Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τέταρτος

Part 12

Chapter 12 17 words Public domain Markdown

92. Διά τούτο κατεγίνοντο βιαστικά να οικοδομήσουν το τείχος αφήνοντες πυλίδας και κρυφίας εισόδους, διά να εισαγάγουν τους πολεμίους και διότι ήθελαν όλα να είναι τελειωμένα διά την κατάλληλον ευκαιρίαν. Και κατ' αρχάς μεν δεν ωμίλουν ειμή ολίγοι μεταξύ των και κρυφίως· αλλ' όταν ο Φρύνιχος, κατά την επιστροφήν του εκ της εις την Λακεδαίμονα πρεσβείας, επληγώθη δι' ενέδρας υφ' ενός των περιπόλων εν πληθούση αγορά και εξέπνευσε παραχρήμα, ολίγα βήματα μακράν του βουλευτηρίου· ότε μετά την απόδρασιν του δολοφόνου ο συνεργός, ο οποίος ήτο Αργείος, συλληφθείς και βασανισθείς κατά διαταγήν των τετρακοσίων, δεν ωνόμασε κανένα συμβουλεύσαντα το έγκλημα, αλλ' είπεν ότι ουδέν άλλο εγνώριζεν, ειμή ότι πολλοί άνθρωποι συνηθροίζοντο εις την κατοικίαν του περιπολάρχου, και εις άλλας οικίας, τότε ο Θηραμένης, ο Αριστοκράτης και όσοι άλλοι εκ των τετρακοσίων και εκ των έξωθεν ήσαν ομογνώμονες, βλέποντες ότι εκ της υποθέσεως ταύτης δεν προέκυψε τίποτε δυσάρεστον δι' αυτούς, επροχώρησαν θρασύτερον προς τον σκοπόν. Εν τω μεταξύ τούτω ο εκ της Λας εξελθών στόλος περιπλεύσας την παραλίαν εισήλθεν εις τον λιμένα της Επιδαύρου και επέδραμε κατά της Αιγίνης. Ο Θηραμένης ισχυρίσθη ότι ο στόλος ούτος, προορισμένος διά την Εύβοιαν, δεν ήτο φυσικόν να εισέλθη εις τον κόλπον της Αιγίνης και να επιστρέψη να αγκυροβολήση εις την Επίδαυρον εκτός εάν προσεκλήθη προς τον σκοπόν, τον οποίον δεν έπαυε να επιρρίπτη κατά των τετρακοσίων, και προσέθετεν ότι δεν έπρεπε πλέον να μένουν ήσυχοι. Τέλος μετά πολλούς λόγους στασιαστικούς και υποψίας, ήρχισαν ήδη ν' αναμιγνύωνται και δι' έργων εις τα πολιτικά πράγματα. Οι στρατιώται του Πειραιώς, οι οποίοι ειργάζοντο εις το τείχος της Ηετιωνείας, μεταξύ των οποίων ήτο ο Αριστοκράτης, ο οποίος καθό ταξίαρχος είχε και την εαυτού φυλήν, συλλαμβάνουν τον Αλεξικλέα, ένα των μάλλον αφωσιωμένων εις την ολιγαρχίαν στρατηγών, και αγαγόντες εις οικίαν τινά τον έκλεισαν εκεί. Συνέτρεξαν δε εις το έργον πολλοί άλλοι και ιδίως ο Έρμων διοικών τους περιπόλους, οι οποίοι είχαν ταχθή εις την Μουνιχίαν· το δε σπουδαιότερον ότι ταύτα επράττοντο με την συγκατάθεσιν του στίφους των στρατιωτών. ’μα δε οι τετρακόσιοι, οι οποίοι συνεδρίαζον τότε εις το βουλευτήριον, έμαθαν τα συμβαίνοντα ητοιμάσθησαν να λάβουν τα όπλα εκτός εκείνων, οι οποίοι δεν συνεμερίζοντο την γνώμην ταύτην και ηπείλουν τον Θηραμένην και τους μετ' αυτού. Ο δε Θηραμένης, απολογούμενος είπεν ότι ήτο έτοιμος να υπάγη μετ' αυτών προς απελευθέρωσιν του δεσμώτου. Και παραλαβών ένα των στρατηγών, ο οποίος ήτο και ομόφρων επροχώρει προς τον Πειραιά, προέδραμε δε και ο Αρίσταρχος μετά τίνων ιππέων νεανίσκων. Ο θόρυβος ήτο πολύς και τρομερός, διότι οι μεν εν τω άστει ενόμιζαν ήδη τον Πειραιά καταληφθέντα και τον συλληφθέντα φονευόμενον, οι δε εν τω Πειραιεί ενόμιζαν ότι μετ' ολίγον έμελλαν να επιπέσουν κατ' αυτών οι εκ του άστεως. Όλη η πόλις ήτο εις κίνησιν και όλοι έτρεχαν εις τα όπλα· μόλις δε κατωρθώθη να ησυχάσουν. Οι αγώνες των γερόντων και αι παρακλήσεις του Φαρσαλίου Θουκυδίδου, προξένου των Αθηνών, παρόντος και προθύμως εμποδίζοντος ένα έκαστον και κράζοντος να μη καταστρέφουν την πατρίδα την στιγμήν πού οι εχθροί ενήδρευαν πλησίον, τους ημπόδισαν να αλληλοσφαγούν. Και ο μεν Θηραμένης ελθών εις τον Πειραιά (διότι ήτο και αυτός στρατηγός) εδυσανασχέτει κατά των στρατιωτών, αλλά μόνον διά λόγων, ενώ ο Αρίσταρχος και οι ενάντιοι του πλήθους ήσαν αληθώς μανιώδεις. Ουχ ήττον οι πλείστοι στρατιώται εξηκολούθησαν το έργον των χωρίς να μεταμεληθούν και ηρώτησαν τον Θηραμένην αν εφρόνει ότι το τείχος ωκοδομήθη επ' αγαθώ ή αν ήτο καλλίτερον να το κατεδαφίσουν. Ούτος άπεκρίθη ότι, εάν τοιαύτη ήτο η γνώμη των συνεφώνει μετ' αυτών. Από της στιγμής εκείνης οι στρατιώται και πολλοί των εν Πειραιεί ανθρώπων αναβάντες επί του τειχίσματος ήρχισαν να κατεδαφίζουν αυτό. Είς την έκκλησιν δε, την οποίαν έκαμναν προς το πλήθος, έλεγαν «Όστις προτιμά να άρχουν οι πεντακισχίλιοι αντί των τετρακοσίων ας επιληφθή του έργου», διότι εκρύπτοντο ακόμη υπό το όνομα των πεντακισχιλίων, διά να μη προφέρουν αναφανδόν το του λαού λέγοντες, «Όστις θέλει να άρχη ο λαός». Εφοβούντο δε μήπως οι πεντακισχίλιοι υπήρχαν τωόντι και μήπως ενοχοποιηθούν αποτεινόμενοι προς αγνώστους. Διά τον αυτόν λόγον και οι τετρακόσιοι δεν ήθελαν μήτε να υπάρχουν οι πεντακισχίλιοι μήτε να είναι γνωστόν ότι δεν υπήρχαν, το μεν διότι ενόμιζαν ότι η συμμετοχή τοσούτων ανθρώπων εις την εξουσίαν θα ήτο αληθής δημοκρατία, το δε διότι η αβεβαιότης περί της υπάρξεως των θα παρήγεν αμοιβαίον φόβον.

93. Την δε επομένην ημέραν οι μεν τετρακόσιοι, αν και ανησυχούντες, συνηθροίσθησαν εις το βουλευτήριον· οι δε εις τον Πειραιά στρατιώται αφήσαντες τον Αλεξικλέα, τον οποίον είχαν συλλάβει, και κατεδαφίσαντες το τείχισμα ήλθαν εις το παρά την Μουνιχίαν θέατρον του Διονύσου, απέθεσαν τα όπλα και συνεκρότησαν συνέλευσιν. Μετά βραχείαν δε συνδιάσκεψιν μετέβησαν εις τα άστυ και κατέθεσαν τα όπλα εις το Ανάκειον (ναόν του Κάστορος και του Πολυδεύκους). Ελθόντες δε προς αυτούς μερικοί απεσταλμένοι των τετρακοσίων συνωμίλουν ανήρ προς άνδρα και έπειθαν όσους έβλεπαν μετριοπαθείς να μένουν ήσυχοι και να συγκρατούν τους άλλους, λέγοντες ότι οι πεντακισχίλιοι έμελλαν να ανακηρυχθούν και ότι εκ τούτων θα ελαμβάνοντο αλληλοδιαδόχως και κατ' εκλογήν οι τετρακόσιοι· ότι μέχρις εκείνης της ώρας δεν έπρεπε δι' ουδενός τρόπου να καταστρέφουν την πόλιν μηδέ να παραδίδουν αυτήν εις τους εχθρούς. Όλον δε το πλήθος, μετά πολλούς λόγους, απευθυνθέντας προς πολλούς ανθρώπους, έγινεν ηπιώτερον παρά πριν, διότι εφοβήθη προ πάντων διά την σωτηρίαν της πόλεως. Συνεφώνησαν λοιπόν να συγκαλέσουν εις ωρισμένην ημέραν συνέλευσιν εις το θέατρον του Διονύσου, διά να αποκαταστήσουν την ομόνοιαν.

94. Ότε δε έφθασεν η διά την εν τω θεάτρω του Διονύσου ορισθείσα ημέρα της συνελεύσεως και την στιγμήν πού επρόκειτο να συναθροισθούν, αγγέλλεται εις αυτούς ότι τα τεσσαράκοντα δύο πλοία και ο Αγησανδρίδας παρέπλεαν από των Μεγάρων εις την Σαλαμίνα. Τότε όλος ο λαός ενόμισεν ότι έβλεπε πραγματοποιούμενα όσα έλεγαν προ πολλού ο Θηραμένης και οι μετ' αυτού, ότι δηλαδή ο στόλος εκείνος επροχώρει, διά να καταλάβη το τείχισμα της Ηετιωνείας, και έχαιραν, διότι το είχαν κατεδαφίσει. Πιθανόν ο Αγησανδρίδας να έμενεν εις τα παράλια της Επιδαύρου κατ' ακολουθίαν συνεννοήσεών τινων· πιθανόν επίσης να περιέμενε την έκβασιν των εν Αθήναις διχονοιών, διά να παρουσιασθή εις στιγμήν κατάλληλον. Οπωσδήποτε οι Αθηναίοι, άμα τους ανηγγέλθη η είδησις αύτη, ευθύς έτρεξαν πανδημεί εις τον Πειραιά, φρονούντες ότι αι εσωτερικαί αυτών διαιρέσεις έπρεπε να υποχωρήσουν απέναντι του εχθρού, πού ήτο πλέον όχι μακράν, αλλά προ του λιμένος ήδη. Και οι μεν ανέβησαν εις τα εκεί ναυλοχούντα πλοία, οι δε έσυραν εις την θάλασσαν άλλα, άλλοι δέ τινες έδραμαν προς υπεράσπισιν των τειχών ή προς το στόμιον του λιμένος.

95. Τα δε πλοία των Πελοποννησίων, παραπλεύσαντα και κάμψαντα το Σούνιον προσωρμίσθησαν μεταξύ Θορικού και Πρασιών, ύστερον δε επήγαν εις Ωρωπόν. Οι δε Αθηναίοι, με όλην την αποσύνθεσιν των πληρωμάτων των, συνέπειαν αναπόφευκτον των εμφυλίων ταραχών, ηθέλησαν εν τούτοις να βοηθήσουν ταχέως μίαν των σπουδαιοτάτων κτήσεών των· και τωόντι, από του αποκλεισμού της Αττικής, η Εύβοια ήτο το παν δι' αυτούς. Στέλλουν λοιπόν τον στρατηγόν Θυμοχάρην και πλοία εις την Ερέτριαν, τα οποία φθάσαντα εκεί ηνώθησαν με τα πρότερον εν τη Ευβοία ευρισκόμενα, εγένοντο τριάκοντα έξ και ηναγκάσθησαν αμέσως να ναυμαχήσουν, διότι ο Αγησανδρίδας μετά το γεύμα έφερε τα πλοία εις το ανοικτόν πέλαγος εκ του Ωρωπού, ο οποίος δεν απέχει εκ της πόλεως των Ερετριέων, ειμή εξήκοντα στάδια θαλάσσια. ’μα λοιπόν εφάνησαν τα πλοία ταύτα, οι Αθηναίοι ήρχισαν να επιβιβάζουν τα πληρώματα εις τον στόλον, νομίζοντες τους στρατιώτας των εκεί πλησίον όντας· αλλ' ούτοι είχαν μεταβή προς εύρεσιν τροφών εις τας οικίας τας κειμένας εις τα έσχατα της πόλεως και όχι εις την αγοράν, όπου οι Ερετριείς είχαν φροντίσει να μη αφήσουν τίποτε προς πώλησιν, διά να δώσουν καιρόν εις του εχθρούς να επιπέσουν κατά των Αθηναίων ενασχολουμένων βραδέως εις την πλήρωσιν του στόλου και να τους αναγκάσουν να πλεύσουν προς ναυμαχίαν όπως ήσαν. Το δε σημείον της αρμοδίας στιγμής διά να αναχθούν οι Πελοποννήσιοι είχε δοθή εκ της Ερετρίας εις τον Ωρωπόν. Αναχθέντες δε και οι Αθηναίοι με τοιαύτην προετοιμασίαν και ναυμαχήσαντες προ του λιμένος της Ερετρίας αντέσχον μεν επί τινα χρόνον, έπειτα όμως τραπέντες εις φυγήν κατεδιώχθησαν εις την ξηράν. Και όσοι μεν κατέφυγαν εις την Ερέτριαν, ως εις πόλιν φιλικήν, υπέστησαν φρικωδεστάτην τύχην, διότι εφονεύθησαν υπό των κατοίκων· όσοι δε κατέφυγαν εις το τείχισμα το εν τη Ερετρία, όπερ κατείχαν αυτοί, εσώθησαν καθώς και τα πλοία, όσα έφθασαν εις την Χαλκίδα. Κυριεύσαντες δε οι Πελοποννήσιοι είκοσι δύο πλοία των Αθηναίων, και εκ των ανδρών άλλους μεν φονεύσαντες, άλλους δε συλλαβόντες αιχμαλώτους έστησαν τρόπαιον. Ύστερον δε μετ' ολίγον επαναστατήσαντες όλην την Εύβοιαν πλην της Ωρεού (διότι ταύτην κατείχαν οι Αθηναίοι) διωργάνωσαν αυτήν όπως ήθελαν.

96. ’μα δε εγνώσθησαν εις τας Αθήνας τα συμβάντα της Ευβοίας, τρόμος μεγαλύτερος από κάθε προγενέστερον κατέλαβε τους Αθηναίους, διότι ούτε η εν τη Σικελία συμφορά, όσον μεγάλη και αν εφάνη εις αυτούς τότε, ούτε ουδεμία άλλη δυστυχία εφόβησεν αυτούς τόσον. Ο στρατός της Σάμου ήτο εις πλήρη αποστασίαν· ούτε πλοία υπήρχαν πλέον ούτε πληρώματα, εντός της πόλεως διχοστασία, ο δε εμφύλιος πόλεμος έτοιμος να εκραγή. Και τέλος, προς επισφράγισιν των δεινών, απώλεσαν ένα στόλον, και το δεινότερον, την Εύβοιαν, εκ της οποίας πλειότερα ωφελούντο ή εκ της Αττικής. Πώς λοιπόν να μη αποθαρρυνθούν ευλόγως; Εξ όλων όμως των κινδύνων ανησυχούσεν αυτούς πλειότερον και εγγύτερον ο φόβος, μήπως οι εχθροί τολμηροί γινόμενοι ένεκα της νίκης πλεύσουν αμέσως εναντίον του Πειραιώς στερημένου πλοίων, και εις πάσαν στιγμήν επερίμεναν να τους ίδουν εμφανιζομένους. Και τωόντι ουδέν ευκολώτερον εις τους εχθρούς, εάν ήσαν τολμηρότεροι· διά του τρόπου δε τούτου ήθελαν αυξήσει την εν τη πόλει διαίρεσιν σταθμεύοντες προ αυτής, ή, εάν επέμεναν εις την πολιορκίαν, ήθελαν αναγκάσει και αυτόν τον στόλον της Ιωνίας, μολονότι εναντιούμενον εις την ολιγαρχίαν, να έλθη εις βοήθειαν των συγγενών του και όλης της πόλεως· απ' εκείνης δε της στιγμής ο Ελλήσποντος θα περιέπιπτεν εις την εξουσίαν των, καθώς και η Ιωνία και αι νήσοι και μέχρι της Βοιωτίας μέρη και ούτως ειπείν όλη η αρχή των Αθηναίων. Αλλ' η περίστασις αύτη δεν υπήρξεν η μόνη, καθ' ην οι Λακεδαιμόνιοι εφάνησαν προς τους Αθηναίους συμφερτικοί αντίπαλοι. Η άκρα του χαρακτήρος αντίθεσις μεταξύ των δύο τούτων λαών, των μεν ζωηρών των δε βραδέων, των μεν τολμηρών των δε ατόλμων, παρέσχεν άπειρον υπεροχήν εις τους Αθηναίους προ πάντων κατά τον εν τη θαλάσση αγώνα. Οι Συρακούσιοι το απέδειξαν κάλλιστα, διότι έχοντες τον αυτόν χαρακτήρα με τους Αθηναίους· τους επολέμησαν άριστα.

97. Εν τούτοις εις την είδησιν της καταστροφής ταύτης οι Αθηναίοι επλήρωσαν είκοσι πλοία και συνεκάλεσαν εκκλησίαν αμέσως εις την ονομαζομένην Πνύκα, όπου και άλλοτε συνήθιζαν να συνεδριάζουν. Εκεί κατήργησαν τους τετρακοσίους και εψήφισαν να ανατεθούν τα πράγματα εις τους πεντακισχιλίους, των οποίων θα απετέλει μέρος πας ο οποίος ήθελε προσφέρει όπλα, και να μη δίδεται μηδείς μισθός εις καμμίαν αρχήν επί ποινή αναθέματος. Έγιναν δε μετά ταύτα και άλλαι συνεδριάσεις, εις τας οποίας εψήφισαν νομοθέτας και εκανόνισαν όλα τα σχετικά με την πολιτείαν. Ουδέποτε, καθ' όσον ενθυμούμαι, οι Αθηναίοι επολιτεύθησαν καλλίτερον ή κατά τους πρώτους τούτους χρόνους, διότι έγινε μετρία σύγκρασις της ολιγαρχίας και της δημοκρατίας, τούθ' όπερ ανύψωσε την πόλιν εκ της πριν καταπτώσεώς της. Εψήφισαν επίσης την ανάκλησιν του Αλκιβιάδου και των άλλων φυγάδων, και έστειλαν προς αυτόν, καθώς και προς τον στρατόν της Σάμου, την πρόσκλησιν να αναλάβουν μετά ζήλου την διεύθυνσιν των πραγμάτων.

98. Ενώ δ' εγίνετο η μεταβολή αύτη, ο Πείσανδρος, ο Αλεξικλής και οι πρώτιστοι των ολιγαρχικών κατέφυγαν ταχέως εις την Δεκέλειαν. Μόνος δ' εξ αυτών ο Αρίσταρχος, ο οποίος ήτο συγχρόνως στρατηγός, λαβών ταχέως τοξότας τινάς, τους βαρβαρωτάτους, διηυθύνθη προς την Οινόην, φρούριον των Αθηναίων επί των μεθορίων της Βοιωτίας. Οι Κορίνθιοι, με την βοήθειαν εθελοντών Βοιωτών, τους οποίους προσεκάλεσαν, την επολιόρκουν τότε, διά να εκδικηθούν διά την απώλειαν των ανθρώπων των φονευθέντων υπό της φρουράς της Οινόης κατά την εκ της Δεκελείας επιστροφήν των. Ο Αρίσταρχος, αφού συνομίλησε μετά των πολιορκούντων, ηπάτησε την φρουράν της Οινόης λέγων εις αυτήν ότι είχαν συμβιβασθή εν Αθήναις μετά των Λακεδαιμονίων επί όλων των άλλων αντικειμένων, και ότι έπρεπε και αυτή να παραδώση την θέσιν εις τους Βοιωτούς σύμφώνως με την συνθήκην. Η φρουρά της Οινόης τον επίστευσε διότι ήτο στρατηγός, και επειδή δεν εγνώριζε τίποτε, διότι έμενεν εκεί πολιορκημένη, εξήλθε με σπονδάς. Και τοιουτοτρόπως οι Βοιωτοί παρέλαβαν την παραδοθείσαν Οινόην, ενώ συγχρόνως έπαυαν εις τας Αθήνας η ολιγαρχία και η στάσις.

99. Κατά την αυτήν δ' εποχήν του θέρους τούτου οι εις Μίλητον ευρισκόμενοι Πελοποννήσιοι, βλέποντες ότι ουδείς έδιδεν εις αυτούς τας τροφάς, τας οποίας ο Τισσαφέρνης κατά την εις ’σπενδον αναχώρησίν του είχε διατάξει να τους δίδωνται· ότι δεν έφθασαν ακόμη ούτε ο Φοινικικός στόλος ούτε ο Τισσαφέρνης· ότι ο συνοδεύσας αυτόν Φίλιππος καθώς και άλλος τις Σπαρτιάτης ονόματι Ιπποκράτης έγραφαν εκ Φασήλιδος προς τον ναύαρχον Μίνδαρον ότι ο στόλος εκείνος δεν θα ήρχετο και ότι οι Πελοποννήσιοι καθ' όλα ενεπαίχθησαν υπό του Τισσαφέρνους· προ πάντων δε ότι ο Φαρνάβαζος τους προσεκάλει και εδεικνύετο πρόθυμος να επαναστατήση κατά των Αθηναίων άμα τη αφίξει των τας επιλοίπους πόλεις της διοικήσεώς του, όπως είχε πράξει και ο Τισσαφέρνης, ελπίζων ότι ήθελεν ωφεληθή πλειότερον παρά αυτός· δι' όλους τούτους τους λόγους ο Μίνδαρος, εις σημείόν τι δοθέν απροσδοκήτως, διά να διαλάθη τους εν τη Σάμω Αθηναίους, ανεχώρησε με εβδομήκοντα τρία πλοία και μετά πολλής ευταξίας εκ της Μιλήτου και έπλευσε προς τον Ελλήσποντον. Ήδη κατά το αυτό θέρος είχαν έλθει εις αυτόν δεκαέξ πλοία, τα οποία ελεηλάτησαν μέρος τι της Χερσονήσου. Ο Μίνδαρος, καταληφθείς υπό τρικυμίας, ηναγκάσθη να καταπλεύση εις την Ίκαρον, όπου μείνας πέντε ή έξ ημέρας, ένεκα των εναντίων ανέμων, έφθασεν ακολούθως εις την Χίον.

100. ’μα δε ο Θράσυλος έμαθε την αναχώρησιν αυτού εκ της Μιλήτου, έπλευσεν αμέσως εκ της Σάμου με πεντήκοντα πέντε πλοία, σπεύδων να προλάβη την είσοδον του Μινδάρου εις τον Ελλήσποντον. Μαθών κατόπιν ότι ήτο εις την Χίον και νομίσας ότι θα έμενεν εκεί έθεσεν επί της Λέσβου και επί της αντιπέραν ηπείρου σκοπούς, διά να κατασκοπεύουν το ελάχιστον κίνημα του εχθρικού στόλου· αυτός δε μεταβάς εις την Μήθυμναν διέταξε να προετοιμάσουν άλευρα και άλλας ζωοτροφίας, έχων κατά νουν να κάμνη επιδρομάς εναντίον της Χίου, εν περιπτώσει πού ο πόλεμος ήθελε παραταθή επί πολύ· άλλως δε, επειδή η Έρεσος είχεν επαναστατήσει κατά της Λέσβου, ήθελε να μεταβή εκεί και να προσπαθήση, ει δυνατόν, να γίνη κύριος αυτής. Ισχυροί φυγάδες Μηθυμναίοι, προσκαλέσαντες εκ της Κύμης πεντήκοντα στρατιώτας, μετά των οποίων είχαν συνεταιρισθή, καθώς και στρατιώτας εκ της ηπείρου μισθωτούς, εν όλω τριακοσίους περίπου άνδρας, διοικουμένους υπό του Θηβαίου Αναξάρχου, ένεκα της συγγενείας των δύο λαών, ήλθαν κατ' αρχάς να προσβάλουν την Μήθυμναν. Αλλ’ αποκρουσθέντες εις την απόπειραν ταύτην υπό των εν Μυτιλήνη φρουρούντων Αθηναίων, οι οποίοι προσέδραμον, και διωχθέντες εκ δευτέρου μετά μάχην γενομένην εκτός της πόλεως διέβησαν το όρος και επανεστάτησαν την Έφεσον. Ο Θράσυλος μετέβη εκεί μεθ’ όλου του στόλου επί τω σκοπώ να επιτεθή κατ' αυτών. Αφ’ ετέρου δε ο Θρασύβουλος, εγκαταλείψας την Σάμον εις την είδησιν της διαβάσεως ταύτης των φυγάδων, ανεχώρησε προ αυτού μετά πέντε πλοίων· φθάσας πολύ βραδέως μετέβη εις την Έρεσον και εστάθμευσεν εκεί. Δύο πλοία, τα οποία εκ του Ελλησπόντου επέστρεφαν εις τα ίδια, ήλθαν να ενωθούν μετ’ αυτού καθώς και τα της Μηθύμνης. Εν όλω υπήρχαν εξήκοντα επτά πλοία. Τη βοηθεία δε των στρατευμάτων, τα οποία ήσαν επί των πλοίων, παρεσκευάζοντο να κυριεύσουν την Έρεσον, μεταχειριζόμενοι εις τούτο μηχανάς πολεμικάς και πάντα τα δυνατά μέσα.

101. Ο δε Μίνδαρος και ο στόλος των Πελοποννησίων ο οποίος ήτο εις την Χίον και ο οποίος είχε προμηθευθή τροφάς διά δύο ημέρας, λαβόντες παρά των Χίων τρεις τεσσαρακοστάς Χίας διά κάθε άνδρα (κατά κεφαλήν), ανεχώρησαν ταχέως εκ της Χίου· απέφυγαν δε το πέλαγος, διά να μη συναντήσουν τον εν τη Ερέσω ευρισκόμενον στόλον, και έχοντες την Λέσβον εν αριστερά έπλεαν προς την ήπειρον. Προσορμισθέντες εις τον εν Καρτερίοις της Φωκαϊδος λιμένα και προγευματίσαντες εκεί παρέπλευσαν την Κυμαίαν και εδείπνησαν εις τας Αργινούσας της ηπείρου απέναντι της Μυτιλήνης. Απ’ εκεί δε εν καιρώ νυκτός σκοτεινής εξηκολούθησαν τον παράπλουν και έφθασαν εις Αρματούντα της ηπείρου, καταντικρύ της Μηθύμνης. Προγευματίσαντες δε εκεί παρέπλευσαν γρήγορα το Λέκτον, την Λάρισαν, τον Αμαξιτόν και τα άλλα χωρία της χώρας ταύτης και έφθασαν προ του μεσονυκτίου εις το Ροίτειον, το οποίον αποτελεί ήδη μέρος του Ελλησπόντου· τινά δ’ εκ των πλοίων επλησίασαν εις το Σίγειον και εις άλλα μέρη της παραλίας.

102. Οι δε Αθηναίοι, οι οποίοι ήσαν εις την Σηστόν με δεκαοκτώ πλοία, άμα οι φρυκτωροί έκαμαν σημεία εις αυτούς και είδαν συγχρόνως πολλά πυρά αναφθέντα εξαίφνης εις το εχθρικόν έδαφος, ενόησαν ότι οι Πελοποννήσιοι εισέπλεαν εις τον Ελλήσποντον. Κατά την ιδίαν λοιπόν νύκτα, μεθ’ όλης της δυνατής ταχύτητας, διηυθύνθησαν προς τον Ελαιούντα, παραπλέοντες την Χερσόνησον και προσπαθούντες να φθάσουν εις το πέλαγος πριν συναντήσουν τους εχθρούς. Κατώρθωσαν δε τοιουτοτρόπως να διαφύγουν τα δεκαέξ πλοία των Πελοποννησίων, τα οποία ήσαν εις την ’βυδον, μολονότι ταύτα είχαν λάβει παρά του διελθόντος φιλικού στόλου την διαταγήν να παρατηρούν προσεκτικά τα κινήματα των Αθηναίων· αλλ’ άμα τη αυγή ανεκάλυψαν τα πλοία του Μινδάρου, τα οποία ήρχισαν να καταδιώκουν αυτούς. Και τα πλείστα μεν πλοία των Αθηναίων εσώθησαν εις την Ίμβρον και την Λήμνον· τέσσαρα δε, τα οποία έπλεαν τελευταίον όλων, τα κατέφθασαν προ του Ελαιούντος· έν τούτων, εξοκείλαν πλησίον του ιερού του Πρωτεσιλάου, συνελήφθη μεθ' όλων των εν αυτώ ανδρών, δύο άλλα άνευ των ανδρών, και το τέταρτον, το οποίον ήτο κενόν, επυρπολήθη πλησίον της Ίμβρου.

1) Νόμισμα της Χίου, το οποίον είχεν αξίαν ίσην με το έν τεσσαρακοστόν του χρυσού στατήρος, ήτοι με ημίσειαν δραχμήν αττικήν.

103. Μετά τούτο δε οι Πελοποννήσιοι ενώσαντες τα εκ της Αβύδου ελθόντα πλοία με τα άλλα, και σχηματίσαντες τοιουτοτρόπως στόλον εξ ογδοήκοντα έξ πλοίων, επολιόρκησαν την ιδίαν εκείνην ημέραν τον Ελαιούντα· μη δυνηθέντες όμως να κυριεύσουν αυτόν, απέπλευσαν εις την ’βυδον. Οι δε Αθηναίοι, απατηθέντες υπό των σκοπών και μη δυνάμενοι να πιστεύσουν ότι ο εχθρικός στόλος διήλθεν απαρατήρητος, επολέμουν αφρόντιστα προς τους επί των τειχών. Αλλά, άμα έλαβαν καλλίτερας πληροφορίας, έλυσαν αμέσως την πολιορκίαν της Ερέσου και έτρεξαν γρήγορα προς βοήθειαν του Ελλησπόντου. Δύο πλοία των Πελοποννησίων, τα οποία εις την έξαψιν της καταδιώξεως είχαν προχωρήσει εις το πέλαγος, έπεσαν εν μέσω αυτών και συνελήφθησαν. Φθάσαντες την επιούσαν προσωρμίσθησαν εις τον Ελαιούντα, έφεραν εκ της Ίμβρου όσα πλοία είχαν καταφύγει εκεί, και επί πέντε ημέρας παρεσκευάζοντο προς ναυμαχίαν.

104. Μετά τούτο δε η ναυμαχία έγινε κατά τον ακόλουθον τρόπον. Οι Αθηναίοι, παραταγμένος επί στοίχου, παρέπλεαν την ξηράν διευθυνόμενοι προς την Σηστόν, οι δε Πελοποννήσιοι, ιδόντες αυτούς εκ της Αβύδου, επροχώρησαν και αυτοί. ’μα ενόησαν ότι έμελλαν να ναυμαχήσουν, οι μεν Αθηναίοι παρέτειναν την γραμμήν με πλοία εβδομήκοντα έξ κατά μήκος της Χερσονήσου, αρχίσαντες από Ιδάκου μέχρις Αρριανών, οι δε Πελοποννήσιοι με πλοία ογδοήκοντα οκτώ από Αβύδου μέχρι Λαρδάνου. Και το μεν δεξιόν κέρας των Πελοποννησίων είχαν οι Συρακούσιοι, το δε αριστερόν αυτός ο Μίνδαρος και τα μάλλον ταχέα πλοία· των δε Αθηναίων το μεν αριστερόν είχεν ο Θράσυλος, το δε δεξιόν ο Θρασύβουλος. Και οι άλλοι επίσης στρατηγοί ήσαν τοποθετημένοι εις την οικείαν θέσιν έκαστος. Οι Πελοποννήσιοι έσπευσαν να αρχίσουν την μάχην, ίνα καλύπτοντες με το αριστερόν κέρας αυτών το δεξιόν των Αθηναίων, εμποδίσουν αυτούς, ει δυνατόν, να προχωρήσουν εις το πέλαγος, και προσβάλλοντες αυτούς διά του κέντρου να τους σπρώξουν προς την ξηράν η οποία δεν απείχε πολύ. Αλλ' οι Αθηναίοι εννοήσαντες τον σκοπόν των ανέπτυξαν την γραμμήν των προς το μέρος, όπου οι εχθροί ήθελαν να τους αποκλείσουν την έξοδον, και επρόλαβαν πλεύσαντες ταχύτερον. Ήδη το αριστερόν κέρας των έκαμψε την άκραν, ήτις ονομάζεται Κυνός σήμα· αλλά διά του κινήματος τούτου ευρέθησαν μη έχοντες εις το κέντρον ειμή πλοία ασθενή και διεσπαρμένα, των οποίων άλλως ο αριθμός ήτο κατώτερος του των εχθρών· προ πάντων δε συνέβαινεν, επειδή η περί το Κυνός σήμα θέσις έχει την προβολήν οξείαν και γωνιώδη, να μη δύνανται να βλέπουν τα επέκεινα αυτής συμβαίνοντα.

105. Επιπεσόντες λοιπόν οι Πελοποννήσιοι κατά του κέντρου έσπρωξαν εις την ξηράν τα πλοία των Αθηναίων, απέβησαν και αυτοί επί της παραλίας και εις το μέρος τούτο υπερτέρησαν κατά πολύ, ενώ ο Θρασύβουλος ένεκα του πλήθους των επικειμένων πλοίων, δεν ηδύνατο να φέρη εις βοήθειαν από του δεξιού εις το κέντρον και ο Θράσυλος δεν ηδύνατο ούτε αυτός από του αριστερού· διότι η άκρα Κυνός σήμα παρενεβάλετο εις την θέαν, και οι Συρακούσιοι καθώς και πλήθος άλλων εχθρών παραταγμένων εναντίον των Αθηναίων, τους συνεκράτουν. Αλλά τέλος οι Πελοποννήσιοι, οι οποίοι εις την μέθην της επιτυχίας κατεδίωκαν τους εχθρούς καθ' όλας τας διευθύνσεις, ήρχισαν εν μέρει να περιπίπτουν εις αταξίαν. Ιδόντες δε οι περί τον Θρασύβουλον ότι τα απέναντι αυτών πλοία είχαν σταματήσει έπαυσαν να παρατείνουν την γραμμήν των, και επαναστρέψαντες επετέθησαν αμέσως και έτρεψαν τον εχθρόν εις φυγήν. Και καταλαβόντες τα περιπλανώμενα πλοία πλησίον του μέρους, όπου οι Πελοποννήσιοι είχαν αναδειχθή νικηταί, τα συνέτριψαν και τα έτρεψαν σχεδόν όλα αμαχητί εις φυγήν. Την αυτήν οι Συρακούσιοι ενέδιδαν προ του Θρασύλου, και ετράπησαν εις πολύ ταχυτέραν φυγήν, άμα είδαν την τροπήν των άλλων.

106. Μετά την δε τροπήν ταύτην οι Πελοποννήσιοι κατέφυγαν πρώτον προς την ποταμόν Μείδιον και ύστερον εις την ’βυδον. Και είναι μεν αληθές ότι οι Αθηναίοι ολίγα συνέλαβαν πλοία, (διότι στενός ων ο Ελλήσποντος παρείχεν εις τους εναντίους ταχείας υπεκφυγάς), αλλά βεβαίως εκέρδισαν την ναυμαχίαν ταύτην εις στιγμήν επικαιροτάτην. Μέχρι τότε οι Αθηναίοι εφοβούντο το ναυτικόν των Πελοποννησίων, τόσον ένεκα των αλλεπαλλήλων δυστυχημάτων των, όσον ένεκα της εν τη Σικελία συμφοράς· απ' εκείνης δε της στιγμής έπαυσαν να αιτιώνται εαυτούς και να νομίζουν τους Πελοποννησίους ως έχοντας υπεροχήν τινα κατά θάλασσαν. Συνέλαβαν εν τούτοις εκ των εχθρικών πλοίων οκτώ των Χίων, πέντε των Κορινθίων, δύο των Αμπρακιωτών, δύο των Βοιωτών και ανά έν των Λευκαδίων, των Λακεδαιμονίων, των Συρακουσίων και των Πελληνέων· απώλεσαν δε και αυτοί δεκαπέντε. Στήσαντες δε τρόπαιον επί της άκρας, όπου ευρίσκεται το Κυνός σήμα, και συναθροίσαντες τα ναυάγια, και αποδώσαντες εις τους εχθρούς τους νεκρούς των, κατόπιν σπονδών έστειλαν πλοίον, δια να αναγγείλη εις τας Αθήνας την νίκην ταύτην. Εις την άφιξιν του πλοίου τούτου οι Αθηναίοι, μετά τας προσφάτους εν Ευβοία ατυχίας των και εκείνας αι οποίαι επήγασαν εκ των εσωτερικών ταραχών, μαθόντες τοσούτον ανέλπιστον ευτυχίαν, ανέλαβαν πολύ θάρρος και ενόμισαν ότι, εάν ενησχολούντο μετά ζήλον εις τας υποθέσεις των, υπήρχεν ακόμη ελπίς να υπηρετήσουν.

107. Τέσσαρας δε ημέρας μετά την ναυμαχίαν οι εν τη Σάμω Αθηναίοι επισπεύσαντες την επισκευήν των πλοίων έπλευσαν προς την Κύζικον, η οποία είχεν αποστατήσει· και ιδόντες προ του Αρπαγίου και του Πριάπου αγκυροβολημένα τα οκτώ πλοία του Βυζαντίου επέπεσαν κατ' αυτών, ενίκησαν τα επί της παραλίας πληρώματα και συνέλαβαν τα πλοία. Φθάσαντες δε εις την Κύζικον πού ήτο ατείχιστος επανέφεραν την πόλιν ταύτην υπό την εξουσίαν των και της επέβαλαν χρηματικήν συνεισφοράν. Εν τούτοις οι Πελοποννήσιοι μετέβησαν εκ της Αβύδου εις τον Ελαιούντα και επανεύρον εκείνα εκ των πλοίων των, τα οποία είχαν κυριευθή και τα οποία ήσαν εν καλή καταστάσει· τα άλλα είχαν πυρποληθή υπό των Ελαιουσίων. Έστειλαν επίσης τον Ιπποκράτην και τον Επικλέα εις την Εύβοιαν, διά να μεταφέρουν τα εκεί ευρισκόμενα πλοία.