Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τέταρτος

Part 7

Chapter 7 19 words Public domain Markdown

8. Ο μεν Καλλίγειτος λοιπόν και ο Τιμαγόρας οι οποίοι διεπραγματεύοντο εν ονόματι του Φαρναβάζου, δεν μετέσχον διόλου εις την εκστρατείαν της Χίου και δεν παρέδοσαν τα χρήματα, τα οποία είχαν φέρει διά τον εξοπλισμόν στόλου, συμποσούμενα εις εικοσιπέντε τάλαντα, αλλ' εσκέπτοντο να αναχωρήσουν κατόπιν μετ' άλλου στόλου ιδιαιτέρου. Ο δε ’γις βλέπων τους Λακεδαιμονίους διατεθειμένους να διευθυνθούν πρώτον προς την Χίον συνετάχθη και αυτός με την γνώμην ταύτην· συναθροισθέντες λοιπόν οι σύμμαχοι εις την Κόρινθον συνεκρότησαν συμβούλιον και απεφάσισαν να πλεύσουν πρώτον εις την Χίον, έχοντες αρχηγόν τον Χαλκιδέα, ο οποίος είχεν εξοπλίσει τα πέντε πλοία εν τη Λακωνική, και κατόπιν να μεταβούν εις την Λέσβον συμπεριλαμβάνοντες ως αρχηγόν τον Αλκαμένην, υποδειχθέντα ήδη υπό του ’γιδος, και τέλος εις τον Ελλήσποντον, όπου ο Κλέαρχος υιός του Ραμφίου είχε σταλή ως αρχηγός. Απεφάσισαν εκτός τούτου να μεταφέρουν πρώτον άνωθεν του ισθμού το ήμισυ του στόλου και να το εξαποστείλουν άνευ αναβολής, διά να επισύρουν την προσοχήν των Αθηναίων μάλλον προς τα πλοία, τα οποία ήθελαν απομακρυνθή της παραλίας ή προς τα μέλλοντα να αποσταλούν ύστερον. Ο απόπλους έγινε καταφανώς εκ του μέρους τούτου· απόδειξις ότι περιεφρόνουν την αδυναμίαν των Αθηναίων, των οποίων το ναυτικόν ουδαμού εφαίνετο ισχυρόν· ταύτα αποφασίσαντες μετέφεραν από του ενός μέρους εις το άλλο διά ξηράς αμέσως είκοσι και έν πλοία.

9. Αλλ' οι Κορίνθιοι, με όλην την επίσπευσιν των συμμάχων, δεν επροθυμήθησαν να συμπλεύσουν πριν πανηγυρίσουν τα Ίσθμια, των οποίων έφθασεν η εποχή. Ο ’γις ήτο πρόθυμος να επιτρέψη εις τους Κορινθίους να μη διαλύσουν τας Ισθμιάδας σπονδάς και προσέφερε να αναλάβη την εκστρατείαν εις ίδιον αυτού όνομα. Επειδή δε οι Κορίνθιοι δεν συγκατετίθεντο, και εγίνετο ούτω χρονοτριβή, οι Αθηναίοι ενόησαν καλλίτερον τας ραδιουργίας των Χίων και έστειλαν τον Αριστοκράτην, διά να μεμφθούν αυτούς. Και, επειδή διέψευσαν ταύτα οι Χίοι, οι Αθηναίοι εζήτησαν συμφώνως με την συμμαχίαν να τους στείλουν πλοία ως ενέχυρον της πίστεώς των· έστειλαν δε οι Χίοι επτά. Αίτιον της αποστολής των πλοίων τούτων ήτο η άγνοια, εις την οποίαν ευρίσκετο ο λαός της Χίου περί των τεκταινομένων και η επιθυμία, την οποίαν είχαν οι μεμυημένοι εις την συνωμοσίαν ολιγαρχικοί να μη καταστήσουν τον λαόν εχθρόν πριν ή επιτύχη έκαστος εγγύησίν τινα· άλλως δε δεν περιέμεναν πλέον την άφιξιν των Πελοποννησίων, οι οποίοι εβράδυναν να εμφανισθούν.

10. Εν τούτοις επανηγυρίσθησαν τα Ίσθμια και οι Αθηναίοι (οι οποίοι προσεκλήθησαν) παρευρέθησαν και εύρον καιρόν να διαφωτίσουν τας αμφιβολίας των περί των εν τη Χίω τεκταινομένων. Διά τούτο, άμα επέστρεψαν εις τας Αθήνας, έσπευσαν να λάβουν όλα τα κατάλληλα μέτρα, διά να μη αφήσουν να τους διαφύγουν τα πλοία, τα οποία έμελλαν να αναχωρήσουν εκ Κεγχρεών. Οι Πελοποννήσιοι, μετά την εορτήν, εξέπλευσαν διά την Χίον έχοντες έν και είκοσι πλοία υπό την αρχηγίαν του Αλκαμένους. Οι Αθηναίοι, έχοντες ίσον αριθμόν πλοίων, επροχώρησαν κατ' αρχάς προς αυτούς, διά να τους παρασύρουν εις το πέλαγος· αλλά, επειδή οι Πελοποννήσιοι χωρίς να τους ακολουθήσουν επί πολύ, επέστρεψαν οπίσω, ανεχώρησαν επίσης και οι Αθηναίοι, διότι δεν εμπιστεύοντο εις τα επτά πλοία των Χίων, τα οποία είχαν μαζί τους. Αργότερον δε, ενδυναμώσαντες τον στόλον των δι' άλλων τριάκοντα και επτά πλοίων, κατεδίωξαν μέχρι του Πειραιού της Κορινθίας τον παραπλέοντα στόλον των Πελοποννησίων· είναι δε ο λιμήν ούτος έρημος και κείται εις τα τελευταία σύνορα της Επιδαυρίας. Και έν πλοίον απώλεσαν οι Πελοποννήσιοι εις το πέλαγος. Συναθροίσαντες δε τα άλλα ωδήγησαν αυτά εις τον λιμένα· αλλ' οι Αθηναίοι μετέβησαν μετά του στόλου, διά να τους προσβάλουν, και απέβησαν επίσης εις την ξηράν, τούτο δε επροξένησε πολύν θόρυβον και αταξίαν. Οι Αθηναίοι κατεσύντριψαν πολλά πλοία επί της παραλίας και εφόνευσαν τον αρχηγόν Αλκαμένην· αλλ' απώλεσαν και αυτοί άνδρας τινάς.

11. Ότε δε απεχωρίσθησαν, οι Αθηναίοι άφησαν αρκούντα αριθμόν πλοίων, διά να πολιορκούν τον στόλον και μετά των επιλοίπων ηγκυροβόλησαν προ του πλησίον νησιδίου, έστειλαν δε ακολούθως εις τας Αθήνας, διά να ζητήσουν επικουρίας, διότι την επομένην οι Κορίνθιοι και ολίγον μετέπειτα οι άλλοι γείτονες λαοί έφθασαν εις βοήθειαν του Πελοποννησιακού στόλου· αλλ' αναγνωρίζοντες την δυσκολίαν που υπήρχε, διά να υπερασπίσουν αυτόν εις έρημον χώραν, ευρίσκοντο εις αμηχανίαν περί του πρακτέου. Και πρώτον μεν εσκέφθησαν να καύσουν τα πλοία· αλλ' έπειτα απεφάσισαν να τα σύρουν εις την ξηράν και να τα φυλάττουν μετά του πεζού στρατού μέχρις ου παρουσιασθή ευκαιρία τις, διά να διαφύγουν. Πληροφορηθείς ταύτα ο ’γις έστειλε προς αυτούς τον Σπαρτιάτην Θέρμωνα. Εν τούτοις εις την Λακεδαίμονα έφθασε πρώτον η αγγελία ότι ο Πελοποννησιακός στόλος είχε μακρυνθή από του ισθμού· διότι οι έφοροι είχαν διατάξει τον Αλκαμένην να τους στείλη ιππέα, άμα ο στόλος ούτος ήθελε κινήσει. Αμέσως λοιπόν απεφάσισαν να στείλουν υπό την αρχηγίαν του Χαλκιδέως, συνοδευομένου υπό του Αλκιβιάδου, τα πέντε πλοία τα οπλισθέντα εις την Λακωνικήν, αλλ' έπειτα, καθ' ην στιγμήν ήσαν έτοιμα να αναχωρήσουν, ηγγέλθη εις αυτούς ότι ο Πελοποννησιακός στόλος είχε καταφύγει εις Πειραιόν. Στενοχωρηθέντες ένεκα της πρώτης εκείνης αποτυχίας, άμα ήρχισεν ο Ιωνικός πόλεμος, δεν ενησχολούντο πλέον διά την αποστολήν των παρ' αυτοίς παρασκευασθέντων πλοίων, αλλ' ενησχολούντο να μετακαλούν τα ολίγα, τα οποία είχαν ήδη εκπλεύσει.

12. Μαθών δε τας αμφιταλαντεύσεις ταύτας ο Αλκιβιάδης πείθει εκ δευτέρου τον Ένδιον και τους άλλους εφόρους να μη παραιτήσουν ένεκα φόβου την εκστρατείαν, λέγων ότι εγκαίρως θα έφθαναν, πριν μάθουν οι Χίοι την καταστροφήν του στόλου, και ότι αυτός ο ίδιος, άμα φθάση εις την Ιωνίαν, θα έπειθεν ευκόλως τας πόλεις να αποστατήσουν εξεικονίζων εις αυτάς την εξασθένησιν των Αθηναίων και τον ζήλον των Λακεδαιμονίων, και ότι θα τον επίστευαν περισσότερον από πάντα άλλον. Έλεγε δε ιδιαιτέρως εις τον Ένδιον ότι θα ήτο εις αυτόν ένδοξον, αν δι' εκείνου απεστάτει η Ιωνία, εάν εγίνετο ο βασιλεύς σύμμαχος των Λακεδαιμονίων και εάν δεν άφηνε τον ’γιν να δοξασθή με το κατόρθωμα εκείνο· ήτο δε ο Αλκιβιάδης εχθρός του ’γιδος. Και ο μεν Αλκιβιάδης πείσας τους άλλους εφόρους και τον Ένδιον ανεχώρησε μετά των πέντε πλοίων και του Λακεδαιμονίου Χαλκιδέως και επεχείρησαν βιαστικά τον πλουν.

13. Εις τον αυτόν δε περίπου καιρόν επανήλθαν εκ της Σικελίας τα δεκαέξ πλοία των Πελοποννησίων, τα οποία είχαν σταλή εκεί μετά του Γυλίππου, διά να πολεμήσουν. Καταληφθέντα περί την Λευκάδα και προσβληθέντα υπό των εικοσιεπτά πλοίων των Αθηναίων, τα οποία ωδήγει ο Ιπποκλής του Μενίππου, ο οποίος ήτο επιφορτισμένος να παραφυλάσση τα πλοία τα επιστρέφοντα εκ της Σικελίας, διέφυγαν όλα εκτός ενός τους Αθηναίους και κατέπλευσαν εις την Κόρινθον.

14. Ο δε Χαλκιδεύς και ο Αλκιβιάδης, ενώ έπλεαν, εμπόδιζαν όλα τα πλοία, όσα συνήντων, φοβούμενοι μήπως τα ίδουν οι Αθηναίοι. Και πρώτον μεν απέβησαν εις Κώρυκον της Ηπείρου, όπου άφησαν τα πλοία ταύτα· συνομιλήσαντες δε μετά τίνων εκ των συνωμοτούντων Χίων, οι οποίοι τους συνεβούλευαν να καταπλεύσουν εις την πόλιν των, ενεφανίσθησαν απροσδοκήτως έμπροσθεν της Χίου και ενέβαλαν τον λαόν εις έκπληξιν και αμηχανίαν· αλλ' οι ολιγαρχικοί είχαν λάβει τα μέτρα των, ώστε η βουλή να είναι συγκροτημένη. Ότε δε ανήγγειλαν ο Χαλκιδεύς και ο Αλκιβιάδης ότι άλλος πολυαριθμότερος στόλος έμελλε να φθάση, απέκρυψαν όμως τον αποκλεισμόν των εν τω Πειραιώ πλοίων, πρώτον μεν απεσπάσθησαν από τους Αθηναίους οι Χίοι, κατόπιν δε οι Ερυθραίοι. Ύστερον, μετά τριών πλοίων, μετέβησαν εις τας Κλαζομενάς και τας παρέσυραν εις την αποστασίαν. Οι Κλαζομένιοι διέβησαν αμέσως εις την ήπειρον και ωχύρωσαν την Πολίχναν, διά να δύνανται εν ανάγκη να καταφεύγουν εκεί εγκαταλείποντες το νησίδιον, εις το οποίον κατώκουν. Και οι μεν αποστατήσαντες ησχολούντο να οικοδομούν τείχη και να προετοιμάζωνται προς πόλεμον.

15. Εις δε τας Αθήνας έφθασε ταχέως η είδησις της αποστασίας της Χίου. Οι Αθηναίοι βλέποντες εαυτούς απειλουμένους ήδη υπό τοσούτου μεγάλου και φανερού κινδύνου, και νομίζοντες ότι οι λοιποί σύμμαχοι, μετά, την αποστασίαν τοσούτον σημαντικής πόλεως, δεν θα έμεναν ήσυχοι, έλυσαν κατά την πρώτην στιγμήν του τρόμου τας ποινάς τας επιβαλλομένας εναντίον οιουδήποτε πού ήθελε προτείνει ή θέσει εις ψηφοφορίαν να εγγίσουν τα χίλια τάλαντα, τα οποία εφύλατταν ανέπαφα καθ' όλον εκείνον τον πόλεμον, και απεφάσισαν να μεταχειρισθούν αυτά προς εξοπλισμόν πλοίων πολλών. Οκτώ πλοία, τα οποία υπό την αρχηγίαν Στρομβιχίδου του Διοτίμου απεσπάσθησαν από την μοίραν του Πειραιού, διά να καταδιώξουν τον στόλον του Χαλκιδέως, και επανήλθαν χωρίς να τον φθάσουν, διετάχθησαν να πλεύσουν αμέσως προς την Χίον. Τα οκτώ ταύτα ηκολούθησαν μετ' ολίγον άλλα δώδεκα, διοικούμενα υπό του Θρασυκλέους και αποσπασθέντα ομοίως από την μοίραν. Απαγαγόντες δε και τα επτά πλοία των Χίων, τα οποία συνεπολιόρκουν τους εν τω Πειραιώ, τους μεν δούλους εξ αυτών ηλευθέρωσαν, τους δε ελευθέρους έθεσαν εις τα δεσμά. Προς αντικατάστασιν όλων εκείνων των αποσπασθέντων πλοίων εξώπλισαν ταχέως άλλα, και τα έστειλαν να πολιορκούν τους Πελοποννησίους, διενοούντο μάλιστα να εξοπλίσουν τριάκοντα ακόμη. Η προθυμία ήτο μεγίστη και τα μέτρα, τα οποία ελάμβαναν κατά της Χίου, ήσαν δραστηριώτατα.

16. Εν τούτοις ο Στρομβιχίδης, φθάσας εις την Σάμον μετά των οκτώ πλοίων, και προσλαβών έν Σαμιακόν, ανεχώρησε διά την Τέων, και προσεκάλεσε τους κατοίκους αυτής να μένουν ήσυχοι. Έπλευσε δε και ο Χαλκιδεύς εκ της Χίου εις την Τέων μετά τριών και είκοσι πλοίων, ενώ ο στρατός της ξηράς των Κλαζομενίων και των Ερυθραίων ηκολούθει κατά μήκος της παραλίας. Ειδοποιηθείς εγκαίρως ο Στρομβιχίδης εσήκωσε την άγκυραν και έπλευσε προς το πέλαγος· αλλ' ιδών το πλήθος των πλοίων, τα οποία ήρχοντο εκ της Χίου, έφυγε προς την Σάμον. Οι εχθροί τον κατεδίωξαν. Οι Τήιοι κατ' αρχάς είχαν αρνηθή να δεχθούν τον πεζόν στρατόν, αλλ' ότε είδαν τους Αθηναίους φεύγοντας ήνοιξαν εις αυτόν τας πύλας των. Ο πεζός στρατός έμενε κατ' αρχάς απρακτών και περιμένων την επιστροφήν του Χαλκιδέως από την καταδίωξιν αλλ' επειδή ούτος εβράδυνε να επιστρέψη, κατηδάφισε το τείχος, το οποίον οι Αθηναίοι είχαν εγείρει εις το προς την ήπειρον μέρος της πόλεως των Τηίων· εβοήθησαν δε εις την κατεδάφισιν του τείχους και μερικοί βάρβαροι, τους οποίους είχε φέρει μαζί του ο Στάγης, ύπαρχος του Τισσαφέρνους.

17. Ο δε Χαλκιδεύς και ο Αλκιβιάδης, αφού κατεδίωξαν τον Στρομβιχίδην μέχρι της Σάμου, ώπλισαν τους ναύτας του Πελοποννησιακού στόλου, τους άφησαν εις την Χίον, τους αντικατέστησαν διά ναυτών εκ της νήσου εκείνης, παρεσκεύασαν ακόμη άλλα είκοσι πλοία, και διηυθύνθησαν προς την Μίλητον, διά να την αποστατήσουν. Ο Αλκιβιάδης, διά των σχέσεων, τας οποίας είχε μετά των πρωτίστων κατοίκων της νήσου ταύτης, ήθελε προ της αφίξεως του Πελοποννησιακού στόλου να ελκύση την Μίλητον εις την συμμαχίαν των Λακεδαιμονίων, και να προμηθεύση την τιμήν ταύτην εις την Χίον, εις τον εαυτόν του, εις τον Χαλκιδέα και εις τον Ένδιον, ο οποίος τον είχεν αποστείλει και εις τον οποίον είχεν υποσχεθή να διεγείρη όσας περισσοτέρας πόλεις ήθελε δυνηθή, με μόνας τας δυνάμεις της Χίου και του Χαλκιδέως. Ούτω λοιπόν, διανύσαντες κρυφίως το πλείστον μέρος του ταξιδιού, ολίγον μόνον επρόλαβαν τον Στρομβιχίδην και Θρασυκλέα, ο οποίος είχε φθάσει εξ Αθηνών και ο οποίος μετά του Στρομβιχίδου είχεν αρχίσει να καταδιώκη αυτούς, και έπεισαν την Μίλητον να αποστατήση. Οι Αθηναίοι τους ηκολούθουν κατά πόδας με δεκαεννέα πλοία· αλλά μη γενόμενοι δεκτοί υπό των Μιλησίων εστάθμευσαν εις την παρακειμένην νήσον Λάδην.

Αμέσως δε μετά την αποστασίαν της Μιλήτου έγινε δια της μεσιτείας του Τισσαφέρνους και του Χαλκιδέως η πρώτη συμμαχία των Λακεδαιμονίων μετά του βασιλέως έχουσα ως εξής :

18. «Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι συνωμολόγησαν συμμαχίαν μετά του βασιλέως και του Τισσαφέρνους υπό τας ακολούθους συμφωνίας : Όλη η χώρα και αι πόλεις πού κατέχει, ο βασιλεύς, ή κατείχαν οι προγονοί του, θέλουν ανήκει εις αυτόν. Ο βασιλεύς, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι θα εμποδίζουν από κοινού τους Αθηναίους να λαμβάνουν εις το εξής όσα ελάμβαναν εκ των πόλεων τούτων, είτε εις χρήματα είτε εις άλλο είδος. Ο βασιλεύς, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι θα πολεμούν από κοινού τους Αθηναίους, και δεν επιτρέπεται μήτε εις τον βασιλέα, μήτε εις τους Λακεδαιμονίους, μήτε εις τους συμμάχους να καταπαύουν τον πόλεμον, άνευ της συγκαταθέσεως αμφοτέρων, του βασιλέως αφ' ενός, και των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων αυτών αφ' ετέρου. Εάν υπήκοοί τινες αποστατήσουν εναντίον αυτού, να θεωρώνται ως εχθροί των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων. Επίσης οποίος αποστατήση κατά των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων να θεωρήται ως εχθρός του βασιλέως».

19. Τοιούτοι μεν υπήρξαν οι όροι της συμμαχίας. Ευθύς δε μετά ταύτα οι Χίοι γεμίσαντες άλλα δέκα πλοία έπλευσαν προς τα ’ναια, διά να πληροφορηθούν περί των εν τη Μιλήτω συμβαινόντων, και συγχρόνως διά να παρακινήσουν τας πόλεις εις αποστασίαν. Αλλ' επειδή ο Χαλκιδεύς τους εμήνυσε να επιστρέψουν και ότι ο Αμόργης έμελλε να εμφανισθή μετά του στρατού του, έπλευσαν προς το Διός ιερόν, όπου διέκριναν δεκαέξ πλοία, διοικούμενα υπό του Διομέδοντος, ο οποίος είχεν αναχωρήσει εξ Αθηνών μετά τον Θρασυκλέα. Εις την θέαν ταύτην τα πλοία των Χίων έφυγαν, το εν εις την Έφεσον, τα άλλα προς την Τέων. Και τέσσαρα μεν εκ τούτων συνέλαβαν οι Αθηναίοι κενά, διότι τα πληρώματα επρόλαβαν να σωθούν εις την ξηράν, τα δε άλλα κατέφυγαν εις την πόλιν των Τηίων. Μετά τούτο δε οι μεν Αθηναίοι διηυθύνθησαν προς την Σάμον, οι δε Χίοι μετά των επίλοιπων πλοίων και του πεζού στρατού μετέβησαν να αποστατήσουν την Λέβεδον, και έπειτα τας Εράς. Μετά ταύτα ο στρατός και ο στόλος επέστρεψαν εις τα ίδια.

20. Εις τον αυτόν δε περίπου καιρόν τα είκοσι πλοία των Πελοποννησίων, τα καταδιωχθέντα προηγουμένως εις Πειραιόν και πολιορκηθέντα υπό των Αθηναίων, μετ' ίσου αριθμού πλοίων, εξώρμησαν αίφνης, ενίκησαν εις ναυμαχίαν, συνέλαβαν τέσσαρα πλοία των Αθηναίων, έπλευσαν προς τας Κεγχρειάς και ήρχισαν να παρασκευάζουν άλλην εκστρατείαν, διά την Χίον και την Ιωνίαν. Ο Αστύοχος ήλθεν εις αυτούς εκ της Λακεδαίμονος ως ναύαρχος, και εις αυτόν ανετέθη η γενική αρχηγία του στόλου. Αφού δε ο πεζός στρατός ανεχώρησεν εκ της Τέω, ο Τισσαφέρνης ήλθεν αυτοπροσώπως μετά των στρατευμάτων του, απετελείωσε την κατεδάφισιν των μενόντων τειχών της πόλεως ταύτης και ανεχώρησεν. Ολίγον μετά την αναχώρησίν αυτού ο Διομέδων έφθασεν εξ Αθηνών με δέκα πλοία και συνεφώνησε με τους Τηίους να δεχθούν τα στρατεύματά του· εκείθεν δε έφθασε παραπλέων εις Εράς, προσέβαλε την πόλιν, αλλά μη δυνηθείς να την κυριεύση ανεχώρησεν.

21. Εις την αυτήν δε περίπου εποχήν επίσης συνέβη εις την Σάμον η επανάστασις του δήμου, βοηθούμενου υπό των Αθηναίων, οι οποίοι έτυχαν παρευρισκόμενοι εκεί μετά τριών πλοίων, κατά των αριστοκρατών. Ο δήμος της Σάμου εφόνευσε διακοσίους περίπου εκ των αντιπάλων του, εξώρισε τετρακοσίους και διένειμε τας γαίας των και τας οικίας των· μετά τούτο οι Σάμιοι, εις τους οποίους οι Αθηναίοι είχαν παραχωρήσει διά ψηφίσματος αυτονομίαν, ως εις ανθρώπους αφωσιωμένους, έλαβαν όλην την διοίκησιν της πόλεως, χωρίς να συμμερισθούν ουδέ το ελάχιστον αυτής μέρος με τους καλλιεργούντας ιδιόκτητον γην, απαγορεύσαντες μάλιστα εις τον λαόν να ενούται μετ' αυτών διά συνοικεσίων.

22. Μετά δε ταύτα, και κατά το θέρος, οι Χίοι και άνευ της συνδρομής των Πελοποννησίων εξηκολούθησαν να εμφανίζονται με ισχυράς δυνάμεις, χωρίς ουδόλως να χαλαρώσουν τον ζήλον, τον οποίον είχαν να διενεργούν αποστάσεις των πόλεων, θέλοντες άλλως να περιπλέξουν εις τον ίδιον αυτών κίνδυνον, όσον περισσοτέρας πόλεις ήθελαν δυνηθή. Ούτω λοιπόν μόνοι μετέβησαν μετά δεκατριών πλοίων εις Λέσβον, η οποία είχεν υποδειχθή υπό των Λακεδαιμονίων ως δεύτερον μέρος της μεταβάσεώς των, πριν μεταβούν εις τον Ελλήσποντον. Συγχρόνως όλος ο ευρισκόμενος πεζός στρατός των Πελοποννησίων και των συμμάχων επροχώρησε παραλλήλως προς τας Κλαζομενάς και την Κύμην. Ο Σπαρτιάτης Ευάλας ήτο αρχηγός του στρατού, ο δε περίοικος Δεινιάδας του στόλου. Και τα μεν πλοία φθάσαντα πρώτον εις την Μήθυμναν έπεισαν αυτήν να αποστατήση, και αφήσαντες εκεί τέσσαρα πλοία μετέβησαν μετά των λοιπών, διά να αποστατήσουν ομοίως και την Μυτιλήνην.

23. Ο δε Λακεδαιμόνιος ναύαρχος Αστύοχος, αναχωρήσας εκ Κεγχρειών μετά τεσσάρων πλοίων, ήλθεν εις Χίον, όπως είχεν αρχικώς σκοπόν. Την μεθεπομένην του ερχομού του έφθασαν εις την Λέσβον και τα εικοσιπέντε πλοία των Αθηναίων, διοικούμενα υπό του Λέοντος και του Διομέδοντος, διότι ο Λέων, αναχωρήσας τελευταίος εξ Αθηνών, είχε φέρει επικουρίαν εκ δέκα πλοίων. Πλεύσας δε προς το πέλαγος και ο Αστύοχος περί την εσπέραν της αυτής ημέρας, και προσλαβών έν Χιακόν πλοίον έπλευσε προς την Λέσβον, όπως φέρη εις αυτήν συνδρομήν, εάν ήτο ακόμη καιρός. Έπειτα μετέβη εις την Πύρραν και την επομένην ημέραν εις Έρεσον, όπου έμαθεν ότι η Μυτιλήνη εκυριεύθη εξ εφόδου υπό των Αθηναίων, διότι ούτοι εμφανισθέντες απροσδοκήτως κατέλαβαν εν τω λιμένι τον στόλον των Χίων, απεβιβάσθησαν εις την ξηράν, ενίκησαν τους αντισταθέντας και έγιναν κύριοι της πόλεως. Ο Αστύοχος έμαθε την είδησιν ταύτην από τους Ερεσίους, και από τα πλοία, τα οποία ήρχοντο μετά του Ευβούλου εκ της Μηθύμνης, όπου είχαν αφεθή, και τα οποία μετά την άλωσιν της Μυτιλήνης είχαν φύγει· τα πλοία ταύτα τρία μόνον ήσαν, διότι το τέταρτον είχεν κυριευθή υπό των Αθηναίων. Τότε πλέον ο Αστύοχος δεν ηθέλησε να μεταβή εις την Μυτιλήνην, αλλ' αφού επανεστάτησε την Έρεσον και ώπλισε τους κατοίκους αυτής έστειλε διά ξηράς τους στρατιώτας των πλοίων του, υπό την αρχηγίαν του Ετεονίκου, εις την ’ντισσαν και την Μήθυμναν, όπου και αυτός μετέβη διά θαλάσσης μετά των ιδικών του πλοίων και των τριών των Χίων, ελπίζων ότι οι Μηθυμναίοι βλέποντες αυτόν θα ανελάμβαναν θάρρος και θα επέμεναν εις την αποστασίαν των. Επειδή όμως τα πάντα του επαρουσιάσθησαν εναντία εις την Λέσβον, επεβίβασε πάλιν τον στρατόν εις τα πλοία και απέπλευσε διά την Χίον. Οι πεζοί στρατιώται, οι οποίοι είχαν προορισθή να μεταβούν εις τον Ελλήσποντον, εχωρίσθησαν και μετέβησαν εις τας πόλεις των. Έπειτα έξ πλοία του εν τη Κεγχρειά ευρισκομένου Πελοποννησιακού στόλου έφθασαν εις Χίον, διά να βοηθήσουν τους κατοίκους. Οι δε Αθηναίοι, αφού αποκατέστησαν εις την Λέσβον την πρώτην κατάστασιν των πραγμάτων, ανεχώρησαν, εκυρίευσαν την επί της ηπείρου ευρισκομένην και υπό των Κλαζομενίων τειχιζομένην Πολίχναν και επανέφεραν τους τελευταίους τούτους εις την εν τη νήσω πόλιν, πλην των πρωτουργών της αποστασίας. Ούτοι κατέφυγαν εις Δαφνούντα, και αι Κλαζομεναί υπετάγησαν πάλιν εις τους Αθηναίους.

24. Κατά το αυτό δε θέρος οι Αθηναίοι, οι οποίοι επολιόρκουν την Μίλητον με είκοσι πλοία σταθμεύοντα εις την Λάδην, απέβησαν εις Πάνορμον της Μιλησίας χώρας, εφόνευσαν τον Λακεδαιμόνιον άρχοντα Χαλκιδέα, ο οποίος είχεν έλθει προς βοήθειαν μετ' ολίγων ανδρών, και την μεθεπομένην ημέραν επανήλθαν, διά να στήσουν τρόπαιον· αλλ' οι Μιλήσιοι το ανέτρεψαν προφασισθέντες ότι οι εχθροί δεν είχαν μείνει κύριοι του πεδίου της μαχης. Ο Λέων και ο Διομέδων, έχοντες τα εν τη Λέσβω πλοία των Αθηναίων, ήρχισαν τότε να κάμνουν εκδρομάς εναντίον της Χίου, έχοντες ως ορμητήριον τας απέναντι της Χίου νήσους Οινούσσας, την Σίδουσσαν και τον Πτελεόν, πόλεις ωχυρωμένας, τας οποίας αυτοί κατείχαν εν τη Ερυθραία χώρα, και τέλος την Λέσβον· ως στρατιώτας του ναυτικού είχαν στρατιώτας αναγκαστικούς εκ των εγγεγραμμένων εις τον κατάλογον. Και ενεργήσαντες απόβασιν εις Καρδαμύλην, και τους εις βοήθειαν δραμόντας Χίους νικήσαντες εις Βολίσκον, και πολλούς φονεύσαντες έκαμαν άνω κάτω όλα τα περίχωρα· και εν Φάναις πάλιν κατόρθωσαν δευτέραν νίκην, και άλλην τρίτην εν Λευκωνίω. Από της στιγμής εκείνης οι μεν Χίοι δεν ετόλμησαν πλέον να εξέλθουν κατά του εχθρού, οι δε Αθηναίοι ελεηλάτησαν την χώραν, η οποία ήνθει και από την εποχήν των Μηδικών πολέμων έμενεν αβλαβής. Τωόντι μετά τους Λακεδαιμονίους οι Χίοι είναι, ως γνωρίζω, ο μόνος ευδαίμων και σώφρων λαός· όσον μάλλον ανεπτύσσετο η πόλις των, τόσον μάλλον εζήτουν να αποκαταστήσουν την ευταξίαν εν αυτή· και ούτε αυτήν την αποστασίαν (εάν φαίνωνται κατά τούτο ενεργήσαντες εναντίον της ασφαλείας των) ετόλμησαν να επιχειρήσουν, ειμή αφού συμπαρέλαβαν εις τους ιδίους κινδύνους συμμάχους πολλούς και ισχυρούς, και ανεγνώρισαν ότι οι Αθηναίοι, μετά την Σικελικήν συμφοράν, δεν ηδύναντο πλέον να αρνηθούν ότι η κατάστασίς των δεν ήτο οδυνηρά. Είναι μεν αληθές ότι περιέπεσαν εις απάτην εκ των συνήθων εκείνων εις τον ανθρώπινον βίον, αλλά την απάτην ταύτην συνεμερίσθησαν πολλοί άλλοι, νομίσαντες ότι η δύναμις των Αθηναίων έμελλε μετ' ολίγον να καταρρεύση. Ότε λοιπόν είδαν εαυτούς αποκλειομένους της θαλάσσης και λεηλατουμένους διά ξηράς, επεχείρησάν τινες εξ αυτών να παραδώσουν την πόλιν εις τους Αθηναίους. Οι άρχοντες, μαθόντες το σχέδιον τούτο, αυτοί μεν ουδέν κίνημα έκαμαν, προσεκάλεσαν όμως εκ των Ερυθρών τον ναύαρχον Αστύοχον, ο οποίος ευρίσκετο εκεί μετά τεσσάρων πλοίων, και συνεσκέφθησαν πώς να κατευνάσουν την συνωμοσίαν εκείνην δι' ηπίων μέτρων, είτε λαμβάνοντες ομήρους είτε άλλως. Ούτως είχαν τα πράγματα εν Χίω.

25. Περί τα τέλη δε του αυτού θέρους χίλιοι στρατιώται Αθηναίοι και χίλιοι πεντακόσιοι Αργείοι (εκ των οποίων πεντακοσίους ελαφρούς ώπλισαν οι Αθηναίοι) και χίλιοι σύμμαχοι ανεχώρησαν εξ Αθηνών με τεσσαράκοντα οκτώ πλοία, εκ των οποίων τινά ήσαν οπλιταγωγά, υπό την αρχηγίαν του Φρυνίχου, του Ονομακλέους και του Σκιρωνίδου, επλησίασαν εις την Σάμον και διέβησαν ακολούθως εις την Μίλητον, όπου εστρατοπέδευσαν. Εξελθόντες εκ της Μιλήτου, όπου οκτακόσιοι στρατιώται, και οι μετά του Χαλκιδέως ελθόντες Πελοποννήσιοι, και το ξενικόν επικουρικόν του Τισσαφέρνους, και αυτός ο Τισσαφέρνης παρών μετά του ιππικού του, συνεπλάκησαν με τους Αθηναίους και τους συμμάχους. Και οι μεν Αργείοι αναπτύξαντες το κέρας των πολύ εις τα εμπρός, εκ περιφρονήσεως προς τους Ίωνας, τους οποίους ενόμιζαν ανικάνους να υποστούν την επίθεσιν των, και προχωρήσαντες ατάκτως ενικήθισαν υπό των Μιλησίων και απώλεσαν περί τους τριακοσίους άνδρας· οι δε Αθηναίοι νικήσαντες πρώτους τους Πελοποννησίους απώθησαν έπειτα τους βαρβάρους και τελευταίον τον επίλοιπον όχλον· και χωρίς να συμπλακούν με τους Μιλησίους, οι οποίοι μετά την κατατρόπωσιν των Αργείων, άμα είδαν ηττηθέν το επίλοιπον μέρος του στρατού των, είχαν υποχωρήσει εις την πόλιν των, μετέβησαν νικηφόροι να στήσουν τα όπλα των πλησίον αυτής της πόλεως των Μιλησίων. Ούτως εν τη μάχη εκείνη αμφοτέρωθεν οι Ίωνες ανεδείχθησαν υπέρτεροι των Δωριέων, διότι οι μεν Αθηναίοι ενίκησαν τους απέναντι των Πελοποννησίους, οι δε Μιλήσιοι τους Αργείους. Στήσαντες δε οι Αθηναίοι τρόπαιον προητοιμάσθησαν να αποκλείσουν διά περιτειχίσεως την πόλιν, η οποία σχηματίζει ισθμόν, νομίζοντες ότι, εάν κατώρθωναν να κυριεύσουν την Μίλητον, ευκόλως και αι λοιπαί πόλεις ήθελαν προσχωρήσει.

26. Εν τούτοις, ενώ είχεν ήδη αρκετά νυκτώσει, αγγέλλεται εις αυτούς ότι οσονούπω επρόκειτο να φανούν τα εκ της Πελοποννήσου και της Σικελίας ερχόμενα πλοία, πεντήκοντα και πέντε τον αριθμόν. Τωόντι οι Σικελιώται, επειδή τους παρεκίνει ο Συρακούσιος Ερμοκράτης να συντελέσουν εις την τελειωτικήν κατάλυσιν (της ηγεμονίας) των Αθηναίων, έπεμψαν είκοσι πλοία των Συρακουσίων και δύο των Σελινουντίων. ’μα δε ητοιμάσθησαν τα πλοία, τα οποία εξωπλίζοντο εις την Πελοπόννησον, οι δύο ούτοι στόλοι, ανατεθέντες εις τον Λακεδαιμόνιον Θηριμένην, διά να οδηγήση αυτούς εις τον ναύαρχον Αστύοχον, κατέπλευσαν πρώτον μεν εις την προ της Μιλήτου νήσον Λέρον· έπειτα εκείθεν, μαθόντες ότι οι Αθηναίοι ήσαν υπό τα τείχη της Μιλήτου, εισήλθαν εις τον Ιασικόν κόλπον, διά να λάβουν λεπτομερεστέρας πληροφορίας περί των εν Μιλήτω συμβαινόντων. Φθάσαντες εις την Τειχιούσσαν της Μιλησίας διενυκτέρευσαν εκεί και έμαθαν τα περί της μάχης παρά του Αλκιβιάδου, ο οποίος ήλθεν έφιππος. Ο Αλκιβιάδης τωόντι παρευρίσκετο εις την μάχην εκείνην και εμάχετο υπέρ των Μιλησίων πλησίον του Τισσαφέρνους. Αυτός συνεβούλευε τους Πελοποννησίους, εάν δεν ήθελαν να καταστρέψουν τα εν τη Ιωνία και αλλαχού πράγματα, να βοηθήσουν την Μίλητον όσον τάχιστα και να μη ανεχθούν τον περιτειχισμόν αυτής.