Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τέταρτος

Part 10

Chapter 10 18 words Public domain Markdown

62. Ευθύς δε μετά ταύτα, εξελθόντος του Δερκυλίδου πεζή εκ της Μιλήτου, επανεστάτησεν η εν τω Ελλησπόντω ’βυδος και συνετάχθη με το μέρος του Δερκυλίδου και Φαρναβάζου· το αυτό δε έπραξε μετά δύο ημέρας και η Λάμψακος. Ο Στρομβιχίδης, μαθών εις την Χίον την είδησιν ταύτην, ήλθεν εις βοήθειαν με εικοσιτέσσαρα πλοία των Αθηναίων, μερικά των οποίων έφεραν στρατιώτας. Νικήσας εις μάχην τους αντεπεξελθόντας Λαμψακηνούς εκυρίευσεν αναιμωτί την Λάμψακον, ατείχιστον ούσαν διαρπάσας δε σκεύη και ανδράποδα και αποκαταστήσας εις τας οικίας των τους ελευθέρους άνδρας, διηυθύνθη εναντίον της Αβύδου. Αλλ' επειδή ούτε οι κάτοικοι αυτής παρεδίδοντο, ούτε αυτός ηδυνήθη να κυριεύση την πόλιν εξ εφόδου, έπλευσε προς την αντιπέραν της Αβύδου παραλίαν και έκαμε την Σηστόν, πόλιν της Χερσονήσου, την οποίαν κατείχαν άλλοτε οι Μήδοι, φρούριον και σκοπιάν όλου του Ελλησπόντου.

63. Τότε δε οι Χίοι έγιναν περισσότερον κύριοι της θαλάσσης· οι δε Πελοποννήσιοι, οι οποίοι ήσαν εις την Μίλητον, καθώς και η Αστύοχος, μαθόντες την είδησιν της ναυμαχίας και την αναχώρησιν του Στρομβιχίδου και του στόλου του, ανέλαβαν θάρρος. Ο Αστύοχος μετέβη μετά δύο πλοίων εις την Χίον, παρέλαβε τα εκεί πλοία, και μεθ' όλου του στόλου έπλευσε κατά της Σάμου· αλλ' επειδή οι Αθηναίοι, οι οποίοι εδυσπίστουν τότε προς αλλήλους, δεν επροχώρησαν κατ' αυτού, επέστρεψαν εις την Μίλητον· κατά την αυτήν εποχήν, και μάλιστα ολίγον πρότερον, η δημοκρατία κατελύθη εις τας Αθήνας. Ο Πείσανδρος και οι μετ' αυτού πρέσβεις επιστρέψαντες εις την Σάμον, αφού εγκατέλιπαν τον Τισσαφέρνην, αποκατέστησαν βεβαιότερον τα εν τω στρατοπέδω και έπεισαν τους Σαμίους, μολονότι επαναστατήσαντας άλλοτε κατ' αλλήλων, διά να καταλύσουν την ολιγαρχίαν, να παρακινήσουν τους δυνατούς να παραδεχθούν το ολιγαρχικόν πολίτευμα. Συγχρόνως οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήσαν εις την Σάμον, συνεσκέφθησαν και έκριναν κατάλληλον να παραιτηθούν του Αλκιβιάδου, αφού δεν ήθελε να τους βοηθήση και αφού δεν ήτο κατάλληλος να προσέλθη εις την ολιγαρχίαν· να επιβλέπουν αυτοί οι ίδιοι τας υποθέσεις των, αφού ευρίσκοντο ήδη εν κινδύνω· να επιμείνουν συγχρόνως εις τον πόλεμον, και λαμβάνοντες προθύμως εκ της ιδίας των περιουσίας, να δώσουν χρήματα και ό,τι άλλο ήθελε κριθή αναγκαίον, διότι δεν ειργάζοντο πλέον δι' άλλους παρά διά τον εαυτόν τους.

64. Μετά τας τοιαύτας λοιπόν προς αλλήλους προτροπάς έστειλαν αμέσως εις τας Αθήνας τον Πείσανδρον και τους ημίσεις των πρέσβεων, διά να διευθύνουν τας εκεί υποθέσεις, με την διαταγήν να αποκαταστήσουν την ολιγαρχίαν εις όλας τας υπηκόους πόλεις, όπου ήθελαν προσεγγίσει· τους δε άλλους ημίσεις έστειλαν εδώ και εκεί εις τας άλλας πόλεις της κυριαρχίας των Αθηναίων· ο Διοτρέφης, εκλεχθείς άρχων της Θράκης και ευρισκόμενος τότε εις την Χίον διετάχθη να μεταβή εις την θέσι του. Φθάσας εις Θάσον κατέλυσε την δημοκρατίαν· αλλά, μόλις παρήλθαν δύο μήνες από της αναχωρήσεως αυτού, οι Θάσιοι ωχύρωσαν την πόλιν των κρίνοντες ότι δεν είχαν πλέον ανάγκην της ολιγαρχίας των Αθηναίων και περιμένοντες από ημέρας εις ημέραν από τους Λακεδαιμονίους την ελευθερίαν των. ’λλως υπήρχαν έξω, εις την Πελοπόννησον, τινές των συμπατριωτών των εξορισθέντες υπό των Αθηναίων. Οι εξόριστοι δε ούτοι ενήργουν, συνεννοούμενοι μετά των εν τη Θάσω φίλων των, να φέρουν στόλον και να επαναστατήσουν την πόλιν. Η τύχη δε κατ' εξοχήν τους εβοήθησεν. Η πόλις εστηρίχθη άνευ κινδύνου και η δημοκρατική κυβέρνησις, η οποία αντέστη εις τα πραττόμενα, κατελύθη. Εις την Θάσον λοιπόν τα πράγματα απέβησαν άλλως παρ' ό,τι είχαν υπολογίσει οι εν Αθήναις ολιγαρχικοί, αληθώς δε το αυτό συνέβη και παρά πολλοίς άλλοις υπηκόοις· διότι αι πόλεις σωφρονισθείσαι και έχουσαι ελευθερίαν ενεργείας εχώρησαν προς την αληθή ελευθερίαν ενεργείας, μη προτιμήσασαι την υπό των Αθηναίων προσφερομένην επίπλαστον καλοδιοίκησιν.

65. Οι δε μετά του Πεισάνδρου παραπλέοντες κατέλυαν, όπως είχεν αποφασισθή, την δημοκρατίαν εις τας πόλεις· έλαβαν επίσης απ' εδώ και απ' εκεί στρατιώτας τινάς ως επικούρους και έφθασαν εις τας Αθήνας, όπου εύρον τα πλείστα προπαρασκευασθέντα υπό των εταίρων. Τωόντι τινές των νεωτέρων, σχηματίσαντες εταιρείαν, εφόνευσαν κρυφίως ένα κάποιον Ανδροκλέα, προεστώτα του δημοκρατικού κόμματος, ο οποίος και είχε συντείνει τα μέγιστα εις την εξορίαν του Αλκιβιάδου. Φονεύσαντες αυτόν ήθελαν και τον δημαγωγόν να πλήξουν και να αρέσουν εις τον Αλκιβιάδην, του οποίου η επάνοδος εφαίνετο προσεχής και ο οποίος έμελλε να τους προμηθεύση την φιλίαν του Τισσαφέρνους. Διά του αυτού τρόπου εξώντωσαν κρυφίως και άλλους τινάς αντιπάλους και επί πλέον εδημοσίευσαν, διά λόγου εκ μακρού χρόνου προετοιμασθέντος, ότι αι μόναι μισθοφόροι θέσεις εις το εξής θα ήσαν αι του στρατού, και ότι η διεύθυνσις των κοινών υποθέσεων δεν θα ανήκεν ειμή εις πεντακισχιλίους, και εκ τούτων πάλιν θα προετιμώντο οι μάλλον ικανοί εις το να ωφελούν την πολιτείαν διά των χρημάτων και των σωμάτων αυτών.

66. Το μέτρον δε τούτο ήτο καλώς προσαρμοσμένον προς τους πλείστους, καθότι η πόλις θα εκυβερνάτο μόνον υπ' εκείνων, οι οποίοι έμελλαν επίσης να μεταβάλουν το πολίτευμα. Εν τούτοις ο λαός και η διά των κυάμων εκλεγομένη βουλή συνήρχοντο ακόμη, αλλ' ουδέν απεφάσιζαν άνευ της επιδοκιμασίας των συνομοσάντων, με τους οποίους είχαν συνενωθή και οι ρήτορες, οι οποίοι προεξήταζαν πάντα όσα έμελλαν να προταθούν. Ουδείς ετόλμα να αντείπη εις τούτο, διότι εφοβούντο την συνωμοσίαν, η οποία εφαίνετο πολυάριθμος· εάν δέ τις αντέλεγεν, αμέσως εφονεύετο διά τινος τρόπου επιτηδείου. Τους δολοφόνους ούτε τους εζήτουν, ούτε, εάν τους εποπτεύοντα, τους ετιμώρουν. Ο λαός ησύχαζε, και ο τρόμος αυτού ήτο τοιούτος, ώστε και σιωπών ενόμιζε κέρδος, εάν διέφευγε την βίαν. Η ιδέα ότι οι συνωμόται ήσαν πλειότεροι παρ' όσοι ήσαν αληθώς, κατέβαλλε το πνεύμα των· ένεκα δε του μεγέθους της πόλεως και διότι δεν εγνωρίζοντο αμοιβαίως, ήτο αδύνατον να εξακριβώσουν τον αριθμόν αυτών· τούτου ένεκα ουδείς ετόλμα να εκμυστηρευθή την αγανάκτησίν του είς τινα, διά να σκεφθή μετ' αυτού περί εκδικήσεως, διότι τότε θα είχεν ανάγκην να ομιλήση προς τον τυχόντα άγνωστον ή προς ύποπτον. Η δυσπιστία ήτο γενική εις το δημοκρατικόν κόμμα και όλοι υπώπτευαν αλλήλους ότι μετείχαν της συνωμοσίας, προ πάντων αφ' ότου προσήλθαν εις αυτήν και άνθρωποι, τους οποίους ουδέποτε ήθελε πιστεύσει τις ικανούς να αποβλέψουν εις την ολιγαρχίαν. Ούτοι παρήγαγαν μεταξύ του λαού ανησυχίαν υπερβάλλουσαν και συνετέλεσαν πλειότερον παντός άλλου εις την ασφάλειαν των ολιγαρχικών, καταστήσαντες βεβαίαν την δυσπιστίαν του δήμου προς τον ίδιον εαυτόν του.

67. Τοιαύτη λοιπόν ήτο η κατάστασις των Αθηνών, ότε έφθασαν εις τας Αθήνας ο Πείσανδρος και οι μετ' αυτού, οι οποίοι αμέσως ήρχισαν να ενεργούν, διά να συντελεσθή εκείνο, το οποίον ήρχισε. Και πρώτον μεν συνεκάλεσαν τον λαόν και επρότειναν να εκλεχθούν δέκα συντάκται έχοντες πάσαν πληρεξουσιότητα, διά να παρουσιάσουν εις τον λαόν, εις προσδιωρισμένην ημέραν, το σχέδιον, το οποίον ήθελαν συντάξει περί του προσφορωτέρου τρόπου, διά να διοικηθή η πόλις· έπειτα, άμα έφθασεν η ημέρα εκείνη, συνεκάλεσαν την συνέλευσιν εις τόπον κλειστόν, εις τον Κολωνόν. Είναι δε ο Κολωνός ιερόν του Ποσειδώνος έξω της πόλεως απέχον δέκα σταδίους. Και οι συντάκται εκείνοι ουδέν άλλο επρότειναν, ειμή να επιτραπή εις έκαστον Αθήναιον το δικαίωμα να εκφέρη την γνώμην, την οποίαν ήθελεν· αλλ' επέβαλον μεγάλας ποινάς εναντίον εκείνου, ο οποίος ήθελε κατηγορήσει επί παραβιάσει των νόμων, ή, επί οιαδήποτε άλλη αιτία, τον ποιούντα χρήσιν της ελευθερίας ταύτης.

Ανεκηρύχθη τότε επισήμως, ότι καμμία αρχή δεν θα εξασκείται του λοιπού όπως εξησκείτο πρότερον, και ότι καταργούνται αι έμμισθοι θέσεις· ότι θα εκλεγούν πέντε πρόεδροι, οι οποίοι θα εξέλεγαν εκατόν άνδρας, των οποίων καθένας θα είχε περί εαυτόν τρεις· ότι οι τετρακόσιοι ούτοι, εισερχόμενοι εις το βουλευτήριον, ήθελαν διοικεί μετά πάσης πληρεξουσιότητος όπως ήθελαν κρίνει προτιμότερον και ήθελαν συγκαλεί τους πεντακισχιλίους οσάκις τους εφαίνετο εύλογον.

68. Ο ειπών δε την γνώμην ταύτην ήτο ο Πείσανδρος, ο οποίος και καθ' όλα τα άλλα συνετέλεσεν αναφανδόν και προθυμότατα εις την κατάλυσιν της δημοκρατίας. Αλλ' εκείνος, ο οποίος συνέλαβε το σχέδιον της αποφάσεως ταύτης και όστις το ητοίμασε προ πολλού, ήτο ο Αντιφών, είς των πλέον εναρέτων ανδρών, οι οποίοι υπήρχαν τότε εις τας Αθήνας. Ο Αντιφών διεκρίνετο διά την ικανότητα εις το να επινοή σχέδια και να διατυπώνη προφορικώς ταύτα· και εκουσίως μεν ουδέποτε ενεφανίζετο εις τας δημοσίας συναθροίσεις μηδέ εις τας γενικάς συζητήσεις· ήτο ύποπτος εις τον λαόν διά την φήμην της αυστηρότητός του· εις εκείνους όμως, οι οποίοι ηγωνίζοντο, είτε ενώπιον των δικαστηρίων, είτε ενώπιον του δήμου, η υποστήριξις μόνου τούτου του ανδρός ήτο πάσης άλλης ωφελιμωτέρα διά τους συμβουλευομένους αυτόν. Όταν δε βραδύτερον, οι πεσόντες τετρακόσιοι εκακοποιήθησαν υπό του λαού, κατηγορηθείς ως οπαδός των και καταδικασθείς εις θάνατον, φαίνεται υπερβαλών όλους τους συγχρόνους του ρήτορας διά την λαμπρότητα του λόγου τον οποίον απήγγειλε προς υπεράσπισίν του. Και ο Φρύνιχος επίσης υπήρξεν είς των ενθερμοτέρων οπαδών της ολιγαρχίας, επειδή εφοβείτο τον Αλκιβιάδην και ήξευρεν ότι εγίνωσκεν όλας τας εν τη Σάμω προς τον Αστύοχον ραδιουργίας του. Ενόμιζεν άλλως το οποίον ήτο και ορθόν, ότι ουδέποτε ο Αλκιβιάδης θα επετύγχανε την ανάκλησίν του παρά των ολιγαρχικών. Περιπλεχθείς δε άπαξ εις τον κίνδυνον, έδειξε μεγίστην σταθερότητα. Μεταξύ των πρώτων οι οποίοι κατέλυσαν την δημοκρατίαν ήτο και ο Θηραμένης, ο του ’γνωνος, μη στερούμενος ευγλωττίας μηδέ κρίσεως. Δεν είναι λοιπόν άπορον εάν η επιχείρησις αύτη, ωργανωθείσα υπό τοιούτων συνετών, και πολλών ανδρών, επέτυχε μολονότι ήτο μεγάλη, διότι ήτο πολύ δύσκολον, εκατόν έτη μετά την κατάλυσιν των τυράννων, να στερήσουν της ελευθερίας του τον δήμον των Αθηναίων όχι μόνον ασυνείθιστον εις το υπακούειν, αλλά μάλλον συνειθισμένον, υπέρ το ήμισυ της περιόδου ταύτης, να άρχη άλλων.

69. ’μα δε η εκκλησία εκύρωσε ταύτα χωρίς ουδείς να αντιλέξη διελύθη και ιδού διά τίνος τρόπου έπειτα εισήγαγαν τους τετρακοσίους εις το βουλευτήριον. Όλοι οι Αθηναίοι ήσαν πάντοτε ένοπλοι, είτε επί των τειχών, είτε εις τας τάξεις των, ένεκα των εχθρών όπου κατείχαν την Δεκέλειαν. Κατ' εκείνην λοιπόν την ημέραν άφησαν να αναχωρήσουν κατά το σύνηθες όλοι όσοι δεν ενείχοντο εις την συνωμοσίαν, ενώ ειδοποίησαν τους συνωμότας να ησυχάζουν, όχι εις τας θέσεις των, αλλά μακράν, και εάν τις επροσπάθει να αντισταθή εις τα πραττόμενα, να λάβουν τα όπλα και να τον εμποδίσουν. Μεταξύ δε εκείνων οι οποίοι έλαβαν την διαταγήν ταύτην και οι οποίοι ήλθαν ωπλισμένοι προς τον αυτόν σκοπόν, ευρίσκοντο ’νδριοι, Τήνιοι, τριακόσιοι Καρύστιοι καί τινες Αθηναίοι εκ των αποίκων της Αιγίνης. Αφού τοιουτοτρόπως ετακτοποιήθησαν ταύτα, οι τετρακόσιοι, έχοντες υπό τα ενδύματα των ξιφίδια και συνοδευόμενοι υπό των εκατόν είκοσι Ελλήνων νεανίσκων τους οποίους μετεχειρίζοντο διά τα τολμήματα ήλθαν εις το συμβούλιον των από του κυάμου βουλευτών, και τους διέταξαν να αναχωρήσουν λαμβάνοντες τον μισθόν των. Είχαν δε φέρει μαζί των την αναγκαίαν ποσότητα διά τον υπολειπόμενον χρόνον και την διένειμαν εις τους εξερχομένους.

70. Βλέποντες δε τους βουλευτάς αποχωρούντας χωρίς καμμίαν αντίστασιν, και τους άλλους πολίτας ουδέν κίνημα κάμνοντας, αλλ' ησυχάζοντας, οι τετρακόσιοι εισήλθαν εις το βουλευτήριον, εκλήρωσαν μεταξύ των τους πρυτάνεις και εγκατεστάθησαν εις τα αξιώματά των αφού ετέλεσαν τας συνήθεις ευχάς και θυσίας προς τους θεούς· αλλ' αργότερα μετέτρεψαν κατά πολύ το δημοκρατικόν πολίτευμα, χωρίς εν τούτοις να ανακαλέσουν τους εξορίστους ένεκα του Αλκιβιάδου. Εν γένει δε η διοίκησίς των υπήρξε βιαία· τινάς, όσους ενόμισαν καλόν να εξαφανίσουν, τους εφόνευσαν, άλλους έρριψαν εις τα δεσμά και άλλους εξώρισαν· έστειλαν δε και κήρυκα προς τον εν Δεκελεία ευρισκόμενον βασιλέα των Λακεδαιμονίων ’γιν διά να του ειπούν ότι ήσαν έτοιμοι να συνδιαλλαγούν και ότι προτιμότερον θα ήτο να συνθηκολογή εις το εξής μετ' αυτών παρά με τον δήμον ο οποίος είναι ανάξιος εμπιστοσύνης.

71. Αλλ' ο ’γις δεν επίστευεν ότι η πόλις ήτο πλέον ήσυχος και ότι ο λαός εγκατέλιπε τόσον ταχέως την παλαιάν ελευθερίαν· ενόμισεν ότι ήρκει να παρουσιασθή μετά δυνάμεων όπως εκραγή κίνημα ήδη προητοιμασμένον, τούτου δε ένεκα δεν έδοσεν εις τους απεσταλμένους των τετρακοσίων ουδεμίαν φιλικήν απόκρισιν, αλλ' εξ εναντίας προσεκάλεσεν εκ της Πελοποννήσου επικουρίαν πολλήν, και ολίγον μετά ταύτα, ενώσας την φρουράν της Δεκελείας μετά των ελθόντων, κατέβη μέχρις υπ' αυτά τα τείχη των Αθηναίων. Ήλπιζεν ότι οι Αθηναίοι, ή θέλουν ταραχθή και υποταχθή ευκολώτερον, ή ότι ήθελε κυριεύσει όλην την πόλιν χωρίς να χυθή αίμα ένεκα του θορύβου, πού πιθανώς θα ηγείρετο εντός και εκτός· τουλάχιστον ενόμιζεν ότι ήθελε καταλάβει τα μακρά τείχη αφού ταύτα είχαν εγκαταλειφθή έρημα. Αλλ' όταν επλησίασεν, οι Αθηναίοι, χωρίς να εκδηλώσουν ούτε την παραμικροτέραν κίνησιν εντός, εξήγαγαν τους ιππείς και μέρος τι των στρατιωτών των ψιλών και των τοξοτών, ανέτρεψαν εκείνους εκ των εχθρών όσοι είχαν πλησιάσει πολύ και έμειναν κύριοι όπλων τινών και νεκρών· τότε ο ’γις ιδών ταύτα απήγαγε πάλιν τον στρατόν, επέστρεψεν εις τον εν Δεκελεία πρότερον σταθμόν και απέστειλεν εις τα ίδια τους νεωστί ελθόντας στρατιώτας, αφού έμειναν ούτοι ολίγας τινάς ημέρας εις την χώραν. Ουχ' ήττον και μετά τούτο έστειλαν κήρυκας οι τετρακόσιοι προς τον ’γιν ο οποίος τους υπεδέχθη) μάλλον προσηνώς, και επί τη συμβουλή του έστειλαν πρέσβεις εις την Λακεδαίμονα διά να συνδιαλλαγούν.

72. Έστειλαν δε και εις την Σάμον δέκα άνδρας διά να καθησυχάσουν τον στρατόν και να τον βεβαιώσουν ότι η ολιγαρχία δεν εγκατέστη υπέρ της πόλεως και των πολιτών, αλλά προς σωτηρίαν όλων των πραγμάτων· ότι οι μέλλοντες να διευθύνουν τας υποθέσεις ήσαν πεντακισχίλιοι και ουχί τετρακόσιοι μόνον· ότι οι Αθηναίοι, ένεκα των εκστρατειών και των εκτός των συνόρων των ασχολιών, ουδέποτε είχαν συναθροισθή πεντακισχίλιοι, διά να συσκεφθούν περί καθενός ζητήματος, όσον και αν ήτο τούτο σπουδαίον. Δώσαντες δε εις αυτούς και όλας τας άλλας αναγκαίας οδηγίας τους απέστειλαν αμέσως μετά την εγκατάστασίν των, διότι εφοβούντο, όπερ και συνέβη, μήπως ο ναυτικός όχλος δεν θελήση να συνταχθή με το ολιγαρχικόν πολίτευμα και μήπως εκείθεν εκραγή κίνημα μέλλον να ανατρέψη και αυτούς τους ιδίους.

73. Ήδη ενηργείτο εις την Σάμον κατά της ολιγαρχίας αντίδρασις, η οποία εχρονολογείτο από της εγκαταστάσεως των τετρακοσίων. Εκείνοι εκ των Σαμίων, όσοι απετέλουν το δημοκρατικόν κόμμα και οι οποίοι άλλοτε είχαν επαναστατήσει κατά των πλουσίων, μετέβαλαν πάλιν φρόνημα και πεισθέντες υπό του Πεισάνδρου κατά την εν Σάμω διαμονήν του και υπό των ευρισκομένων εκεί Αθηναίων συνωμοτών συνώμοσαν τριακόσιοι εξ αυτών προς τον σκοπόν να επιτεθούν κατά των άλλων Σαμίων, τους οποίους εθεώρουν ως οπαδούς της δημοκρατίας. Υπήρχε τότε εις την Σάμον Αθηναίός τις ονόματι Υπέρβολος, άνθρωπος μοχθηρός, ο οποίος είχεν εξοστρακισθή, ουχί διότι εφοβούντο την δύναμιν και την επίδρασίν του, αλλά διά την κακίαν του και διότι ήτον αίσχος της πόλεως. Οι συνωμόται τον εφόνευσαν βοηθούμενοι υπό του Χαρμίνου, ενός των στρατηγών, καί τινων άλλων Αθηναίων ευρισκομένων εις την Σάμον, εις τους οποίους ήθελαν να δώσουν δείγμα πίστεως. Διά της βοηθείας επίσης αυτών εξετέλεσαν και άλλας τοιαύτας πράξεις· ήθελαν μάλιστα να επιτεθούν κατά των δημοκρατικών, ότε ούτοι εννοήσαντες τούτο ειδοποίησαν τους στρατηγούς Λέοντα και Διομέδοντα, αμφοτέρους δυσμενώς διακειμένους προς την ολιγαρχίαν ένεκα της υπολήψεως, την οποίαν είχε προς αυτούς ο λαός. Ειδοποίησαν ομοίως τον Θρασύβουλον και τον Θράσυλον, τον μεν αρχηγόν πλοίου, τον δε αρχηγόν στρατιωτών, καθώς και άλλους τινάς πολίτας γνωστούς πάντοτε ως εναντίους των συνωμοτών. Τους παρεκάλεσαν να μη παραβλέψουν αυτούς, ενώ επίκειται η καταστροφή των και ενώ η Σάμος αποχωρίζεται των Αθηνών, των οποίων η ηγεμονία είχε διατηρηθή μέχρι τότε υπό μόνης της πόλεως ταύτης. Ούτοι δε, αφού τους ήκουσαν, απετάθησαν προς καθένα στρατιώτην ιδιαιτέρως και τους υπεχρέωσαν να μη επιτρέψουν να συμβή το τοιούτο. Ικέτευσαν προ πάντων τα πλήρωμα της Παράλου, το οποίον απετελείτο μόνον από Αθηναίους ελευθέρους, οι οποίοι πάντοτε ανθίσταντο εις την ολιγαρχίαν και πριν ακόμη εγκατασταθή αύτη· οσάκις δε ο Λέων και ο Διομέδων έκαμναν εκδρομάς, τους άφηναν πλοίά τινα, διά να τους φυλάττουν. Ώστε εις την πρώτην κατ' αυτών επίθεσιν την γενομένην υπό των τριακοσίων όλοι αυτοί και ιδίως οι Πάραλοι έτρεξαν εις βοήθειαν και κατόρθωσαν να αναδειχθή νικηφόρον το δημοκρατικόν κόμμα. Οι Σάμιοι εφόνευσαν περί τους τριάκοντα εκ των τριακοσίων, κατεδίκασαν εις εξορίαν τρεις εκ των κυριωτάτων ενόχων, έδωκαν αμνηστείαν εις τους άλλους, και εξηκολούθησαν να ζώσιν εν αρμονία υπό το δημοκρατικόν πολίτευμα.

74. Οι δε Σάμιοι και οι στρατιώται, οι οποίοι δεν εγνώριζαν ακόμη ότι οι τετρακόσιοι είχαν καταλάβει την αρχήν, απέστειλαν μετά σπουδής το πλοίον Πάραλος μετά του Αθηναίου Χαιρίου του Αρχεστράτου, ο οποίος δραστηρίως μετέσχεν εις τα πραχθέντα, διά να αναγγείλουν τα γενόμενα. Αλλά, άμα έφθασεν η Πάραλος, οι τετρακόσιοι έρριψαν εις τα δεσμά τινας εκ των Παράλων δύο ή τρεις, τους δε άλλους, εξαγαγόντες εκ του πλοίου, τους μετεβίδασαν εις άλλο πλοίον εκ των μεταγωγικών και τους έστειλαν να φρουρούν περί την Εύβοιαν. Ο Χαιρέας είχε κατορθώσει να διαφύγη· ιδών δε τα εν Αθήναις συμβαίνοντα επανήλθεν εις την Σάμον. Μεγαλοποιών δε όσα έπρατταν οι Αθηναίοι ανήγγειλεν εις τον στρατόν ότι όλοι οι πολίται είχαν καταδικασθή εις μαστίγωσίν, ότι ουδείς ηδύνατο να αντείπη εις τους έχοντας εξουσίαν, ότι αι γυναίκες και τα παιδία αυτών υβρίζονται, και ότι οι τετρακόσιοι διενοούντο να συλλάβουν και να φυλακίσουν τους συγγενείς όλων εκείνων, οι οποίοι εις τον στρατόν της Σάμου δεν συνεμερίζοντο την γνώμην των, διά να τους θανατώσουν, εάν ηρνούντο να υπακούσουν. Προσέθηκε δε και πολλά άλλα ψεύδη.

75. Εις την διήγησιν δε ταύτην οι στρατιώται κατ' αρχάς μεν ώρμησαν, διά να λιθοβολήσουν τους αυτουργούς της ολιγαρχίας και τους άλλους τους συμμετασχόντας εις αυτήν· αλλ' αναχαιτισθέντες υπό των φρονίμων ανθρώπων, οι οποίοι τους συνεβούλευσαν να μη καταστρέψουν το παν, καθότι ο εχθρικός στόλος ήτο εγγύς προσωρμισμένος, ησύχασαν. Έπειτα δε ο υιός του Λύκου Θρασύβουλος και ο Θράσυλος, οι οποίοι προεξήρχαν της επαναστάσεως, θέλοντες να αποκαταστήσουν εδραίαν την δημοκρατίαν εις την Σάμον, ώρκισαν διά μεγίστων όρκων τους στρατιώτας και προ πάντων αυτούς τους οπαδούς της ολιγαρχίας να ζουν υπό το δημοκρατικόν πολίτευμα και εν ομονοία μεταξύ των, να εξακολουθήσουν μετά ζήλου τον κατά των Πελοποννησίων πόλεμον, να είναι εχθροί των τετρακοσίων και να μη έχουν καμμίαν με αυτούς σχέσιν. Όλοι οι Σάμιοι οι δυνάμενοι να φέρουν όπλα συνεδέθησαν διά του αυτού όρκου, οι δε Αθηναίοι στρατιώται κατέστησαν κοινά μετά των Σαμίων όλα τα συμφέροντα και όλα τα αποβησόμενα εκ των κινδύνων, πεπεισμένοι ότι ουδέν άλλο μέσον σωτηρίας υπήρχε, διά τους μεν και διά τους δε, αλλ' ότι ο θάνατός των ήτο βέβαιος αν ενίκων οι τετρακόσιοι, ή οι εχθροί οι ευρισκόμενοι εις την Μίλητον.

76. Διαίρεσις τότε έγινεν εις τον στρατόν, διότι οι μεν ήθελον να επιβάλουν εις τας Αθήνας την δημοκρατίαν, οι δε εζήτουν να επιβάλουν εις τον στρατόν την ολιγαρχίαν. Οι εν Σάμω στρατιώται συνήλθαν αμέσως εις εκκλησίαν και έπαυσαν τους προτέρους στρατηγούς και εκείνους εκ των τριηράρχων, τους οποίους υπώπτευαν, αντ' αυτών δ' εξέλεξαν άλλους και ιδίως τον Θρασύβουλον και τον Θράσυλον. Οι στρατιώται εγειρόμενοι εν τω μέσω της συνελεύσεως απέτειναν προς αλλήλους διαφόρους παραινέσεις και έλεγαν ότι δεν έπρεπε να αποθαρρυνθούν, εάν η πόλις εχωρίσθη απ' αυτών· ότι ο μικρότερος αριθμός απεσπάτο από του μεγαλυτέρου και τους πλείστους πόρους έχοντος εις παν είδος· ότι κύριοι όντες των ναυτικών δυνάμεων θα ηνάγκαζαν τας άλλας πόλεις, τας οποίας εξουσίαζαν, να δώσουν χρήματα, απαραλλάκτως ως εάν εξήρχοντο των Αθηνών, διά να απαιτήσουν τοιαύτα· ότι αυτοί είχαν την Σάμον, πόλιν τοσούτον ισχυράν, ώστε, ότε επολέμησε κατά των Αθηναίων, ολίγον έλειψε να αρπάση απ' αυτούς την ηγεμονίαν της θαλάσσης· ότι εκ της αυτής πόλεως έμελλαν να αποκρούσουν ως και πρότερον την επίθεσιν του εχθρού· ότι μετά του στόλου θα ήσαν εις καλλιτέραν κατάστασιν ή οι πολίται των Αθηνών εις το να προμηθεύωνται τα προς συντήρησιν χρειώδη· ότι μένοντες εις την Σάμον διά την ιδίαν των ασφάλειαν, αυτοί μέχρι τούδε ήσαν κύριοι του είσπλου του Πειραιώς· ότι, εάν η πόλις ηρνείτο να τους αποδώση το δημοκρατικόν πολίτευμα, από αυτούς εξηρτάτο να την αποκλείσουν διά θαλάσσης, παρά να αποκλεισθούν αυτοί· ότι αι βοήθειαι, τας οποίας αι Αθήναι ηδύναντο να στείλουν διά την εξακολούθησιν του πολέμου, ήσαν μηδαμιναί ή μικρού λόγου άξιαι· ότι δεν έχαναν τίποτε αποχωριζόμενοι εκείνων, οι οποίοι δεν είχαν πλέον μήτε χρήματα να στείλουν, αφού επορίζοντο ταύτα οι στρατιώται, μήτε συμβουλάς ωφελίμους να δώσουν, όπερ συνιστά την υπεροχήν των πόλεων επί των στρατών· ότι μάλιστα, υπό την έποψιν ταύτην, οι εν Αθήναις είχαν καταστή ένοχοι καταλύοντες τους νόμους της πατρίδος, ενώ ο στρατός της Σάμου τους είχε διατηρήσει και προσεπάθει να αναγκάση τους εν Αθήναις να τους επαναφέρουν· ότι τοιουτοτρόπως ο στρατός ουδόλως υπελείπετο της πόλεως και κατά την σύνεσιν· ότι ο Αλκιβιάδης, εάν εψήφιζαν την χάριν και την ανάκλησίν του, θα έσπευδε να τους δώση την συμμαχίαν του βασιλέως· ότι τέλος, το σπουδαιότερον, εάν απετύγχαναν όλα τα σχέδια, η κατοχή τοσούτου πολυαρίθμου στόλου θα τους διηυκόλυνε να εύρουν πολλά καταφύγια όπου θα υπήρχον και πόλεις και αγροί.

77. Αφού είπαν αυτά και ενεθαρρύνθησαν αμοιβαίως, εξηκολούθησαν ουχ ήττον προετοιμάζοντες τα του πολέμου. Ως προς τους δέκα δε πρεσβευτάς, τους οποίους οι τετρακόσιοι είχαν στείλει εις την Σάμον, άμα έφθασαν ούτοι εις την Δήλον και έμαθαν τας ειδήσεις ταύτας, δεν επροχώρησαν περαιτέρω.

78. Κατά την αυτήν δ' εποχήν οι εν τω ναυτικώ στρατιώται των Πελοποννησίων, οι οποίοι ήσαν εις την Μίλητον, εδυσφόρουν μεγαλοφώνως εναντίον του Αστυόχου και του Τισσαφέρνους, οι οποίοι, ως έλεγαν, κατέστρεφαν τα πράγματα. Τον μεν πρώτον τον κατηγόρουν, διότι δεν τους άφηνε να ναυμαχήσουν μήτε πρότερον, ότε αι δυνάμεις των ήσαν τέλειαι, αι δε των Αθηνών ολιγάριθμοι, μήτε τώρα, ότε ο εχθρός ήτο διηρημένος και τα πλοία του δεν είχαν συναθροισθή ακόμη, και διότι περιμένοντες τον Φοινικικόν στόλον, τον οποίον υπεσχέθη ο Τισσαφέρνης και ο οποίος ονόματι μόνον υπήρχε και ουχί πράγματι, εκινδύνευαν να εξαντληθούν ολοσχερώς· τον δε Τισσαφέρνην κατηγόρουν ότι δεν έφερε τον στόλον εκείνον και ότι παρέλυε το ναυτικόν των μη παρέχων τον μισθόν τακτικώς και ανελλιπώς. Έλεγαν λοιπόν ότι δεν έπρεπε να αναβάλουν πλειότερον, αλλά να ναυμαχήσουν, τους παρεκίνουν δε εις τούτο προ πάντων οι Συρακούσιοι.

79. Εννοήσαντες δε τους ψιθυρισμούς τούτους οι σύμμαχοι και ο Αστύοχος απεφάσισαν εν συμβουλίω να δώσουν ναυμαχίαν αποφασιστικήν· και επειδή τους είχαν ειδοποιήσει επίσης περί των ταραχών της Σάμου ανεχώρησαν μεν όλα τα πλοία, εκατόν δώδεκα τον αριθμόν, και έπλευσαν προς την Μυκάλην, αφού διέταξαν τους Μιλησίους να μεταβούν εκεί διά ξηράς. Οι Αθηναίοι, με ογδοήκοντα δύο πλοία, τα οποία είχαν εις την Σάμον, εστάθμευον κατά τύχην εις την Γλαύκην της Μυκάλης, απέναντι της Σάμου, και εις ολίγην απ' αυτής απόστασιν. ’μα δε είδαν τον Πελοποννησιακόν στόλον ερχόμενον προς συνάντησίν των, υπεχώρησαν εις την Σάμον μη νομίζοντες ότι αριθμητικώς ήσαν ικανοί να διακινδυνεύσουν περί του παντός· ειδοποιηθέντες άλλως εκ της Μιλήτου ότι ο εχθρός είχε σκοπόν να δώση ναυμαχίαν επερίμεναν να έλθη εις βοήθειάν των εκ του Ελλησπόντου μετά των πλοίων της Χίου, τα οποία είχαν μεταβή εις την ’βυδον, ο Στρομβιχίδης, προς τον οποίον είχαν στείλει προηγουμένως απεσταλμένον. Επέστρεψαν λοιπόν εις την Σάμον, ενώ οι Πελοποννήσιοι, αποβάντες εις την Μυκάλην, εστρατοπέδευσαν καθώς και ο πεζός στρατός των Μιλησίων και των πλησιοχώρων. Την επομένην κατά την στιγμήν που οι Πελοποννήσιοι έμελλαν να πλεύσουν κατά της Σάμου, ανηγγέλθη εις αυτούς ότι ο Στρομβιχίδης έφθασεν εκ του Ελλησπόντου μετά του στόλου, και επέστρεψαν αμέσως εις την Μίλητον. Εν τούτοις οι Αθηναίοι ενισχυθέντες υπό του στόλου τούτου επέδραμαν και αυτοί κατά της Μιλήτου μετά πλοίων εκατόν οκτώ, θέλοντες να ναυμαχήσουν. Επειδή, όμως ουδείς εξήλθε προς συνάντησίν των, απέπλευσαν πάλιν εις την Σάμον.