Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τέταρτος
Part 3
34. Περί τον αυτόν δε χρόνον οι Πελοποννήσιοι, οι οποίοι με τα εικοσιπέντε πλοία συνεκράτουν τον εν τη Ναυπάκτω στόλον των Αθηναίων, διά να διαβούν τα διά την Σικελίαν φορτηγά, ητοιμάσθησαν να δώσουν ναυμαχίαν. Εξοπλίσαντες ακόμη και άλλα πλοία, εις τρόπον ώστε να είναι ίσα σχεδόν με τον αριθμόν των Αττικών πλοίων, προσωρμίσθησαν εις τον Ερινεόν, πόλιν της Αχαΐας εν τη Ρυπική. Και επειδή ωφελίμως δι' αυτούς ήτο μηνοειδές το μέρος, εις το οποίον εστάθμευσαν, ο μεν πεζός στρατός ο πεμφθείς υπό των Κορινθίων και των άλλων συμμάχων των χωρών εκείνων παρετάχθη εις τας δύο άκρας, τα δε πλοία κατέλαβαν και ενέφραξαν το μεταξύ διάστημα. Ο Κορίνθιος Πολυάνθης ήτο αρχηγός του ναυτικού. Οι δε Αθηναίοι έπλευσαν κατ' αυτών εκ της Ναυπάκτου μετά τριακοντατριών πλοίων, έχοντες αρχηγόν τον Δίφιλον. Οι Κορίνθιοι κατ' αρχάς μεν ησύχαζαν, έπειτα όμως, ότε υψώθησαν τα σημεία, άμα ενόμισαν ότι ήτο καιρός, ώρμησαν κατά των Αθηναίων και εναυμάχουν. Επί πολύν χρόνον αντείχον από τα δύο μέρη. Και των μεν Κορινθίων τρία πλοία κατεστράφησαν, των δε Αθηναίων ουδέν εβυθίσθη εντελώς, αλλ' επτά έγιναν άχρηστα· προσβληθέντα κατά την πρώραν διερράγησαν εις το εμπρόσθιον μέρος υπό των Κορινθιακών πλοίων, τα οποία προς αυτόν ακριβώς τον σκοπόν είχαν παχυτέρας τας επωτίδας. Η ναυμαχία υπήρξεν αμφίρροπος, εις τρόπον ώστε και τα δύο μέρη ηξίωσαν ότι ενίκησαν· αλλ' ότε απεχωρίσθησαν οι Αθηναίοι έμειναν κύριοι των ναυαγίων του στόλου, διότι ο άνεμος τα ώθησε προς το πέλαγος και διότι οι Κορίνθιοι δεν επανέλαβαν την επίθεσιν. Ούτε καταδίωξις έγινεν, ούτε αιχμάλωτοι συνελήφθησαν από τα δύο αντίπαλα μέρη, διότι οι μεν Κορίνθιοι και οι Πελοποννήσιοι ναυμαχούντες πλησίον της ξηράς διεσώζοντο ευκόλως, των δε Αθηναίω ουδέν πλοίον κατεβυθίσθη. Επειδή δε απέπλευσαν οι Αθηναίοι εις την Ναύπακτον, ευθύς οι Κορίνθιοι έστησαν τρόπαιον ως νικηταί, διότι περισσότερα πλοία εχθρικά κατέστησαν άχρηστα, και διότι δεν ενόμιζαν εαυτούς ως ητηθέντας διά μόνον τον λόγον ότι και οι Αθηναίοι δεν ηξίουν ότι ενίκησαν. Το βέβαιον είναι ότι και οι Κορίνθιοι ενόμισαν ότι ενίκησαν, επειδή δεν κατεστράφησαν εντελώς, και οι Αθηναίοι ότι ητήθησαν, επειδή δεν ενίκησαν καθ' ολοκληρίαν. Ότε δε απέπλευσαν οι Πελοποννήσιοι και διελύθη το πεζικόν, οι Αθηναίοι έστησαν ως νικήσαντες και αυτοί τρόπαιον εν τη Αχαΐα, είκοσι σταδίους μακράν του Ερινεού, όπου ήσαν προσωρμισμένα τα πλοία των Κορινθίων. Και η μεν ναυμαχία ούτως ετελείωσεν.
35. Ο δε Δημοσθένης και ο Ευρυμέδων, άμα οι Θούριοι παρεσκευάσθησαν, διά να συνεκστρατεύσουν με επτακοσίους οπλίτας και τριακοσίους ακοντιστάς, τα μεν πλοία διέταξαν να παραπλέουν την Κροτωνιάτιδα, αυτοί δε επιθεωρήσαντες πρώτον πλησίον του ποταμού Συβάρεως όλον τον πεζόν στρατόν, τον ωδήγησαν διά της Θουρίας. Ότε έφθασαν εις τον ποταμόν Υλίαν, οι Κροτωνιάται τους ειδοποίησαν ότι δεν επέτρεπαν να διέλθη ο στρατός διά της χώρας των· τούτου ένεκα λοιπόν κατέβησαν προς την θάλασσαν και τας εκβολάς του Υλίου, όπου διενυκτέρευσαν και όπου τα πλοία ήλθαν και τους συνήντησαν. Την δε άλλην ημέραν επεβιβάσθησαν και παρέπλευσαν αποβιβαζόμενοι εις όλας τας πόλεις, εκτός της των Λοκρών, και τέλος έφθασαν εις την Πέτραν της Ρηγίνης χώρας.
36. Εις το μεταξύ οι Συρακούσιοι, μαθόντες την προσέγγισίν των, ηθέλησαν πάλιν να αποπειραθούν διά των πλοίων και όλης της πεζικής δυνάμεως πού είχαν συναθροίσει προ του ερχομού του εχθρού, διά να προλάβουν αυτόν. Ιδόντες δε εκ της προτέρας ναυμαχίας ότι ηδύναντο να επιτύχουν ωφέλειάν τινα, προητοίμασαν όλον τον στόλον των, εκόντιναν τας πρώρας των πλοίων, κατέστησαν αυτάς μάλλον στερεάς και έθεσαν επ' αυτών παχείας επωτίδας· απ' αυτών δε προσήλωσαν εις τα πλευρά των πλοίων, έσωθεν και έξωθεν, υποστηρίγματα (αντηρίδας, έξ πήχεων, κατά τον αυτόν τρόπον, κατά τον οποίον οι Κορίνθιοι είχαν επισκευάσει τα πλοία των, ότε εναυμάχησαν διά της πρώρας κατά των εν Ναυπάκτω πλοίων. Επειδή τα πλοία των Αθηναίων δεν είχαν το αυτό σχήμα με των Συρακουσίων, αλλ' είχαν τας πρώρας λεπτοτέρας, διότι οι Αθηναίοι εξετέλουν τας επιθέσεις των ολιγώτερον κατά των πρωρών ή κατά των πλευρών διά περιστροφής, οι Συρακούσιοι ενόμισαν ότι εξησφάλισαν εις εαυτούς την επιτυχίαν και ότι η εν τω μεγάλω λιμένι ναυμαχία, εν στενώ χώρω γινομένη και μετά πολλών πλοίων, ήθελεν αποβή υπέρ αυτών· ότι προσβάλλοντες την πρώραν διά της πρώρας θα συνέτριβαν τας πρώρας των εχθρικών πλοίων επιτιθέμενοι μετ' εμβόλων στερεών και παχέων κατά κοίλων και ασθενών ότι οι Αθηναίοι, εις στενόν χώρον δεν θα ηδύναντο ούτε περιστροφάς να κάμουν ούτε να διασχίσουν την εχθρικήν γραμμήν, χειρισμόν εις τον οποίον τα μάλιστα εβασίζοντο, διότι οι Συρακούσιοι θα τους ημπόδιζαν όσον το δυνατόν να διασχίσουν την γραμμήν, και το στενόν του χώρου θα καθίστα εις τους Αθηναίους δυσκόλους τας περιστροφάς· ότι εκείνο το οποίον εθεώρουν μέχρι τότε ως αμάθειαν των κυβερνητών, να συγκρούουν δηλαδή την πρώραν κατά της πρώρας, θα απέβαινεν υπέρ αυτών και θα εξησφάλιζεν εις αυτούς την υπεροχήν· τοσούτω μάλλον, όσω οι Αθηναίοι, εξωθούμενοι, δεν θα ηδύναντο να καταφύγουν αλλαχού ή εις την ξηράν, και μικρόν μόνον διάστημα θα τους εχώριζεν από την στενήν θέσιν, όπου ήτο το στρατόπεδόν των. Ούτω δε, ενώ οι Συρακούσιοι θα ήσαν κύριοι όλου του λιμένος, οι Αθηναίοι, άμα εξωθούντο εις μέρος τι, θα συνεσωρεύοντο εις το στενόν, και πίπτοντες όλοι οι μεν επί των δε εις το αυτό θα συνεταράσσοντο (και τούτο έβλαπτε τα μάλιστα τους Αθηναίους· εις τας ναυμαχίας, διότι δεν ηδύναντο, ως οι Συρακούσιοι, να αποσύρωνται προς όλα τα μέρη του λιμένος)· τέλος δε, επειδή οι Συρακούσιοι θα ήσαν κύριοι να επιτίθενται και να υποχωρούν, θα ήτο δύσκολον εις τους Αθηναίους να εκτελούν περιστροφάς εις την ευρυχωρίαν, καθ' όσον άλλως το Πλημμύριον ήτο εχθρικόν προς αυτούς και το στόμιον του λιμένος στενόν.
37. Τοιαύτα επινοήσαντες οι Συρακούσιοι αναλόγως της ικανότητός των και των δυνάμεων των, και συγχρόνως λαβόντες πλειότερον θάρρος εκ της προτέρας ναυμαχίας, επετέθησαν διά του πεζού στρατού και των πλοίων εν ταυτώ. Κατ' αρχάς ο Γύλιππος εξήγαγε το ιππικόν, το οποίον ήτο εις την πόλιν, και ωδήγησεν αυτό πλησίον του τείχους των Αθηναίων εις το μέρος το βλέπον προς τας Συρακούσας, ενώ οι οπλίται, οι οποίοι ήσαν εις το Ολυμπιείον, οι ιππείς και οι ψιλοί των Συρακουσίων επλησίαζαν εκ του αντιθέτου μέρους. Αμέσως μετά ταύτα τα πλοία των Συρακουσίων και των συμμάχων εκινήθησαν. Οι Αθηναίοι κατ' αρχάς μεν ενόμισαν ότι οι εχθροί είχαν σκοπόν να τους προσβάλουν μόνον με το πεζικόν· ιδόντες όμως αίφνης ότι και τα πλοία επίσης διηυθύνοντο κατ αυτών εταράχθησαν. Και οι επί τα τείχη και προ των τειχών ετέθησαν εις παράταξιν προς αντίκρουσιν των από του Ολυμπιείου και των έξω μετά ταχύτητος προχωρούντων πολλών ιππέων και ακοντιστών· άλλοι τέλος εισήρχοντο εις τα πλοία και συγχρόνως έτρεχαν προς τον αιγιαλόν. Μετά το πέρας της επιβιβάσεως ανήχθησαν με εβδομήκοντα πέντε πλοία, ενώ οι Συρακούσιοι είχαν ογδοήκοντα.
38. Το δε πλείστον μέρος της ημέρας εδαπανήθη εις το να προσεγγίζουν αλλήλους διά θαλάσσης, να απομακρύνωνται, να δοκιμάζωνται αμοιβαίως· και επειδή ούτε οι μεν ούτε οι δε κατώρθωσαν τίποτε άξιον λόγου, εκτός ότι οι Συρακούσιοι εβύθισαν έν πλοίον ή δύο των Αθηναίων, απεχωρίσθησαν και συγχρόνως ο πεζός στρατός απεμακρύνθη των τειχών. Την επομένην οι μεν Συρακούσιοι ησύχαζαν χωρίς να δεικνύουν τι πως είχαν σκοπόν να ενεργήσουν· ο δε Νικίας ιδών ότι η ναυμαχία υπήρξεν αμφίρροπος και περιμένων νέαν επίθεσιν ηνάγκαζε τους τριηράρχους να επισκευάσουν τα βλαφθέντα πλοία και προσώρμισε τα φορτηγά πλοία προ των πασσάλων, τους οποίους οι Αθηναίοι ενέπηξαν εις την θάλασσαν, έμπροσθεν του στόλου των, διά να χρησιμεύουν εις αυτούς αντί λιμένος κλειστού. Έθεσε δε τα φορτηγά πλοία εις απόστασιν δύο πλέθρων· το έν από του άλλου, διά να εξασφαλίση την υποχώρησιν και να ευκολύνη την έξοδον εις κάθε πλοίον κατανικώμενον υπό του εχθρού. Διά να εκτελέσουν δε όλας αυτάς τας εργασίας οι Αθηναίοι, εδαπάνησαν όλην την ημέραν μέχρι της νυκτός.
39. Την δε άλλην ημέραν, ενωρίτερον μεν, αλλά διά του αυτού σχεδίου, οι Συρακούσιοι συνεπλάκησαν κατά θάλασσαν και ξηράν με τους Αθηναίους. Εκατέρωθεν οι στόλοι παρετάχθησαν εις μάχην, και, όπως την πρώτην φοράν, κατηνάλωσαν το πλείστον μέρος της ημέρας δοκιμαζόμενοι αμοιβαίως. Τέλος ο Κορίνθιος Αρίστων ο Πυρρίχου, άριστος κυβερνήτης μεταξύ των Συρακουσίων, έπεισε τους άρχοντας του στόλου να στείλουν διαταγήν εις τους εν τη πόλει αγορανόμους να μεταφέρουν την αγοράν των πωλουμένων πλησίον της θαλάσσης και να αναγκάσουν όλους όσοι είχαν τρόφιμα να τα φέρουν και τα εκθέσουν εις πώλησιν. Το σχέδιον ήτο να αποβιβάσουν τους ναύτας, διά να γευματίσουν πλησίον των πλοίων και αμέσως έπειτα αυθημερόν να προσβάλουν τους Αθηναίους εξ απροόπτου.
40. Και οι μεν τριήραρχοι πεισθέντες έπεμψαν εις την πόλιν αγγελιαφόρον και η αγορά παρεσκευάσθη. Αίφνης οι Συρακούσιοι στρέψαντες πρύμναν έπλευσαν πάλιν προς την πόλιν, εξήλθαν των πλοίων και εγευμάτισαν επί της παραλίας. Οι δε Αθηναίοι, νομίζοντες ότι οι εχθροί ωπισθοχώρησαν προς την πόλιν των ως ηττηθέντες, εξήλθον ησύχως εκ των πλοίων και μεταξύ άλλων ενασχολήσεων ήρχισαν να ετοιμάζουν το γεύμα των με την ιδέαν ότι κατά την ημέραν εκείνην δεν θα έκαμναν άλλην ναυμαχίαν. Αίφνης όμως οι Συρακούσιοι, εισελθόντες εις τα πλοία, επροχώρησαν πάλιν κατ' αυτών· οι δε Αθηναίοι, μετά μεγάλης ταραχής και οι πλείστοι νηστικοί, εισήλθαν εις τα πλοία ατάκτως και παρετάχθησαν μετά δυσκολίας. Και επί τινα μεν χρόνον απέσχον να προσβάλουν αλλήλους και παρετηρούντο· έπειτα δε οι Αθηναίοι, μη κρίνοντες συμφέρον να μένουν επί πολύ εις το αυτό μέρος και να παραδοθούν αφ' εαυτών ένεκα του κόπου, επροτίμησαν να ναυμαχήσουν αμέσως. Ότε δε εδόθη το σημείον, επέπεσαν κατά του εχθρού και ήρχισαν την μάχην. Οι δε Συρακούσιοι, δεχθέντες την επίθεσιν και στρέψαντες την πρώραν των πλοίων κατά την τακτικήν των, συνέτριψαν διά των επωτίδων τας πλείστας πρώρας των εχθρικών πλοίων· συγχρόνως οι από των καταστρωμάτων ακοντίζοντες μεγάλως έβλαπταν τους Αθηναίους, προ πάντων οι Συρακούσιοι, οι οποίοι περιέπλεον δι' ελαφρών λέμβων και οι οποίοι ολισθαίνοντες υπό τας σειράς των κωπών των εχθρικών πλοίων και εις τα πλάγια ηκόντιζαν εκείθεν τους ναύτας.
41. Τέλος δε, τοιουτοτρόπως πολεμούντες, ενίκησαν οι Συρακούσιοι κατά κράτος, και οι Αθηναίοι υποχωρήσαντες διά μέσου των φορτηγών πλοίων κατέφυγαν εις τον ιδικόν των όρμον. Τα πλοία των Συρακουσίων κατεδίωξαν αυτούς μέχρι των φορτηγών πλοίων αλλ' εκεί αι μεταξύ των εισόδων τεθειμέναι και διά χαλκών δελφίνων ωπλισμέναι κεραίαι τους ημπόδισαν να προχωρήσουν. Δύο πλοία των Συρακουσίων υπερηφανευθέντα εξ αιτίας της νίκης επλησίασαν και κατεστράφησαν, και εν μάλιστα εξ αυτών εκυριεύθη μεθ' όλου του πληρώματος. Οι δε Συρακούσιοι, αφού κατεβύθισαν επτά, πλοία των Αθηναίων, έβλαψαν πολλά άλλα, συνέλαβαν και εφόνευσαν ανθρώπους, απεχώρησαν και έστησαν τρόπαια δι' αμφοτέρας τας ναυμαχίας. Τότε δε πλήρη έχοντες πεποίθησιν εις την μεγάλην υπεροχήν του ναυτικού των ενόμιζαν ότι ήθελαν επίσης νικήσει και τον πεζόν στρατόν. Και οι μεν Συρακούσιοι παρεσκευάζοντο πάλιν να επιτεθούν κατά του εχθρού διά ξηράς και διά θαλάσσης.
42. Εις το αναμεταξύ δε ο Δημοσθένης και ο Ευρυμέδων έφθασαν έχοντες τας εξ Αθηναίων σταλείσας επικουρίας, εβδομήκοντα τρία πλοία, συμπεριλαμβανομένων και των ξενικών, πεντακισχιλίους περίπου οπλίτας Αθηναίους και συμμάχους όχι ολίγους ακοντιστάς βαρβάρους και Έλληνας, και σφενδονήτας και τοξότας, και προμηθείας αρκετάς. Και οι μεν Συρακούσιοι έφθασαν προς στιγμήν εις μεγίστην αμηχανίαν και (απηλπίσθησαν) ως να μη υπήρχε πλέον πέρας, διά να απαλλαγούν του κινδύνου· διότι έβλεπαν ότι με όλην την οχύρωσιν της Δεκελείας ουχ ήττον ήλθε κατ' αυτών ίσος και παραπλήσιος στρατός με τον πρότερον και ότι αι δυνάμεις των Αθηναίων εφαίνοντο πανταχού πολλαί. Το δε πρώτον στράτευμα των Αθηναίων ανέλαβε θάρρος μετά τα δεινά παθήματα, τα οποία είχεν υποφέρει. Ο Δημοσθένης ιδών πώς είχαν τα πράγματα ενόμισεν ότι δεν έπρεπε να χάνη καιρόν μήτε να περιπέση εις το ίδιον σφάλμα, εις το οποίον περιέπεσεν ο Νικίας (ο οποίος φοβερός ότε κατά πρώτον ήλθεν, αντί να επιτεθή ευθύς κατά των Συρακουσών, διεχείμασεν εις την Κατάνην, περιεφρονήθη και επρόλαβεν αυτόν ο Γύλιππος ελθών εκ της Πελοποννήσου μετά στρατού, τον οποίον δεν θα προσεκάλουν οι Συρακούσιοι, εάν ο Νικίας επετίθετο κατ'αυτών αμέσως· διότι με την έπαρσίν των ότι ήσαν αξιόμαχοι, άμα ως θα έφθαναν να αναγνωρίσουν το ανεπαρκές των δυνάμεών των θα έβλεπαν αμέσως (συνάμα) εαυτούς περιτειχισμένους· τότε, και αν ακόμη προσεκάλουν επικουρίας, δεν θα τοις παρείχον αύται την ιδίαν ωφέλειαν. Ταύτα σκεπτόμενος ο Δημοσθένης και γνωρίζων ότι και αυτός διά της παρουσίας του θα ενέπνεε μέγαν φόβον κατά την πρώτην ημέραν εις τους Συρακουσίους, ηθέλησε να επωφεληθή τάχιστα εκ του τρόμου, τον οποίον ενέπνευσε τότε το στράτευμά του. Ιδών ότι το παράλληλον τείχος των Συρακουσίων, διά του οποίου ούτοι είχαν εμποδίσει τους Αθηναίους από του να τους περιτειχίσουν, ήτο απλούν, και ότι, εάν κατόρθωνε να καταλάβη τα ύψη των Επιπολών και το εν αυταίς στρατόπεδον, ευκόλως θα εγίνετο κύριος του τείχους τούτου, όπου κανείς δεν θα ηδύνατο ν' αντισταθή κατ' αυτών, απεφάσισε να κάμη την απόπειραν ταύτην. Διά του τρόπου τούτου εσκέπτετο ότι ο πόλεμος θα καθίστατο πολύ συντομώτερος, διότι, εάν ενίκα, θα εκυρίευε τας Συρακούσας· άλλως, θα απήγε τον στρατόν και δεν θα άφηνε τους Αθηναίους, τους συμμάχους και την πόλιν ολόκληρον να κατατρίβωνται εις ανωφελείς αγώνας.
43. Εξελθόντες λοιπόν κατά πρώτον οι Αθηναίοι περί τον ’ναπον ελεηλάτουν την χώραν των Συρακουσίων και ως την πρώτην φοράν έγιναν πάλιν κύριοι επί της θαλάσσης, διότι οι Συρακούσιοι ουδεμίαν άλλην δύναμιν αντέταξαν κατ' αυτών ειμή τους ιππείς και τους ακοντιστάς τους μένοντας εις το Ολυμπιείον. Έπειτα ο Δημοσθένης απεφάσισε να κάμη πρώτην τινά, απόπειραν των πολεμικών μηχανών κατά του παραλλήλου τείχους. Αλλ' άμα τη προσεγγίσει των εκάησαν υπό των εχθρών, οι οποίοι ημύνοντο άνωθεν των τειχών, ο δε λοιπός στρατός μετά επανειλημμένας επιθέσεις απεκρούσθη. Τότε ο Δημοσθένης είδεν ότι δεν έπρεπε να χάνη καιρόν· πείσας τον Νικίαν να παραδεχθή το σχέδιόν του επεχείρησε να επιτεθή κατά των Επιπολών. Και ενόσω μεν ήτο ημέρα του εφαίνετο αδύνατος η λαθραία ανάβασις. Παραγγείλας δε προμηθείας πέντε ημερών και παραλαβών όλους τους λιθοτόμους και τους τέκτονας, και προμηθευθείς τα βέλη και όλα τα άλλα όσα ήσαν αναγκαία προς ανέγερσιν οχυρωμάτων εις περίπτωσιν που ενίκων, αυτός μεν μετά του Ευρυμέδοντος και του Μενάνδρου και όλου του στρατού επροχώρησε κατά την ώραν του πρώτου ύπνου προς τας Επιπολάς, ο δε Νικίας έμεινεν εις τα τείχη. Προσεγγίσαντες εις τας Επιπολάς διά του Ευρυήλου, εις το μέρος όπου κατά πρώτον είχεν αναβή ο παλαιός στρατός, διαφεύγουν την προσοχήν των φυλάκων των Συρακουσίων και αναβάντες εις το ύψος κυριεύουν το εκεί τείχισμα των Συρακουσίων και φονεύουν φύλακάς τινας· οι περισσότεροι δε εξ αυτών καταφεύγουν αμέσως εις τα τρία στρατόπεδα των Επιπολών, τα οποία εφυλάσσοντο διά προτειχισμάτων και κατείχοντο εν μεν υπό των Συρακουσίων, έν δε υπό των άλλων Σικελιωτών, έν δε υπό των συμμάχων, και αναγγέλλουν την έφοδον του εχθρού. Ειδοποιούν ωσαύτως και τους εξακοσίους Συρακουσίους, οι οποίοι προς το μέρος των Επιπολών εσχημάτιζαν την πρωτοφυλακήν. Και ούτοι μεν έτρεξαν αμέσως εις βοήθειαν· αλλ' ο Δημοσθένης και οι Αθηναίοι τους συνήντησαν, τους έτρεψαν εις φυγήν με όλην την γενναίαν αντίστασίν των και άνευ βραδύτητος ώδευσαν εμπρός, φοβούμενοι μήπως ψυχρανθή ο ζήλος, τον οποίον είχαν να επιτύχουν του σκοπού των· άλλο σώμα κατελάμβανεν ήδη υπό των Συρακουσίων αρχήθεν κτησθέν παράλληλον τείχος, το οποίον εγκατέλειπαν οι φύλακες και κατηδάφιζαν τας επάλξεις αυτού. Εν τούτοις οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι των, ο Γύλιππος και οι μετ' αυτού, εξήλθαν εκ των προτειχισμάτων· μη προσδοκώντες την τολμηράν εκείνην επίθεσιν και έμπλεοι τρόμου επροχώρησαν κατά των Αθηναίων, αλλ' αποκρουσθέντες υπεχώρησαν κατ' αρχάς. Ήδη οι Αθηναίοι επροχώρουν μετά τινος αταξίας ως αν ήσαν νικηταί και ήθελαν να διέλθουν όσον τάχιστα δι' όλου του εχθρικού στρατού, ο οποίος δεν είχεν ακόμη πολεμήσει, φοβούμενοι μήπως, εάν εβράδυναν την πορείαν των, συσσωματωθή, ότε πρώτοι οι Βοιωτοί αντέστησαν εις αυτούς, τους προσέβαλαν, τους απέκρουσαν και τους έτρεψαν εις φυγήν.
44. Από της στιγμής ταύτης οι Αθηναίοι περιέπεσαν εις τοιαύτην ταραχήν και απορίαν, ώστε δεν ηδυνήθην να μάθω από κανέν μέρος (των πολεμησάντων) τα καθέκαστα της μάχης. Κατά την ημέραν διακρίνονται μεν καλλίτερον τα συμβαίνοντα, αλλ' οι παρευρισκόμενοι εις μάχην τινά δεν λαμβάνουν γνώσιν, όλων των λεπτομερειών και μόλις αντιλαμβάνονται των περί αυτούς· πώς λοιπόν εις νυκτερινήν μάχην, την μόνην που κατά το διάστημα του πολέμου τούτου έγινε μεταξύ δύο μεγάλων στρατοπέδων, ήτο δυνατόν να λάβη τις πληροφορίας ακριβείς; Η σελήνη ήτο λαμπρά, αλλά δεν έβλεπαν αλλήλους, ειμή όπως δύναται τις να ίδη την σελήνην, δηλαδή έβλεπαν μεν το σχήμα των σωμάτων, αλλά δεν ηδύναντο να διακρίνουν τον φίλον από του εχθρού. Πολλοί οπλίται αμφοτέρων των στρατών περιεστρέφοντο εντός χώρου στενού· προς το μέρος των Αθηναίων, οι μεν είχαν ήδη νικηθή, οι δε, εν τη πρώτη ακόμη ορμή, εχώρουν ακράτητοι. Πολύ μέρος του επιλοίπου στρατεύματος είχεν ήδη αναβή, άλλο ανέβαινεν ακόμη, ώστε δεν ήξευραν πού να διευθυνθούν διότι οι προχωρήσαντες στρατιώται, ένεκα της τροπής, περιήλθαν εις ταραχήν και η βοή τους ημπόδιζε να διακρίνουν αλλήλους. Οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι, νικώντες, παρώτρυναν αλλήλους διά μεγάλων κραυγών, διότι δεν ηδύναντο την νύκτα να δώσουν άλλο σύνθημα και συγχρόνως περιέμεναν σταθερώς τους επερχομένους. Οι Αθηναίοι ανεζήτουν αλλήλους και εξελάμβαναν ως εχθρούς όσους συνήντων, έστω και αν ήσαν ούτοι οι φίλοι των όσοι είχαν τραπή εις φυγήν. Μη έχοντες άλλο γνώρισμα ειμή το σύνθημα εζήτουν τούτο συνεχώς και διά του τρόπου τούτου όχι μόνον ηύξαναν την ταραχήν, αλλά και όλοι συγχρόνως ερωτώντες κατέστησαν αυτό γνωστόν εις τους πολεμίους χωρίς να μάθουν το σύνθημα των Συρακουσίων, οι οποίοι, νικηταί και ουχί διεσπαρμένοι, ανεγνώριζαν αλλήλους ευκολότερα. Διά τούτο, ότε οι Συρακούσιοι συνήντων σώμα ισχυρότερον, διέφευγαν χάρις εις την γνώσιν του συνθήματος· εξ εναντίας οι Αθηναίοι, μη δυνάμενοι να αποκριθούν, κατεσφάζοντο. Τίποτε όμως άλλο δεν τους έβλαψε περισσότερον, όσον ο πολεμικός παιάν, ο οποίος, επειδή ήτο παραπλήσιος εις αμφοτέρους, παρείχεν απορίαν εις τους Αθηναίους· διότι οι Αργείοι, οι Κερκυραίοι και όσοι Δωριείς ήσαν μετά των Αθηναίων, οσάκις ετόνιζαν τον παιάνα, επροξένουν εις τους Αθηναίους τον αυτόν τρόμον, τον οποίον και οι εχθροί· εις τρόπον ώστε και εις πολλά μέρη, όπου συνηντήθησαν εν τω μέσω του θορύβου, φίλοι μετά φίλων, πολίται μετά πολιτών, όχι μόνον εφοβήθησαν, αλλά και εις χείρας ήλθαν μεταξύ των και μετά δυσκολίας απεχωρίσθησαν. Καταδιωκόμενοι υπό του εχθρού οι πολλοί ερρίπτοντο κατά των κρημνών και εχάνοντο, επειδή ήτο στενή η κατάβασις από των Επιπολών. Οι πλείστοι εξ εκείνων, οίτινες άνωθεν καταβαίνοντες εσώθησαν εις την πεδιάδα, και προ πάντων οι στρατιώται της πρώτης στρατιάς, οίτινες εγνώριζαν καλλίτερον την χώραν, κατέφυγαν εις το στρατόπεδόν· αλλά τινες εκ των ύστερον ελθόντων έσφαλαν τον δρόμον και επλανήθησαν εις τους αγρούς· τούτους δε, άμα εξημέρωσεν, περικυκλώσαντες οι ιππείς των Συρακουσίων, εφόνευσαν.
45. Την δε επομένην ημέραν οι μεν Συρακούσιοι έστησαν δύο τρόπαια, έν εις τας Επιπολάς, κατά το μέρος της αναβάσεως, και έν εις το μέρος όπου οι Βοιωτοί αντέστησαν πρώτοι, οι δε Αθηναίοι εσύναξαν τους νεκρούς των διά συνθήκης. Εφονεύθησαν δε όχι ολίγοι εκ των ιδικών των και εκ των συμμάχων· των ληφθέντων όμως όπλων ο αριθμός υπήρξεν ανώτερος του αριθμού των νεκρών, διότι μεταξύ εκείνων, οίτινες είχαν αναγκασθή να πηδήσουν τους κρημνούς, αποθέτοντες τας ασπίδας των, άλλοι μεν εχάθησαν, άλλοι δε εσώθησαν.
46. Μετά δε την ανέλπιστον ταύτην επιτυχίαν, οι μεν Συρακούσιοι αναλαβόντες πάλιν θάρρος, ως και πρότερον, απέστειλαν τον Σικανόν μετά δεκαπέντε πλοίων εις τον επαναστατημένου Ακράγαντα, διά να υποτάξη την πόλιν ταύτην, εάν δυνηθή, ο δε Γύλιππος ανεχώρησε πάλιν διά ξηράς εις την άλλην Σικελίαν, διά να αποσπάση νέας επικουρίας· μετά την ευτυχή έκβασιν των εν ταις Επιπολαίς, πολλάς ελπίδας είχεν ότι θα εκυρίευεν ωσαύτως διά της βίας και τα τείχη των Αθηναίων.
47. Εν τούτοις οι στρατηγοί των Αθηναίων συνεσκέπτοντο και περί της γενομένης συμφοράς και περί της εντελούς εξαντλήσεως, εις την οποίαν είχε περιέλθει τότε ο στρατός. Έβλεπαν ότι όλα τα σχέδια των είχαν αποτύχει και ότι οι στρατιώται εβαρύνθησαν την εκεί διαμονήν. Ο στρατός επιέζετο διττώς υπό των ασθενειών· διότι και η εποχή του έτους ήτο εκείνη, καθ' ην ως επί το πλείστον ασθενούν οι άνθρωποι, και το μέρος, όπου εστρατοπεδεύοντο, ήτο ελώδες και νοσηρόν άλλως τε και τα πάντα εφαίνοντο εις αυτούς απελπιστικά. Επίστευε λοιπόν ο Δημοσθένης ότι δεν έπρεπε να διαμείνουν περισσότερον· αλλά μετά την αποτυχίαν, την οποίαν υπέστη, εγνωμάτευσε να τεθή εις ενέργειαν το σχέδιον, το οποίον είχε συλλάβει, ότε ερριψοκινδύνευσε την κατά των Επιπολών επίθεσιν, και άνευ περισσοτέρας χρονοτριβής, ενόσω ακόμη ηδύναντο, να διαπεράσουν το πέλαγος και να κρατούν τας εχθρικάς δυνάμεις διά των προ μικρού ελθόντων πλοίων. Είπεν επίσης ότι ωφελιμώτερον είναι διά την πόλιν να πολεμούν κατ' εκείνων, οίτινες ήγειραν τείχη επί της χώρας της, ή κατά των Συρακουσίων, τους οποίους δεν είναι πλέον εύκολον να υποτάξουν· άλλως τε και δεν συνέφερε να δαπανώνται ανωφελώς τόσα χρήματα προς εξακολούθησιν της πολιορκίας.
48. Και η μεν γνώμη του Δημοσθένους τοιαύτη ήτο· ο δε Νικίας ενόμιζε μεν και αυτός ότι η κατάστασις των πραγμάτων ήτο δυσάρεστος, δεν ήθελεν όμως να καταστήση γνωστήν την αδυναμίαν ούτε να καταγγελθούν μόνοι των εις τους εχθρούς σκεπτόμενοι μετά πολλών περί της αναχωρήσεως του στρατού και καθιστώντες ούτω δυσκολωτέραν την εκτέλεσιν αυτής. ’λλως ήξευραν ότι τα πράγματα των εχθρών, περί των οποίων ήτο κάλλιον παντός άλλου πληροφορημένος, τω παρείχαν ακόμη ελπίδας τινάς ότι θα παρουσίαζαν μεγαλυτέρας δυσχερείας παρ' ό,τι εις τους Αθηναίους τα ιδικά των πράγματα, εάν καρτερήσουν πολιορκούντες, διότι θα εξήντλουν τον εχθρόν διά την απορίαν των χρημάτων, προ πάντων τώρα, ότε μετά του υπάρχοντος στόλου ήσαν κύριοι της θαλάσσης. Προς τούτοις υπήρχεν εις τας Συρακούσας μία μερίς, η οποία θέλουσα να παραδώση την εξουσίαν εις τους Αθηναίους έπεμπε κήρυκας εις τον Νικίαν και δεν άφηνεν αυτόν να λύση την πολιορκίαν. Μαθών ούτος ταύτα πράγματι μεν εταλαντεύετο μεταξύ των δύο τούτων γνωμών, επεσκόπει και έμενεν απορών, διά των λόγων δε εκήρυττεν αναφανδόν ότι δεν θα απήγε τον στρατόν, διότι ήξευρεν ότι οι Αθηναίοι δεν θα επεδοκίμαζαν την αναχώρησίν, εάν δεν επεψηφίζετο αύτη υπό του δήμου. Οι μέλλοντες να αποφανθούν περί της τύχης των στρατηγών δεν θα γνωρίζουν εξ ιδίων οφθαλμών την κατάστασιν των πραγμάτων, αλλά θα μάθουν αυτήν εκ των επικρίσεων και θα κρίνουν κατά τας διαβεβαιώσεις των ευγλώττων ρητόρων. Δεν αρκεί τούτο· πολλοί στρατιώται, οι περισσότεροι ίσως, οι οποίοι σήμερον φωνάζουν ότι πάσχουν τα πάνδεινα, άμα φθάσουν εις τας Αθήνας, θα φωνάξουν τα εναντία και θα ειπούν ότι οι στρατηγοί είναι προδόται και ότι λαβόντες χρήματα απήλθον. Γνωρίζων λοιπόν τον χαρακτήρα των Αθηναίων δεν ήθελε να γίνη θύμα κατηγορίας αδίκου και αισχράς, αλλ' επροτίμα, εάν ήτο ανάγκη, να αποθάνη με τα όπλα εις χείρας. Προσέθετεν ότι η θέσις των Συρακουσίων ήτο δυσχερεστέρα της ιδικής των· ότι ένεκα του μισθού ξένων στρατιωτών, ένεκα άλλων δαπανών γενομένων εις τας περιπολίας, ένεκα της συντηρήσεως πολλού ναυτικού επί εν ήδη ολόκληρον έτος, τα μέσα των είχαν εξαντληθή· ότι είχαν ήδη δαπανήσει δισχίλια τάλαντα και ότι εχρεώστουν ακόμη πολλά· ότι ολίγον αν ηλάττωναν την παρούσαν στρατιωτικήν δύναμιν των καταργούντες τους μισθούς, αι υποθέσεις των θα κατεστρέφοντο, διότι τα στρατεύματά των ήσαν μάλλον μισθωτά ή αναγκαστικά ως τα των Αθηναίων· ότι έπρεπε λοιπόν να παρατείνουν την πολιορκίαν και να μη οπισθοδρομήσουν απέναντι των δαπανών, τας οποίας η πόλις των Αθηνών ήτο εις θέσιν να υποστή.