Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τέταρτος

Part 6

Chapter 6 16 words Public domain Markdown

79. Πρωί δε σηκώσαντες το στρατόπεδον ήρχισαν πάλιν την πορείαν, και προσεπάθησαν να φθάσουν εις τον περιτειχισμένον λόφον. Αλλ' εύρον ενώπιον των, υπέρ τα περιτειχίσματα, τον πεζόν στρατόν παραταγμένον εις πολύ βάθος, διότι ο χώρος ήτο στενός. Επιτεθέντες οι Αθηναίοι προσεπάθουν να καταλάβουν το μέρος εξ εφόδου, αλλ' εκ του λόφου, ο οποίος ήτο κατωφερής, βαλλόμενοι υπό πολλών (διότι οι άνωθεν επετύγχαναν καλλίτερον του σκοπού) και μη δυνάμενοι να εξαναγκάσουν την δίοδον υπεχώρησαν και ανεπαύθησαν. Έτυχε δε κατά το διάστημα τούτο να επισυμβούν βρονταί μετά βροχής, ως συνήθως συμβαίνει κατά την προσέγγισιν του φθινοπώρου. Τούτου ένεκα οι Αθηναίοι ησθάνθησαν ακόμη μεγαλυτέραν αθυμίαν και ενόμισαν, ότι όλα ταύτα εγένοντο διά τον ιδικόν των όλεθρον. Αναπαυομένων δε αυτών, ο Γύλιππος και οι Συρακούσιοι έστειλαν μέρος του στρατεύματός των, διά να εγείρη δεύτερον τείχος όπισθεν αυτών αλλά και οι Αθηναίοι έστειλάν τινας εκ των ιδικών των και τους παρεμπόδισαν. Και μετά ταύτα, αναχωρήσαντες οι Αθηναίοι πανστρατιά προς την πεδιάδα μάλλον, διενυκτέρευσαν εκεί, την δε επομένην επροχώρησαν. Οι Συρακούσιοι τους περιεκύκλωσαν, τους προσέβαλαν πανταχόθεν και κατετραυμάτισαν πλείστους εξ αυτών. Και, εάν μεν επετίθεντο οι Αθηναίοι, εκείνοι υπεχώρουν, εάν δε υπεχώρουν, τότε αυτοί επετίθεντο προ πάντων κατά των ευρισκομένων εις τας τελευταίας τάξεις, διά να εμβάλουν ολίγον κατ' ολίγον τους Αθηναίους εις αταξίαν και να ενσπείρουν τον τρόμον μεταξύ όλου του στρατεύματος. Και επί πολύ μεν αντέσχον οι Αθηναίοι εις τον τρόπον τούτον της προσβολής, έπειτα όμως, προχωρήσαντες πέντε ή έξ σταδίους ανεπαύθησαν εις την πεδιάδα. Εμακρύνθησαν δε απ' αυτών και οι Συρακούσιοι και επέστρεψαν εις το στρατόπεδόν των.

80. Ο δε Νικίας και ο Δημοσθένης βλέποντες την λυπηράν κατάστασιν του στρατού, την εντελή έλλειψιν των τροφών και τον μέγαν αριθμόν των τραυματισμένων απεφάσισαν να ανάψουν, διαρκούσης της νυκτός, όσα ηδύναντο περισσότερα πυρά και να οδηγήσουν τον στρατόν ουχί πλέον διά της οδού, την οποίαν κατ' αρχάς εμελέτησαν να ακολουθήσουν, αλλά κατά διεύθυνσιν εναντίαν των θέσεων, τας οποίας εφύλατταν οι Συρακούσιοι, δηλαδή προς την θάλασσαν. Η τελευταία αύτη οδός δεν έφερε πλέον τον στρατόν εις την Κατάνην, αλλ' εις το αντίθετον μέρος της Σικελίας, προς την Καμάριναν, την Γέλαν και τας άλλας ελληνίδας ή βαρβάρους πόλεις των παραλίων τούτων. Ανάψαντες λοιπόν πολλά πυρά ανεχώρησαν διά νυκτός· αλλ' ησθάνθησαν την ταραχήν εκείνην, η οποία είναι σύνηθες αποτέλεσμα του πανικού φόβου, πού καταλαμβάνει όλους τους στρατούς, προ πάντων τους μεγίστους, όταν οδοιπορούν νύκτα διά χώρας εχθρικής και όταν ο εχθρός είναι πλησίον. Και η μεν μοίρα του Νικίου, η οποία προηγείτο, διετήρησε τας τάξεις της και επροχώρησε πολύ, το δε ήμισυ, και μάλιστα το πλείστον της μοίρας του Δημοσθένους, διεσπάσθη και επροχώρει ατακτότερον. Εν τούτοις άμα τη αυγή έφθασαν εις το παράλιον και εισελθόντες εις την ονομαζομένην Ελωρίνην οδόν εξηκολούθησαν την πορείαν των, διά να φθάσουν εις τον Κακύπαριν ποταμόν και να εισδύσουν εις τα μεσόγεια ακολουθούντες τον ρουν αυτού· διότι ήλπιζαν να συναντήσουν εκεί και τους Σικελούς, τους οποίους είχαν ειδοποιήσει προηγουμένως. Φθάσαντες δε εις τον ποταμόν τούτον εύρον και ενταύθα απόσπασμα εκ Συρακουσίων, πού ετείχιζε και περιεχαράκωνε την διάβασιν αλλά παραβιάσαντες αυτήν διέβησαν τον ποταμόν και εξηκολούθησαν να προχωρούν προς άλλον ποταμόν ονομαζόμενον Ερινεόν. Ταύτην την οδόν είχαν υποδείξει εις αυτούς οι οδηγοί.

81. Εν τούτω δε τω μεταξύ, οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι, άμα έγινεν ημέρα και ενόησαν ότι οι Αθηναίοι είχαν αναχωρήρει, κατηγόρησαν οι πλείστοι τον Γύλιππον ότι εκουσίως αφήκε τους Αθηναίους να αναχωρήσουν και αναγνωρίσαντες ευκόλως την οδόν, την οποίαν είχαν ακολουθήσει, κατεδίωξαν αυτούς και τους έφθασαν περί την ώραν του αρίστου. Πλησιάσαντες δε τους στρατιώτας του Δημοσθένους, οι οποίοι εσχημάτιζαν την οπισθοφυλακήν και εβάδιζαν βραδέως και εν αταξία ένεκα της ταραχής, η οποία είχε συμβή την νύκτα, επετέθησαν κατ' αυτών και ήρχισαν την μάχην. Οι ιππείς των Συρακουσίων περιεκύκλωσαν εύκολα το ατάκτως διεσπαρμένον εκείνο σώμα και το εστενοχώρησαν εις έν μόνον μέρος. Ο στρατός του Νικίου ήτο εμπρός και απείχε πεντήκοντα σταδίους, διότι ο Νικίας εβάδιζε ταχύτερον, σκεπτόμενος ότι εις τοιαύτην περίστασιν η σωτηρία του στρατού δεν συνίστατο εις το να ίσταται εκουσίως και να μάχεται, αλλ' εις το να υποχωρή όσον τάχιστα και να μάχεται μόνον όταν αναγκάζεται. Ο Δημοσθένης ήτο περισσότερον και συνεχέστερον εκτεθειμένος· επειδή δε εσχημάτιζε την οπισθοφυλακήν, προσεβλήθη πρώτος υπό των πολεμίων. Ιδών ότι κατεδιώκετο υπό των Συρακουσίων εσκέφθη να παραταχθή εις μάχην μάλλον ή να προχωρήση, μέχρις ου τέλος η βραδύτης του επέτρεψεν εις τους εχθρούς να τον περικυκλώσουν εντελώς και να εμβάλουν αυτόν και τους μετ' αυτού Αθηναίους εις πολλήν αταξίαν, διότι καταληφθέντες ούτοι εντός χώρου περικυκλουμένου διά μικρού τείχους περιοριζομένου ένθεν και ένθεν δι' οδού και έχοντος πολλά ελαιόδενορα, προσεβλήθησαν πανταχόθεν υπό βελών. Ευλόγως δε οι Συρακούσιοι μετεχειρίζοντο το είδος τούτο της προσβολής μάλλον ή της μάχης εκ του συστάδην, διότι ουδέν συμφέρον είχαν να ριψοκινδυνεύουν εναντίον ανθρώπων απηλπισμένων. ’λλως οι Συρακούσιοι, βέβαιοι πλέον περί της επιτυχίας, εφείδοντο ανωφελών θυσιών και έκριναν το στρατήγημα εκείνο αρκούν να καταδαμάση τους Αθηναίους και να καταστήση αυτούς αιχμαλώτους των.

82. Αφού δε ούτως επί όλην την ημέραν έρριπταν βέλη κατά των Αθηναίων και των συμμάχων και τους είδαν ταλαιπωρημένους και υπό των τραυμάτων και των άλλων κακώσεων, ο Γύλιππος, οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι έστειλαν πρώτον κήρυγμα, διά να προσκαλέσουν τους νησιώτας να μεταβούν προς αυτούς παρέχοντες υπόσχεσιν ελευθερίας, το οποίον και έπραξαν οι στρατιώται πόλεών τινων, όχι πολλών. Έπειτα δε συνεφώνησαν και με τους άλλους στρατιώτας του Δημοσθένους να καταθέσουν τα όπλα και να μη φονευθή κανείς εξ αυτών μήτε βιαίως, μήτε εις τα δεσμά, μήτε ένεκα ελλείψεως της απολύτως αναγκαίας τροφής. Όλοι, εξακισχίλιοι όντες, παρεδόθησαν και όλον το χρήμα, πού είχαν το παρέδοσαν, θέσαντες αυτό επί ασπίδων ανεστραμμένων, εγέμισαν δε ούτως ασπίδας τέσσαρας. Και τούτους μεν αμέσως εκόμισαν εις την πόλιν οι Συρακούσιοι, ο δε Νικίας και οι μετ' αυτού έφθασαν την ιδίαν εκείνην ημέραν εις τον ποταμόν Ερινεόν, διαβάντες δε αυτόν εστρατοπέδευσαν επί τινος υψώματος.

83. Οι δε Συρακούσιοι καταλαβόντες αυτούς την επομένην τους ανήγγειλαν ότι οι μετά του Δημοσθένους παρεδόθησαν και τους προσεκάλεσαν να πράξουν το αυτό. Ο Νικίας, μη πιστεύων εις την είδησιν ταύτην, συνεφώνησε μετ' αυτών να πέμψη ιππέα, διά να βεβαιωθή περί του πράγματος. Αφού δε ο απεσταλμένος ούτος επιστρέψας επεβεβαίωσε την παράδοσιν του στρατού, ο Νικίας εμήνυσε διά κήρυκος εις τον Γύλιππον και τους Συρακουσίους ότι ήτο έτοιμος να συνθηκολογήση εν ονόματι των Αθηναίων, όπως όλα τα χρήματα, όσα οι Συρακούσιοι εδαπάνησαν εις τον πόλεμον εκείνον, τους αποδοθούν, αρκεί να αφήσουν τον στρατόν του να αναχωρήση ελευθέρως· μέχρις ου δε αποδοθούν τα χρήματα ταύτα, υπέσχετο να αφήση Αθηναίους ως ομήρους, ένα άνδρα διά κάθε τάλαντον. Ο Γύλιππος και οι Συρακούσιοι δεν εδέχθησαν τας προτάσεις ταύτας· αλλ' επιτεθέντες και περικυκλώσαντες τους Αθηναίους πανταχόθεν τους ετόξευαν μέχρις εσπέρας.

Οι Αθηναίοι ήσαν εξηντλημένοι ως εκ της ελλείψεως των τροφών και όλων των άλλων αναγκαίων· εν τούτοις περιέμειναν την ησυχίαν της νυκτός, διά να εξακολουθήσουν την πορείαν των. Είχαν δε ήδη αναλάβει τα όπλα, ότε οι Συρακούσιοι ενόησαν τον σκοπόν των και ετόνισαν τον παιάνα. Τότε οι Αθηναίοι ιδόντες ότι ανεκαλύφθησαν ανέστειλαν πάσαν απόπειραν, εκτός τριακοσίων ανδρών, οι οποίοι παραβιάσαντες τους φύλακας μετέβησαν διά νυκτός όπου ηδυνήθησαν.

84. Ο δε Νικίας, άμα έγινεν ημέρα, εκίνησεν επί κεφαλής του στρατού· οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι επετέθησαν κατ' αυτών διά του αυτού τρόπου, τοξεύοντες και κατακοντίζοντες αυτούς πανταχόθεν. Οι Αθηναίοι έσπευδαν να φθάσουν εις τον Ασσίναρον ποταμόν, όχι μόνον διότι εστενοχωρούντο πανταχόθεν υπό των επιθέσεων του πολλού ιππικού και του άλλου εχθρικού πλήθους, και ήλπιζαν να εύρουν ησυχίαν πέραν του ποταμού, αλλά και διά να καταπαύσουν τας βασάνους της πείνης και της δίψης. ’μα έφθασαν εις τας όχθας του ποταμού τούτου ερρίφθησαν εντός αυτού φύρδην μίγδην και όλοι ηγωνίζοντο τις να διαβή πρώτος· αλλ' οι εχθροί, οι οποίοι τους ηκολούθουν εκ του πλησίον, κατέστησαν την διάβασιν δυσχερεστάτην. Οι Αθηναίοι, αναγκασμένοι να προχωρούν αθρόοι, έπιπταν οι μεν επί των δε και κατεπάτουν αλλήλους. Περιπλεκόμενοι εν μέσω των δοράτων και των σκευών, οι μεν εφονεύοντο αμέσως, οι δε παρεσύροντο υπό των υδάτων. Οι Συρακούσιοι, παραταγμένοι επί της απέναντι κρημνώδους όχθης, ετόξευαν άνωθεν τους Αθηναίους, οι οποίοι ως επί το πλείστον κατεγίνοντο εις το να πίνουν απλήστως, και να συσσωρεύωνται ατάκτως εις την κοίλην κοίτην του ποταμού. Καταβάντες τέλος οι Πελοποννήσιοι έσφαζαν προ πάντων εκείνους, πού ήσαν εντός του ποταμού. Μετ' ολίγον το ύδωρ συνεταράχθη (έγινε θολόν)· εν τούτοις το έπιναν ακόμη, μολονότι ήτο βορβορώδες και αιματωμένον. Ήτο μάλιστα διά τους πολλούς αιτία έριδος.

85. Τέλος δε πολλά πτώματα έκειντο ήδη εντός του ποταμού, τα μεν επί των δε, και ο στρατός είχε καταστραφή, μέρος μεν εις τας όχθας, μέρος δε υπό των ιππέων, ότε ο Νικίας μετέβη προς τον Γύλιππον, εις αυτόν μάλλον ή εις τους Συρακουσίους εμπιστευόμενος, και παρέδωκε τον εαυτόν του εις την διάκρισιν του στρατηγού εκείνου και των Λακεδαιμονίων, παρακαλών αυτούς μόνον να παύσουν την σφαγήν. Τότε ο Γύλιππος διέταξε να συλλαμβάνουν ζωντανούς τους εχθρούς· όλοι δε εκείνοι, τους οποίους οι Συρακούσιοι δεν είχαν κρύψει, και των οποίων ο αριθμός ήτο μέγας, μετεφέρθησαν ζώντες· έστειλαν επίσης προς καταδίωξιν των τριακοσίων, πού είχαν διαφύγει τους φύλακας διά νυκτός, και τους συνέλαβαν. Εν τούτοις ολίγοι μόνον αιχμάλωτοι εκ του στρατού των Αθηναίων συνηθροίσθησαν προς όφελος του δημοσίου, διότι οι περισσότεροι είχαν κλαπή υπό ιδιωτών. Όλη η Σικελία κατεπλήσθη υπ' αυτών, καθότι δεν είχαν παραδοθή διά συνθήκης, όπως οι μετά του Δημοσθένους. Ο αριθμός των φονευθέντων υπήρξεν επίσης μέγιστος, διότι η σφαγή εγένετο φρικώδης και είχεν υπερβή πάσαν προηγηθείσαν κατά το διάστημα του Σικελικού εκείνου πολέμου· τέλος ο στρατός είχεν υποστή πολλάς απωλείας ένεκα των επανειλημμένων συμπλοκών των γενομένων κατά την υποχώρησιν. Ουχ ήττον πολλοί Αθηναίοι διέφυγαν, άλλοι μεν πάραυτα, άλλοι δε δουλεύσαντες και αποδράσαντες ύστερον. Όλοι δε ούτοι εύρισκαν καταφύγιον εις την Κατάνην.

86. Οι δε Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι συναθροισθέντες και λαβόντες όσους περισσοτέρους ηδυνήθησαν αιχμαλώτους, και τα λάφυρα επέστρεψαν εις την πόλιν. Και τους μεν Αθηναίους και τους συμμάχους, τους οποίους έλαβαν αιχμαλώτους, κατεβίβασαν εις τα λατομεία, νομίζοντες ότι το μέρος εκείνο ήτο ασφαλεστάτη φυλακή, τον δε Νικίαν και τον Δημοσθένην εφόνευσαν, παρά την θέλησιν του Γυλίππου, ο οποίος εσκέπτετο ότι θα ήτο μέγα κατόρθωμα, εάν μετά τόσας υπηρεσίας εκόμιζεν εις την Λακεδαίμονα και τους αρχηγούς του εχθρικού στρατού. Συνέβαινε δε ο μεν Δημοσθένης να είναι έχθιστος εις τους Λακεδαιμονίους ένεκα των εν τη Σφακτηρία συμβάντων, ο δε Νικίας λίαν αγαπητός διά τον αυτόν λόγον· διότι ο Νικίας μετά ζήλου ειργάσθη να συνομολογήσουν ειρήνην οι Αθηναίοι και ν' αφήσουν ελευθέρους τους εν τη νήσω αιχμαλωτισθέντας Λακεδαιμονίους. Τούτου ένεκα οι Λακεδαιμόνιοι ηγάπων τον Νικίαν, και αυτός παρέδωκεν εαυτόν μετ' εμπιστοσύνης εις τον Γύλιππον. Αλλ' οι Συρακούσιοι, γνωρίζοντες ότι ο Νικίας είχε κρυφίας συνεννοήσεις μετά τινων εξ αυτών, εφοβήθησαν, ως ελέγετο, μήπως βασανιζόμενος επί του ζητήματος τούτου κοινολογήση τι και ταράξη την χαράν της νίκης· άλλοι δε, και προ πάντων οι Κορίνθιοι, μήπως δελεάζων τινάς διά χρημάτων (διότι ήτο πλούσιος) αποδράση και εμβάλη αυτούς εις νέας ταραχάς, έπεισαν τους συμμάχους και τον εφόνευσαν. Αυτά, ή περίπου αυτά, ήσαν τα αίτια του θανάτου του Νικίου, ο οποίος μεταξύ όλων των συγχρόνων μου Ελλήνων, διά την προς τους θεούς άκραν ευσέβειάν του, δεν έπρεπε να τύχη τοιούτου δυστυχούς τέλους.

87. Τους δε εις τα λατομεία μετακομισθέντας αιχμαλώτους μετεχειρίσθησαν οι Συρακούσιοι κατ' αρχάς μετά πολλής αυστηρότητος. Συσσωρευμένοι οι αιχμάλωτοι ούτοι εντός χώρου κοίλου και στενού έμεναν κατ' αρχάς εκτεθειμένοι άστεγοι εις την πνιγηράν θερμότητα του ήλιου· επήλθαν κατόπιν αι δροσεραί νύκτες του φθινοπώρου και η μεταβολή αύτη επενήργησεν ολεθρίως επί της υγείας των, προ πάντων επειδή ήσαν αναγκασμένοι εντός του στενού εκείνου χώρου να εκπληρούν όλας των τας ανάγκας· εκτός τούτου τα σώματα των αποθνησκόντων, είτε ένεκα των πληγών, είτε ένεκα των μεταβολών του καιρού, είτε ένεκα άλλων ομοίων αιτίων, έκειντο εκεί φύρδην μίγδην και ανέδιδαν οσμήν ανυπόφορον, την οποίαν ηύξαναν περισσότερον αι βάσανοι της πείνης και της δίψης· διότι επί οκτώ μήνας έκαστος των αιχμαλώτων δεν ελάμβανεν άλλο, παρά μίαν κοτύλην ύδατος και δύο κοτύλας άρτου· τέλος ουδενός εκ των δεινών, όσα δύναται τις να υποστή εις τοιαύτην αιχμαλωσίαν, απηλλάγησαν. Επί εβδομήκοντα ημέρας έζησαν ούτω συσσωρευμένοι· έπειτα, όσοι δεν ήσαν Αθηναίοι ή Σικελιώται ή Ιταλιώται, επωλήθησαν. Μολονότι δεν δύναμαι να ορίσω ακριβώς τον ολικόν αριθμόν των αιχμαλώτων, συμπεραίνω όμως ότι δεν πρέπει να ήσαν ολιγώτεροι των επτακισχιλίων. Το γεγονός τούτο υπήρξε διά τους Έλληνας το μάλλον σπουδαίον εξ όσων συνέβησαν κατά τον πόλεμον εκείνον· και κατά την γνώμην μου, εξ όλων εκείνων, τα οποία εξετέλεσαν οι Ελληνες και τα οποία γινώσκομεν εκ παραδόσεως, τούτο υπήρξε και διά τους νικήσαντας ενδοξότατον, και διά τους νικηθέντας καταστρεπτικώτατον. Και τωόντι η προκειμένη καταστροφή υπήρξε τελεία· στρατός, στόλος, το παν εχάθη, και εκ τόσου πολυαρίθμου στρατιάς ολίγιστοι άνδρες επέστρεψαν εις τα ίδια. Ταύτα είναι τα κατά την Σικελίαν γενόμενα.

ΒΙΒΛΙΟΝ Η'.

ΘΟΥΚΙΔΙΔΟΥ

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΝ Η'.

1. Ότε δε η είδησις αύτη έφθασεν εις τας Αθήνας, επί πολύν χρόνον εδυσπίστουν εις την πανωλεθρίαν αυτήν του στρατού, παρ' όλας τας θετικάς βεβαιώσεις των μάλλον αξιοπίστων μαρτύρων, εκείνων πού είχαν διαφύγει απ' αυτήν την ιδίαν καταστροφήν. Αλλά, άμα επείσθησαν περί τούτου, ωργίσθησαν τούτο μεν εναντίον των ρητόρων, όσοι είχαν υποκινήσει την προθυμίαν του λαού διά την εκστρατείαν εκείνην, ως εάν δεν εψηφίσθη αύτη υπ' αυτού, τούτο δε κατά των χρησμολόγων, των μάντεων και όλων εκείνων, οι οποίοι τότε διά των προφητειών των είχαν διεγείρει την ελπίδα κατακτήσεως της Σικελίας. Ουδέν άλλο είχαν υπό τα βλέμματά των ειμή θλιβερά συμβάντα, και το γεγονός τούτο ενεποίει τρόμον και αμηχανίαν εις τους Αθηναίους. Οι πολίται, ιδιαιτέρως έκαστος, υπέστησαν σκληράς απωλείας· η πόλις επένθει το πλήθος εκείνο των οπλιτών, των ιππέων, των νεανιών, τους οποίους αδύνατον θα ήτο να αντικαταστήσουν· η θέα των γυμνών ναυστάθμων, η εξάντλησις του δημοσίου θησαυρού, τα πάντα συνηνούντο, διά να τους απελπίζουν περί της σωτηρίας. Κατά την πρώτην ημέραν επερίμεναν να ίδουν τους μεν εν τη Σικελία εχθρούς πλέοντας εναντίον του Πειραιώς μετά την περιφανή νίκην, την οποίαν είχαν κερδήσει, τους δε εν τη Ελλάδι, των οποίων αι πολεμικαί παρασκευαί είχαν τότε διπλασιασθή, επιτιθεμένους εναντίον των Αθηναίων διά ξηράς και διά θαλάσσης· τους συμμάχους τέλος αποστατούντας και ενουμένους μετά των εχθρών τούτων. Εν τούτοις, εφ' όσον επέτρεπαν τα παρόντα μέσα, οι Αθηναίοι απεφάσισαν ουχί να ενδώσουν, αλλά να παρασκευάσουν ναυτικόν, ποριζόμενοι όπως ηδύναντο ξύλα και χρήματα, διά να προνοήσουν προς εξασφάλισιν κατά των συμμάχων και προ πάντων κατά της Ευβοίας, να ελαττώσουν τα δημόσια έξοδα και να εκλέξουν συμβούλιον εκ πρεσβυτέρων, οι οποίοι να διευθύνουν τας υποθέσεις συμφώνως με τας περιστάσεις· τέλος, ως συμβαίνει συνήθως εις τον λαόν, ο παρών φόβος τους διέθεσεν εις το να τηρήσουν διαγωγήν σώφρονα. Όσα δε απεφάσισαν, τα εξετέλεσαν αμέσως, και το θέρος ετελείωσεν.

2. Κατά δε τον ακόλουθον χειμώνα, αμέσως μετά την είδησιν της πανωλεθρίας των Αθηναίων εις την Σικελίαν, όλοι οι Έλληνες επήραν μεγάλας ελπίδας· όσοι δεν ήσαν σύμμαχοι ουδενός, ενόμισαν ότι δεν έπρεπε πλέον να μένουν αμέτοχοι του πολέμου, έστω και αν δεν προσεκαλούντο, αλλά να βαδίσουν εκουσίως εναντίον των Αθηναίων, πεπεισμένοι όντες ότι, εάν οι Αθηναίος επετύγχαναν εν τη Σικελία, αμέσως θα επήρχοντο και εναντίον των. Επίστευαν άλλως ότι ο υπολειπόμενος πόλεμος έμελλε να είναι βραχύς και ότι ωφέλιμον θα ήτο να μετάσχουν αυτού. Αφ' ετέρου πάλιν οι σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων, καταβάλλοντες από κοινού μεγαλύτερον ζήλον ή πρότερον, ήλπιζαν να ελευθερωθούν ταχέως από τόσας ταλαιπωρίας· προ πάντων δε οι υπήκοοι των Αθηναίων, μ' όλην την αδυναμίαν των, ήσαν έτοιμοι να αποστατήσουν, διότι έκριναν τα πράγματα εν στιγμή οργασμού και υπεστήριζαν ότι οι Αθηναίοι δεν θα ηδύναντο να συντηρηθούν μέχρι του επομένου θέρους. Εις δε τους Λακεδαιμονίους η πεποίθησις είχεν αυξηθή προ πάντων εκ της βεβαιότητος ότι οι της Σικελίας σύμμαχοι, μη δυνάμενοι να τους αρνηθούν την συνδρομήν του ναυτικού των, θα έφθαναν βεβαίως εις την αρχήν της ανοίξεως με πολλήν δύναμιν. Πανταχόθεν λοιπόν ευέλπιδες όντες απεφάσισαν να αρχίσουν πόλεμον φανερόν, πεπεισμένοι ότι, αποβαίνοντος του πολέμου υπέρ αυτών, θα απηλλάσσοντο διά παντός από κινδύνους ομοίους εκείνων, με τους οποίους θα τους ηπείλουν οι Αθηναίοι, εάν η ηγεμονία των ηυξάνετο διά της καθυποτάξεως της Σικελίας και ότι, εάν κατελύετο η δύναμις των Αθηνών, θα εξησφάλιζαν εις εαυτούς την ηγεμονίαν πάσης της Ελλάδος.

3. Διαρκούντος λοιπόν του χειμώνος εκείνου ο βασιλεύς αυτών ’γις ανεχώρησεν αμέσως εκ της Δεκελείας μετά στρατού και συνέλεξε χρήματα παρά των συμμάχων προς συντήρησιν του ναυτικού· διευθυνθείς προς τον Μαλιακόν κόλπον έλαβε παρά των Οιταίων πολύ μέρος εκ των λαφύρων των εξ αιτίας δήθεν αρχαίας τινός έχθρας και τους επέβαλε χρηματικήν συνεισφοράν· έπειτα ηνάγκασε τους Φθιώτας Αχαιούς και τους άλλους υπηκόους της Θεσσαλίας, με όλην την αντίστασιν και τα παράπονα των Θεσσαλών, να του δώσουν ομήρους τινάς και χρήματα. Τους ομήρους τούτους κατέθεσεν εις την Κόρινθον και προσεπάθησε να ελκύση τους λαούς τούτους εις την συμμαχίαν του. Οι δε Λακεδαιμόνιοι διέταξαν τας υπό την δικαιοδοσίαν των πόλεις να κατασκευάσουν εκατόν πλοία. Και εις μεν τους Βοιωτούς επέβαλαν εικοσιπέντε, εις εαυτούς ισάριθμα, εις τους Φωκείς και τους Λοκρούς δεκαπέντε, εις τους Κορινθίους δεκαπέντε, εις τους Αρκάδας, τους Πελληνείς και τους Σικυωνίους δέκα, τέλος δε εις τους Μεγαρείς, τους Τροιζηνίους, τους Επιδαυρίους και τους Ερμιονείς δέκα. Ουδεμίαν δε άλλην προετοιμασίαν παρέλειψαν, διά να αρχίσουν τον πόλεμον κατά την άνοιξιν.

4. Ενησχολήθησαν δε και οι Αθηναίοι κατά τον χειμώνα τούτον, όπως είχαν αποφασίσει, εις το να κατασκευάσουν πλοία, προς τούτο δε επρομηθεύθησαν ξύλα· οχύρωσαν επίσης το Σούνιον, διά να εξασφαλίσουν τον περίπλουν των σιταγωγών πλοίων. Εγκατέλειψαν το φρούριον, το οποίον είχαν εγείρει εν τη Λακωνική κατά την εις την Σικελίαν μετάβασιν, και ηλάττωσαν όλας τας δαπάνας, όσας ενόμισαν περιττάς, και προ πάντων επέστησαν την προσοχήν των επί των συμμάχων φοβούμενοι μήπως ούτοι αποστατήσουν.

5. Ενώ δε έπρατταν ταύτα αμφότεροι και ενησχολούντο περί τας προετοιμασίας του πολέμου, ως εάν επρόκειτο να αρχίσουν τώρα, οι Ευβοείς πρώτοι έστειλαν πρέσβεις προς τον ’γιν κατά τον χειμώνα τούτον, προς τον σκοπόν να αποστατήσουν κατά των Αθηνών. Ο ’γις, δεχθείς τας προτάσεις των, προσεκάλεσεν εκ της Λακεδαίμονος τον Σθενελαΐδου Αλκαμένη και τον Μέλανθον, διά να καταστήση αυτούς άρχοντας της Ευβοίας. Ούτοι δε ήλθαν έχοντες μεθ' εαυτών τριακοσίους περίπου νεοδαμώδεις, και ο ’γις παρεσκεύαζεν εις αυτούς την διάβασιν, ότε ήλθαν επίσης και Λέσβιοι προτείνοντες να αποστατήσουν και αυτοί. Βοηθούμενοι υπό των Βοιωτών έπεισαν τον ’γιν να αναβάλη την υπόθεσιν της Ευβοίας και να διευκολύνη την αποστασίαν των Λεσβίων, δίδων εις αυτούς ως αρμοστήν τον Αλκαμένην, ο οποίος ήτο έτοιμος να μεταβή εις την Εύβοιαν διά θαλάσσης. Και οι μεν Βοιωτοί υπεσχέθησαν εις αυτούς δέκα πλοία, δέκα δε και ο ’γις. Και ταύτα επράττοντο εν αγνοία των Λακεδαιμονίων· τωόντι ο ’γις, ενόσω κατείχε την Δεκέλειαν μετά του στρατού, ήτο κύριος να στέλλη στρατεύματα παντού, όπου ήθελε, να στρατολογή και να λαμβάνη χρήματα. Δύναται τις μάλιστα να είπη, ότι κατ' εκείνην την εποχήν οι σύμμαχοι υπήκουον πλειότερον εις αυτόν ή εις τους Λακεδαιμονίους της πόλεως· διότι με τας δυνάμεις, τας οποίας είχεν υπό τας διαταγάς του, πανταχού ενεφανίζετο φοβερός. Ενώ δε ο ’γις ητοιμάζετο να βοηθήση τους Λεσβίους, οι Χίοι και οι Ερυθραίοι, προθυμούμενοι να αποστατήσουν επίσης, αντί να αποταθούν προς αυτόν, απετάθησαν εις την Λακεδαίμονα· ήλθε δε μετ' αυτών είς πρεσβευτής εκ μέρους του Τισσαφέρνους, ο οποίος εκυβέρνα εν ονόματι του βασιλέως Δαρείου, του υιού του Αρταξέρξου, τας κάτω επαρχίας, διότι ο Τισσαφέρνης ήθελε να ελκύση με το μέρος του τους Πελοποννησίους και υπέσχετο να τους δώση ζωοτροφίας. Προ ολίγου ο βασιλεύς είχε ζητήσει παρ' αυτού τους καθυστερουμένους φόρους της διοικήσεώς του, τους οποίους ο Τισσαφέρνης δεν ηδύνατο να σύναξη, ένεκα των Αθηναίων παρά των Ελληνίδων πόλεων. Ενόμισε λοιπόν ο Τισσαφέρνης ότι εξασθενίζων τους Αθηναίους θα ηδύνατο ευκολώτερα να εισπράξη τους φόρους τούτους, και συγχρόνως θα εισήγε τους Λακεδαιμονίους εις την συμμαχίαν του βασιλέως, διά να τον βοηθήσουν να εκτελέση την διαταγήν, την οποίαν είχε λάβει παρ' αυτού, να συλλάβη ζώντα ή να αποκτείνη τον νόθον υιόν του Πισσούθνου Αμάργην, πού είχεν αποστατήσει εις την Καρίαν. Οι μεν Χίοι λοιπόν και ο Τισσαφέρνης ταύτα διεπραγματεύοντο από κοινού.

6. Ο δε Μεγαρεύς Καλλίγειτος ο Λαοφώντος και ο Κυζικηνός Τιμαγόρας ο Αθηναγόρου, και οι δύο εξόριστοι εκ της πατρίδος των και διαμένοντες παρά τω Φαρναβάζω τω Φαρνάκου, φθάνουν εν τω μεταξύ εις την Λακεδαίμονα σταλέντες υπό του Φαρναβάζου, διά να επιτύχουν την αποστολήν στόλου εις τον Ελλήσποντον, ενώ αυτός ο ίδιος θα προσεπάθει, ει δυνατόν, ως ο Τισσαφέρνης, να αποσπάση από τους Αθηναίους τας πόλεις της διοικήσεώς του, διά να εισπράττη τους φόρους και να διαπραγματευθή αφ' εαυτού συμμαχίαν μεταξύ του βασιλέως και των Λακεδαιμονίων. Ενώ οι απεσταλμένοι του Φαρναβάζου και οι του Τισσαφέρνους διεπραγματεύοντο ταύτα χωριστά, πολλή άμιλλα εγεννήθη εις την Λακεδαίμονα, εκ του ότι άλλοι μεν ηγωνίζοντο να σταλή πρώτον στόλος και στρατός εις την Ιωνίαν και την Χίον, άλλοι δε εις τον Ελλήσποντον. Εν τούτοις οι Λακεδαιμόνιοι παρεδέχθησαν τοσούτω μάλλον προθύμως τας αιτήσεις των Χίων και του Τισσαφέρνους, όσω υπεστηρίζοντο αύται υπό του Αλκιβιάδου, τον οποίον δεσμοί ξενίας συνέδεον από πατρός εις υιόν με τον έφορον Ένδιον, χάριν δε των σχέσεων τούτων η οικογένεια του είχε παραδεχθή το Λακωνικόν όνομα Αλκιβιάδης, το οποίον έφερεν επίσης και ο πατήρ του Ενδίου. Οι Λακεδαιμόνιοι όμως έστειλαν κατά πρώτον εις την Χίον ένα περίοικον, ονόματι Φρύνιν, διά να βεβαιωθή αν υπήρχαν τωόντι τόσα πλοία, όσα έλεγαν οι απεσταλμένοι της πόλεως ταύτης και αν η δύναμις αυτής ήτο οποία εφημίζετο. Οτέ δε επιστοποίησεν ο απεσταλμένος ότι όλα όσα ήκουσαν ήσαν αληθή, συνεμάχησαν αμέσως μετά των Χίων και των Ερυθραίων και εψήφισαν να στείλουν τεσσαράκοντα πλοία, αριθμόν αρκούντα, αφού οι Χίοι έλεγαν ότι είχαν ουχί ολιγώτερα των εξήκοντα. Εκ των τεσσαράκοντα τούτων κατ' αρχάς μεν ελογάριαζαν να στείλουν δέκα μετά του ναυάρχου Μελαγκρίδου, αλλά γενομένου κατόπιν σεισμού έστειλαν αντί του Μελαγκρίδου τον Χαλκιδέα, και αντί δέκα παρεσκεύασαν πέντε πλοία εις την Λακωνικήν. Και τοιουτοτρόπως ετελείωσεν ο χειμών και το δέκατον ένατον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.

7. ’μα δε ήλθεν η άνοιξις του ακολούθου θέρους, οι Χίοι επέσπευσαν την αποστολήν του στόλου φοβούμενοι μήπως οι Αθηναίοι μάθουν τα τεκταινόμενα, διότι όλαι εκείναι αι διά πρέσβεων διαπραγματεύσεις εγίνοντο κρυφίως. Οι Λακεδαιμόνιοι λοιπόν έστειλαν εις την Κόρινθον τρεις Σπαρτιάτας, διά να μεταφέρουν άνωθεν του ισθμού, από της μιας θαλάσσης εις την άλλην τάχιστα και να διευθύνουν αυτά εις την Χίον τόσον εκείνα τα πλοία, τα οποία είχε παρασκευάσει ο ’γις διά την Λέσβον, καθώς και τα άλλα. Τα εις τους συμμάχους ανήκοντα ταύτα πλοία ήσαν εν όλω τριάκοντα εννέα.