Ο Άγιος Δημήτριος: Μυστήριον εις πράξεις 3

Part 2

Chapter 2 13 words Public domain Markdown

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. (Στον Κουβικουλάριο). Όποιος υποχωρεί και στον εχθρό μπροστά πετάει την ασπίδα, αυτός μου φαίνεται, Ορμίσδα, παλληκάρι ότι δεν μπορεί να πη πως είνε. Και η εκκλησία του Χριστού μας πολεμάει τώρα. Ο καθένας μας θυσία πρέπει να προσφέρη το κορμί του στην Ιδέα, ως που νάρθη εκείν' η ώρα, που μια νέα ζωή στο έρεβος του κόσμου τούτου θα ροδίση. Μαλακά σαν το κερί τα λόγια τότε θάνε των ανθρώπων και γλυκά καθώς το μέλι. Απ' αυτόν τον τόπον σύρτε με μακρυά της αμαρτίας! Είμαι ο άμωμος αμνός της μυστικής θυσίας. Για φυγή κανείς μη μου μιλήση, το απαγορεύω! Μπρος, πάμε. . .

ΚΟΥΒΙΚ. (στους στρατιώτες που σηκώνονται όρθιοι). Μόνος ο Κύριος μπορεί από τον δρόμο της καταστροφής να τον γυρίση.

(Βγαίνουν αργά από την μεσαίαν είσοδο· Η σκηνή για λίγο άδεια).

ΣΚΗΝΗ 10

Ευνίκη — Πρίσκιλλα, έπειτα Σκλάβες.

(Από την πλαγινή είσοδο, που είχε φύγη η Ευνίκη, ξαναμπαίνει μαζύ με την Πρίσκιλλα. Φαίνεται ταραγμένη).

ΕΥΝΙΚΗ. Ώστε λες πως τον πήρανε;

ΠΡΙΣΚΙΛΛΑ. Στη φυλακή τον πάνε, Δέσποινα. Πίσω κρυφοκύτταζα από την πόρτα 'δώ.

ΕΥΝΙΚΗ. Έτσι, ε; Λοιπόν, οργίζομαι, Πρίσκιλλα, να μου φάνε τα κρέατα οι σκύλοι, αν να 'δώ τον Καίσαρα γονατιστό στα πόδια μου δεν κατορθώσω. Τώπα και θα το κάνω. Να μη σώσω.

(Χτυπώντας τα χέρια και φωνάζοντας).

Σκλάβες, θεράπαινες, δούλες!

(Από το μέρος που μπήκε, εισορμάνε καμμιά δεκαριά σκλάβες. Έχει και δυο τρεις αραπίνες).

ΠΡΙΣΚΙΛΛΑ. Κυρία! τι σκέπτεσαι να κάνης;

ΕΥΝΙΚΗ. Αστεία θάρρεψες πως σου τάλεγα; Τραβήξου στη γωνιά!

(Στης σκλάβες)

Ελάτ' εδώ! (Στην Πρίσκιλλα)

Τώρα θα δης!

(Μιλώντας με τον εαυτό της).

Α! τον φονηά!

(Στης σκλάβες).

Λύστε τα μαλλιά σας. . .

(Η σκλάβες λύνουν τα μαλλιά τους).

Έτσι, ναι. . . Με δυνατή φωνή θα τρέξετε και θρήνο βουερό και μέσα στο δωμάτιο του Καίσαρα θα μπήτε. «Η Ευνίκη», θα του πήτε, «το ασημένιο γυιάλινο κουτί, όπου φυλαγμένο έχει το φαρμακερό το φείδι, προσπαθεί ν' ανοίξη. Τρέξε και σώσε την. Προτού την 'γγίξη το δόντι το θανατερό του σερπετού». . .

(Η σκλάβες κάνουν να φύγουν).

Σταθήτε! Όταν διατάξω, μπήγετε της φωνές και τρέχετε στου Σεβαστού την κάμαρη. (Στην Πρίσκιλλα). Πρίσκιλλα, 'γώ θα βαστάξω το κουτί κλειστό, κάνοντας ότι θέλω να τ' ανοίξω και συ μαζύ μου θα παλεύης δήθε για να μ' εμποδίσης.

(Στης σκλάβες).

Λοιπόν καταλαβαίνετε τι θέλω;

Η ΣΚΛΑΒΕΣ. Ναι! ΕΥΝΙΚΗ. Σαν μπήξω μια στριγγί, σεις από μέσα, ξεφωνίζετε και φεύγετε. . .

(Κάνοντας να φύγη, στην Πρίσκιλλα).

Συ θα μ' ακολουθήσης. Πάμε!

(Βγαίνουν από το ίδιο μέρος, οπούθε μπήκαν).

1η ΣΚΛΑΒΑ. Όλο και τέτοιες ιστορίες του σκαρώνει. . .

2η ΣΚΛΑΒΑ. Ποιος ξέρει τι να του ζητήση Μελετάει η κυρία. . .

(Ακούεται από μέσα το ψεύτικο βήξιμο της Ευνίκης. Η Σκλάβες αρπάνε αμέσως τα μαλλιά τους, ξεφωνίζουνε και τρέχουνε κατά την πόρτα του Καίσαρος).

Η ΣΚΛΑΒΕΣ. Βοήθεια!

3η ΣΚΛΑΒΑ Τη δαγκώνει το φείδι!..

4η ΣΚΛΑΒΑ. Την εδάγκωσε!. . .

5η ΣΚΛΑΒΑ. Θα ξεψυχήση!. . .

(Μπαίνουν όλοι στο διαμέρισμα του Καίσαρα, που το αναστατώνουνε από τους γόους και τους θρήνους των).

ΕΥΝΙΚΗ (από μέσα, με φωνή κλαψιάρικη, και τραβηγμένη σε ψεύτικο ήχο παραπόνου). Άφησέ με να πεθάνω!

(Ευθύς αμέσως ακούεται να ερωτά στον φυσικό της τόνο την Πρίσκίλλα).

Φάνηκε ή ακόμη; Για κρυφοκύτταξε από την πόρτα. . .

(Πάλι με ψεύτικη φωνή).

Άφησε να με δαγκώση!. . .

(Φαίνεται για μια στιγμή το κεφάλι της Πρίσκιλλας να βγαίνη από την πόρτα, ν' αφοιγκράζεται και πάλι να χάνεται).

ΠΡΙΣΚΙΛΛΑ. (από μέσα). Θαρρώ πως έρχεται!

ΓΑΛΕΡΙΟΣ (από μέσα απ' τα δωμάτιά του).

Ευνίκη!

ΕΥΝΙΚΗ. (από μέσα με ψεύτικη φωνή). Θέλω να με θανατώση το φαρμάκι του, αφού τη γνώμη δεν μπορώ του Καίσαρα ν' αλλάξω. . .

ΣΚΗΝΗ ΙΙ

Γαλέριος — Σκλάβες — έπειτα Πρίσκιλλα.

( Ορμάει μέσα στη σκηνή ο Καίσαρας ταραγμένος. Τον ακολουθούν η Σκλάβες χτυπώντας τα στήθεια).

ΓΑΛΕΡΙΟΣ. (με φόβο για το φείδι, στέκεται στο μέσο της σκηνής, μη τολμώντας να μπη στο δωμάτιο της Ευνίκης). Ευνίκη, άφησε της τρέλλες!

(Στης σκλάβες).

Πιάστε της τα χέρια. Τρέξετε μέσα. Τι στεκώστε έτσι;

(Η Σκλάβες τρέχουν στο δωμάτιο της Ευνίκης).

(Στην Ευνίκη). Θε ν' αλλάξω για το δικό σου το χατήρι την απόφασί μου.

ΕΥΝΙΚΗ. (από μέσα με την ψεύτικη φωνή). Θέλω να πεθάνω! Την ταπείνωσί μου δεν μπορώ να υποφέρω. . .

ΓΑΛΕΡΙΟΣ. (σηκώνοντας τα χέρια στον ουρανό). Εκατό ζευγάρια περιστέρια τάζω στην Αφροδίτη αν γλυτώση Ι

ΕΥΝΙΚΗ. (από μέσα, δήθεν πως ρωτάει, με την ίδια ψεύτικη φωνή) Είπε πως θα τόνε συγχωρέση;. . . Είπε πως θα τον ελευθε- [ρώση;

ΠΡΙΣΚΙΛΛΑ (μπαίνει τρομαγμένη. Κρατάει ένα γυιάλινο κουτί, όπου μέσα φαίνεται ένα κίτρινο φείδι). Της το πήρα από τα χέρια πριν το σπάση.

ΓΑΛΕΡΙΟΣ. (παγαίνοντας μακρυά με αποτροπιασμό). Δόσ' τον όπως είνε να τον ρίξουνε τον σφάχτη μεσ' στην αναμμένη στάχτη.

(Η Πρίσκιλλα βγαίνει από τη μεσαία είσοδο· Ο Γαλέριος χωρίς φόβο τώρα, τραβάει κατά το διαμέρισμα της Ευνίκης).

Και την τελευταία την στιγμήν αν μετανοιώση, στον Ηρακλέα αν δεχτή να θυσιάση, το λόγο μου σου δίνω να τόνε συχωρέσω. Άλλο από τούτο να μπορέσω δεν γίνεται να κάνω.

(Μπαίνει μέσα στο δωμάτιο της Ευνίκης).

ΕΥΝΙΚΗ (φωνάζει με την ψεύτικη φωνή). Θέλω να πεθάνω! Θέλω να πεθάνω!

ΠΡΑΞΙΣ Β

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΠΟΙΗΤΗΣ, (Βγαίνοντας έξω από την αυλαία, καθώς και στην Α'. πράξι).

Όπως το πλατάνι, που της ρίζες του απλώνει σε τόπον όπου τρέχουνε νερά και θεριέβει το κορμί του κι' όσο πάει και φουντώνει, έτσι σαν γίγαντας υψώνεται, όποιος γερά στα δάκτυλα σφίγγει της Πίστης τα λουριά. Να κι' ο Μυ- [ρόβλητος! Του Παλατιού απόβλητος του Καίσαρα, σκληρός σε κάθε ηδονή του Κόσμου, μοναχά τη μυστικιά φωνή ακούγοντας που του μιλούσε για τη σωτηρία των ανθρώπων, όσοι κάτω από το βούρδουλα των μοχθηρών βογγούσαν σκλάβοι, προσφέρθηκε θυσία κι' από μυτερών δοράτων το στυφό το μέταλλο τρυπήθη το κορμί του, χωρίς να βγάλη η φωνή του παραπόνου στεναγμό. Δε θέλει σκέψι ούτε δισταγμό η Πίστις. Αν δεν πέση μέσ' στη γη το στάρι να πεθάνη, το ολόχρυσο κλωνάρι με το ακτινωτό το αστάχι, τη χαρά δεν θα σκορπίση πα στον κάμπο. Τραβώντας στο Ιδανικό σου ίσια τον δικό σου κύττα μοναχά σκοπό. Κι' αν συναντήση το καράβι σου φουρτούνες και νοτιάδες αφρισμένους, ο καλός ο καπετάνιος απ' αυτό δεν θα σαστίση, αλλά πάλι σε γαληνεμένους θα μουσκέψη το σχοινί γυαλούς Πιστεύετε, δίχως εξήγησι για τόνα και για τάλλο να γυρεύετε! Πιστεύετε σε κάθε πράμμα δυνατό κι' ωραίο! Τους τολμηρούς ακολουθάτε! Το κριάρι σέρνει πάντα το κοπάδι στη βοσκή. Αυτό που λέγω σας ακούσετε. Άφοβα να μεθάτε με τα ρήματά τους ο Χριστός ορίζει, γιατί στον αμπελώνα τον καλόν η πράξεις των ωρίμασαν. Κριτή θε νάχετε τον Άγιο Δημήτριο, αν παν χαμένα όσα στη μεμβράνη ταύτην έχω χαραγμένα, την σωτηρίαν των ψυχών σας θέλοντας από του κόσμου της [φαντασίες με της Δεσποίνης Θεοτόκου τη βοήθεια και των μαρτύρων [της ικεσίες. . .

(Κυττάζοντας στα παρασκήνια).

Ε σεις που είσαστε στα σανίδια κει ανεβασμένοι, τραβάτε την αυλαία και ο κόσμος κάτω περιμένει.

(Σκοτάδι. Φυλακή με της συνηθισμένες ρωμαϊκές στοές από χονδρά τούβλα. Από το δεξί μέρος και αψηλά κοντό και στενά άνοιγμα στον τοίχο, χρησιμεύοντας για παραθύρι. Άχυρα σε μια γωνιά κι' ένα κανάτι. Ο Άγιος Δημήτριος, με μαύρο χιτωνίσκο ίσαμε τα γόνατα, δεμένο στη μέση με σκοινί, έχει τα χέρια πιασμένα με αλυσσίδα σιδερένια, που του αφίνει ελεύθερη κάθε χειρονομία. Ξυπόλητος. Τα μαλλιά του ακατάστατα και το πρόσωπό του άσπρο σαν το σουδάριο. Είναι γονατισμένος κι' έχει ακουμπισμένο το κεφάλι του στον τοίχο. Από το αριστερό μέρος και κοντά στη γωνιά, κατά το προσκήνιο, ο δεσμοφύλακας Ερμογένης. Κοντός, καμπουράκος, κοκκαλιάρης, μυταράς, φαλακρός, με μαδημένο γένι κοκκινότριχο. Φορεί χιτωνίσκο φαιό, στο ένα πόδι σανδάλι και γύρω από της κνήμες έχει τυλιγμένες λουρίδες από λινό φαιόχρωμο. Μπαίνοντας από την πλαγινή πόρτα, που είναι η είσοδος η μόνη, λέγει κρατώντας το σανδάλι που δεν φορεί).

ΣΚΗΝΗ 1.

Άγιος Δημήτριος — Ερμογένης.

ΕΡΜΟΓ. Σ' όλες της πόρτες αγρυπνάνε οι φρουροί, ψύλλος να μου γλυστρήση δεν μπορεί.

(Κάθεται μπροστά σ' ένα παληοτράπεζο και ράβει ένα κομμένο λουρί στο βγαλμένο σανδάλι. Μπροστά του, πήλινη μικρή λυχνία τρεμοσβύνει. Πάνω από το τραπέζι, κρεμασμένα στον τοίχο από μεγάλα καρφιά, φορτίζονται ένας μακρύς μάτσος κρεμμύδια, μια ξερή προβιά λαγού, ένα καλάθι, ένα κλουβί με μια πέρδικα και στα τούβλα πάνω με μεγάλα άσπρα γράμματα από ασβεστόχρωμα διαβάζονται δύο λέξεις από της Ωδές του Ορατίου:

ΑNGULUS RIDET

Ένα πήλινο πιάτο στη γωνιά του τραπεζίου με μαρίδες. Πάρα πέρα, μια γωνιά ψωμί κριθαρίσιο. Όταν ο δεσμοφύλακας σηκώνεται να περπατήση, πηγαίνει σαν ποντικός, γρήγορα, πηδηχτά και ύποπτα. ακούοντας τον κρότο της αλυσσίδας που ταράζει μια κίνησι του Αγίου Δημητρίου, χωρίς ν' αφήση και την ενασχόλησί του, αρχινά).

Ναι, μα το Βάκχο τον προστάτη μου κι' έτσι που λέει ο λόγος, να χυθή το μάτι μου, Δέσποτα, αν καταλαβαίνω το γιατί να κατοικής σ' αρέσει τούτη την ειρκτή. Μούπανε ότι είσαι από αυτούς. . . τους πως τους λένε. . . να, που έναν καινούργιο Δία προσκυνάνε. . . Αυτούς που [θένε, λέει, να πάψη να γλεντά η ανθρωπότη, να κλείσουν τα λουτρά, τα θέατρα, το φαγοπότι να λείψη και στο καύκαλό μας χώμα ρίχνοντας, τη μοίρα μας να κλαίμε, δείχνοντας μούτρα πράσινα από τη νηστεία.

(Φορώντας το σανδάλι του).

Αυτά, λέει, τα δίδαξεν ένας γιατρός που τον λέγανε Μεσσία. Παράξενη μα την αλήθεια δίαιτα. Στοχάσου αν όλοι πάθαιναν τη συμφορά σου. . . Θε να γινόταν η ζωή μαύρη σαν τον αράπη χωρίς τραγούδια και κρασί, δίχως αγάπη. Ε! να σου πω — και να με συμπαθά η αφεντιά σου — μεγάλη θάν' η στενοκεφαλιά σου αν άφισες τα όργια του Καίσαρα και σιδεροδεμένος, με τα τέσσαρα σ' αυτή προτίμησες να σέρνεσαι την υγρασία, μη στέργοντας στον Ηρακλέα να προσφέρης μια θυσία!

(Παγαίνοντας μπροστά στον Άγιο Δημήτριο).

Να μου τον χαιρετάς, Δέσποτα, τον Σύριο Μεσσία, αλλά ο Ερμογένης και σε γάιδαρο μετάνοιες κάνει, στον ήλιο φτάνει να πυρώνεται και όχι πότε θα πεθάνη έτσι σαν σκύλος ν' απαντέχη, των αγριμιών τα χείλια με το αίμα του να βρέχη, στον άλλο κόσμο να τον κατεβάζουνε παλουκωμένο, ή να τον σέρνουν από λόγχες τρυπημένο. Σπολάτι! τώρα μοναχό θε να σ' αφίσω, γιατί πετιέμαι πλάι 'δώ, να τηγανίσω κάτι μαρίδες, που ακόμη σπαρταράνε.

(Τρέχει και πέρνει το πήλινο πιάτο από το τραπέζι).

Ε! τι να γίνη. . . οι ανθρώποι θένε βλέπεις και να φάνε.

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. (σαν να μιλάη μόνος του. Ακούοντας τη λαλιά του ο Ερμογένης σταματά). Το σταφύλι του για μένα είτανε χολή γιομάτο. Τη λύσσα του δράκοντα έλυωνε μέσα στο κρασί του. Το φαρμάκι της ασπίδας στη γλώσσα του από κάτω έκρυβεν ο Καίσαρας.

ΕΡΜΟΓΕΝΗΣ (αφίνοντας κατάχαμα το πιάτο και πέρνοντας στάσι που φανερώνει δυσαρέσκεια).

Σαν παιδί του σε είχε κι' είνε αγνωμοσύνη — με συμπάθειο — βρυσές τέτοιες να του σωριάζης! Χρυσές θα πέρναγες πλάι του μέρες. Μάθε το λοιπόν, αν σου [αρέσει Τους Γότθους κάλεσε στο στάδιο, τον παλαιστή Λυαίο, να θαυμάσουνε το μεσημέρι. Το θέαμα θάνε ωραίο, μα τον Απόλλωνα. Και τώρα πες μου: Την καλλίτερη τη [θέσι δε θάδινε ο Καίσαρας σε σένα; Κακό δικό σου κάνεις με το πείσμα σου. Σώσου από την καταστροφή. Αν η Θρησκεία σου προορισμένη είνε για να ζήση, η θυσία σου τίποτε δεν θα της προσθέση. Και να σου πω, χωρίς να σε ντραπώ: Όλες η θρησκείες — άκου και μη θυμώνης να της φασκελώνης είνε. Στάσου. Πάρε πρώτη τη δική μας. Ξέρεις, τόσο η Θεές μας όσο κι' οι Θεοί μας, όλοι τους είνε κλέφτες και φονηάδες. Άλλες πόρνες, άλλοι — με συμπάθειο — κερατάδες κι' ό,τι άλλο θες. Και τη δική σας την τρανή την πίστι, ένας ναύκληρος απ' τη Συρία μούπε, πως την εκήρυξε μια που την λέγανε Μαγδαληνή, περίφημη για της παραλυσίες της κυρία.

(Με ύφος περιέργου άνθρωπου).

Αλήθεια, πες μου, που στηρίζεται η πίστι η δική σας; Ποια λόγια λέτε μαγικά στην προσευχή σας; Δος μου και μένα να διαβάσω τους Ελληνικούς παπύρους.

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. Δεν βάλανε ποτέ από μαργαριτάρια περιδέραιο [στους χοίρους, Ούτε από το θυσιαστήριο εδώκανε της προσφορές στους [σκύλους. Μακρυά τους βεβήλους. . . Μακρυά τους βεβήλους. . . Στα λόγια σου έχεις κρυμμένο και τον κόπο και τον πόνο και δεν βλέπω με τι τρόπο θα ήταν βολετό το φως της σωτηρίας ν' ατενίσης.

ΕΡΜΟΓΕΝΗΣ. (σκύβει, πέρνει το πιάτο και κάνει να φύγη του λέει. ειρωνικά). Αύριο, αυτές της συμβουλές να μου χαρίσης. σε παρακαλώ. . . (Αφιγκράζεται). Πατημασιές ακούω. Κάποιος θε να μπήκε. Την πόρτα ανοιχτή πως διάβολο την βρήκε;

(Φεύγει. Ευθύς ακούεται απ' έξω η φωνή του).

Πέρασε! Αφού ο Έπαρχος το διατάζει. . . Να ιδώ τη βούλα στο κερί μονάχα. . . (Ευθύς αμέσως). Πέρασε..

ΣΚΗΝΗ 2.

Άγιος Δημήτριος — Άγιος Νέστωρ.

(Μπαίνει μέσα με ορμή ο Άγιος Νέστωρ. Νεανίας 20 χρονών. Είνε ίδιος με το μωσαϊκό του Αγίου Σεργίου, που βρίσκεται στη βασιλική του Αγίου Δημητρίου. Μόλις τον βλέπει ο Άγιος Δημήτριος τινάζεται ολόρθος)·

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. ο Νέστορας εδώ!

ΑΓ. ΝΕΣΤΩΡ. Τι είν' αυτό που βλέπουνε τα μάτια μου, Χριστέ! Σε πιάσανε; Σου βγάλαν το τιμητικά παράσημα! Δεσμώτη, φίλε μου πιστέ, 'δώ μέσα σε κρατάνε; Σίδερα σου βάλαν στα ευγενικά σου χέρια;.. Έξω μιλάνε για το θάνατό σου. Το ξέρεις; Αλιχτάνε από τη χαρά τους οι ειδωλολάτρες ολοένα. . . Δεν θέλω να πεθάνης. . . ωιμένα! δεν θέλω να σου 'δώ κοκκαλωμένο το κορμί ούτε το στόμα ανοιγμένο, το στόμα σου, που μ' έκανε το Φως το Αληθινό να προσκυνώ!

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. Τα πόδια μου στηρίζονται 'πάνω στην πέτρα, φίλε μου Νέστορα. Να χτυπήσωμε την ψεύτρα πολιτεία των Ρωμαίων πρέπει οι Χριστιανοί, για ν' ανασάνουν οι ταπεινοί, να φάνε το ψωμί τους 'μερωμένο οι δυστυχισμένοι, του γέλιου να ρουφήξουνε τη γλύκα οι καταραμένοι!

ΑΓΙΟΣ ΝΕΣΤΩΡ. Όμως, δεν συλλογιέσαι τι θα γίνω μοναχός μέσ' στη Θεσσαλονίκη όταν μείνω;

ΑΓ. ΔΗΜ. Καθώς το λάδι μαλακό τα λόγια σου στον πόνο μου επάνω, καλέ μου! Όταν μάθης πεια το φόνο μου, πρόσφερε και συ το σώμα σου στον Κύριο παλληκαρίσια προκαλώντας το μαρτύριο.

ΑΓΙΟΣ ΝΕΣΤΩΡ. Και η αγαπημένη μου Λωίς, τι θε να γίνη;

ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡ. Στη Μάννα, που αφίνω μέσ' στους δρόμους ποιος [θα δίνη ψωμί;

ΑΓΙΟΣ ΝΕΣΤΩΡ. Αμάρτησα!. . . (έπειτα από μικρή σιωπή). Συ μας εστεφάνωσες. Σαν τώρα Μου φαίνεται πως είν' εκείνη η ώρα, όταν ο ταπεινός Επίσκοπος Γοργίας μας ένωσε σε γάμο παρθενίας.

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. (αρπαζόμενος από την ανάμνησι των περασμένων, λέγει με φωνή υπνωτισμένη. Ο Άγιος Νέστωρ φαίνεται κρεμασμένος από την διήγησι αυτή, σαν όπως σταλαγματιά δροσιάς, σε πέταλο κρίνου).

Φορώντας μίτραν αψηλή με κρόσια μύρια, από λινάρι αιγυπτιακό, πήγε με βήμα τελετουργικό στο πέτρινο θυσιαστήριο για να τελέση το μυστήριο. Παιδάκια δυο κοινάγανε σιγά τα θυμιατήρια κι' άλλα εδώ κι' εκεί γονατισμένα, δαδιά κρατάγανε αναμμένα. Γυρμένος 'πάνω από το δισκοπότηρο πήρε από το κρασί το πορφυρότερο, κι' από τον σταρίσιον άρτον τον λευκότερο. Κάτι σαν να ψιθύρισε. Έπειτα κατά σας εγύρισε κι' όταν σας εκοινώνησε, μ' ένα στεφάνι από ανθούς ροδιάς σας στόλισε. Και μέσα στα χαλάσματα της κατακόμβης της σκοτεινής, η προσευχή τρεμουλιαστή των πιστών αντηχούσε, λες κοπάδι προβάτων χόρτο καινούργιο εβοσκούσε: «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς. . .»

ΑΓΙΟΣ ΝΕΣΤΩΡ. (πέφτοντας στα γόνατα και ενώνοντας τα χέρια του δεητικά μπροστά στο φίλο του). Η ψυχή μου έχει χυθεί και σκορπιστεί σαν το νερό! Πώς θα σε χάσω; Να τ' αποφασίσω δεν μπορώ. . .

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. (αυστηρά). Βλαστημάς και αμαρτίας βάρος έχουνε τα λόγια σου. . . Ο Κύριος, απ' την οργή του, τα δόντια σου θα σου τσακίση και το στόμα θα σου φράξη. Με ρομφαία δίστομη θα σε πατάξη. . .

(Σηκώνοντας τα χέρια του στον Ουρανό).

Χριστέ μου! Συ φυτήλι γίνου στης ζωής του το καντήλι!

ΑΓΙΟΣ ΝΕΣΤΩΡ. (σκύβοντας στη γη). Σε πίκρανα και στον Χριστόν αμάρτησα! Συγχώρησέ με, άγιε μου αδερφέ! Αν παραστράτησα για μια στιγμή, στον ίσιο δρόμο συ βάλε με και μάθε μου το νόμο.

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜ. (γεμάτος από τα πνεύμα του Θεού). Σήκω! Ο Δεσμοφύλακας μου είπε, πως το μεσημέρι στο Στάδιο, ο Καίσαρας θα δώση εορτή μεγάλη, των Γότθων θέλοντας τους πρέσβεις να τιμήση. Το χέρι του γίγαντα βανδάλου θα τινάξη πάλι δεξιά κι' αριστερά σαν άμμο τους αγωνιστάς. Πρώτος από τους παλαιστάς, συ, Νέστωρ, θα εμφανιστής στο στίβο. «Είμαι» θα φωνάξης, «Χριστιανός και δεν το κρύβω από κανένα. Και αν κατέβηκα ν' αγωνιστώ, εγώ ο νεανίσκος μ' ένα γλαδιάτορα, γνωστό είνε γιατί επιθυμώ να κάνω, πριν στο θύμα μου σταθώ επάνω, ότι στον κόσμον τούτο δεν νικάει όποιος σε γερές κνήμες το κορμί στηρίζει, αλλά εκείνος που στο έλεος του Ιησού ελπίζει, εκείνος που την αδελφότητα αγαπάει». Μη φοβηθής! Ο βάρβαρος θα σε γελάση και θα σε βρίση, όμως στον γλυστερό πηλό θε να πατήση όταν εσένα ο αστράγαλός σου θάνε από χαλκό.

(Σαν να βλέπη την προφητεία του ζωντανεμένη στην εκπλήρωσί της και παρασέρνοντας και τον φίλο του σε μαρτυρικούς ενθουσιασμούς).

Θα σηκώσης τον Λυαίο και θα τον σκάσης κάτω σαν ασκό. Των μπράτσων του τα νεύρα θα λυθούνε. Μέσα σε σιδερένιο χαλινάρι η μασέλες του θα σφιχτούνε και σαν καλάμι που λιγάει ο βορηάς, στα χέρια σου θα [γέρνη· ω! τότε πεια, όταν το θαύμα τούτο γένη, χαλάζι από κάρβουνα αναμμένα στων εχθρών μας τα κεφάλια τα υψωμένα θα σωριαστή κι' από τη ντροπή ίδιο κερί θα λυώση ο εγωισμός τους.

(Όσο μιλάει πηγαίνει κοντά στο φίλο του).

'Μέρα χαρωπή! Η δόξα του Χριστού μας θάν' μεγάλη κι' ιστορική θα μείνη τούτ' η πάλη.

(Απλώνοντας τα χέρια στους ώμους του Αγίου Νέστορα και κυττάζοντάς τον με βλέμμα επιβλητικό, όπως το φείδι όταν μαγνητίζει το πουλί).

Τότε τα μάτια σου πειο χαρωπά από τα κεράσια τα νωπά θα λάμψουν. Όπως μαζύ ανατραφήκαμε αδελφικά και να πεθάνωμε μαζύ μαρτυρικά ο Κύριος το θέλει.

(Τον σπρώχνει ελαφρά κατά την έξοδο, αλλά με την πέτρινη επιβολή των πατριαρχών του Ισραήλ).

Είνε ο θάνατος του δικαίου γλυκύτερος κι' από το μέλι.

(Τον παγαίνει σαν υπνωτισμένο ίσαμε την πόρτα).

Την νίκη της ιδέας κατορθώνεις μοναχά διά του αίματος!

(Τον αγκαλιάζει και τον φιλεί στο ένα μάτι).

Εις το όνομα του Πατρός!

(Τον φιλεί στο άλλο μάτι).

Και του Υιού!

(Τον φιλεί στο στόμα).

Και του Αγίου Πνεύματος!

(Ο Άγιος Νέστωρ ρίχνεται να τον αγκαλιάση, αλλά ο Άγιος Δημήτριος τον σπρώχνει έξω, αρχικός και πιστικός, όπως το σάλπισμα της μάχης).

Δεν θέλω να με 'δής!. . . Μη με φιλήσης. . . μη βγάλης λέξι. . . πάγαινε. . .το πρόσωπο σου μη γυρίσης!. . .

( Ο Άγιος Νέστωρ φεύγει. Ό Άγιος Δημήτριος με το πρόσωπο φωτισμένο από τη χαρά της Νίκης, σηκώνει το δεξί του χέρι με τα τρία δάχτυλα ενωμένα και κάνει στον αέρα, προς το μέρος όπου εβγήκε ο φίλος του, ένα πελώριο σχήμα σταυρού. Έπειτα γυρίζει στη γωνιά του, στεκόμενος κάποτε ν' αφιγκραστη, γιατί φοβάται μη ο φίλος του δειλιάση και γυρίση. Μπαίνει ο Ερμογένης).

ΣΚΗΝΗ 3

Άγιος Δημήτριος — Ερμογένης

ΕΡΜΟΓΕΝΗΣ. Ποιος είτανε του λόγου του; Διαταγή να του ανοίξουν είχεν από πρόσωπο σπουδαίο. . .

(Σε λίγο κυττάζοντας αψηλά το μακρύ και στενό άνοιγμα του τοίχου. Ό Άγιος Δημήτριος πέφτει στα άχυρα, παίρνοντας την αρχική στάσι την εκστατική).

Να κι' η χαραυγή σε λίγο θα ροδίση.. . . (Μικρή σιγή) Ίσως και νάχωμε βροχή, γιατ' είδα σύννεφα στον ουρανό. . .

(Με δυσαρέσκεια στον Άγιο Δημήτριο).

Αρχή σου κάνω πάντα να μου κουβεντιάσης, μα συ δεν βγάζεις τσιμουδιά!. . .

(Πηγαίνει στο τραπέζι και κάθεται επάνω. Μικρή σιγή).

Η βάσις λέει της υγείας είν' ο ύπνος. 'Μένα με ταράζει Η αγρυπνιά ως βλέπεις.

(Στον Άγιο Δημήτριο).

Ξέρε το. . . Από μαράζι θε να πάω, άρχοντά μου Όταν έρθη κι' η σειρά μου.

(Ακούεται στα βάθη της φυλακής, από το πλαϊνό μέρος οπούθε μπαινοβγαίνουν, δυνατός κτύπος σε πόρτα χοντρή από ξύλο θωρακισμένο με σιδερικά).

Χτυπούν την πόρτα πάλι.

(Στην πέρδικα που κοιμάται μέσα στο κλουβί της).

Ξύπνησε, μωρή πέρδικα, και πήγαινε ν' ανοίξης. . .

(Με ειρωνεία).

Υπομονή όποιος κι' αν είσαι.

(Πηδάει κάτω από το τραπέζι για να τρέξη έξω).

Το σανδάλι με στενεύει όπως πρώτα. . .

(Ακούγοντας από τα βάθη της φυλακής και από το πλαγινό μέρος οπούθε μπαινοβγαίνουν βροντεροί τόνοι φωνής, που ζυμώνονται σε ανοιχτά φωνήεντα και απηχούνε).

Έρχομαι. . . (Φεύγοντας). Να φρίξης είνε με τούτη την επιμονή! Θα του πατήσω ένα βρίξιμο. . .

(Φεύγει. Έξω θόρυβος ανθρώπων ωπλισμένων και η φωνή του δεσμοφύλακα πνιγμένη από τη συγκίνησι).

Τι βλέπω; Ουρανοί!

ΕΥΝΙΚΗ. (απ' έξω). Εδώ να περιμένετε. . . Μονάχη μου θα πάω μέσα. . . (Με οργή). Γέρο, δεν σε ρωτάω. . .

ΣΚΗΝΗ 4

Άγιος Δημήτριος — Ευνίκη.

(Μπαίνει η Ευνίκη με προσοχή, γιατί δεν διακρίνει καλά. Η περούκα της είναι κόκκινη και γεμάτη μαργαριτάρια χονδρά. Υποτίθεται ότι είναι γυμνή από μέσα. Την κουκουλώνει πορφύρα κόκκινη πολύπτυχη. Τα σανδάλια ολόχρυσα, της σκεπάζουν ολόκληρη την κνήμη, λεπτομέρεια που φαίνεται όταν κάποτε με βία μετακινεί το σκέπασμα του κορμιού της).

ΕΥΝΙΚΗ. Μόλις μπορεί κανείς να ξεχωρήση. . . Πού είνε;. . . Δεν τον βλέπω. . . Κι' η λυχνία θε να σβύση.

(Μόλις την ιδή ο Άγιος Δημήτριος, τινάζεται ολόρθος με δυνατό βρόντημα της αλυσσίδας του).

ΑΓ. ΔΗΜ. Αυτή! Αυτή! Τ' ήρθες εδώ να κάνης;. . .

ΕΥΝΙΚΗ. (ρίχνεται να τον πλησιάση, αλλ' εκείνος οπισθοχωρεί και κολλά στον τοίχο και προτείνει τα χέρια).

Όχι! δε θα σ' αφίσω να πεθάνης. Κανείς αμπέλι δεν φυτεύει χωρίς απ' τον καρπό του να γυρεύη και τη δροσιά. . .

ΑΓ. ΔΗΜ. Τι θες μ' αυτά να πης τα λόγια;

ΕΥΝΙΚΗ. Ω! με καταλαβαίνεις. Με της παρακλήσεις της δικές μου, στα πειο ζηλευτά ο Καίσαρας σ' ανέβασε αξιώματα. Βαραίνεις συ στη ζωή μου περισσότερο από αυτόν. Πόσο σ' αγαπώ το ξέρεις. Γραφτόν τον λόγο τούτον σου τον έστειλα πολλές φορές 'πάνω σε πινακίδες από ελεφαντόδοντο. Χαρές και όργια δημιουργούσα και όλη τη Θεσσαλονίκη προσκαλούσα, την ευκαιρία για να βρω να σου μιλήσω. Θυμάσαι; Μια βραδυά που ήσουν μεθυσμένος, να σε φιλήσω ρίχτηκα και ο Καίσαρας μου τίναξ' ωργισμένος στο κεφάλι το χρυσό του το ποτήρι. Ερωτευμένος μου φαινόσουνα με άλλη. Πάντα μακρυά τραβιώσουνα από μένα, μ' απόφευγες. Τώρα να σε σκοτώσουνε πώς είνε δυνατό ν' αφίσω, πριν στα δροσάτα νειάτα σου τη φλόγα μου για πάντα [σβύσω;

ΑΓ. ΔΗΜ. Έχω ξαναγεννηθή! Να με φλογίζη νοιώθω μέσα στο κορμί μου το θείο φως! Αρχίζει κανείς από την πίστι και πάει στην αρετή, από την αρετή στη γνώσι και στην εγκράτεια και απ' αυτή πηγαίνει στην υπομονή και στην ευσέβεια και στη φιλαδελ- [φία κι' απ' όλες τελευταία συναντάει την αγάπη.

ΕΥΝΙΚΗ. Μα την Κυθαιρία, τότε 'γώ περσότερο και από σένα και από τους Πρεσβυτέρους της εκκλησιάς σας, ποτισμένα μέσα μου έχω της δικής σας πίστης τα μεγάλα μυστικά! Αν η αγάπη είνε του Χριστού η εντολή, μα τότε, φυσικά 'γώ είμαι η καλλίτερη διακόνισσα, γιατί όπως εγώ σ' επόθησα, όσον εγώ σε λαχταρώ, άλλη καμμιά να το πιστέψω δεν μπορώ πώς έχει τόση δοκιμάσει επιθυμία, τον καρπό της ωμορφιάς σου να δαγκάση. Έχυσα τόσα δάκρυα σαν σε θυμώμουνα που θα μπορούσα, μέσα τους πέφτοντας, να πνιγόμουνα. Ποτέ σου δεν θα μάθης συ πόσο σ' αγάπησα. . . Σαν διψασμένη γης, νεροποντή, σε λαχτάρησα. . . Σαν φείδι στα σεντόνια μου στριβόμουνα ολόκληρες βραδυές και μαραινόμουνα ίδιος λωτός στον ήλιο. Τώχες νοιώσει δα και συ, γιατί σαν έβλεπες χρυσή βροχή να ρίχνουν η ματιές μου στο κορμί σου, αλλού εγύριζες την προσοχή σου.

(Αφίνοντας να κατρακυλήση το κόκκινό της σκέπασμα και να φανούν οι ώμοι και τα στήθεια της).

Και όμως, είμαι της Ανατολής το διαλεχτό μαργαριτάρι κι' έχω εδώ στο στήθος μου ένα ζευγάρι καρπών, να σου δροσίζουνε όταν διψάς το στόμα, και λες με γάλα κι' από μέλι ζυμωμένο είνε μου το σώμα. Η Κλεοπάτρα της Αιγύπτου μια βασίλισσα από ράτσα, δεν είχε καθώς τα δικά μου χέρια και τα μπράτσα. Κι' η Ζηνοβία της Παλμύρας η βασίλισσα, που σκλάβαν αλυσσόδετη την είδα και της μίλησα, δεν ήξερε τον άντρα στην ορμή πώς να μαγεύη, Ούτε πώς να τον γιομίζη φλόγα, ούτε πώς να τον στειρεύη. Και μάθε το. Δεν ντρέπομαι καθόλου να το πω στον άντρα που αγαπώ, πώς άνηβη στης Δαμασκός το ιερό της σάρκας τον υγρό χορό μου μάθαν και ακόμα πώς, σαν από αμφορέα άνοιγμα [στενό, να σιγοχύνω το μεθύσι της απόλαυσης αστείρευτο κρουνό. Άφησε της κουταμάρες κι' έλα στην αγκαλιά μου, της λαχτάρες της αγρυπνίας να χορτάσης. . .