Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τέταρτος

Part 2

Chapter 2 16 words Public domain Markdown

19. Κατά την επομένην άνοιξιν, μόλις είχεν αρχίσει, ενωρίτατα (1), οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι εισέβαλαν εις την Αττικήν, αρχηγός δ' αυτών ήτο ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων ’γις ο Αρχιδάμου. Και πρώτον μεν ελεηλάτησαν τα πέριξ της πεδιάδος μέρη της χώρας, έπειτα, ωχύρωσαν την Δεκέλειαν διανείμαντες την εργασίαν κατά πόλεις. Απέχει δε η Δεκέλεια από της πόλεως των Αθηναίων εκατόν είκοσι σταδίους, και η αυτή περίπου απόστασις υπάρχει από της Βοιωτίας. Η δε οχύρωσις εκείνη, η οποία, και εφαίνετο από τας Αθήνας, έγεινεν εις την πεδιάδα και εις τα μάλλον εύφορα μέρη προς τον σκοπόν του να βλάπτουν τους εχθρούς. Και οι μεν εν τη Αττική Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοι έκαμναν τείχος, οι δε εν τη Πελοποννήσω απέστελλαν εις τον αυτόν καιρόν διά φορτηγών τους οπλίτας εις την Σικελίαν, οι μεν Λακεδαιμόνιοι εκλέξαντες εξακοσίους οπλίτας τους καλλιτέρους μεταξύ των Ειλώτων και των νεωστί απελευθέρων και στρατηγόν τον Σπαρτιάτην Έκκριτον, οι δε Βοιωτοί τριακοσίους στρατιώτας, τους οποίους ωδήγουν οι Θηβαίοι Ξένων και Νίκων, και ο Θεσπιεύς Ηγήσανδρος. Ούτοι λοιπόν αναχωρήσαντες πρώτοι από του Ταινάρου της Λακωνικής ανήχθησαν εις το πέλαγος· μετά τούτους δε ολίγον μετέπειτα οι Κορίνθιοι απέστειλαν πεντακοσίους στρατιώτας, εκ των οποίων οι μεν ήσαν εξ αυτής της Κορίνθου, οι δε άλλοι εστρατολογήθησαν μισθωτοί μεταξύ των Αρκάδων, και αρχηγόν αυτών κατέστησαν Αλέξαρχον τον Κορίνθιον. Απέστειλαν δε και οι Σικυώνιοι διακοσίους στρατιώτας ομού με τους των Κορινθίων, αυτούς δε ωδήγει ο Σικυώνιος Σαργεύς. Τα δε εικοσιπέντε πλοία των Κορινθίων τα κατά τον χειμώνα παρασκευασθέντα συνεκράτουν τον εις την Ναύπακτον στόλον των Αθηναίων μέχρις ου οι Κορίνθιοι στρατιώται ήθελαν αναχωρήσει εκ της Πελοποννήσου μετά των φορτηγών. Τούτου ένεκα είχαν ετοιμασθή τα πλοία ταύτα, ίνα μη οι Αθηναίοι προσέξουν μάλλον προς τα φορτηγά πλοία παρά προς τα πολεμικά.

20. Κατά τον αυτόν δε χρόνον πού ετειχίζετο η Δεκέλεια και εις την αρχήν της ανοίξεως οι Αθηναίοι έστειλαν περί την Πελοπόννησον τριάκοντα πλοία υπό την οδηγίαν Χαρικλέους του Απολλοδώρου, τον οποίον διέταξαν να μεταβή εις το ’ργος διά να ζητήση, συμφώνως με την συνθήκην της συμμαχίας, να στείλουν οι Αργείοι στρατιώτας εις τον στόλον του· έπεμψαν επίσης, καθώς είχαν αποφασίσει, τον Δημοσθένην εις την Σικελίαν με εξήκοντα πολεμικά πλοία Αθηναίων και πέντε Χίων, διακοσίους στρατιώτας Αθηναίους εκ των εγγραμμένων εις τον κατάλογον και όσους περισσοτέρους νησιώτας ηδυνήθησαν να συλλέξουν εις διάφορα μέρη· εκ των άλλων δε υπηκόων συμμάχων επορίσθησαν παν ό,τι εύρον εις αυτούς χρήσιμον διά τον πόλεμον. Τον δε Δημοσθένην διέταξαν να ενωθή κατ' αρχάς με τον Χαρικλέα και να λεηλατούν αμφότεροι τα παράλια μέρη της Λακωνικής. Και ο μεν Δημοσθένης φθάσας εις την Αίγιναν περιέμενε να φθάσουν τα υπολειπόμενα στρατεύματα και να παραλάβη ο Χαρικλής τους Αργείους.

21. Εις δε την Σικελίαν περί την αυτήν εποχήν της ανοίξεως ταύτης έφθασεν εις τας Συρακούσας και ο Γύλιππος άγων μαζί του εκ των πόλεων, τας οποίας έπεισεν, όσον περισσότερον ηδυνήθη στρατόν. Και συγκαλέσας τους Συρακουσίους είπεν εις αυτούς ότι έπρεπε να εξοπλίσουν όσα περισσότερα πλοία ηδύναντο και να αποπειραθούν ναυμαχίαν τινά, διότι ήλπιζεν ότι διά του μέσου τούτου η ωφέλεια εις τον πόλεμον τούτον ήθελεν είσθαι αξία του κινδύνου. Και ο Ερμοκράτης επίσης, από κοινού μετά του Γυλίππου, τους παρεκίνησε πολύ να μη διστάσουν να προσβάλουν τους Αθηναίους διά των πλοίων, λέγων ότι ούτε οι Αθηναίοι είχαν την ναυτικήν εμπειρίαν κληρονομικήν και αΐδιον, αλλ' ότι ήσαν ηπειρώται πλειότερον των Συρακουσίων και ότι ηναγκάσθησαν υπό των Μήδων να γίνουν ναυτικοί· ότι εναντίον ανθρώπων τόσον, τολμηρών, ως ήσαν οι Αθηναίοι, οι μάλλον επίφοβοι εχθροί ήσαν εκείνοι, οι οποίοι θα εδείκνυαν ομοίαν τόλμην· διότι καθώς διά της τόλμης οι Αθηναίοι, μολονότι υποδεέστεροι ενίοτε κατά τας δυνάμεις, επιτίθενται κατά των άλλων λαών και τους εκφοβίζουν, ούτω και οι Συρακούσιοι θα ενέπνεαν όμοιον τρόμον εις τους εχθρούς των. Είπε τέλος ότι, εάν παρά πάσαν προσδοκίαν οι Συρακούσιοι ετόλμων να αντισταθούν εις τον στόλον των Αθηναίων, ο τρόμος υπό του οποίου θα κατελαμβάνετο ο εχθρός θα παρείχεν εις αυτούς ωφέλειαν μεγαλυτέραν της βλάβης, την οποίαν η εμπειρία των Αθηναίων θα ηδύνατο να προξενήση εις την απειρίαν των Συρακουσίων· τους συνεβούλευσε λοιπόν να αποπειραθούν ναυμαχίαν χωρίς αναβολήν. Και οι μεν Συρακούσιοι, παρακινηθέντες υπό των λόγων του Γυλίππου, του Ερμοκράτους και άλλων τινών απεφάσισαν να ναυμαχήσουν και εισήλθαν εις τα πλοία.

22. Ο δε Γύλιππος, άμα ητοιμάσθη ο στόλος, έλαβεν όλον τον πεζόν στρατόν διά νυκτός και έφερεν αυτόν διά να προσβάλη τα τείχη του Πλημμυρίου· συγχρόνως και από συνθήματος τριάκοντα πέντε πολεμικά πλοία των Συρακουσίων επροχώρησαν από του μεγάλου λιμένος, τεσσαράκοντα πέντε δε από του μικρού, όπου ήτο επίσης το νεώριον των Συρακουσίων. Τα τελευταία ταύτα περιέπλευσαν την νήσον, διά να ενωθούν με τα άλλα και πλεύσουν κατά του Πλημμυρίου, προς τον σκοπόν να θορυβήσουν τους Αθηναίους διά της αιφνιδίας εκείνης επιθέσεως. Αλλ' οι Αθηναίοι εισήλθαν γρήγορα εις εξήκοντα πλοία, και διά μεν των εικοσιπέντε εναυμάχησαν προς τα τριάκοντα πέντε των Συρακουσίων, τα οποία ήσαν εις τον μεγάλον λιμένα, διά δε των επίλοιπων εξήλθαν προς συνάντησιν εκείνων, τα οποία εξελθόντα του νεωρίου περιέπλεαν. Αμέσως ήρχισαν την ναυμαχίαν εις το στόμιον του μεγάλου λιμένος· η αντίστασις υπήρξε μακρά εκατέρωθεν οι μεν ήθελαν να παραβιάσουν την είσοδον, οι δε να την εμποδίσουν.

23. Οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήσαν εις το Πλημμύριον, κατέβησαν εις την παραλίαν· ενώ δε όλη η προσοχή των ήτο εστραμμένη προς την ναυμαχίαν, αίφνης ο Γύλιππος έφθασε κατά τα εξημερώματα και επιτεθείς εναντίον των φρουρίων, κατ' αρχάς μεν εκυρίευσε το μέγιστον, κατόπιν δε τα δύο μικρότερα, διότι δεν έφεραν αντίστασιν οι φύλακες άμα είδαν το μέγιστον ευκόλως κυριευθέν. Και εκ μεν του πρώτου κυριευθέντος οι άνθρωποι, όσοι κατέφυγαν εις τα πλοία και εις έν φορτηγόν, δυσκόλως έφθασαν εις το στρατόπεδόν διότι ο στόλος των Συρακουσίων, ο οποίος ήτο εις τον μεγάλον λιμένα, υπερισχύσας εις την ναυμαχίαν, απέστειλε διά καταδίωξίν των έν ταχύπλουν πολεμικόν πλοίον· αφού δε εκυριεύθησαν και τα άλλα δύο φρούρια, οι εξ αυτών διαφυγόντες ηδυνήθησαν να παραπλεύσουν ευκολώτερα, διότι κατ' εκείνην την στιγμήν είχαν ηττηθή οι Συρακούσιοι. Εκείνα εκ των πλοίων όσα εναυμάχησαν προ του στομίου του λιμένος και εβίασαν τον στόλον των Αθηναίων, είχαν εισέλθει εις τον λιμένα ατάκτως και συνταραχθέντα προς άλληλα έδοσαν την νίκην εις τους Αθηναίους. Ούτοι έτρεψαν εις φυγήν και αυτά και όσα εξ αρχής είχαν προς στιγμήν υπερισχύσει εν τω λιμένι, εβύθισαν ένδεκα και εφόνευσαν τους πλείστους των ανθρώπων εκτός εκείνων τους οποίους συνέλαβαν ζωντανούς επί τριών πλοίων· αλλά και αυτοί έχασαν τρία πλοία, και ανελκύσαντες τα ναυάγια των Συρακουσίων έστησαν τρόπαιον εις το προ του Πλημμυρίου νησίδιον και επέστρεψαν εις το στρατόπεδόν των.

24. Το δε αποτέλεσμα της ναυμαχίας ταύτης τοιούτον ήτο διά τους Συρακουσίους· αλλά κατέλαβαν τα φρούρια του Πλημμυρίου και έστησαν τρία τρόπαια, έν επί εκάστου αυτών. Και το μεν έν εκ των δύο μικροτέρων, το οποίον εκυρίευσαν κατόπιν, κατηδάφισαν, τα δε άλλα δύο επισκευάσαντες εφρούρουν. Κατά την άλωσιν των φρουρίων τούτων πολλοί άνθρωποι εφονεύθησαν και εζωγρήθησαν, όλα δε τα πλούτη ηρπάγησαν· επειδή οι Αθηναίοι μετεχειρίζοντο τα φρούρια ταύτα, διά να αποθέτουν κάθε θησαυρόν των, ευρίσκοντο εντός αυτών πολλά μεν χρήματα και τρόφιμα εμπόρων, πολλά δε και των τριηράρχων· ευρίσκοντο επίσης τα ιστία και τα άλλα σκεύη τεσσαράκοντα πλοίων και τρία πλοία τραβηγμένα εις την ξηράν. Η άλωσις του Πλημμυρίου επέφερε μεγίστην και σημαντικωτάτην βλάβην εις το στράτευμα των Αθηναίων, επειδή η είσοδος του λιμένος δεν ήτο πλέον ασφαλής, διά να εισάγουν τρόφιμα (διότι οι Συρακούσιοι ημπόδιζαν σταθμεύοντες εκεί και αι μεταφοραί τροφών εκεί δεν εγίνοντο άνευ μάχης). Το δυστύχημα τούτο καθώς και πολλά άλλα έφεραν τρόμον και αθυμίαν εις το στράτευμα.

25. Μετά δε τούτο οι Συρακούσιοι εξέπεμψαν δώδεκα πολεμικά πλοία διοικούμενα υπό του Συρακουσίου Αγαθάρχου. Και έν απ' αυτά ανεχώρησε διά την Πελοπόννησον μετά πρέσβεων διαταχθέντων να αναγγείλουν ότι τα εν τη Σικελία πράγματα ήρχισαν να παρέχουν ελπίδας και να παρακινούν τους Πελοποννησίους να ανακινήσουν με μεγαλύτερον ζήλον τον πόλεμον της Αττικής· τα δε άλλα ένδεκα έπλευσαν προς την Ιταλίαν, διότι είχαν μάθει ότι πλοία φέροντα πολλά χρήματα και προωρισμένα διά τους Αθηναίους διηυθύνοντο εκεί. Οι Συρακούσιοι συνήντησαν τα πλοία ταύτα, κατέστρεψαν τα περισσότερα και έκαυσαν όλα τα ναυπηγήσιμα ξύλα, τα οποία είχαν ετοιμασθή διά τους Αθηναίους εις την Καυλωνιάτιδα. Μετά ταύτα ήλθαν εις τους Λοκρούς. Ενώ δε ήσαν αγκυροβολημένοι, κατέπλευσεν από την Πελοπόννησον έν από τα φορτηγά τα φέροντα οπλίτας Θεσπιείς. Λαβόντες αυτούς οι Συρακούσιοι εις τα πλοία επέστρεψαν εις τα ίδια. Παραφυλάξαντες όμως αυτούς οι Αθηναίοι με είκοσι πλοία πλησίον των Μεγάρων, έν μεν πλοίον συνέλαβαν μεθ' όλων των ανδρών, τα δε άλλα δεν ηδυνήθησαν να τα συλλάβουν και αυτά κατέφυγαν εις τας Συρακούσας. Έγινε δε ωσαύτως ακροβολισμός εντός του λιμένος και διά τους πασσάλους, τους οποίους οι Συρακούσιοι ενέπηξαν εις την θάλασσαν προ του παλαιού νεωρίου, διά να προστατεύουν την αγκυροβόλησιν των πλοίων των και να προφυλάττουν αυτά από τας επιθέσεις των εχθρικών πλοίων. Ρυμουλκύσαντες οι Αθηναίοι βαρύτατον πλοίον έχον ξύλινους πύργους και παραφράγματα έδεναν εις τα ακάτια τους πασσάλους, και άλλους μεν εξ αυτών ανέσπων, άλλους δε επριόνιζαν βυθιζόμενοι υπό το ύδωρ. Οι δε Συρακούσιοι έρριπταν βέλη από των παραπηγμάτων, οι δε εκ του φορτηγού ανταπήντων. Τέλος οι Αθηναίοι ανέσπασαν τους πλειοτέρους των πασσάλων. Οι μη φαινόμενοι πάσσαλοι παρείχαν μεγίστην δυσκολίαν, διότι είχαν εμπήξει μερικούς, που δεν υψώνοντο υπέρ την επιφάνειαν της θαλάσσης· εις τρόπον ώστε ήτο επικίνδυνον να τους πλησίαση τις, εκ φόβου μήπως εξ απροσεξίας εξοκείλη το πλοίον του ως επί υφάλου. Εν τούτοις κολυμβηταί βυθιζόμενοι, επριόνιζαν αυτούς αντί χρημάτων· αλλ' οι Συρακούσιοι ενέπηξαν πάλιν άλλους πασσάλους. Και από τα δύο δε μέρη μετεχειρίζοντο πολλά στρατηγήματα, και τούτο ένεκα γειτνιάσεως των δύο στρατοπέδων παραταγμένων κατ' αλλήλων, και συγχρόνως πολλοί ακροβολισμοί και πολλαί απόπειραι εγίνοντο. Οι δε Συρακούσιοι έπεμψαν εις τας πόλεις της Σικελίας πρέσβεις Κορινθίους, Αμπρακιώτας και Λακεδαιμονίους, διά να αναγγείλουν την άλωσιν του Πλημμυρίου και να αποδώσουν την αποτυχίαν της ναυμαχίας όχι εις την αξίαν των πολεμίων, αλλά μάλλον εις την ιδικήν των αταξίαν· τέλος διά να δηλώσουν ότι τα πάντα παρείχαν ελπίδας και να ζητήσουν επικουρίας, ναυτικάς και πεζικάς, επειδή και οι Αθηναίοι επίσης επερίμεναν άλλον στρατόν, και επειδή, εάν κατώρθωναν να καταστρέψουν προ της αφίξεως αυτού τας παρούσας δυνάμεις των, ο πόλεμος θα έπαυε. Και οι μεν εν τη Σικελία αυτά έκαμναν.

26. Ο δε Δημοσθένης, άμα συνέλεξε τας επικουρίας, τας οποίας ώφειλε να φέρη εις την Σικελίαν, εσήκωσε τας αγκύρας από την Αίγιναν, έπλευσε προς την Πελοπόννησον και ηνώθη με τον Χαρικλέα και τα τριάκοντα πλοία των Αθηναίων. Και παραλαβόντες οπλίτας τινάς Αργείους έπλευσαν προς την Λακωνικήν. Και πρώτον μεν ελεηλάτησαν μέρος τι της Επιδαύρου Λιμηράς, έπειτα δε αποβιβασθέντες εις τα καταντικρύ των Κυθήρων παράλια της Λακωνικής, ένθα υπάρχει το ιερόν του Απόλλωνος, ελεηλάτησαν μέρη τινά της χώρας και ετείχισαν ισθμώδές τι χωρίον, ίνα οι Είλωτες των Λακεδαιμονίων αυτομολούν εκεί και συγχρόνως ίνα εξέρχονται λησταί εξ αυτού, καθώς εκ της Πύλου, προς διαρπαγήν. Και ο μεν Δημοσθένης ευθύς άμα ήρχισε την οχύρωσιν του χωρίου έπλευσε προς την Κέρκυραν, διά να παραλάβη τους εκείθεν συμμάχους και μεταβή εις την Σικελίαν όσον το δυνατόν γρηγορότερα, ο δε Χαρικλής, περιμείνας μέχρις ου ετελείωσεν η οχύρωσις του χωρίου και αφήσας εκεί φρουράν, επέστρεψαν ύστερον εις τας Αθήνας και αυτός και οι Αργείοι συγχρόνως.

27. Κατά το αυτό δε θέρος ήλθαν εις τας Αθήνας χίλιοι τριακόσιοι πελτασταί εκ των ωπλισμένων με μαχαίρας Θρακών της Διακής φυλής, οι οποίοι ώφειλον να συνοδεύσουν τον Δημοσθένην εις την Σικελίαν. Αλλ' επειδή ήλθαν πολύ βραδέως, οι Αθηναίοι εσκέφθησαν να τους αποπέμψουν πάλιν εις την Θράκην όθεν ήλθον· να τους διατηρήσουν ενόσω διήρκει ο πόλεμος της Δεκελείας, τους εφαίνετο πολυτέλεια, επειδή καθένας εξ αυτών ελάμβανε μίαν δραχμήν καθ' ημέραν. Η Δεκέλεια πρώτον μεν υπό όλου του στρατού τειχισθείσα κατά το θέρος εκείνο, ύστερον δε κατεχομένη υπό των φρουρών, τας οποίας έστελλαν αι ομόσπονδοι πόλεις και αι οποίαι διεδέχοντο η μία την άλλην, πολύ έβλαπτε τους Αθηναίους, και η απώλεια την οποίαν ένεκα της περιτειχίσεως αυτής υπέστησαν, τόσον εις χρήματα, όσον και εις ανθρώπους, εδείνωσε τα πράγματα. ’λλοτε, επειδή αι εισβολαί ολίγον χρόνον διήρκουν, δεν ημπόδιζαν αυτούς να νέμωνται τους αγρούς των κατά τον επίλοιπον χρόνον· αλλά τότε, επειδή οι εχθροί έμεναν εκεί διαρκώς, επειδή οι αγροί ελεηλατούντο οτέ μεν υπό στρατών πολυαριθμοτέρων, οτέ δε υπό της συνήθους φρουράς, η οποία έζη διά της ληστείας, και επειδή ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων ’γις επολέμει ουχί παρέργως, οι Αθηναίοι υπέστησαν μεγάλας ζημίας· όχι μόνον διότι όλης της χώρας εστερήθησαν αυτοί, αλλά και διότι πλειότεροι των είκοσι χιλιάδων δούλων ηυτομόλησαν, εξ ων οι πλείστοι ήσαν χειροτέχναι· όλα τα πρόβατα και τα υποζύγια απωλέσθησαν· τέλος, επειδή οι ιππείς έκαμναν καθημερινάς περιπολίας, είτε προς την Δεκέλειαν είτε προς τα άλλα μέρη της χώρας, οι ίπποι των επάθαιναν χωλότητα ταλαιπωρούμενοι συνεχώς επί πετρώδους εδάφους ή επληγώνοντο.

28. Εξ άλλου η μεταφορά των εκ της Ευβοίας στελλομένων σιτηρών, πού άλλοτε ενηργείτο κατά ξηράν εκ του Ωρωπού διά της Δεκελείας, καθίστατο τότε δαπανηρά διά θαλάσσης, κάμπτουσα το Σούνιον· όλα ηναγκάζετο η πόλις να λαμβάνη έξωθεν, και αντί να είναι πόλις, κατέστη φρούριον, διότι την μεν ημέραν οι Αθηναίοι εφύλατταν κατά διαδοχήν τας επάλξεις, την δε νύκτα όλοι ομού εκτός των ιππέων· οι μεν ήσαν πλησίον των όπλων οι δε επί των τειχών και εταλαιπωρούντο θέρος και χειμώνα. Προ πάντων όμως επιέζοντο, διότι είχαν να διεξαγάγουν δύο πολέμους συγχρόνως· «κατά την εποχήν εκείνην εν τούτοις ανέπτυξαν ενεργητικότητα, η οποία πρότερον θα εφαίνετο απίστευτος εις τον ακούοντα. Σχεδόν πολιορκούμενοι υπό των Πελοποννησίων, αντί να ανακαλέσουν τα στρατεύματα των εκ της Σικελίας, εξ εναντίας επολιόρκουν διά του αυτού τρόπου της Συρακούσας, πόλιν όχι μικροτέραν καθόλου της των Αθηνών, διά δε των δυνάμεων και της τόλμης των τοσούτον εξέπλητταν τους Έλληνας, ώστε μολονότι εν αρχή του πολέμου, οι μεν ενόμισαν ότι οι Αθηναίοι δεν θα ηδύναντο να υπομείνουν ειμή ένα μόνον χρόνον, οι δε τρεις το πολύ, ουδείς όμως περισσότερον, εάν οι Πελοποννήσιοι εισέβαλλαν εις την χώραν των· μολαταύτα οι Αθηναίοι δεκαεπτά έτη μετά την πρώτην εισβολήν, αν και εντελώς εξηντλημένοι υπό του πολέμου, εξεστράτευσαν κατά της Σικελίας και επεχείρησαν πόλεμον όχι ολιγώτερον σπουδαίον εκείνου, τον οποίον είχαν ήδη εναντίον της Πελοποννήσου. Κατά την εποχήν λοιπόν εκείνην, ένεκα της βλάβης, την οποίαν επροξένει εις αυτούς η Δεκέλεια και ένεκα των άλλων εξόδων τα οποία τους εβάρυναν, εξηντλήθησαν ως προς το χρηματικόν. Αντί του φόρου, επέβαλαν εις τους υπηκόους των εισφοράν του ενός εικοστού της αξίας κάθε πράγματος διά θαλάσσης εισκομιζομένου, νομίζοντες ότι διά του μέσου τούτου θα εισεπράττοντο πολύ περισσότερα χρήματα. Αι δαπάναι δεν ήσαν πλέον οποίαι και άλλοτε, αλλά πολύ μεγαλύτεραι, διότι, ενώ ο πόλεμος ηύξανεν, αι πρόσοδοι εξηφανίζοντο.

29. Ένεκα λοιπόν απορίας χρημάτων κατά την εποχήν εκείνην, οι Αθηναίοι, μη θέλοντες να δαπανώσιν, απέπεμψαν αμέσως τους πολύ βραδέως ελθόντας Θράκας, διά να ενωθούν με τον Δημοσθένην· επεφόρτισαν τον Διιτρέφην να τους οδηγήση, διατάξαντες αυτόν συγχρόνως να τους μεταχειρισθή εις τον παράπλουν (επορεύοντο δε διά του Ευρίπου), ίνα βλάψη τους εχθρούς όσον το δυνατόν περισσότερον. Ο δε Δημοσθένης αποβιβάσας αυτούς εις την Τανάγραν ενήργησε διαρπαγάς τινας με ταχύτητα και αναχωρήσας εκ της εν Ευβοία Χαλκίδος διεπέρασε προς το εσπέρας τον Εύριπον, απεβίβασε τους Θράκας τούτους εις την Βοιωτίαν και ωδήγησεν αυτούς εις Μυκαλησσόν. Διανυκτερεύσας απαρατήρητος πλησίον του ναού του Ερμού, ο οποίος απείχε δεκαέξ σταδίους της Μυκαλησσού, επέπεσεν άμα τη ημέρα κατά της πόλεως αυτής, η οποία είναι μεγάλη, και εκυρίευσεν αυτήν επιτεθείς εναντίον ανθρώπων αφυλάκτων και μη προσδοκώντων ότι ήτό ποτε δυνατόν εχθροί να προχωρήσουν τόσον πολύ από της θαλάσσης και να τους προσβάλουν· το τείχος ήτο αδύνατον και μάλιστα είς τινα μεν μέρη πεσμένον, είς τινα δε χαμηλόν· αι πύλαι άλλως ήσαν ανοικταί ένεκα της ασφαλείας, εις την οποίαν οι κάτοικοι ενόμιζαν ότι διετέλουν. Οι Θράκες ώρμησαν εντός της Μυκαλησσού, ελήστευσαν τας οικίας και τα ιερά και εφόνευσαν τους κατοίκους, μηδέ του γήρατος μηδέ της νεαράς ηλικίας φεισθέντες· έσφαξαν παν το προστυχόν, παίδας, γυναίκας, υποζύγια και παν ό,τι έβλεπαν έμψυχον, διότι το γένος των Θρακών, όμοιον με τους μάλλον βαρβάρους, άμα δεν έχη να φοβηθή τι, είναι φονικώτατον. Εις την περίστασιν λοιπόν εκείνην η ταραχή υπήρξε μεγίστη και ο θάνατος παρουσιάσθη υπό μυρίας μορφάς. Οι βάρβαροι εκείνοι επιπεσόντες εναντίον ενός διδασκαλείου παίδων, το οποίον ήτο μέγιστον, κατέκοψαν όλους τους παίδας, πού προ ολίγου είχαν εισέλθει εις αυτό. Ουδέποτε συμφορά μάλλον απροσδόκητος και μάλλον δεινή επέσκηψε καθ' ολοκλήρου της πόλεως.

30. Ακούσαντες δε την είδησιν ταύτην οι Θηβαίοι έτρεξαν γρήγορα και συναντήσαντες τους Θράκας μη προχωρήσαντας εισέτι πολύ, και τα λάφυρα τους αφήρεσαν, και φοβήσαντες αυτούς κατεδίωξαν μέχρι του Ευρίπου και της θαλάσσης, όπου έμεναν τα πλοία, τα οποία τους είχαν φέρει, και εφόνευσαν πολλούς εξ αυτών κατά την επιβίβασιν· διότι οι βάρβαροι ούτοι δεν ήξευραν να κολυμβούν και διότι οι εις τα πλοία, άμα είδαν τα συμβαίνοντα εις την ξηράν, εμακρύνθησαν και έρριψαν την άγκυραν εκτός τοξεύματος. Μέχρις εκείνης της στιγμής οι Θράκες υπερησπίζοντο επιδεξίως εναντίον του ιππικού των Θηβαίων, το οποίον επετέθη εναντίον τους πρώτα. Τρέχοντες εμπρός και συστρεφόμενοι κατά τον εγχώριον τρόπον των επροφύλατταν εαυτούς· διά τούτο κατά την υποχώρησιν εκείνην ολίγοι εξ αυτών μόνον εφονεύθησαν, μέρος όμως, το οποίον είχε μείνει εντός της πόλεως προς διαρπαγήν, εχάθη. Εκ των χιλίων τριακοσίων δε Θρακών απέθαναν το όλον διακόσιοι πεντήκοντα. Εκ των Θηβαίων και των άλλων, οι οποίοι έτρεξαν εις βοήθειαν, εφονεύθησαν είκοσι, ιππείς και οπλίται ομού, καθώς και ο Σκιρφώνδας, είς των Θηβαίων βοιωταρχών. Από δε τους Μυκαλησσίους ολίγον μόνον μέρος εξ αυτών εσώθη. Τοιαύτη υπήρξεν η τύχη της Μυκαλησσού, της οποίας οι κάτοικοι υπέστησαν καταστροφήν, η οποία διά το μέγεθος αυτής είναι αξία ολοφυρμού και η οποία δεν υπήρξε κατωτέρα καμμιάς άλλης εξ όσων συνέβησαν κατά τον πόλεμον εκείνον.

31. Ο δε Δημοσθένης, μετά την οικοδόμησιν του εν Λακωνική φρουρίου πλέων προς την Κέρκυραν συνήντησε φορτηγόν ηγκυροβολημένον εις την Φειάν των Ηλείων· διά του φορτηγού εκείνου επρόκειτο να μεταβώσιν εις την Σικελίαν οι Κορίνθιοι οπλίται. Και αυτό μεν καταβυθίζει ο Δημοσθένης, οι δε άνδρες διαφυγόντες εύρον ύστερον άλλο φορτηγόν και απέπλευσαν. Μετά ταύτα ελθών εις την Ζάκυνθον και την Κεφαλληνίαν παρέλαβεν οπλίτας, εζήτησεν εκ της Ναυπάκτου αριθμόν τινα Μεσσηνίων, και μετέβη εις την αντιπέραν ήπειρον της Ακαρνανίας, την Αλύζειαν και το Ανακτόριον, το οποίον κατείχαν οι Αθηναίοι. Εις την χώραν ταύτην ευρισκόμενον, συνήντησεν αυτόν ο Ευρυμέδων επιστρέφων εκ της Σικελίας, όπου είχε πεμφθή κατά τον χειμώνα, διά να φέρη χρήματα εις τον στρατόν. Μεταξύ άλλων τω ανήγγειλεν ούτος ότι, ενώ έπλεεν, έμαθε την άλωσιν του Πλημμυρίου υπό των Συρακουσίων. Ο Κόνων, ο οποίος ήτο άρχων του στρατού εις την Ναύπακτον, ήλθεν επίσης προς τους στρατηγούς τούτους, διά να τους αναγγείλη ότι τα εικοσιπέντε πλοία των Κορινθίων, τα οποία εφύλατταν προ της πόλεως εκείνης, όχι μόνον δεν έπαυαν τας εχθροπραξίας, αλλ' έμελλον και να ναυμαχήσουν. Εζήτησε λοιπόν παρ' αυτών να στείλουν πλοία, επειδή οι Αθηναίοι δεν ήσαν ικανοί με τα δεκαοκτώ πλοία, τα οποία είχαν, να αντιταχθούν κατά των εικοσιπέντε εχθρικών. Τότε ο Δημοσθένης και ο Ευρυμέδων συνέπεμψαν μετά του Κόνωνος δέκα πλοία εκ των μάλιστα ταχυπλόων, διά να ενισχύσουν τον εν Ναυπάκτω στόλον, αυτοί δε ενησχολήθησαν συναθροίζοντας τα στρατεύματα τα προωρισμένα διά την Σικελίαν. Και ο μεν Ευρυμέδων έπλευσε διά την Κέρκυραν, διέταξε τους κατοίκους να εξοπλίσουν δεκαπέντε πλοία και συνέλεξεν οπλίτας, διότι συνεμερίζετο ήδη από της επιστροφής του την αρχήν με τον Δημοσθένην, μετά του οποίου είχε συνεκλεχθή, ο δε Δημοσθένης συνήθροιζεν εκ των περιχώρων της Ακαρνανίας σφενδονήτας και ακοντιστάς.

32. Οι δε πρέσβεις, τους οποίους οι Συρακούσιοι είχαν στείλη εις τας πόλεις της Σικελίας μετά την άλωσιν του Πλημμυρίου, επιτυχόντες εις την αποστολήν των ητοιμάζοντο να φέρουν τας επικουρίας, τας οποίας είχαν συναθροίσει, ότε ο Νικίας, ειδοποιηθείς εγκαίρως, έπεμψε προς τους Σικελούς, τους Κεντόριπας δηλαδή, τους Αλικμαίους και άλλους, οι οποίοι εκράτουν την δίοδον και ήσαν σύμμαχοι του, παρακαλών αυτούς να μη επιτρέψουν εις τους εχθρούς να διέλθουν διά της χώρας των, αλλά συσσωματούμενοι ν' αντισταθούν εις αυτούς. Πάσα άλλη οδός ήτο κλεισμένη εις αυτούς, διότι οι Ακραγαντίνοι δεν θα τους επέτρεπαν την διά της χώρας των δίοδον. Οι δε Σικελιώται ήσαν ήδη καθ' οδόν, ότε οι Σικελοί, συμφώνως με την παράκλησιν των Αθηναίων, έστησαν ενέδρας εις τρία μέρη, προσέβαλαν εξαίφνης τον εχθρόν, ο οποίος ήτο απροφύλακτος, και εφονευσαν οκτακοσίους ανθρώπους και όλους τους πρέσβεις, εκτός ενός μόνου, ο οποίος ήτο Κορίνθιος· ούτος δε ωδήγησεν εις τας Συρακούσας τους διαφυγόντας, συμποσούμενους εις χιλίους πεντακοσίους.

33. Περί τας αυτάς ημέρας οι προς βοήθειαν των Συρακουσών ερχόμενοι Καμαριναίοι έφθασαν συμποσούμενοι εις πεντακοσίους οπλίτας, τριακοσίους ακοντιστάς και τριακοσίους τοξότας. Έπεμψαν δε και οι Γελώοι στολίσκον εκ πέντε πλοίων, τετρακοσίους ακοντιστάς και διακοσίους ιππείς. Από της στιγμής λοιπόν ταύτης όλη σχεδόν η Σικελία, εκτός των Ακραγαντίνων, οι οποίοι έμεναν ουδέτεροι, και αυτοί ακόμη οι λαοί πού ήσαν αναποφάσιστοι, ηνώθη με τους Συρακουσίους, διά να βοηθήση αυτούς εναντίον των Αθηναίων. Και οι μεν Συρακούσιοι ένεκα του παθήματος που έπαθαν εις την χώραν των Σικελών, ανέλαβαν να επιτεθούν κατά των Αθηναίων· ο δε Δημοσθένης και ο Ευρυμέδων, άμα ητοιμάσθη ο στρατός της Κερκύρας και της Ηπείρου, μετέβησαν μεθ' όλης της στρατιάς διά της Ιονικής θαλάσσης εις το ακρωτήριον Ιαπυγίαν· αναχωρήσαντες εκείθεν προσήγγισαν εις τας Χοιράδας νήσους της Ιαπυγίας, όπου παρέλαβαν ακοντιστάς τινας των Ιαπύγων εκ του Μεσσαπίου γένους, εκατόν πεντήκοντα τον αριθμόν. Ανανεώσαντες αρχαίαν τινά φιλίαν μετά του ’ρτα, ο οποίος ήτο άρχων των μερών εκείνων και ο οποίος τους έδωκε τους ακοντιστάς εκείνους, έφθασαν εις το Μεταπόντιον της Ιταλίας. Και πείσαντες τους Μεταποντίους, ως συμμάχους, να τους δώσουν τριακοσίους ακοντιστάς και δύο πλοία, τους παρέλαβαν και διέβησαν εις την Θουρίαν, όπου εύρον το δυσμενές προς τους Αθηναίους κόμμα εξορισθέν νεωστί συνεπεία στάσεως. Θέλοντες δε να συναθροίσουν όλον το στράτευμα εις το μέρος τούτο, να εξετάσουν τις έμεινεν οπίσω και να πείσουν τους Θούριους να συνεκρατεύσουν μετ' αυτών προθύμως και να θεωρούν κοινούς τους φίλους και τους εχθρούς, έμειναν εις την Θουρίαν ενασχολούμενοι εις ταύτα.