ' ακούω. . . ω! πώς με μαγνητίζει [η φωνή σου! Έτσι που μου μιλάς, χύνεται η πνοή σου σαν ανθισμένης τζιτζιφιάς το ανάσαμα από τα γυρτά κλωνάρια!

(Κάνει πως τραβιέται πίσω).

Πάψε! Να μην ακούω τη φωνή σου! Μέλι λες στάζει όπως σιγοτρέμει από την οργή σου. Δίνω της φορεσιές μου της χρυσές και τα μαργαριτάρια που μώφερεν ο Καίσαρας τα μαύρα, να σου φιλήσω αν μ ' άφινες τα χείλια!

(Δοκιμάζει να πέση επάνω του).

Ω! σ' έχω μέσ' στο αίμα μου!

ΑΓ. ΔΗΜ. (ωργισμένος σαν τη φωτιά που σκεπάζεται από σύννεφο καπνού). Οπίσω! Οσμή θανάτου όσα βγαίνουν από το στόμα σου σκορπάνε. Πώς θάθελα να σώκοβε αυτή τη γλώσσα ένα πυρακτωμένο χαλινάρι. Γιατί τα όσα κακά ο κόσμος υποφέρει, από αυτή τη δύναμι πηγάζουν. Καθώς τα πλοία τον ωκεανό δαμάζουν μ' ένα μικρό πηδάλιο κι' όταν το χάσουν, πάνω στα βράχια ρίχνονται να σπάσουν, έτσι κι' η γλώσσα, ολόκληρο ένα κορμί το κυβερνάει ή το ρίχνει με ορμή στην κόλασι. Φύγε να μη σε βλέπω. Πορνεία είνε τα μάτια σου γιομάτα. Η επιθυμία της σάρκας βγάζει από το κορμί σου φωτειά που ίσαμε αυτού με καίει. Σε πυρωστιά θάθελα το κορμί σου απλωμένο νάβλεπα. Μαστιγωμένη καταμεσής της αγοράς, γυναίκα της διαφθοράς, να σ' έφερναν, ώσπου να τρέχη αίμα από τους γοφούς σου. [Καταραμένη!

ΕΥΝΙΚΗ. (φλογισμένη από υστερικό πυρετό, ξεφωνίζει με τρελλή χαρά.) Έτσι.. Α!.. Να σε ιδώ λιγάκι θυμωμένο. . . Φώναξε! Θέλω τον ερωμένο μου κακόν, αγριεμένο, τον θέλω χυδαίο! ποτέ μου δεν σε είδα σαν και τούτη τη στιγμή ωραίο! Άρπα με από τα μαλλιά και κάτω ρίξε με, δος μου κατακεφαλιές, βρίξε με. βάρα με, σαν το ρόιδι να σκάσω από τη γλύκα. Το κάθε κτύπημά σου τη σάρκα μου θε να περνά, ως νάρθη μια στιγμή, που σαν το σύκο αμέτρητα κουκιά χρυσάφι μέσα στο αίμα μου, το θείο δάρσιμό σου να γυρνά! Πώς θάθελα να σ' έβλεπα σαν λυσσασμένο λύκο, 'πάνω μου να χουμίξης κι' εγώ νάμαι το αδύνατο το λάφι.

ΣΚΗΝΗ 5

Οι ανωτέρω — Πρίσκιλλα

ΠΡΙΣΚΙΛΛΑ. Ετόλμησα κι' εμπήκα. . .

ΕΥΝΙΚΗ. Ποιος είνε; Πρίσκιλλα εσύ;

ΠΡΙΣΚΙΛΛΑ. Κυρία, από το παλάτι ήρθεν ο Μίμος πάνω στου στρατηγού το άτι. Σε περιμένει ο Μαξέντιος μέσα στον κήπο όπου ταχτικά τον συναντάς την νύχτα. . .

ΕΥΝΙΚΗ (με ζωηρή χειρονομία της σταματάει την κουβέντα). Να του πουν πως λείπω. Πως βρίσκομαι στης μάγισσας Θαΐδος τη σπηλιά και θα γυρίσω με τα φίλτρα. Μιλιά του Γρύλλου μη τυχόν και του ξεφύγη. Γρήγορα, πες του να καβαλικέψει και να φύγη!

(Η Πρίσκιλλα φεύγει).

Τώρα εγώ εδώ προστάζω! Άλλους από λιοντάρια σώζω κι' άλλους σφάζω. Γιατί ο Καίσαρ ο Γαλέριος χωρίς εμένα βλαστημά και βαρυαναστενάζει ολοένα, όσο γυναίκα του κι' αν δεν με πέρνει. Γιατί πρέπει κι' αυτό να μάθης. Είνε τσιγκούνης και γέρνει. η πρόστυχη ψυχή του πάντα στον παρά και να στεφανωθή την κόρη λαχταρά κανενός της Ρώμης πατρικίου με μεγάλη προίκα. Όμως στον διάβολο κι' αυτός κι' αυτή και όλη των η κλίκα. Ούτε και να τον συλλογιέμαι του αξίζει. Σπουδαίο βλέπεις υποκείμενο! Μυρίζει σκόρδο ακόμη το στόμα του. . . Ήταν το στρώμα του μέσ' στο κουρέλι σαν τον πρωτογνώρισα κι' από την απλυσιά του σβέρκου του απόρησα. Αυτά στα λέω, θέλοντας να σου δείξω πόσο είμαι γουρλίδισσα, που να τον ρίξω με την μοίρα μου κατώρθωσα. Μπορώ για σένα που λαχταρώ κάτι παραπάνω σε τιμή να σου χαρίσω. Στα χέρια μου σ' αυτό το δεσμωτήριο δεμένο να σ' αφίσω είνε, ή τώρα που η Θεσσαλονίκη κοιμάται σκοτεινή, να κάνω την πειο φωτεινή να λάμψη αύριο για σένα μέρα. Καταλαβαίνεις τι σου λέγω πέρα ως πέρα, οι λεγεώνες του Ιλλυρικού είνε δικοί μου. Στην προσταγή μου ο Στρατηγός των ο Μαξέντιος, πούνε τρελλός για μένα, θα ξαμολύση τα δασκαλεμένα πλήθη των οπλιτών. Φτάνει να το θελήσω. Μ' ακούς τι λέω; Φτάνει να του το ζητήσω. Ανάστατη η πόλις θα βρεθή χωρίς κανέναν αρχηγό, γιατί στο αναμεταξύ εγώ την αγκαλιά μου, όπου ο Γαλέριος θάνε γυρμένος, θα κλείσω γύρω από τον λαιμό του και πνιγμένος από το κρεββάτι του θα κυλισθή! Στοχάσου, σου δίνω ένα θρόνο! Συ τώρα δείξε την παλληκαριά σου. . . Σωπαίνεις; Λέγε μου τι περιμένεις; Άλλη πάλι τούτη στενοχώρια. . . Περνά η ώρα. . . Κουνήσου. . . Κράζουν πα 'στο κάστρο τα [κοκκόρια.

ΑΓ. ΔΗΜ. Ψεύτες και επίορκοι και ανδροφόνοι όλοι, σκορπιού γεννήματα!. . . Όπου οι νόμοι σας λεν υπακοή, εσείς σηκώνετε κεφάλι ανυπότακτο. Μα 'γώ από αυτό το χάλι σώθηκα το Ευαγγέλιο της δόξης τον μακαρίου Θεού μόλις επίστεψα. Μέσα μου, του Κυρίου επλεόνασεν η χάρις με αγάπη και με πίστι. Μετάνοιωσε και σκόρπισε χώμα στην κόμη σου. Τον ρύστη, Αυτόν που ελεεί κάθε αμαρτωλό και την αιώνια ζωή του δίνει, σε παρακαλώ, αν θες στα πόδια σου να γονατίσω,

(Γονατίζει και της αγκαλιάζει ικετευτικά τα πόδια),

με δάκρυα να στα ποτίσω, πίστεψέ τον, όπως τον επίστεψε και η Μαγδαληνή Μαρία, κάνοντας έτσι όλη τη Μακεδονία από το θαύμα τούτο νάρθη σε επίγνωσι της αληθείας, και αμβροσία να γεννή το κριθαρόψωμο της εκκλησίας!

ΕΥΝΙΚΗ. (μέσα σε ηδονικό σπαρτάρισμα όλου της του κορμιού). Σαν νάμαι λες παρθένα και μπράτσα μεστωμένα παλληκαριού, πρώτη φορά να μ' ανεβάζουν από τα σφυρά όπου μ' εγγίζουν, σ' όλο το κορμί, τον πόθο του σφιξίματος και την ορμή των κυλισμάτων. Μια στιγμή αυτό το χάδι να βαστάξη και λυγμοί θε να με πιάσουνε και σπαραγμοί. . . Θα με τραντάξουν. . . ω! αυτοί οι γλυκασμοί!

ΑΓ. ΔΗΜ. Ήμουν κι' εγώ βλάστημος και διώκτης και υβριστής, κάτω από την κεντημένη τήβενο σωστός ληστής. Μα ελεήθηκα από τη μακροθυμία του Χριστού κι' έγινα υποτύπωσις κάθε πιστού, που θα τον βρη η χάρις και το έλεος και η ειρήνη. Μετά νοιώσε και συ, η ποίμνη σ' αναζητάει του βοσκού σαν πρόβατο χαμένο. Έχω εδώ λίγο νερό στη στάμνα φυλαγμένο, το βάφτισμα αμέσως να χαρίσω σου της σωτηρίας. Θα σ' έχω ίδιαν αδελφήν αγαπητήν στης Αιωνίας ζωής τον κήπο, χέρι με χέρι θα περπατάμε, κάτασπρο περιστεριώνε ταίρι.

ΕΥΝΙΚΗ. (τον σπρώχνει κάνοντας έτσι σαν ν' αρπάξανε τα ρούχα της φωτιά. Ο Άγιος σηκώνεται τρομαγμένος). Ανάβω. . . Άφησέ με!. . . από το κορμί μου φλόγες βγάνω. . . κάτω τα χέρια. . . παράτησέ με. . . σφάξε με, ν' αποθάνω θέλω. Σαν αδερφή σου δεν μπορώ να ζήσω. Γυμνό θέλω να σε χαρώ, νυχτιές ερωτικές μαζύ σου ν' αγρυπνήσω!

ΑΓ. ΔΗΜ. (με τα χέρια τεντωμένα μπροστά για προφύλαξι). Οπίσω, μοιχαλίδα, οπίσω. . . ' τα χέρια μου εμόλυνε το σώμα σου!

ΣΚΗΝΗ 6

Οι ανωτέρω — Ερμογένης — Πρίσκιλλα

ΕΡΜΟΓΕΝΗΣ (μπαίνει με φόβο). Να κρατήσω, Ευγενεστάτη, δεν μπορώ έξω την κουστωδία. Ζητάνε να τον πάρουνε. Ξημέρωσε.

ΕΥΝΙΚΗ. (απελπισμένη). Η συνοδεία. . . Πού είνε η συνοδεία μου Να φέρουν το φορείο. Είμ' άρρωστη. Γρήγορα να με πάνε στο παλάτι. . .

(Η Πρίσκιλλα φεύγει και ξαναγυρίζει πίσω).

ΑΓ. ΔΗΜ. (μιλώντας μόνος του και γυρίζοντας στη γωνιά του, όπου πέφτει πέρνοντας τη συνηθισμένη εκστατική στάσι).

Στο κεραμείο, από τον ίδιο τον πηλό, πλάθουνε σκεύη και τιμής και ατιμίας. . .

ΕΥΝΙΚΗ (ορμώντας κατ' επάνω). Είσαι τρελλός και ό,τι σου κατέβει λες. Όμως είσαι ωραίος και να σε φιλήσω μώρχεται. Σαν ρόδο, με τα δάχτυλα να ξεφυλλίσω θέλω τη σάρκα σου. . .

ΕΡΜΟΓΕΝΗΣ (βλέποντας τον Εκατόνταρχο). Ο Εκατόνταρχος!

ΣΚΗΝΗ 7

Οι ανωτέρω — Εκατόνταρχος — Στρατιώται

(Μπαίνει ο Εκατόνταρχος με προφύλαξι γιατί γνωρίζει ποια βρίσκεται στη φυλακή. Τον ακολουθάνε στρατιώτες με δόρατα και στέκονται παράμερα).

ΕΥΝΙΚΗ. Ανθρώπου μάτι να με ιδή απαγορεύω. . . Πρίσκιλλα την καλύπτρα μου.

(Η Πρίσκιλλα της δίνει την καλύπτρα που βαστά. Είνε πράσινη διάφανη με χρυσά κεντήδια. Η Ευνίκη σκεπάζει με αυτήν το κεφάλι και το πρόσωπό της. Κάνει να φύγη.

Στο παλάτι μ' όλη τη δύναμί τους να με τρέξουνε οι σκλάβοι!

(Πηγαίνει κοντά στον Εκατόνταρχο και τραβώντας τον παράμερα).

Γνωρίζεις τη διαταγή που έδωκεν ο στρατηγός ψες βράδυ;

ΕΚΑΤΟΝΤ. Ό, τι ορίζεις να το κάνω ο Μαξέντιος μου είπε. . . Κι' η διαταγή του Καίσαρα με πίστι και υποταγή κι' αυτή θα γίνη. . .

ΕΥΝΙΚΗ. Ν' αλλάξη γνώμη έχει την χάριν ο κατάδικος ίσαμε τη στιγμή την τελευταία. . .

(Τραβώντας τον ακόμη παράμερα).

Τώρα κάτι να σου πω ακόμη. . . Δέκα χρυσά νομίσματα θα σου χαρίσω. Οι δαρμοί να πέφτουν ψεύτικοι στης πλάτες του. Σιγά να τον πη- [γαίνης, καιρό για να κερδίσω. Τους Χριστιανούς μην αποπαίρνεις. Ίσως και με τους θρήνους τον κάνουνε ν' αλλάξη γνώμη..Και τους δικούς μας άφισε [κι' εκείνους.

(Κάνει να φύγη. Ιδία).

Τώρα εγώ τη μάννα του τρέχω να στείλω. Ο σπαραγμός [της ίσως αυτός γλυτώση από το θάνατο το γυιό της.

(Φεύγει σαν τρελλή. Η Πρίσκιλλα τρέχει πρώτη χτυπώντας τα χέρια, για να καταλάβουν οι Ευνούχοι της συνοδείας ότι η Ευνίκη φεύγει).

ΑΓ. ΔΗΜ. (στη γωνιά του δέεται). Κύριε ο θεός μου, προς σε ορθίζω, στον άπειρό σου έρωτα την ψυχή μου βυθίζω. . .

ΕΚΑΤΟΝΤ. (διατάζει τους στρατιώτες με μια χειρονομία να σηκώσουν τον Άγιο Δημήτριο). Σηκώστε τον με προσοχή και χωρίς βία. Να τον περιποιηθούμε πρέπει. Κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να γίνη. Ίσως και πάλιν Έπαρχο τον ξαναϊδούμε!

Οι ανωτέρω- Ευνίκη.

ΕΥΝΙΚΗ (ορμά μέσα έρμαιο από φανερή εσωτερική καταιγίδα), Όχι, δεν θα τον πάρετε. . . Αυτό να γίνη δεν επιτρέπω. Χέρι μη τον εγγίση!. . . Εδώ θα μείνη!

(Ταλαντεύεται για μια στιγμή, πετά την καλύπτρα της και ξεφωνίζοντας σωριάζεται στα πόδια του Αγίου Δημητρίου, σκορπίζοντας τον τρόμο σ' όσους είνε μπροστά).

Ω! ρίχνομαι προύμυτα. Θε να ταπεινωθώ μπροστά τους, αφού το θες, να, θα γονατίσω έτσι και θα κυλίσω το κεφάλι μου στα χώματα και θα συρθώ σαν σκύλος και θα τιναχθώ σαν το σφαγμένο το πουλί και το δαιμονισμένο θα μουγκρίσω του βωδιού το ούρλιασμα, σαν το παγαίνουν να το σφάξουνε. . . Μόνο μια χάρι σου ζητάω. Σκότωσέ με Πάτα με στο λαρύγγι με τη φτέρνα σου. . . Θανάτωσέ με!. . .

ΠΡΑΞΙΣ Γ'.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΠΟΙΗΤΗΣ (βγαίνονται έξω από την αυλαία, όπως και στη Α' πράξι). Ήσουν λιγνός και καστανός, μυγδαλωμάτης, ο γυιός του Ηλιογέννητου και της Κρινάτης λεβέντης του λουτρού, ο χαϊδεμένος του Σταδίου, όπως σε παραστένουν τα μωσαϊκά της εκκλησιάς σου, ορθόν στην χρυσοκεντημένη φορεσιά σου, με το τετράγωνο ταβλίο δοξασμένου Πατρικίου. Μύρο νάρδο το κορμί σου αλειβόσουνα, Γαρύφαλα στεφανωμένος ξαπλωνόσουνα, και στα συμπόσια του Αυτοκράτορα Γαλέριου γλεντούσες, όταν από την Αντιόχεια Παρθένες αλαφροπατούσες, πυρά κορίτσια της Αστάρτης, σαν φείδια τον ολόγυμνο χορό τους στρυφογύριζαν κι' άλλες τα ντέφια βάραγαν κι' άλλες σουράβλια σφύριζαν, Δημήτριε — Μεγαλομάρτυς! .......................................................

Δημήτριε — Μεγαλομάρτυς!

Καθώς ηφαίστειο τινάχτηκες αντάρτης, πατώντας 'πάνω σε κάθε πρόληψι, την παροδική των ανθρώπων περιφρονώντας υπόληψι, μαδώντας τα στεφάνια, σκίζοντας της μεταξοΰφαντες χλαμύδες, τους κιθαρωδούς ξεχνώντας και της ορχηστρίδες, στο Ευαγγέλιο για να πιστέψης του Ραββουνί κι' όπως Εκείνος εις τον κήπον της Γεθσημανή, το ποτήρι να δεχτής του μαρτυρίου, ξύδι γιομάτο και χολή από τα χέρια του Κυρίου. Τώρα σου ψάλλω αλληλούια και ωσανά! Σε σένα ξαναγίνηκε το θαύμα της Κανά, σταμνί σε βρήκεν ο Χριστός νερό γιομάτο και σ' έκανε ολοπόρφυρο κρασί μοσχάτο!

(Στο βάθος φαίνεται η ακρόπολις της Θεσσαλονίκης· Ροδοκόκκινα, τα τείχη και οι πύργοι της από τον ήλιο, που τραβάει για να δύση. Δεξιά μία βρύσι στη ρίζα γέρικου πλατάνου. Αριστερά ένας μεγάλος βράχος που φαίνεται να είνε μέρος από το πετρώδες σύστημα του λόφου, όπου είνε χτισμένη η Ακρόπολις. Πάνω στον βράχον ανεβασμένα παιδιά και γυναίκες περιμένουν ν' απολαύσουν το θέαμα του σκοτωμού του Αγίου. Μπρος από τον βράχον ανοίγεται διάπλατος ο δρόμος που φέρνει προς την κάτω πόλι. Κοντά στη βρύσι, ο Άγιος Δημήτριος, κατάλευκα ντυμένος και ωχρός σαν άσπρο κερί. Γύρω απ' τα μάτια του ένας κύκλος μαβύς. Είνε εξηντλημένος. Δύο στρατιώται τον υποβαστάζουν με προσοχή από τους αγκώνες. Δύο άλλοι του βαράνε στους ώμους βουρδουλιές, χωρίς ο Άγιος να φαίνεται πως της αισθάνεται. Πίσω του, για να φυλάγουν μη τον αρπάξουν τυχόν οι Χριστιανοί, είνε συμπυκνωμένοι οι στρατιώτες. Έρχεται και κάθεται 'πάνω σ' ένα θρονί, κατά το προσκήνιο, ο Έπαρχος. Μπροστά του σταματά ο Εκατόνταρχος και κουβεντιάζουν. Χορός από διάκους, ντυμένους κατάμαυρο κοντό χιτωνίσκο, με κοντές χειρίδες και με ένα λευκό πανί ριγμένο στο δεξί τον ώμο, στέκονται στην αρχή του δρόμου, κοντά στο βράχο. Είνε όλοι νέοι, ξυραφισμένοι, με τα μαλλιά κοντά κομμένα και στην κορυφή του κεφαλιού έχουν ξυραφισμένον ένα κύκλον μικρό. Μπροστά δύο γηραλέοι με γενειάδα, ντυμένοι ραβδωτές χλαμύδες, είνε οι Πρεσβύτεροι. Η μορφή των διάκων και των πρεσβυτέρων δείχνεται έξαλλη από ενθουσιασμό φανατισμού· Πολλοί ειδωλολάτρες πηγαινοέρχονται πίσω από τη βρύση και μπαινοβγαίνοντας στα παρασκήνια του μέρους αυτού, δίνουν την ιδέαν ότι όλη αυτή η πλευρά που δεν φαίνεται, είνε γιομάτη από λαό. Μέσα στον κόσμο κυκλοφορεί και ο Δεσμοφύλακας Ερμογένης).

ΣΚΗΝΗ 1

Έπαρχος — Εκατόνταρχος — Ερμογένης — Άγιος Δημήτριος — Στρατιώται — Διάκοι — Πρεσβύτεροι — Θσσαλονικείς — Γυναίκες — Λαός — Παιδιά.

ΕΠΑΡΧΟΣ. Εφθάσαμε, σταθήτε. Λιγάκι περιμένετε. Έπειτα πίσω από το βράχο πάτε και τον ξεμπερδεύετε.

(Οι στρατιώται ρίχνονται στη βρύσι για να σβύσουν τη δίψα τους).

Α' ΔΙΑΚΟΣ. Ο βούρδουλας σφυρίζοντας στους ώμους του τυλίγεται χωρίς να τον εγγίζη.

1ος ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ. (στον Έπαρχο και στον Εκατόνταρχο). Το θαύμα, γιατί δεν ανοίγετε τα μάτια σας, οι δήμιοι να ιδήτε;

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. Όταν και σεις ντυθήτε τον θώρακα της Πίστεως γύρω απ' την καρδιά, θάν' το κορμί σας πειο γερό κι' απ' τη βελανιδιά.

ΕΚΑΤΟΝΤ. Η Ευνίκη δεν μπορεί μαζύ μας να θυμώση. Ολόκληρη τη μέρα την ξοδέψαμε παγαίνοντας βήμα προς βήμα. . .

ΕΠΑΡΧΟΣ. Να τον γλυτώση δεν κατώρθωσε. Όμως εμείς μέσα στον ήλιο και στη σκόνη [ρέψαμε.

(Οι στρατιώται παύουν να τον κτυπάνε με τον βούρδουλα. Παγαίνουν και αυτοί τινάζοντες τον ιδρώτα από τα μέτωπά των, να πιούνε νερό και να ξεκουραστούν).

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. (μιλώντας στους διάκους). Και τώρα, αδελφοί μου, νουθεσίες, πριν πεθάνω, έχω να σας δώσω τελευταίες. Στον ουρανό επάνω να βρίσκεται η σκέψις σας. Με των χεριών σας τη δουλειά να ζήτε. Χαρωποί να είστε πάντα. Μιλιά δεν θέλω από το στόμα σας να βγαίνη, αν για να ευχαριστήσετε δεν είνε. Πάντοτε αγαπημένοι αναμεταξύ σας. Το σώμα καθαρό να τώχετε σαν τη ψυχή σας. Αδελφοί, στης προσευχές μη με ξεχνάτε. Το φιλί σας το άγιο, δώσετε από μέρους μου στους αδελφούς μας όλοι οι Πρεσβύτεροι. Σας ορκίζω στο όνομα του Χριστού μας, τα λόγια μου αυτά, καρπόν να δώσουν αναμεταξύ σας. Η χάρις του Κυρίου Ιησού νάνε μαζύ σας.

ΣΚΗΝΗ 2.

Οι ίδιοι — Προφήτισσα.

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ, (απάνω από το βράχο, κυττάζοντας κατά το δρόμο της Θεσσαλονίκης, αναφωνούνε με τρόμο, τρέχοντας κοντά στης γυναίκες).

Να η Πυθώνισσα!

1η ΓΥΝΑΙΚΑ (στους στρατιώτες). Διώξτε την! Ήρθε πάλι να καταρασθή και για να βρύση!

2ος ΠΡΕΣΒΥΤ. (στης Γυναίκες). Όχι, να μιλήση αφήστε την!

2α ΓΥΝΑΙΚΑ, (στους πρεσβυτέρους). Σπρώξτε την και τρομάξαν τα παιδιά.

3η ΓΥΝΑΙΚΑ Δαιμόνιο την πιάνει, όταν αφρίζοντας φωνές βγάνει σκυλίσσιες!

4η ΓΥΝΑΙΚΑ. Τον Καίσαρα η λέπρα καταριέται να τον φάη!

5η ΓΥΝΑΙΚΑ. Και στη λάσπη σαν γουρούνι να κυλιέται.

ΠΡΟΦΗΤΙΣΣΑ (μπαίνει από το δρόμο της Θεσσαλονίκης. Γρηά Ασπρομαλλούσα, γυρισμένη πάνω στο ραβδί της. Είνε τυλιγμένη σ' ένα ρούχο νταμωτό μαύρο και λευκό). Τη νύκτα ονειρεύτηκα ενύπνιο γιομάτο φρίκη. . . Το βδέλυγμα της ερημώσεως 'πάνω από τη Θεσσαλονίκη τα σουβλερά του νύχια πάλι γράπωσε. Το θύμα ο Αντίχριστος βρήκε για να χορτάση την ερημικιά του δίψα. Ο Καίσαρ μάτωσε της εκκλησίας τον κρίνο.. Όμως αυτός δεν θα δειλιάση και ο καθείς μας να του μοιάση πρέπει, γιατί από τη φθορά στην αφθαρσία θε να περάσωμε και θα ντυθούμε την αθανασία.

1η ΓΥΝΑΙΚΑ (στης γυναίκες με τρόμο). Από τάφον ανοιγμένο λες και βγαίνει η φωνή της, Για δες πως σειέται σαν καλάμι το κορμί της.

ΠΡΟΦΗΤΙΣΣΑ. Και τώρα δε θέλω ν' αγνοήτε όπως και οι άλλοι την αλήθεια την μεγάλη. Σκυθρωποί δεν θέλω σαν κι' εκείνους νάστε που δεν έχουνε ελπίδα. Να θυμάστε πάντα τούτο που σας λέγω. Δεν γίνεται να κοιμηθούμε όλοι. Όμως, ξαφνικά θε ν' αρπαχτούμε την ημέρα την εσχάτη κι' ίσαμε να κλείση ανθρώπου μάτι, άυλα τα κορμιά σας θα βρεθούνε· οι Πιστοί θα τυλιχτούνε μέσ' στα σύννεφα, και εις τους ουρανούς ωσάν τους ταξειδιάρικους τους γερανούς κοπάδι θε να τρέχωμε, για να προϋπαντήσωμε με ψαλμωδίες τον Κριτή.

ΕΠΑΡΧΟΣ. Πώς δέχομαι ν' ακούω τόσην ώρα την τρελλήν αυτή κι' εγώ δεν ξέρω. . . (στους στρατιώτες). Σπρώξτε την απ' εδώ. . .

(Επαναλαμβάνει την κουβέντα του με τον εκατόνταρχον. Οι Στρατιώτες σπρώχνουν την Προφήτισσα και την βγάζουν από κει πούρθε. Μερικοί Διάκοι με της γροθιές υψωμένες θένε να ριχτούνε για να την υπερασπιστούν, αλλά τους εμποδίζουν οι Πρεσβύτεροι).

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡ. Πιστοί οι λόγοι της Προφήτισσας. Στης εκκλησιές με σεβασμό ν' ακούτε όσους έχουν μυστικές κουβέντες με το Πνεύμα του Κυρίου, όσους την σκεπασμένην όψι βλέπουν κάθε μυστηρίου,

1ος ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΥΣ. (στον Άγιο Δημήτριον). Λυπήσου τα νειάτα, την τόση σου χάρι, το πείσμα παράτα, κατέβα στη στράτα και σ' όλη τη Θεσσαλονίκη μπρος, περήφανος κι' ως άλλοτε λαμπρός, θυσίασε το το κριάρι στου Ηρακλέα το βωμό με σεβασμό!

(Η Προφήτισσα ξαναγυρίζει με τρόπο και ανακατώνεται στο πλήθος).

ΣΚΗΝΗ 3.

Οι ανωτέρω. — Η Μάννα. — Χορός Μανάδων.

3η ΓΥΝΑΙΚΑ. ('πάνω από το βράχο, κυττάζοντας κατά το δρόμο της Θεσσαλονίκης). Η Μάννα του! Η Μάννα του!

1ος ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΥΣ. Τόπο! Κάνετε τόπο!

1η ΓΥΝΑΙΚΑ. Για δες πως σέρνεται με κόπο η δύσμοιρη!. . .

(Από το δρόμο της Θεσσαλονίκης μπαίνει η Μάννα του Αγίου Δημητρίου. Την οδηγάνε λυγισμένη όπως είνε, σαν δένδρο τσακισμένο από καταιγίδα· Χορός από Μαννάδες. Η Μάννα του Αγίου είνε ντυμένη με μακρύ γαλανό φόρεμα με πορφυρά ανθέμια και στο κεφάλι έχει λευκό μοφόριο, που της πέφτει στους ώμους και στης πλάτες. Η άλλες Μαννάδες φοράνε ρούχα πολύχρωμα. Η Μάννα του Αγίου έχει τα μάτια της κλειστά. Σχεδόν την σέρνουν. Μόλις μπαίνουν, σταματάνε).

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ — Πάρτε τη την γυναίκα απ' εδώ! Δεν θέλω, δεν πρέπει να την δω να κλαίη! (Μόλις την βλέπει τινάζεται και φεύγει από τα χέρια, των στρατιωτών που τον υποβαστάζουνε μην πέση). Τη φωνή της δεν είνε σωστό ν' ακούσω, μήπως κλονιστώ. Γιομάτος είμαι από φόβο κι' από τρόμο. Μυριάδες αγγέλων νοιώθω να μ' ανοίγουνε το δρόμο του μαρτυρίου. Έχει σήμερα η εκκλησία μεγάλο πανηγύρι.. Με τους πρωτότοκους της πίστεως στο ίδιο θε να πιω ποτήρι!

Η ΜΑΝΝΑ. Τον ακούω να μιλά, όμως να τον κυττάξω δεν μπορώ. Σεις πήτε μου πώς είνε. Αλυσσίδες βαρυές στα χέρια του κρεμάσαν; Στέκεται γερά ή λιγοθύμησεν ο γυόκας μου; Θα βαστάξω κλειστά τα μάτια μου από τον τρόμο. Λέγε μου τι είδες, γειτόνισσα που με κρατάς από το χέρι;

Β'. ΜΑΝΝΑ. Στα λυπητερά τα λόγια της, απάντησι να δώσω δεν αντέχω κι' όλο τα μάγουλά μου με τα δάκρυα μου βρέχω.

Η ΜΑΝΝΑ. Πούνε τα χρόνια τα παληά σαν τον κρατούσα ίδιο μαλακό κερί στα δάκτυλα και με τα χάδια μου και τα φιλιά που τώδινα, τον έπλαθα λεβέντη, να τόνε χαρή ο κόσμος!

3η ΜΑΝΝΑ Σκληρό γίνεται το παιδί σαν μεγαλώση, ίδιο κληματοβλάσταρο όταν τσαμπί φουσκώση.

Η ΜΑΝΝΑ. Το κορμί του μοσκομύριζε στάρι βρασμένο. Στη θεά της σποράς για τούτο αφιερωμένο από τρυφερούδι τώχα τόσο δα. Γι' αυτό Δημήτριο τον ονομάτισα. Κι' ήτον χαδιάρικο και πάντα πεταχτό. Σεις με καταλαβαίνετε, μαννάδες. Όλες τότε της Θεσσαλονίκης με ζήλευαν η κυράδες. Τονέ πρωτοπερπάτησα Εγώ από το χέρι κι' η χαρά μου ήτανε μεγάλη, όταν πάλι τον είδα σαν μικρούλι κατσικάκι, το μικρό μου αγοράκι, στην αγκαλιά μου να πηδά. Κι' ήταν σαν κούκλα τόσο δα, άσπρο και σγουρομάλικο, το κανακάρικο. Αργότερα, πόσο του άρεσε να τρέχη στης θυσίες και με άμπαρ το βωμό να βρέχη.. Κοντά στον μακρογένη στεκόταν ιερέα, την ώρα που ανεβάζαν τα σφαχτάρια 'πάνω στη θρακιά και το μοσκαναθρεμένο μου, φεύγοντας την παρέα των άλλων, γιόμιζε τη φορεσιά του την παστρικιά όλο με ανθισμένα των δεντριών κλωνάρια και με αυτά στεφάνωνε στρογγυλοκέρατα κριάρια. Ήτανε πάντα ακατάδεχτος και ό,τι δεν φαινόταν δυνατό κι' ωραίο, το απόφευγε, το σιχαινόταν. Και τώρα, ο μονάκριβός μου να σμίγη με Ναζαρηνούς!. . . Με τούτους τους ουτιδανούς, που ο Αύγουστος τους έχει προκηρύξει σαν να είτανε αγρί- [μια, Εσύ, παιδί μου, πας μαζί;

(Ανοίγει τα μάτια της και βλέποντας τον Άγιο, κτυπά τα μάγουλά της με της γροθιές των χεριών της).

Ωιμένα! ω! ω! σ' αυτή τη γδύμνια ήλπιζα εγώ ποτέ μου να σε ιδώ,

Δημήτριε! (Στους στρατιώτες.) Αφήστε τον νάρθη στην αγκαλιά μου 'δώ. . .

(Στον Άγιο).

Φως των ματιών μου κι' από το μήλο πειο γλυκό, τ' ήταν αυτό το ξαφνικό; Τα γόνατα μου από το φόρτωμα λυγάνε της δυστυχίας. Θόλωσαν τα μάτια μου. Βοάνε τ' αυτιά μου. Λυπηθήτε με, Μαννάδες. Κάτω θε να σωριαστώ. Κρατήστε με.

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ. (κυττάζοντας ικετευτικά στον ουρανό). Χριστέ μου, ήσουνα παιδί ακόμα δώδεκα χρονώ, όταν προτίμησες με τους Λευίτες να μένης στον Ναό, αφίνοντας τον Ιωσήφ και την Μαρία να σε ζητάνε με τρεμόκαρδα στην συνοδεία.

2α ΜΑΝΝΑ. Ευτυχισμένες η Μαννάδες όσες δεν γεννήσανε.

3η ΜΑΝΝΑ. Όσες καϋμούς να της ποτίζουνε παιδιά δεν αναστήσανε.

2α ΜΑΝΝΑ. Μακάριες η στείρες, όσες δεν γνωρίζουνε τέτοιες λαχτάρες της καρδιάς, τα φύλλα που ραγίζουνε.

Η ΜΑΝΝΑ. Μη φλόγες κοκκινίζαν τα ρογόβυζά μου 'δώ, παιδί μου, και λάβα μη σε πότισα, κάρβουνο την καρδιά σου λες να κάνω; Γύρισε λίγο να σε ιδώ, Μίλα, παιδί μου, κι' από την πίκρα μου θε να πεθάνω.

(Στης Μαννάδες).

Κρατάτε με κι' απόστασα. . .

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ (με την ίδια στάσι). Χριστέ μου, στην Καπερναούμ μια μέρα Ζητήσανε να σου μιλήσουμε τ' αδέρφια σου και η μητέρα. Όμως δεν πήγες και γυρίζοντας στους μαθητές σου, φώναξες, μάννα και πατέρα σου και αδερφός είν' όποιος εκτελεί της εντολές σου!

(Έπειτα σαν να μιλά στον εαυτό του).

Ο πόνος μου πρέπει να μένη μέσα μου κρυφός.

Η ΜΑΝΝΑ. Τι λέει; Δε μιλά σε μένα. . . ωιμένα! Μα δεν σας τώλεγα ότι μου τώχουν ποτισμένο κάποιο φίλτρο μαγεμένο;