Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τέταρτος

Part 5

Chapter 5 13 words Public domain Markdown

66. «Συρακούσιοι και σύμμαχοι, ότι αι προηγούμεναι πράξεις ήσαν ένδοξοι και ότι αι μέλλουσαι να γίνουν θα είναι ενδοξότεραι, τούτο το γνωρίζετε όλοι, ως νομίζομεν· διότι άλλως δεν θα επεδεικνύετε τοσούτον ζήλον· αλλ' εάν τις από σας δεν είναι αρκετά πεπεισμένος, αμέσως θέλομεν τον πείσει. Τους Αθηναίους τούτους, πού ήλθαν εδώ, διά να υποτάξουν πρώτον την Σικελίαν, και έπειτα, εν περιπτώσει επιτυχίας, την Πελοπόννησον και την λοιπήν Ελλάδα· τους Αθηναίους τούτους, πού είναι ισχυρότατοι όλων των πριν και των τώρα Ελλήνων, σεις πρώτοι, ω Συρακούσιοι, τους ενικήσατε εις το στοιχείον, το οποίον κατέστησεν αυτούς κυρίους των πάντων. Επετύχατε ήδη κατά θάλασσαν νίκας τινάς και βεβαίως θα επιτύχετε και άλλην σήμερον. Ο νικώμενος εις το πεδίον, όπου ενόμιζε τον εαυτόν του ανίκητον, χάνει την καλήν ιδέαν, πού είχε διά τον εαυτόν του. Όταν δε μίαν φοράν ταπεινωθή η μεγαλαυχία, επέρχεται η αποθάρρυνσις, πού παραλύει τας δυνάμεις. Τούτο έπαθαν σήμερον οι Αθηναίοι.

67. »Ημών δε η προτέρα φυσική ανδρεία, με την οποίαν μολονότι άπειροι όντες περιεφρονήσαμεν τους κινδύνους, σήμερον είναι βεβαιοτέρα· και επειδή ενούται μετ' αυτής η πεποίθησις ότι είμεθα ικανώτατοι, αφού ενικήσαμεν τους ικανωτάτους, η ελπίς καθενός μας διπλασιάζεται. Εις τας πλείστας των επιχειρήσεων η μεγίστη ελπίς παρέχει αφ' εαυτής τον μέγιστον ζήλον. Εάν οι εχθροί απεμιμήθησαν τας πολεμικάς προπαρασκευάς ημών, μας είναι όμως γνωσταί και δεν θα φανώμεν ανεπιτήδειοι προς εκάστην εξ αυτών. Αυτοί δε εξ εναντίας, παρά την συνήθειάν των, έθεσαν επί των καταστρωμάτων πολλούς μεν στρατιώτας, πολλούς δε ακοντιστάς, ούτως ειπείν αδαείς της θαλάσσης, Ακαρνάνας και άλλους, οι οποίοι, αφού εισέλθουν εις τα πλοία, δεν θα ηξεύρουν πώς πρέπει καθήμενοι να ρίπτουν το βέλος. Πώς λοιπόν τοιούτοι άνθρωποι να μη εμβάλουν εις κίνδυνον τα πλοία και να μη περιπέσουν εις σύγχυσιν κλονιζόμενοι υπό των ασυνήθων εκείνων κινημάτων ; Εάν κανείς από σας φοβηθή την αριθμητικήν υπεροχήν των, ας μάθη ότι το πλήθος τούτο των πλοίων θ' αποβή εις αυτούς ανωφελές· διότι τα πλοία αυτά, συσσωρευμένα εις στενόν χώρον, θα κινώνται βραδύτερον παρ' όσον θέλουν και θα βλάπτωνται ευκολώτερον υπ' εκείνων, τα οποία ημείς παρεσκευάσαμεν. Εκ των πληροφοριών δε, τας οποίας έχομεν, μάθετε και το εξής, το οποίον είναι αληθέστατον. Οι Αθηναίοι, καταβληθέντες υπό των υπερβολικών δεινών και βιαζόμενοι υπό της παρούσης αμηχανίας, θέλουν να αποπειραθούν απελπισμένον τόλμημα, όχι τόσον βασιζόμενοι επί των πολεμικών προπαρασκευών των, όσον θέλοντες να δοκιμάσουν την τύχην των, ριψοκινδυνεύοντες όπως δύνανται, ίνα παραβιάσουν την έξοδον και αναχωρήσουν διά θαλάσσης· αν αποτύχουν δε, να πραγματοποιήσουν την αναχώρησίν των διά θαλάσσης, διότι εις ουδεμίαν άλλην περίστασιν η θέσις των θα καταστή δυσχερεστέρα, παρ' όσον είναι κατ' αυτήν την στιγμήν.

68. »Εν μέσω λοιπόν τοιαύτης αταξίας, ενώ η τύχη των αμειλίκτων τούτων πολεμίων παραδίδεται αφ' εαυτής, ας ορμήσωμεν μετά μανίας και ας σκεφθώμεν συγχρόνως μεν, ότι είναι νομιμώτατον να χορτάσωμεν τον θυμόν της ψυχής μας εναντίον εχθρών, οι οποίοι είναι άξιοι να τιμωρηθούν ως αδίκως επελθόντες, συγχρόνως δε, ότι είναι γλυκύτατον, κατά το δη λεγόμενον, να εκδικηθώμεν εναντίον εχθρού, όπως και θα πράξωμεν σήμερον. Όλοι ηξεύρετε ότι είναι εχθροί και μάλιστα έχθιστοι οι Αθηναίοι, αυτοί, πού, ως γνωστόν, ήλθαν εναντίον της χώρας μας να υποδουλώσουν αυτήν, και που, εάν κατόρθωναν τούτο, εις μεν τους άνδρας ήθελαν επιβάλει σκληροτάτας τιμωρίας, εις δε τα παιδία και τας γυναίκας φρικωδεστάτας ατιμίας, εις δε την πόλιν ολόκληρον το αίσχιστον των ονομάτων. Δεν πρέπει λοιπόν να φανώμεν χαλαροί μήτε να νομίσωμεν κέρδος, εάν τους αφήσωμεν να απέλθουν χωρίς να κινδυνεύσουν, διότι αυτοί, και αν νικήσουν, θα πράξουν τούτο. Αλλ' εάν, ως είναι πιθανόν, κατορθώσωμεν, όπως επιθυμούμεν, να τους τιμωρήσωμεν και να ασφαλίσωμεν την ελευθερίαν, την οποίαν είχε μέχρι σήμερον η Σικελία, ποίον ένδοξον κατόρθωμα ! Ουδέν σπανιώτερον εις αυτάς τας μάχας παρά αι ευκαιρίαι εκείναι αι καθιστώσαι την μεν ήτταν ελαχίστην βλάβην, από δε την νίκην παρέχουν μέγα κέρδος».

69. Και οι μεν στρατηγοί των Συρακουσίων και ο Γύλιππος, αφού είπαν ταύτα προς τους στρατιώτας των, έσπευσαν να τους επιβιβάσουν εις τα πλοία, άμα είδαν ότι και οι Αθηναίοι εγέμιζαν τα ιδικά των. Ο δε Νικίας, καθ' ην στιγμήν έμελλαν να άρουν την άγκυραν, φοβηθείς διά την θέσιν των και βλέπων πόσον μέγας και πόσον άφευκτος ήτο ο κίνδυνος, ενόμισεν, ως συμβαίνει εις τας κρισίμους περιστάσεις, ότι έργω μεν αι ετοιμασίαι δεν ήσαν εντελείς, λόγω δε ότι δεν ωμίλησεν όσον έπρεπε, και απετάθη εκ νέου προς ένα έκαστον των τριηράρχων, καλών αυτόν διά του πατρικού ονόματος, διά του ιδιαιτέρου του, διά του της φυλής, εις την οποίαν ανήκε· παρεκάλει εκείνους, όσοι είχαν αποκτήσει κάποιαν δόξαν, να μη προδώσουν αυτήν, και εκείνους, των οποίων οι πατέρες είχαν λαμπρυνθή, να μη αμαυρώσουν τας πατρικάς αρετάς· υπέμνησεν εις αυτούς την απεριόριστον ελευθερίαν της πατρίδος των και την ανεξαρτησίαν, την οποίαν είχαν όλοι εις τον ιδιωτικόν βίον αυτών. Εις ταύτα τέλος προσέθηκεν όλους τους κοινούς τόπους, εις τους οποίους καταφεύγει τις εις τοιαύτην υπερτάτην στιγμήν, και τους ωμίλησε περί των γυναικών, των τέκνων και των πατρώων θεών. Αφού δε συνεβούλευσεν όσα ενόμιζεν απαραίτητα μάλλον ή ικανά, εμακρύνθη και ωδήγησε τον πεζόν στρατόν προς την θάλασσαν και παρέταξεν αυτόν όσον το δυνατόν ευρυχωρότερον, ίνα η θέα αυτού χρησιμεύη πλειότερον παντός άλλου προς ενθάρρυνσιν των ευρισκομένων εις τα πλοία. Συγχρόνως δε ο Δημοσθένης, ο Μένανδρος και ο Ευθύδημος (διότι ούτοι εισήλθαν εις τα πλοία των Αθηναίων ως στρατηγοί), αναχωρήσαντες από του σταθμού των έπλευσαν αμέσως προς το ζεύγμα του λιμένος και το αφεθέν κενόν διάστημα, θέλοντες να βιάσουν την έξοδον.

70. Οι δε Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι επροχώρησαν με πλοία ίσα κατά τον αριθμόν με τα της προτέρας μάχης. Και μέρος μεν αυτών μετεχειρίσθησαν, διά να φυλάττουν την έξοδον, τα δε λοιπά διέθεσαν εν ημικυκλίω εις τον άλλον λιμένα, διά να επιπέσουν κατά των Αθηναίων εξ όλων των μερών συγχρόνως. Κατά την ιδίαν στιγμήν ο πεζός στρατός ηκολούθει τας κινήσεις πανταχού, όπου τα πλοία ηδύναντο να σταθούν. Ο Σικανός και ο Αγάθαρχος, διοικούντες τον στόλον των Συρακουσίων, κατελάμβαναν έκαστος ανά έν κέρας, ο δε Πυθήν και οι Κορίνθιοι είχαν το μέσον. Ότε οι Αθηναίοι πλέοντες έφθασαν εις το ζεύγμα, διά της πρώτης επιθέσεως απώθησαν τα πλησίον του ζεύγματος παραταγμένα πλοία και προσεπάθησαν να διέλθουν· αλλ' έπειτα οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι ώρμησαν εναντίον αυτών πανταχόθεν, και ήρχισεν η ναυμαχία όχι μόνον πλησίον του ζεύγματος, αλλά και εντός του λιμένος, έγινε δε πεισματώδης μάχη, και με ουδεμίαν των προηγουμένων ωμοίαζε, διότι πολλή μεν εκατέρωθεν η προθυμία των ναυτών, διά να επιπίπτουν κατά του εχθρού, άμα διετάσσοντο, μεγάλη δε η άμιλλα των κυβερνητών, τις να υπερβή τον άλλον κατά την τέχνην. Οι επιβάται, άμα έν πλοίον έπιπτεν εναντίον άλλου, προσείχαν, ώστε η υπηρεσία του καταστρώματος να μη είναι υποδεεστέρα των χειρισμών, έκαστος δε εις την θέσιν που ετάχθη προσεπάθει να φαίνεται πρώτος. Ουδέποτε τόσα πλοία εναυμάχησαν εις τόσον μικρόν χώρον, διότι οι δύο στόλοι ομού ηρίθμουν περί τα διακόσια πλοία. Ένεκα λοιπόν της τοσαύτης συσσωρεύσεως αι απ' ευθείας επιθέσεις καθίσταντο σπάνιαι, καθότι ήτο αδύνατον το πλοίον να οπισθοχωρήση ή να διασχίση την εχθρικήν γραμμήν. Ως επί το πλείστον τα πλοία, θέλοντα να φύγουν ή να επιπέσουν εναντίον άλλου πλοίου, συνεκρούοντο προς άλληλα. ’μα πλοίόν τι επροχώρει, διά να επιπέση, οι επί των καταστρωμάτων στρατιώται έρριπταν κατ' αυτού άφθονα ακόντια, βέλη και λίθους· αλλά, ότε τα πλοία ήρχοντο εις συνάφειαν, οι επιβάται ήρχοντο εις χείρας και προσεπάθουν να αναβούν εις τα πλοία αλλήλων. Συνέβη δε πολλάκις, ώστε, ένεκα του στενού χώρου, πλοίόν τι, ενώ επετίθετο διά του εμβόλου καθ' ενός πλοίου, άλλο επετίθετο κατ' αυτού, και τοιουτοτρόπως γύρω από έν πλοίον ήσαν δύο και ενίοτε περισσότερα πλοία ανηρτημένα μη δυνάμενα να απαλλαγούν. Οι κυβερνήται ήσαν όλως ενασχολημένοι να προφυλάσσωνται από τους μεν, να ενεδρεύουν τους δε, ουχί μόνον εις έν σημείον, αλλ' εις πολλά και πανταχού. Φοβερός θόρυβος, προερχόμενος εκ των πολλών προς άλληλα συγκρουομένων πλοίων, επροξενούσε τρόμον και συγχρόνως εκάλυπτε την φωνήν των κελευστών, των οποίων αι κραυγαί και αι παρακελεύσεις εδιπλασιάζοντο, είτε διά να διαταράττουν τους χειρισμούς είτε διά να παροτρύνουν τον ζήλον των ναυτών. Οι μεν Αθηναίοι εκραύγαζαν ότι έπρεπε να παραβιασθή η έξοδος, ότι η στιγμή εκείνη ήτο κρίσιμος και ότι έπρεπε να πολεμήσουν ανδρείως, διά να εξασφαλίσουν την εις τας πατρίδας των επάνοδον· οι δε Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι ότι καλόν θα ήτο να εμποδίσουν την απόδρασιν των εχθρών, και διά του κατορθώματος τούτου να δοξάση καθένας την πατρίδα του. Προσέτι οι στρατηγοί εκατέρων, εάν έβλεπαν πλοίον τι υποχωρούν, εκάλουν τον τριήραρχον ονομαστί και τον ηρώτων οι μεν Αθηναίοι αν την εχθρικήν γην, εις την οποίαν υπεχώρει, την εθεώρει ως μάλλον φιλικήν της θαλάσσης, την οποίαν απέκτησαν διά τοσούτων αγώνων, οι δε Συρακούσιοι, αν έφευγεν εχθρούς, οι οποίοι, ως εγίνωσκε καλώς, ουδένα άλλον σκοπόν είχε παρά να φύγουν.

71. Ενώ δε εις την θάλασσαν διεφιλονεικείτο τοιουτοτρόπως η νίκη, οι δύο πεζοί στρατοί, οι μείναντες επί της παραλίας ευρίσκοντο εις σκληροτάτην αμηχανίαν. Οι εντόπιοι επρόκειτο να συμπληρώσουν τον θρίαμβόν των· οι ξένοι να διαφύγουν την τελείαν καταστροφήν. Επειδή ολη η τύχη των Αθηναίων εναπέκειτο επί του στόλου, ησθάνοντο μεγίστους φόβους περί του μέλλοντος· ένεκα δε της ανωμαλίας του εδάφους ηναγκάζοντο οι εν τη παραλία να βλέπουν την ναυμαχίαν υπό διαφόρους επόψεις. Επειδή η θέα των πραττομένων δεν ήτο μακράν και όλοι συγχρόνως δεν ηδύναντο να βλέπουν το αυτό σημείον, οι έκ τινος μέρους βλέποντες τους ιδικούς των επικρατούντας ανεθάρρουν και επικαλούμενοι τους θεούς ικέτευον αυτούς να μη τους στερήσουν της σωτηρίας· άλλοι, στρέφοντες τα βλέμματά των προς τους ηττωμένους, εξέφεραν κραυγάς και ολοφυρμούς, και εις την θέαν των συμβαινόντων το θάρρος των κατεβάλλετο πλειότερον παρά το των μαχομένων· άλλοι τέλος συνεκέντρωναν τα βλέμματα των εις σημείον, όπου η ναυμαχία ήτο αμφίρροπος, και διά το συνεχώς αναποφάσιστον του αγώνος αυτά τα σώματα των ηκολούθουν μετά τρόμου τας κινήσεις της φαντασίας των. Η αγωνία των ήτο φρικώδης, διότι εις πάσαν στιγμήν ενόμιζαν εαυτούς σωθέντας ή απολεσθέντας. Εις το στράτευμα των Αθηναίων, ενόσω η νίκη έμενεν αναποφάσιστος, δεν ηκούετο άλλο τι παρά ολοφυρμός, κραυγαί νίκης ή ήττης και όλαι αι αναφωνήσεις, τας οποίας αναγκαίως αποσπά από μέγαν στρατόν μέγας κίνδυνος. Τα αυτά έπασχαν και οι επί των πλοίων. Τέλος οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι, μετά μακράν και πεισματώδη μάχην, έτρεψαν εις φυγήν τους Αθηναίους, επέπεσαν κατ' αυτών μεθ' ορμής, παροτρύνοντες αλλήλους διά μεγάλων κραυγών, κατεδίωξαν αυτούς εις την παραλίαν. Τότε ο μεν ναυτικός στρατός των Αθηναίων, ο οποίος δεν συνελήφθη εις την θάλασσαν, έπεσεν επί της παραλίας και προσεπάθει διά διαφόρων διευθύνσεων να φθάση εις το στρατόπεδον· ο δε πεζός στρατός, παύσας να αισθάνεται διαφόρους συγκινήσεις με μίαν ορμήν πλέον ήρχισε να στενάζη και να οδύρεται. Δυσανασχετούντες διά τα συμβαίνοντα, οι μεν έτρεξαν εις βοήθειαν των πλοίων, οι δε διά να φυλάξουν τα λοιπά τείχη· άλλοι τέλος, και ούτοι ήσαν οι περισσότεροι, δεν εσκέπτοντο πλέον ειμή περί εαυτών και περί των μέσων της σωτηρίας. Η κατάπληξις αυτών υπήρξε μεγίστη και η θέσις αυτών ήτο ακριβώς ομοία εκείνης, εις ην είχαν περιέλθει οι εν τη Πύλω Λακεδαιμόνιοι, διότι μετά την καταστροφήν του στόλου των Λακεδαιμονίων οι εν τη νήσω διαβάντες άνδρες, απολέσαντες τα πλοία των, έμελλαν και αυτοί να συναπολεσθούν· ομοίως και οι Αθηναίοι εις την περίστασιν ταύτην ουδεμίαν είχαν ελπίδα πλέον να σωθούν διά ξηράς, εκτός εάν ήθελε συμβή απρόοπτόν τι.

72. Μετά δε την τρομεράν αυτήν ναυμαχίαν, κατά την οποίαν εχάθησαν και από τα δύο μέρη πολλοί άνθρωποι και πολλά πλοία, οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι, νικηταί όντες, συνήθροισαν τα ναυάγια και τους νεκρούς, επέστρεψαν εις τας Συρακούσας και έστησαν τρόπαιον· οι δε Αθηναίοι, ένεκα των υπερβολικών δεινών, τα οποία έπασχαν, ούτε καν εσκέφθησαν να ζητήσουν τους νεκρούς ή τα ναυάγια, αλλ' η μόνη των σκέψις των ήτο να αναχωρήσουν διά νυκτός άνευ αναβολής. Ο Δημοσθένης μεταβάς εις τον Νικίαν του επρότεινε να πληρώσουν εκ νέου τα υπολειπόμενα πλοία και να βιάσουν, ει δυνατόν, την έξοδον του λιμένος άμα τη πρωία, λέγων ότι περισσότερα πλοία ικανά ν' ανθέξουν εις την θάλασσαν έμεναν ακόμη εις αυτούς ή εις τους πολεμίους· και τωόντι οι μεν Αθηναίοι είχαν διασώσει περί τα εξήκοντα, οι δε Συρακούσιοι ολιγώτερα των πεντήκοντα. Ο Νικίας ησπάσθη το σχέδιον τούτο· αλλ' ότε ηθέλησαν να πληρώσουν τα πλοία, οι ναύται, κατάπληκτοι ακόμη διά την ήτταν, και μη ελπίζοντες πλέον να υπερτερήσουν, ηρνήθησαν να εισέλθουν. Και οι μεν Αθηναίοι συνεφώνησαν όλοι να αναχωρήσουν διά ξηράς.

73. Ο δε Ερμοκράτης ο Συρακούσιος, υπονοήσας το σχέδιόν των και νομίσας ότι θα ήτο επικίνδυνον, εάν τοιούτος στρατός, αποχωρών διά ξηράς, αποκαθίστατο εις μέρος τι της Σικελίας και ήρχιζε πάλιν τον κατά των Συρακουσών πόλεμον, μετέβη εις τους άρχοντας της πόλεως και παρέστησεν εις αυτούς ότι δεν έπρεπε να αφήσουν τους Αθηναίους να αναχωρήσουν διά νυκτός (και εξέθεσε τα αίτια), αλλ' ότι ήτο ανάγκη όλοι οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι να εξέλθουν αμέσως, διά να φράξουν τας οδούς και να καταλάβουν προηγουμένως τας στενωπούς. Οι δε άρχοντες επεδοκίμαζαν μεν και αυτοί το μέτρον τούτο, και τους εφαίνετο μάλιστα ωφέλιμον να το εκτελέσουν, αλλ' εφοβούντο μήπως οι άνθρωποι παραδεδομένοι ήδη εις την ευθυμίαν και την ανάπαυσιν, μετά μεγάλην ναυμαχίαν, δεν ήθελαν υπακούσει ευκόλως, προ πάντων διότι ήτο εορτή (διότι κατ' εκείνην την ημέραν εθυσίαζαν εις τον Ηρακλέα)· ενόμιζαν ότι εν τη μέθη της νίκης οι πλείστοι, τραπέντες προς τον πότον, εις πάσαν άλλην διαταγήν θα υπήκουαν ή εις το να λάβουν τα όπλα κατ' εκείνην την στιγμήν και να εξέλθουν της πόλεως. Επειδή λοιπόν ένεκα των σκέψεων τούτων το πράγμα εφαίνετο δύσκολον εις τους άρχοντας, και ο Ερμοκράτης δεν ηδύνατο να τους πείση, ιδού τι επενόησεν ούτος εις την περίστασιν ταύτην. Φοβηθείς μήπως οι Αθηναίοι κατορθώσουν διά νυκτός να διέλθουν ανεμποδίστως τα μάλλον απότομα μέρη, έστειλε προς την εσπέραν τινάς των οικείων του μετά ιππέων εις το στρατόπεδον των Αθηναίων. Πλησιάσαντες δε ούτοι εις απόστασιν, από της οποίας ηδύναντο να ασκηθούν, και προσποιηθέντες ότι ήσαν φίλοι των Αθηναίων (διότι υπήρχαν τίνες Συρακούσιοι, οι οποίοι επληροφόρουν τον Νικίαν περί των εν τη πόλει συμβαινόντων), προσεκάλεσάν τινας και εμήνυσαν εις τον Νικίαν να μη απαγάγη τον στρατόν διά νυκτός, καθότι οι Συρακούσιοι εφύλατταν τας οδούς, αλλά να μείνουν οι Αθηναίοι ήσυχοι και να κινήσουν την ημέραν. Ειπόντες ταύτα απήλθαν· όσοι δε τους ήκουσαν, ανήγγειλαν τα λεχθέντα εις τους στρατηγούς των Αθηναίων.

74. Ούτοι δε, συμφώνως με την ειδοποίησιν ταύτην, απέσχον να αναχωρήσουν κατά την νύκτα εκείνην χωρίς να υποπτεύσουν την απάτην· και, επειδή δεν έσπευσαν να αναχωρήσουν αμέσως, ενόμισαν εύλογον να περιμείνουν ακόμη και την επιούσαν ημέραν, ίνα κατά την τοιαύτην περίστασιν οι στρατιώται παρασκευασθούν όσον το δυνατόν καλλίτερον· και τα μεν άλλα πάντα να εγκαταλίπουν, κατά την αναχώρησίν των δε να παραλάβουν μόνον όσα ήσαν απολύτως αναγκαία διά να ζήσουν. Εν τούτοις ο Γύλιππος και οι Συρακούσιοι, εξελθόντες πρωτύτερα, διά μεν του πεζού στρατού έφραξαν τας διά της πεδιάδος οδούς, δι' ων κατά πάσαν πιθανότητα έμελλαν να διέλθουν οι Αθηναίοι, κατέλαβαν τας διαβάσεις των ρυάκων και των ποταμών και παρετάχθησαν παντού, όπου ενόμισαν κατάλληλον διά να υποδεχθούν τον εχθρικόν στρατόν και να εμποδίσουν την διάβασιν αυτού· διά δε του στόλου πλησιάσαντες εις το παράλιον είλκυσαν εις την θάλασσαν τα πλοία των Αθηναίων και έκαυσαν ολίγα εξ αυτών, όπως είχαν διανοηθή αυτοί οι Αθηναίοι να κάμουν, τα δε άλλα όσα εύρον διεσκορπισμένα επί του αιγιαλού, τα ερρυμούλκησαν ησύχως και τα έφεραν ανεμποδίστως εις την πόλιν.

75. Μετά δε ταύτα, ότε ο Νικίας και ο Δημοσθένης έκριναν ότι ικανώς παρεσκευάσθησαν, επραγματοποιήθη η αναχώρησις του στρατού κατά την τρίτην ημέραν μετά την ναυμαχίαν. Η θέσις των Αθηναίων ήτο καθ' όλα φρικτή· ανεχώρουν, αφού απώλεσαν όλα τα πλοία των, και, αντί μεγάλων ελπίδων, δεν έμεινε πλέον ειμή κίνδυνος δι' αυτούς και διά την πόλιν· εκτός τούτου, την στιγμήν που έμελλαν να αναχωρήσουν, θλιβερά αισθήματα κατέλαβαν την θέαν και την ψυχήν εκάστου. Οι νεκροί έμεναν άταφοι· ο βλέπων τινά εκ των ιδικών του κείμενον κατά γης κατελαμβάνετο υπό θλίψεως και φόβου· εκείνοι δε πού εγκατελείποντο ακόμη ζώντες, πληγωμένοι ή ασθενείς, ήσαν διά τους ζώντας αντικείμενον περισσοτέρας λύπης και αθλιώτεροι ακόμη εκείνων πού εχάθησαν. Διά των ικεσιών και των ολοφυρμών των έθεταν τον στρατόν εις αμηχανίαν ζητούντες να τους συμπαραλάβουν και καλούντες μεγαλοφώνως όσους έβλεπαν εκ των φίλων των ή εκ των συντρόφων των κρεμώμενοι από τους διαμένοντας υπό την αυτήν σκηνήν, κατά την στιγμήν της αναχωρήσεώς των, τους ηκολούθουν όσον ηδύναντο, όστις δε εξ αυτών έχανε το θάρρος ή την δύναμιν, εγκατελείπετο εν μέσω βλασφημιών και οιμωγών. Όλος ο στρατός, έμπλεος δακρύων και αμηχανίας, εμακρύνετο δυσκόλως, μολονότι απεμακρύνετο από γην πολεμίαν, όπου είχεν υποστή τα πάνδεινα, και διέβλεπεν εις την σκοτίαν του μέλλοντος πολύ δεινότερα παθήματα. Οι στρατιώται ήσαν κατηφείς και βαθέως ταπεινωμένοι· θα έλεγε τις ότι πόλις τις εκυριεύθη εξ εφόδου και ότι οι πολλοί κάτοικοι της έφευγαν· τωόντι το συγχρόνως βαδίζον εκείνο πλήθος δεν ήσαν ολιγώτεροι των τεσσαράκοντα χιλιάδων ανθρώπων. Έκαστος εκράτει ό,τι ήτο απολύτως αναγκαίον· οι στρατιώται και μάλιστα οι ιππείς έφεραν παρά το σύνηθες τας τροφάς των υπό τας ασπίδας των, είτε ένεκα ελλείψεως υπηρετών, είτε ένεκα δυσπιστίας, τωόντι η λιποταξία των δούλων, προ πολλού αρχίσασα, είχε καταστή γενική, άλλως δε αι τροφαί, τας οποίας έφεραν, ουδέ ήρκουν καν, διότι δεν υπήρχαν πλέον ζωοτροφίαι εις το στρατόπεδον. Η ανακούφισις εκείνη, την οποίαν ο καθείς αισθάνεται, υποφέρων τα παθήματα μαζί με πολλούς, ουδόλως εμετρίαζε την παρούσαν κατάστασιν, προ πάντων ότε ανελογίζετά τις ποίαν θλιβεράν λύσιν έλαβεν η τόση λαμπρότης και η καύχησις. Και τωόντι ουδέποτε ελληνικός στρατός υπέστη σκληροτέραν αποτυχίαν· ελθόντες διά να υποδουλώσουν άλλους λαούς, ανεχώρουν τρέμοντες μη αυτοί οι ίδιοι υποδουλωθούν· αντί των ευχών και των παιάνων, με τους οποίους είχαν αναχωρήσει εξ Αθηνών, ένεκα τύχης εναντίας εμακρύνοντο μετά κραυγών απαισίων, πεζοί και ουχί επί των πλοίων. Έχοντες τας ελπίδας των εις τους στρατιώτας μάλλον ή εις το ναυτικόν. Εν τούτοις, ένεκα του μεγέθους του επικρεμαμένου ακόμη κινδύνου, πάντα ταύτα εφαίνοντο είς αυτούς ανεκτά.

76. Βλέπων δε ο Νικίας το στράτευμα ευρισκόμενον εις αθυμίαν και έχον μεγάλην μεταβολήν φρονήματος διέτρεξε τας τάξεις, ενεθάρρυνεν αυτό όσον επέτρεπαν αι περιστάσεις, και το παρηγόρει. Εμφορούμενος υπό ζήλου ωμίλει μετά πλειοτέρας δυνάμεως προς εκείνους τους οποίους επλησίαζε, και υψών την φωνήν ήθελε να καταστή ωφέλιμος και εις τους μάλλον μακράν ευρισκομένους.

77. «Ακόμη και κατά την παρούσαν κατάστασιν των πραγμάτων, ω Αθηναίοι και σύμμαχοι, δεν πρέπει να απελπίζεσθε, διότι υπάρχουν παραδείγματα ότι τινές και εις χειροτέραν θέσιν ευρισκόμενοι εσώθησαν· μήτε να καταμέμφεσθε υπέρ το δέον τον εαυτόν σας διά τας συμφοράς και τας αδίκους ταλαιπωρίας. Εγώ αυτός, ο οποίος ούτε άλλου τινός είμαι δυνατώτερος (βλέπετε εις ποίαν κατάστασιν είμαι ως εκ της νόσου) ούτε ουδενός ταπεινότερος και εις τον ιδιωτικόν και εις τον δημόσιον βίον, είμαι εν τούτοις εκτεθειμένος εις τον αυτόν κίνδυνον ως οι έσχατοι των στρατιωτών. Και εν τούτοις προς μεν τους θεούς εφάνην πάντοτε πιστός τηρητής των καθιερωμένων θρησκευτικών εθίμων, προς δε τους ανθρώπους δίκαιος και ανεπίληπτος· τούτου ένεκα η μεν ελπίς, την οποίαν έχω περί του μέλλοντος, είναι ισχυρά, αι δε άδικοι συμφοραί με φοβίζουν ολιγώτερον παρ' όσον δύναται τις να πιστεύση. Αλλ' ίσως αύται παύσουν μετ' ολίγον, διότι η ευτυχία των εχθρών υπερέβη παν όριον. Εάν θεός τις είδε με φθονερόν όμμα την εκστρατείαν ημών, ετιμωρήθημεν ήδη αρκούντως. Πολλοί άλλοι βεβαίως προ ημών ήλθαν εναντίον ετέρων, και, επειδή έπραξαν ως άνθρωποι, υπέστησαν δεινά, όσα οι άνθρωποι δύνανται να υποστούν. Και ημείς επίσης πρέπει να ελπίζωμεν ότι θα παύσωμεν υποκείμενοι εις την οργήν των θεών, επειδή η τύχη μας είναι αξία οίκτου μάλλον ή φθόνου. Στρέψατε τα βλέμματά σας προς τον εαυτόν σας, και βλέποντες οποίοι στρατιώται είσθε και πόσον καλώς συντεταγμένοι προχωρείτε, καταστείλατε τους φόβους σας· σκεφθήτε ότι πανταχού, όπου σταθήτε, θα σχηματίσετε αμέσως πόλιν και ότι ουδεμία τοιαύτη εις την Σικελίαν θα δυνηθή να υποστή ευκόλως τας επιθέσεις σας, ουδέ να σας εκδιώξη, εάν κάπου αποκατασταθήτε. Προσέχετε, ώστε η πορεία ημών να εκτελήται με ασφάλειαν και ευταξίαν. Ας συλλογισθή προ πάντων καθένας σας ότι το μέρος, όπου θα αναγκασθή να πολεμήση, θα χρησιμεύση δι' αυτόν εν περιπτώσει νίκης και ως πατρίς και ως τείχος. Θα επισπεύσωμεν την πορείαν ημών και νύκτα και ημέραν, διότι ολίγας έχομεν ζωοτροφίας· αλλ' εάν κατορθώσωμεν να φθάσωμεν εις χωρίον τι φιλικόν των Σικελών (οι οποίοι διά τον φόβον των Συρακουσίων μένουν ακόμη εις ημάς πιστοί), θεωρήσατε πλέον τον εαυτόν σας εις ασφάλειαν ευρισκόμενον. Έστειλα μάλιστα προς αυτούς απεσταλμένον, διά να τους είπη να έλθουν εις συνάντησίν μας και να μας φέρουν ζωοτροφίας. Με ένα λόγον πεισθήτε, ω ανδρείοι στρατιώται, ότι πρέπει εξ ανάγκης να φανήτε γενναίοι, καθότι, εάν δειλιάσετε, δεν υπάρχει εδώ πλησίον κανέν μέρος, το οποίον να σας χρησιμεύση ως άσυλον. Σκέφθητε, ότι, εάν διαφύγετε τώρα τους εχθρούς, όλοι θα ευτυχήσετε να επανίδετε οσα επιθυμείτε, και ότι σεις, ω Αθηναίοι, θα αναστήσετε το προς στιγμήν καταπεσόν μεγαλείον των Αθηνών· διότι η πόλις είναι οι άνδρες και ουχί τα τείχη και τα κενά ανδρών πλοία».

78. Τοιουτοτρόπως μεν παρώτρυνεν ο Νικίας τον στρατόν διατρέχων τας τάξεις αυτού, και, εάν έβλεπε στρατιώτας χωρούντας ατάκτως, τους συνήθροιζε και τους ετακτοποίει. Αφ' ετέρου δε ο Δημοσθένης απέτεινε τα αυτά περίπου εις τους στρατιώτας του. Ο στρατός επροχώρει κατά τετράγωνον, με προπορευόμενον το στρατιωτικόν σώμα, το οποίον ωδήγει ο Νικίας και με το υπό τον Δημοσθένην σώμα ερχόμενον κατόπιν. Οι υπηρέται και το άοπλον πλήθος ήσαν εντός των στρατιωτών. ’μα έφθασαν εις την διάβασιν του Ανάπου ποταμού, εύρον εκεί παραταγμένον απόσπασμα των Συρακουσίων και των συμμάχων, το οποίον έτρεψαν εις φυγήν, και γενόμενοι κύριοι της διαβάσεως εχώρουν εις τα εμπρός. Οι Συρακούσιοι τους ηκολούθουν εκ του πλησίον επιτιθέμενοι διά του ιππικού και ακοντίζοντες διά των ψιλών. Και κατ' εκείνην μεν την ημέραν, προχωρήσαντες οι Αθηναίοι τεσσαράκοντα περίπου σταδίους, διενυκτέρευσαν επί τίνος λόφου, την επομένην δε πρωίαν αναχωρήσαντες διήνυσαν ακόμη είκοσι σταδίους περίπου και κατέβησαν εις επίπεδόν τι μέρος, όπου εστρατοπέδευσαν, θέλοντες και εκ των οικιών να λάβουν τι εδώδιμον, (διότι το μέρος εκείνο κατωκείτω), και να προμηθευθούν ύδωρ, διότι εις την οδόν, την οποίαν έμελλαν να διατρέξουν, δεν θα εύρισκαν άφθονον, επί πολλά στάδια. Αλλά κατά το διάστημα τούτο προλαβόντες αυτούς οι Συρακούσιοι ετείχισαν την δίοδον ταύτην, η οποία ήτο λόφος υψηλός περιοριζόμενος από τα δύο μέρη υπό χαράδρας κρημνώδους· ελέγετο δε ο λόφος ούτος Ακραίον λέπας. Την επιούσαν οι Αθηναίοι εξηκολούθουν την πορείαν των, όταν οι ιππείς και οι ακοντισταί των Συρακουσίων και των συμμάχων, πολλοί όντες και από τα δύο μέρη, παρεκώλυσαν αυτούς ακοντίζοντες και παριππεύοντες. Οι Αθηναίοι, αφού επολέμησαν επί πολλήν ώραν, ανεχώρησαν έπειτα εις το της προτεραίας στρατόπεδόν των· αλλά δεν είχαν πλέον τόσα τρόφιμα, όσα πρότερον, διότι δεν ηδύναντο πλέον ν' απομακρύνονται ένεκα του εχθρικού ιππικού.