Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τέταρτος

Part 9

Chapter 9 19 words Public domain Markdown

45. Ιδού δε τι συνέβη κατά το διάστημα τούτο και μάλιστα πριν επιχειρήσουν την εκστρατείαν της Ρόδου. Μετά τον θάνατον του Χαλκιδέως και την εν Μιλήτω μάχην ο Αλκιβιάδης, ο οποίος ήτο ύποπτος εις τους Πελοποννισίους, εφοβήθη διά κάποια επιστολήν πεμφθείσαν εκ Λακεδαίμονος προς τον Αστύοχον και προστάζουσαν αυτόν να τον φονεύση, και ότι ο Αλκιβιάδης ήτο εχθρός τον ’γιδος και ελογίζετο άλλως ως προδότης. Και πρώτον μεν μετέβη προς τον Τισσαφέρνην και έβλαπτε πλησίον αυτόν όσον ηδύνατο περισσότερον τους Πελοποννησίους· αποκαλύπτων δε εις αυτόν τα πάντα τον έπεισε να ελαττώση τον μισθόν των, εις τρόπον ώστε αντί μιας αττικής δραχμής τους έδιδε μόνον τρεις οβολούς, και τούτο όχι τακτικώς. Κατά τας συμβουλάς του Αλκιβιάδου ο Τισσαφέρνης τους είπεν ότι, εάν οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήσαν πολύ εμπειρότεροι αυτών εις τα ναυτικά, έδιδαν μόνον τρείς οβολούς εις τους ναύτας των, έπρατταν τούτο ουχί χάριν οικονομίας όσον ίνα μη οι ναύται, διαφθειρόμενοι υπό της αφθονίας των χρημάτων, οι μεν εκνευρίζουν το σώμα των δαπανώντες εις ηδονάς, αίτινες καταστρέφουν την υγείαν, οι δε εγκαταλείπουν τα πλοία αφήνοντες ως ενέχυρον τον επί πλέον (του λαμβανομένου προς συντήρησιν) οφειλόμενον μισθόν. Τον εδίδαξεν επίσης ο Αλκιβιάδης να ελκύση διά δωρεών την υποστήριξιν των τριηράρχων και των στρατηγών των πόλεων και οι μεν άλλοι εξ αυτών εδέχθησαν, ουχί δε και οι Συρακούσιοι, διότι μόνος ο Ερμοκράτης διεμαρτυρήθη εν ονόματι όλων των συμμάχων. Ότε αι πόλεις έστειλαν να ζητήσουν χρήματα, ο Αλκιβιάδης απέπεμπεν ο ίδιος τους απεσταλμένους αποκρινόμενος εν ονόματι του Τισσαφέρνους ότι οι Χίοι ήσαν πολύ αναίσχυντοι, αυτοί οι μάλλον πλούσιοι των Ελλήνων και οφείλοντες την σωτηρίαν των εις την ξένην συνδρομήν, να έχουν την αξίωσιν, ώστε άλλοι, χάριν της ιδικής των ελευθερίας, να εκθέτουν τα σώματα και τας περιουσίας των. Ως προς τας άλλας πόλεις, έλεγαν ότι θα ήσαν ασυγχώρητοι, εάν δεν έκαμναν τας αυτάς θυσίας και μάλιστα μεγαλυτέρας προς ίδιον των συμφέρον, αυταί που πριν αποστατήσουν, τόσα πολλά εδαπανούσαν υπέρ των Αθηναίων. Είπε τέλος ότι ο Τισσαφέρνης, πολεμών προς το παρόν με ιδικάς του μόνον δαπάνας, είχε δίκαιον να είναι φειδωλός των ιδικών του χρημάτων· αλλ' ότι, εάν ποτε ο βασιλεύς πέμψη κεφάλαια, ο μισθός θα δοθή ανελλιπώς και αι πόλεις θα λάβουν δικαίας αποζημιώσεις.

46. Συνεβούλευεν δ' επίσης τον Τισσαφέρνην να μη σπεύση πολύ να περάνη τον πόλεμον και να μη συγκατατεθή, είτε προσκαλών φοινικικόν στόλον, όπως διενοείτο, είτε λαμβάνων επί μισθώ περισσοτέρους Έλληνας, ώστε να δοθή το κράτος της θαλάσσης και της ξηράς εις ένα και τον αυτόν λαόν, αλλά να αφήση την αρχήν διαμοιρασμένην μεταξύ των δύο αντιπάλων, διότι τούτο όπερ θα επέτρεπε πάντοτε εις τον βασιλέα να διεγείρη τους μεν εναντίον των δε· ενώ, εάν το κράτος της ξηράς και της θαλάσσης συνεκεντρούτο εις έν σημείον, ο βασιλεύς δεν θα είχε πλέον συμμάχους, διά να καταβάλη τους επικρατούντας, εκτός εάν ήθελεν ημέραν τινά, αυτός ο ίδιος να περιπλακή εις αγώνα πολυδάπανον και πλήρη κινδύνων· θα ήτο δε απλούστερον, ολιγώτερον δαπανηρόν και μάλλον ασφαλές να αφήση τους Έλληνας να καταστραφούν μεταξύ των. Προσέθηκεν ότι θα ήτο ωφελιμώτερον εις τον βασιλέα να συμμερισθή την αρχήν με τους Αθηναίους, καθότι αυτοί, μη εποφθαλμιώντες, ως οι Λακεδαιμόνιοι, να κυριαρχήσουν επί της ξηράς και όντες μάλλον συμβιβαστικοί προς τα έργα και τους λόγους, θέλουν μεν την ηγεμονίαν της θαλάσσης, εγκαταλείπουν δε εις τον βασιλέα τους Έλληνας τους κατοικούντας εις το βασίλειόν του, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι ήρχοντο, διά να ελευθερώσουν τους λαούς· ότι δεν ήτο πιθανόν να ελευθερώσουν μεν τώρα οι Λακεδαιμόνιοι τους Έλληνας από τον ζυγόν των Ελλήνων, να μη ζητήσουν δε κατόπιν να τους απαλλάξουν και από τον ζυγόν των βαρβάρων εκτός εάν ούτοι τους απεδίωκαν ημέραν τινά. Τον συνεβούλευσε λοιπόν να εξασθενίση πρώτον τους μεν διά των δε, και αφού περικόψη τοιουτοτρόπως όσον ηδύνατο περισσότερον την δύναμιν των Ελλήνων να στραφή τότε κατά των Πελοποννησίων και να εκδιώξη αυτούς εκ της βασιλικής χώρας. Ο Τισσαφέρνης ησπάζετο κατά το πλείστον τα σχέδια ταύτα, όσον δυνάμεθα τουλάχιστον να κρίνωμεν εκ των πράξεών του. Ενεπιστεύθη λοιπόν ανεπιφυλάκτως εις τον Αλκιβιάδην, ο οποίος του έδιδε τοσούτον καλάς συμβουλάς ως προς τούτο· έδιδεν ατάκτως τον μισθόν εις τους Πελοποννησίους και δεν τοις επέτρεπε να ναυμαχήσουν. Βεβαιών ότι μετ' ολίγον έμελλε να φθάση ο φοινικικός στόλος και ότι τότε θα επολέμουν μετά δυνάμεων πλέον ή επαρκών, κατέστρεψε τας υποθέσεις των και παρέλυσε το ναυτικόν των, τοσούτον ανθηρόν μέχρι της στιγμής εκείνης. Τέλος καθ' όλην την εις τον πόλεμον εκείνον συμμετοχήν του επέδειξε ψυχρότητα ικανήν, ώστε να εννοήσουν τους αληθείς σκοπούς του.

47. Ο δε Αλκιβιάδης έδιδε τας συμβουλάς ταύτας εις τον Τισσαφέρνην και τον βασιλέα, αφ' ενός μεν διότι ευρισκόμενος πλησίον αυτών ενόμιζε τας συμβουλάς ταύτας ως αρίστας, αφ' ετέρου δε διότι έτρεφε την ελπίδα να επιστρέψη εις την πατρίδα του γνωρίζων ότι, εάν επρολάμβανε την καταστροφήν αυτής, θα ηδύνατο ημέραν τινά να επιτύχη διά της πειθούς την ανάκλησίν του· ενόμιζε δε ότι το καλύτερον μέσον, διά να πείση εις τούτο τους Αθηναίους, ήτο να φαίνεται ως επιστήθιος φίλος του Τισσαφέρνους. Τούτο τωόντι συνέβη. Οι στρατιώται οι μένοντες εις την Σάμον έμαθαν ότι ίσχυεν αυτός παρά τω Τισσαφέρνει. Αφ' ετέρου ο Αλκιβιάδης ήλθεν εις συνεννοήσεις με τους μάλλον ισχυρούς εξ αυτών, διά να κηρύξουν ούτοι εις τους τιμίους ανθρώπους εκ μέρους του ότι, εάν ανεκαλείτο εις την πατρίδα του υπό το αριστοκρατικόν πολίτευμα και όχι υπό την μοχθηράν δημοκρατίαν, η οποία τον είχεν εξορίσει, υπέσχετο να τοις προμηθεύση την φιλίαν του Τισσαφέρνους και να συμμερισθή μετ' αυτών την εξουσίαν. Αι προτάσεις αύται τοσούτω μάλλον έγιναν δεκταί, όσω οι τριήραρχοι και οι ισχυρότεροι των εν τη Σάμω Αθηναίων ήσαν διατεθειμένοι εξ ιδίας των γνώμης εις την κατάλυσιν της δημοκρατίας.

48. Το ζήτημα τούτο ανεκινήθη πρώτον εις το στρατόπεδον και έπειτα εις την πόλιν· τινές μάλιστα ανεχώρησαν εκ της Σάμου, διά να συνομιλήσουν με τον Αλκιβιάδην, ο οποίος τοις υπεσχέθη πρώτον την φιλίαν του Τισσαφέρνους και έπειτα την του βασιλέως, εάν έστεργον να καταλύσουν την δημοκρατίαν (διότι μόνον δι' αυτού του τρόπου ηδύνατο ο βασιλεύς να έχη πλειοτέραν εμπιστοσύνην.) Οι πρώτοι πολίται, οίτινες συνήθως υποφέρουν (εκ του πολέμου) περισσότερον, συνέλαβον μεγάλην ελπίδα να λάβωσιν αυτοί οι ίδιοι την διεύθυνσιν των πραγμάτων και να νικήσουν τους εχθρούς. Επανελθόντες εις την Σάμον συνήθροισαν όσους ενόμιζαν καταλλήλους προς συνωμοσίαν και είπαν αναφανδόν εις τον λαόν ότι ο βασιλεύς θα εγίνετο φίλος των Αθηναίων και ότι θα τοις παρείχε χρήματα άμα ο Αλκιβιάδης ανεκαλείτο εις την πατρίδα του και κατελύετο η δημοκρατία. Μολονότι δε το πλήθος δυσηρεστήθη προς στιγμήν διά τα συμβαίνοντα, εν τούτοις έμεινεν ήσυχον με την ελπίδα ότι ευκολώτερον θα επετύγχανε μισθόν παρά του βασιλέως, ενώ οι προετοιμάζοντες την ολιγαρχίαν, άμα ανεκοίνωσαν το σχέδιόν των εις το πλήθος συνεζήτησαν μεταξύ των και μετά των λοιπών ομοφρόνων τας προτάσεις του Αλκιβιάδου, αι οποίαι εφάνησαν μεν εις τους άλλους ωφέλιμοι και ασφαλείς, δεν ήρεσαν όμως ουδόλως εις τον Φρύνιχον, ο οποίος ήτο ακόμη στρατηγός και διετείνετο (όπερ και αληθές) ότι ο Αλκιβιάδης δεν ηγάπα την ολιγαρχίαν πλειότερον της δημοκρατίας, ότι δεν εσκέπτετο ειμή πώς να μεταβάλη την επικρατούσαν τάξιν της πόλεως, διά να ανακληθή υπό των φίλων του εν αυτή, ότι ώφειλαν προ πάντων να αποφύγουν τας διαιρέσεις, ότι, αφού ήσαν ήδη οι Πελοποννήσιοι ομοίως ισχυροί κατά θάλασσαν και κατείχαν επί της βασιλικής χώρας αξιολόγους πόλεις, δεν θα ήτο ωφέλιμον εις τον βασιλέα να δημιουργήση δυσχερείας ενούμενος με τους Αθηναίους, προς τους οποίους εδυσπίστει, ενώ ηδύνατο να ελκύση την φιλίαν των Πελοποννησίων εναντίον των οποίων δεν είχε ποτέ αιτίαν παραπόνων. Ως προς δε τας άλλας πόλεις, εις τας οποίας υπέσχοντο την ολιγαρχίαν, διότι αι Αθήναι θα έπαυαν δημοκρατούμεναι, ήξευρε καλώς, έλεγαν, ότι η υπόσχεσις αύτη δεν ήτο ικανή ούτε να υποτάξη τας αποστατησάσας, ούτε να συγκρατήση εις υποταγήν τας πιστάς, διότι παρά να είναι δούλαι της ολιγαρχίας ή της δημοκρατίας αι πόλεις αύται θα προτιμήσουν μάλλον να είναι ελεύθεραι υπό οιονδήποτε εκ των δύο τούτων συστημάτων. Ως προς τους ανθρώπους τους ονομαζομένους καλούς καγαθούς, επίστευεν ότι δεν θα ηνωχλούντο υπ' αυτών ολιγώτερον ή υπό του δήμου, εις τον οποίον ούτοι παρείχαν και εισήγαν κακά σχέδια, των οποίων αυτοί μόνοι εκαρπούντο τας ωφελείας· το να υποταχθούν εις αυτούς ήτο ως να καθιέρουν το σύστημα της αυθαιρέτου καταδίκης και του βίαιου θανάτου, ενώ ο λαός ήτο ανοικτόν καταφύγιον εις όλους και χαλινός των παρεκτροπών των ολίγων. Ο Φρύνιχος εβεβαίωνεν ότι αι πόλεις είχαν σχηματίσει εκ πείρας την αυτήν γνώμην και τέλος επρόσθεσεν ότι αυτός τουλάχιστον απεδοκίμαζε και τας προτάσεις του Αλκιβιάδου και τα πραττόμενα τότε.

49. Η δε συνέλευσις των συνωμοτών, συμφώνως με την πρώτην απόφασιν, παρεδέχθη τας γενομένας εις αυτήν προτάσεις και παρεσκευάσθη να στείλη εις τας Αθήνας τον Πείσανδρον και άλλους απεσταλμένους, διά να εργασθούν υπέρ της καθόδου του Αλκιβιάδου και της εν τη πόλει ταύτη καταλύσεως της δημοκρατίας και διά να καταστήσουν τον Τισσαφέρνην φίλον των Αθηναίων.

50. Εννοήσας δε ο Φρύνιχος ότι έμελλε να προταθή η ανάκλησις του Αλκιβιάδου και ότι οι Αθηναίοι θα την παρεδέχοντο, και φοβηθείς μήπως κατόπιν από όσα είπε κατά του Αλκιβιάδου διατηρήση ούτος, όταν θα επανήρχετο (εις Αθήνας), μίσος εναντίον του, διά την αιτίαν ταύτην, εμηχανεύθη το εξής στρατήγημα. Έστειλεν απεσταλμένον προς τον ναύαρχον των Λακεδαιμονίων Αστύοχον, ότε ήτο ακόμη τότε περί την Μίλητον, γράψας κρυφίως ότι ο Αλκιβιάδης κατέστρεφε τα πράγματα των Λακεδαιμονίων καθιστών τον Τισσαφέρνην φίλον των Αθηναίων· τω έδιδε συγχρόνως λεπτομερείς πληροφορίας περί όλων των άλλων, ζητών συγγνώμην, αν εζήτει να βλάψη τον εχθρόν του, έστω και με ζημίαν της πατρίδος του. Αλλ' ο Αστύοχος ουδόλως εσκέφθη να τιμωρήση τον Αλκιβιάδην, ο οποίος άλλως δεν ήτο πρόχειρος ως πρότερον· εξ εναντίας μετέβη προς αυτόν εις την Μαγνησίαν καθώς και προς τον Τισσαφέρνην, τους ανεκοίνωσεν όσα του είχαν γράψει εκ Σάμου και έγινεν αυτός ο ίδιος μηνυτής. Συγχρόνως επωφελήθη, ως ελέγετο, εκ της περιστάσεως, διά να επιδείξη την προς τον Τισσαφέρνην αφοσίωσίν του χάριν των ιδίων αυτού συμφερόντων· διά τον αυτόν δε λόγον μέχρις εκείνης της στιγμής ασθενώς διεμαρτύρετο κατά της ελαττώσεως του μισθού. Ο Αλκιβιάδης έγραψεν αμέσως εις την Σάμον, διά να καταγγείλη τον Φρύνιχον και ζητήση τον θάνατόν του. Ο δε Φρύνιχος, θορυβηθείς και αισθανθείς ότι διέτρεχε μέγιστον κίνδυνον από την καταγγελίαν εκείνην, γράφει πάλιν προς τον Αστύοχον, διά να τον επιπλήξη, ότι δεν ετήρησε μυστικά τα προηγουμένως γραφέντα, και διά να του φανερώση ότι τώρα ήτο έτοιμος να του παραδώση όλον τον εν τη Σάμω στρατόν των Αθηναίων, διά να τον καταστρέψη· περιέγραψε συγχρόνως όλα τα μέσα, διά των οποίων θα ηδύνατο να επιτύχη του σκοπουμένου, καθότι η Σάμος ήτον ατείχιστος, και τέλος είπεν ότι εκθέτων την ζωήν του χάριν των ιδικών του συμφερόντων ουδεμίαν μομφήν έπρεπε να ελκύση εναντίον του, ότι προέβαινεν εις το μέτρον τούτο και εις παν άλλο μάλλον, παρά να πέση θύμα των σκληροτέρων εχθρών του. Ο δε Αστύοχος ανεκοίνωσε και ταύτα εις τον Αλκιβιάδην.

51. Αλλ' ο Φρύνιχος, ο οποίος είχε προϊδεί την απιστίαν του και περιέμενε νέαν καταγγελίαν του Αλκιβιάδου, ανήγγειλεν ο ίδιος εις τον στρατόν, διά να προλάβη το πράγμα, ότι, επειδή ήτο η Σάμος ατείχιστος και τα πλοία όλα δεν ήσαν ηγκυροβολημένα εντός του λιμένος, ήξευρεν εξ ασφαλούς πηγής ότι οι εχθροί είχαν κατά νουν να έλθουν, διά να προσβάλουν το στρατόπεδον· έπρεπε λοιπόν να οχυρώσουν την πόλιν όσον το δυνατόν ταχύτερον και να φυλάττωνται καλώς. Επειδή δε τότε εστρατήγει αυτός, ήτο κύριος να εκτελέση ο ίδιος τα μέτρα ταύτα. Ήρχισαν λοιπόν να εγείρουν τείχη, και διά του τρόπου τούτου η Σάμος, προωρισμένη άλλως να τειχισθή, έσπευσε να πράξη τούτο ταχύτερον. Ολίγον μετά ταύτα έφθασαν αι παρά του Αλκιβιάδου επιστολαί αναγγέλλουσαι ότι ο στρατός είχε προδοθή υπό του Φρυνίχου και ότι οι εχθροί έμελλαν μετ' ολίγον να τον προσβάλουν. Αλλ' ουδεμίαν προσοχήν έδωκαν εις τους λόγους του Αλκιβιάδου, και εσκέφθησαν ότι γνωρίζων ούτος τα σχέδια του εχθρού επέρριψε την ενοχήν επί του Φρυνίχου, τον οποίον εμίσει. Διά της καταγγελίας ταύτης ο Αλκιβιάδης όχι μόνον δεν έβλαψε παντάπασι τον Φρύνιχον, αλλά μάλλον εχρησίμευσεν ως μάρτυς υπέρ αυτού.

52. Μετά δε τούτο ο Αλκιβιάδης παρεσκεύαζε τον Τισσαφέρνην και ανέπειθεν αυτόν να φιλιωθή με τους Αθηναίους· ο σατράπης ούτος, μολονότι εφοβείτο τους Πελοποννησίους, οι οποίοι παρουσιάζοντο με πλοία περισσότερα ή οι Αθηναίοι, δεν εζήτει μολοντούτο άλλο καλύτερον παρά να πεισθή, προ πάντων αφ' ότου έμαθε την σφοδράν φιλονεικίαν, πού έγινεν εις την Κνίδον μεταξύ των Πελοποννησίων περί της συνθήκης του Θηριμένους.

Τωόντι καθ' ην εποχήν ούτοι ευρίσκοντο εις την Ρόδον ηγέρθη η αμφισβήτησις αύτη, κατά την οποίαν η γενομένη άλλοτε υπό του Αλκιβιάδου πρότασις να ελευθερώσουν όλας τας Ελληνίδας πόλεις εβεβαιώθη υπό του Λίχου, ο οποίος είπεν ότι δεν ήτο ανεκτός ο όρος, κατά τον οποίον ο βασιλεύς θα διετήρει τας άλλοτε υπ' αυτού ή υπό των προγόνων του κατεχομένας πόλεις. Και ο μεν Αλκιβιάδης, ο οποίος ανέλαβε να διεξαγάγη τόσον σπουδαίας υποθέσεις, επεριποιείτο τον Τισσαφέρνην και εδείκνυε προς αυτόν ακραιφνή ζήλον.

53. Οι δε μετά του Πεισάνδρου αποσταλέντες εκ της Σάμου πρέσβεις των Αθηναίων, άμα ήλθαν εις τας Αθήνας, ωμίλησαν προς την εκκλησίαν του δήμου. Το συμπέρασμα της ομιλίας των ήτο ότι, εάν οι Αθηναίοι ανεκάλουν τον Αλκιβιάδην και μετέτρεπαν το πολίτευμά των, ηδύναντο να ελκύσουν την συμμαχίαν του βασιλέως και να κατατροπώσουν τους Πελοποννησίους. Πολλοί αντέστησαν εις τα την δημοκρατίαν αφορώντα, και το καθ' εαυτούς, οι εχθροί του Αλκιβιάδου εφώναζαν ότι θα έπρατταν έγκλημα, εάν επέτρεπαν εις αυτόν να επιστρέψη εις την πατρίδα του, της οποίας παρεβίασε τους νόμους. Οι Ευμολπίδαι και οι Κήρυκες διεμαρτύροντο επίσης εναντίον της ανακλήσεώς του, προφασιζόμενοι τα μυστήρια, αιτίαν της εξορίας του, και καταρώμενοι αυτόν. Ο Πείσανδρος προσελθών εις το μέσον απεκρίθη εις τα παράπονα και τας κατηγορίας ταύτας. Προσκαλών ένα έκαστον των αντιλεγόντων, τον ηρώτα αν είχεν ελπίδα τινά σωτηρίας διά την δημοκρατίαν, αφού εις την θάλασσαν οι Πελοποννήσιοι είχαν όχι ολιγώτερα των Αθηναίων πλοία, έτοιμα προς μάχην, αφού εις την συμμαχίαν των είχαν περισσοτέρας πόλεις, και αφού ο βασιλεύς και ο Τισσαφέρνης τους έδιδαν χρήματα, ενώ αυτοί έμελλαν να στερηθούν τούτων, εάν ο βασιλεύς δεν εστρέφετο με το μέρος των. Ότε διά των ερωτήσεων τούτων καθίστα αυτούς αναπολογήτους, τους έλεγε σαφώς: «Το μόνον ημών καταφύγιον είναι να παραδεχθώμεν πολίτευμα μετριώτερον και να αναθέσωμεν την αρχήν εις ολίγον αριθμόν πολιτών, διά να δυνηθή ο βασιλεύς να εμπιστευθή εις ημάς. Σήμερον ουχί περί πολιτεύματος, αλλά περί σωτηρίας πρόκειται, αργότερα δε δυνάμεθα να κάμωμεν τροποποιήσεις, εάν δεν μας αρέση τι. Προς το παρόν ας μετακαλέσωμεν τον Αλκιβιάδην, τον μόνον άνδρα πού είναι ικανός να φέρη το σχέδιον τούτο εις πέρας».

54. Ο δε δήμος εις την αρχήν μεν ηγανάκτησεν ακούων τα περί της ολιγαρχίας λεγόμενα, αλλ' ότε ο Πείσανδρος τον εδίδαξε σαφώς ότι δεν υπήρχεν άλλο μέσον σωτηρίας, ενέδωκε τόσον υπό φόβου, όσον και υπό ελπίδος προσεχούς μεταβολής. Εψήφισαν λοιπόν να μεταβή ο Πείσανδρος μετ' άλλων δέκα προς τον Τισσαφέρνην και τον Αλκιβιάδην, διά να συννενοηθή μετ' αυτών περί των ληπτέων μέτρων· συγχρόνως δε, επειδή ο Πείσανδρος κατηγόρησε τον Φρύνιχον, αφήρεσαν απ' αυτού και από του συνάρχοντος Σκιρωνίδου την στρατηγίαν και έστειλαν αντ' αυτών ως στρατηγούς των πλοίων τον Διομέδοντα και τον Λέοντα. Ο Πείσανδρος, πεπεισμένος ότι ο Φρύνιχος δεν ήτο ευνοϊκώς διατεθειμένος υπέρ της καθόδου του Αλκιβιάδου, τον διέβαλε λέγων ότι είχε προδώσει την Ίασον και τον Αμόργην. Επισκεφθείς δε όλας τας δι' όρκου των μελών συστημένας πολιτικάς εταιρείας, αι οποίαι υπήρχαν πρότερον εις τας Αθήνας διά τας δίκας και τας αρχάς, ταις συνέστησε, να ενωθούν και να συνδιασκεφθούν διά την κατάλυσιν της δημοκρατίας. Τέλος δε, αφού ετακτοποίησεν όλα, διά να αποφύγη τας αναβολάς, επεβιβάσθη μετά των δέκα πολιτών, όπως μεταβή παρά τω Τισσαφέρνει.

55. Ο δε Λέων και ο Διομέδων, κατά τον αυτόν χειμώνα, φθάσαντες ήδη εις τον στόλον των Αθηναίων, διυθύνθησαν εναντίον της Ρόδου, εύρον εκεί τραβηγμένα εις την ξηράν τα πλοία των Πελοποννησίων, και αφού απέβησαν εις την ξηράν και ενίκησαν εις μάχην τους δραμόντας εις βοήθειαν Ροδίους, επέστρεψαν εις Χάλκην και εις το εξής εντεύθεν μάλλον ή εκ της Κω έκαμναν τον πόλεμον, διότι εντεύθεν ηδύναντο να παρακολουθούν καλύτερον τας κινήσεις του Πελοποννησιακού στόλου. Ήλθε δε εις την Ρόδον Λάκων τις, ο Ξενοφαντίδας, σταλείς υπό του Πεδαρίτου και ανήγγειλεν ότι τα τείχη των Αθηναίων είχαν συντελεσθή και ότι αι εν Χίω υποθέσεις των Πελοποννησίων εκινδύνευαν να καταστραφούν, εάν δεν έσπευδαν εις βοήθειαν μεθ' όλου του στόλου. Διενοούντο δε οι Πελοποννήσιοι να πράξουν τούτο, ότε ο Πεδάριτος αυτοπροσώπως, έχων τα περί αυτόν επικουρικά στρατεύματα και τους Χίους, προσέβαλε πανστρατιά τα οχυρώματα, τα οποία είχαν εγείρει οι Αθηναίοι πέριξ των πλοίων, εκυρίευσε μέρος τι αυτών και έλαβε πλοίά τινα εκ των τραβηγμένων εις την ξηράν. Ότε όμως έσπευσαν εκεί οι Αθηναίοι εις βοήθειαν και έτρεψαν εις φυγήν τους Χίους πρώτους, νικάται έπειτα και ο λοιπός στρατός. Ο Πεδάριτος εφονεύθη, και πολλοί εκ των Χίων, και πολλά όπλα ελήφθησαν.

56. Μετά δε ταύτα οι μεν Χίοι επολιορκήθησαν στενώτερον διά ξηράς και διά θαλάσσης και ενέσκηψεν εις αυτούς μέγας λιμός, οι δε περί τον Πείσανδρον πρέσβεις των Αθηναίων ελθόντες προς τον Τισσαφέρνην επρότειναν συμβιβασμόν. Αλλ' ο Αλκιβιάδης μη εμπιστευόμενος πολύ εις τον Τισσαφέρνην (ο οποίος εφοβείτο περισσότερον τους Πελοποννησίους και ήθελε, συμφώνως με τας διδασκαλίας του Αλκιβιάδου, να κατατρίβη αμφοτέρους) κατέφυγεν εις το εξής στρατήγημα. Να διαλυθούν αι διαπραγματεύσεις ένεκα υπερβολικών αξιώσεων του Τισσαφέρνους. Νομίζω δε ότι και ο Τισσαφέρνης ήθελε το αυτό· αλλ' ούτος μεν ένεκα φόβου, ο δε Αλκιβιάδης, μάρτυς των δισταγμών εκείνων, ήθελε να κρύψη από τους Αθηναίους την ιδίαν του αδυναμίαν. Επροτίμησε λοιπόν να φερθή ούτως ώστε να πιστεύσουν οι Αθηναίοι ότι ο Τισσαφέρνης επεθύμει μεν να έλθη εις συμβιβασμόν, αλλ' ότι δεν ήτο ευχαριστημένος από τας παραχωρήσεις των. Ο Αλκιβιάδης, ομιλών εν ονόματι του Τισσαφέρνους και επί παρουσία αυτού, τοσούτον υπερβολικάς αξιώσεις υπέβαλεν, ώστε οι Αθηναίοι, με όλην την θέλησιν πού είχαν να παραδεχθούν τα πάντα, εσκανδαλίσθησαν. Ο Τισσαφέρνης και ο Αλκιβιάδης ηξίουν να παραχωρηθή όλη η Ιωνία, αι παρακείμεναι νήσοι και διάφορα άλλα μέρη, τα οποία οι Αθηναίοι δεν ηρνήθησαν· τέλος ο Αλκιβιάδης εις την τρίτην συνδιάσκεψιν, φοβηθείς μήπως εννοήσουν ότι ουδόλως ίσχυεν, εζήτησε παρά των Αθηναίων να επιτρέψουν εις τον βασιλέα να ναυπηγή πλοία και να περιπλέη την χώραν του διευθυνόμενος όπου και με όσα πλοία ήθελε. Τότε οι Αθηναίοι απέβαλαν πάσαν υπομονήν· βλέποντες ότι ήτο αδύνατον να συμβιβασθούν επί τοιούτων βάσεων και ότι ο Αλκιβιάδης τους είχεν εξαπατήσει, απεμακρύνθησαν ωργισμένοι και επέστρεψαν εις την Σάμον.

57. Ο δε Τισσαφέρνης, ευθύς μετά ταύτα και κατά τον αυτόν χειμώνα, μεταβαίνει εις Καύνον, διά να επαναφέρη τους Πελοποννησίους εις την Μίλητον, να συνομολογήση μετ' αυτών νέας συνθήκας οιασδήποτε, να τους παράσχη τροφάς και να μη διαλύση εντελώς την προς αυτούς φιλίαν, φοβούμενος μήπως, εν ελλείψει μέσων διά να διατηρήση πολλά πλοία, οι Πελοποννήσιοι, αναγκαζόμενοι να ναυμαχήσουν προς τους Αθηναίους, νικηθούν, ή, επειδή θα άδειαζαν από άνδρας τα πλοία των Λακεδαιμονίων (4) κατορθώσουν οι Αθηναίοι να πράξουν ό,τι ήθελαν, χωρίς να λάβουν ανάγκην αυτού· προ πάντων όμως εφοβείτο μήπως λεηλατήσουν την ήπειρον, διά να προμηθευθούν τροφάς. Κατόπιν λοιπόν των υπολογισμών τούτων και συμφώνως με το σχέδιον το οποίον είχε να αποκαταστήση την ισορροπίαν μεταξύ των Ελλήνων επρονόησε και προσεκάλεσε τους Πελοποννησίους, τους παρέσχε τροφάς και έκλεισε μετ' αυτών τρίτην συνθήκην, την εξής·

58 «Κατά το δέκατον τρίτον έτος της βασιλείας του Δαρείου, εφορεύοντος δε εν Λακεδαίμονι του Αλεξιππίδα, συνωμολογήθησαν συνθήκαι εν τω πεδίω του Μαιάνδρου μεταξύ των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων αφ' ενός, και αφ' ετέρου του Τισσαφέρνους, του Ιεραμένους και των παίδων του Φαρνάκου, ως προς τα πράγματα του βασιλέως, των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων. Όλη η χώρα του βασιλέως, ήτις αποτελεί μέρος της Ασίας, να μένη υπό την κυριαρχίαν του και να διαθέτη αυτήν όπως βούλεται. Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι να μη εισέρχωνται με κακόν σκοπόν εις την χώραν του βασιλέως, μήτε ο βασιλεύς να εισέρχεται με κακόν σκοπόν εις την χώραν των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων. Εάν τις εκ των Λακεδαιμονίων ή εκ των συμμάχων επέλθη προς βλάβην κατά της χώρας του βασιλέως, να εμποδίζουν αυτόν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι. Ομοίως, εάν τις εκ των υπηκόων του βασιλέως επέλθη κατά της χώρας των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων με σκοπόν εχθρικόν, να εμποδίση αυτόν ο βασιλεύς. Ο Τισσαφέρνης θα παράσχη τας συμφωνημένας τροφάς εις τον παρόντα στόλον μέχρι της ελεύσεως του βασιλικού στόλου. Μετά την έλευσιν των πλοίων του βασιλέως, εάν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι θέλουν να διατηρήσουν με δαπάνας ιδικάς των τα πλοία των, είναι κύριοι να το πράξουν, εάν δε προτιμούν να λαμβάνουν παρά του Τισσαφέρνους τον υποσχεθέντα μισθόν, ο Τισσαφέρνης θα τον παρέχη· αλλ' άμα τελειώση ο πόλεμος, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι είναι υπόχρεοι να αποδώσουν εις τον Τισσαφέρνην όσα χρήματα ήθελαν λάβει. Όταν φθάσουν τα πλοία του βασιλέως, ο στάλος των Λακεδαιμονίων, των συμμάχων και του βασιλέως θα επιχειρούν τον πόλεμον από κοινού, όπως ήθελαν αποφασίσει ο Τισσαφέρνης, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι· εάν δε θελήσουν να παύσουν τον πόλεμον, να παύσουν αυτόν ομοφώνως».

59. Αι μεν σπονδαί τοιαύται υπήρξαν. Και μετά ταύτα ο Τισσαφέρνης ητοιμάζετο και να προσκαλέση, όπως είχε συμφωνηθή, τα Φοινικικά πλοία, και να εκπληρώση όλας τας υποσχέσεις του· τουλάχιστον ήθελε να εφαίνετο ότι ενησχολείτο περί τούτων.

60. Οι δε Βοιωτοί, ενώ ετελείωνεν ήδη ο χειμών, εκυρίευσαν διά προδοσίας τον Ωρωπόν, εντός του οποίου εφρούρουν Αθηναίοι. Συνέπραξαν δε εις τούτο Ερετριείς τινες και αυτοί οι Ωρώπιοι, οίτινες υπεκίνουν την αποστασίαν της Ευβοίας, διότι, ενόσω οι Αθηναίοι κατείχαν τον Ωρωπόν, κείμενον απέναντι της Ερετρίας, ούτε η πόλις αύτη ούτε η άλλη Εύβοια ηδύνατο να είναι ασφαλής. Οι Ερετριείς, κύριοι γενόμενοι του Ωρωπού, μετέβησαν εις την Ρόδον, διά να προσκαλέσουν τους Πελοποννησίους εις την Εύβοιαν· αλλ' ούτοι ήσαν διατεθειμένοι μάλλον να βοηθήσουν την Χίον, ολοένα στενώτερα πολιορκουμένην. Ανεχώρησαν δε οι Πελοποννήσιοι εκ της Ρόδου και έπλεαν ήδη με όλον τον στόλον, ότε, φθάσαντες πλησίον του Τριοπίου, διέκριναν εις το πέλαγος τα πλοία των Αθηναίων ερχόμενα εκ της Χάλκης. Επειδή όμως κανέν εκ των δύο μερών δεν ήθελε να αρχίση την επίθεσιν, οι μεν Αθηναίοι απεχώρησαν εις την Σάμον, οι δε Πελοποννήσιοι εις την Μίλητον. Τότε ανεγνώρισαν ότι ήτο αδύνατον άνευ ναυμαχίας να βοηθήσουν την Χίον. Εν τούτοις έληξεν ο χειμών, καθώς και το εικοστόν έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.

61. Κατά δε το ακόλουθον θέρος (5), μόλις ήρχισεν η άνοιξις, ο Σπαρτιάτης Δερκυλίδας εστάλη διά ξηράς μετ' ολίγου στρατού εις τον Ελλήσποντον, διά να επαναστατήση την ’βυδον, αποικίαν των Μιλησίων. Οι Χίοι, καθ' όν καιρόν ο Αστύοχος ηπόρει πώς να τους βοηθήση, πιεσθέντες υπό της πολιορκίας ηναγκάσθηοαν να ναυμαχήσουν. Ο Αστύοχος ήτο ακόμη εις την Ρόδον, ότε οι Χίοι, μετά τον θάνατον του Πεδαρίτου, έλαβαν εκ Μιλήτου ως άρχοντα τον Σπαρτιάτην Λέοντα, ο οποίος συνέπλευσεν ως επιβάτης μετά του Αντισθένους· έλαβαν επίσης και δώδεκα πλοία, τα οποία εστάθμευαν εις την Μίλητον και μεταξύ των οποίων πέντε ήσαν των Θουρίων, τέσσαρα των Συρακουσών, έν των Αναίων, εν της Μιλήτου και έν ανήκον εις τον Λέοντα. Επεξελθόντες οι Χίοι πανδημεί κατέλαβαν θέσιν τινά οχυράν και συγχρόνως τα τριακονταέξ πλοία των προχωρήσαντα κατά των τριακονταδύο των Αθηναίων εναυμάχησαν. Η συμπλοκή έγινε πεισματώδης· αλλ' επειδή ήτο ήδη αργά, οι Χίοι και οι σύμμαχοι χωρίς να νικηθούν επέστρεψαν εις την πόλιν.